Σελίδες

Σάββατο 22 Αυγούστου 2009

Βίλχεμ Ράιχ, Άκου Ανθρωπάκο

Αναλογίστηκες ποτέ σου, ανθρωπάκο, πως είναι να' σαι αετός και η φωλιά σου να 'ναι γεμάτη αυγά κότας;... ... ...


Διαβάστε το στο: www.spoudasterion.pblogs.gr

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

Ο Χάντινγκτον και τα «χαντάκια» του

του Παναγιώτη Νούτσου, καθηγητή Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Ο Samuel Ηuntington, ως παράδειγμα σκέψης που επηρέασε την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, προφανώς είναι ό,τι προηγήθηκε του θορυβωδώς δημοσιευμένου βιβλίου του Η σύγκρουση των πολιτισμών (1996) και ό,τι το ακολούθησε. Ετσι θα μπορούσε κανείς να σταθεί στον αναδυόμενο αστέρα της αμερικανικής δημοσιολογίας, ήδη από το 1968, με μικρότερα δημοσιεύματα για την «ordre international» και τη βία σε συνθήκες «ολοκληρωτικού πολέμου» που πιθανολογεί ακόμη και το βιολογικό «μεγαθάνατον». Οσο όμως ο Ηuntington όδευε προς τη σκιαγράφηση των όρων «σύγκρουσης των πολιτισμών», με επίσης μικρότερα δημοσιεύματα που προετοίμαζαν την πολυσέλιδη μονογραφία του που γνώρισε αρκετές επανεκδόσεις, τόσο οι αντιλήψεις του αντιμετωπίστηκαν από τη «γεω-ιστορική» στροφή της κοινωνικής ανθρωπολογίας, με μονάδα αναφοράς τα εθνικά ως «πολιτιστικά σύνολα» (στο περιοδικό που επόπτευε ο Ι. Wallerstein Review ήδη από το 1994 ο Η.R. Αlker αποτίμησε σ΄ αυτό το θεωρητικό συγκείμενο τη θεώρηση των «πολιτισμών» του Ηuntington).

Εναν χρόνο νωρίτερα, το 1993, εμφανίστηκε σειρά αντεγκλήσεων στο περιοδικό Foreign Αffairs, με την προσφυγή στο σύνδρομο «kincountry» και με περισσή «ανατολικοφοβία» στον τρόπο ανάδυσης ενός «universal civilisation». Στο φωτογραφικό συμπλήρωμα των κειμένων πέρασε και ιπτάμενος Αγιατολάχ χωρίς χαλί και σε μαύρο χάλι! Ως προς τον πυρήνα των αντιλήψεων του Ηuntington αυτό που υπογραμμίζεται είναι, ως συνέπεια των πανοραμικών κατοπτεύσεων του «μεταψυχροπολεμικού κόσμου», ότι ο «πολιτισμός» εκτιμάται ταυτόχρονα ως «διαχωριστική γραμμή» και ως «ενοποιητική δύναμη». Δηλαδή προβάλλεται ως οργανωτικό στοιχείο της συμπαγούς διαφοράς με ζύμη τη θρησκεία που συνιστά την «εκδίκηση του θεού» μετά το «τέλος των ιδεολογιών». Μ΄ αυτόν τον τρόπο συντίθεται η «διεθνής τάξη βασισμένη στους πολιτισμούς». Με δεδομένη την αντίληψη του Ηuntington την «πρωτοκαθεδρία» των Ηνωμένων Πολιτειών, που συμπυκνώνουν τον «μοναδικό» πολιτισμό που τον υπερασπίζονται «απέναντι στις μη δυτικές κοινωνίες», ποιος θα «πρέπει» να εκλαμβάνεται ως Ευρωπαίος, δηλαδή ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, του ΝΑΤΟ και των ομόλογων οργανισμών; Για τον «χειρούργο» των διεθνών σχέσεων, που διέθετε ερείσματα και εκτός αυτού του πεδίου αναφοράς, δηλαδή στους λογής ομφαλοσκόπους της «Ανατολής», η Δύση τελειώνει με τα όρια του «δυτικού Χριστιανισμού» και συνεπώς «εκεί που αρχίζει το Ισλάμ και η Ορθοδοξία».

Εκείνο που συντελέστηκε μ΄ αυτή τη δέσμη των θεωρήσεων ήταν η μετακίνηση από τον «βιολογισμό» της ιστορίας προς τον πολιτιστικό ρατσισμό, με την ίδια ακριβώς λειτουργία να κατευθύνεται στο σύνολο του πλανήτη. Αν δηλαδή ο ρατσισμός ως σχέση ανισότιμων μερών της ίδιας κοινωνίας μετατρέπει την «ετερότητα» σε εχθρότητα, με την εμπέδωση «προκαταλήψεων» και «ξενοφοβίας», με τον ίδιο τρόπο ο «πολιτισμός» ανάγεται σε χαντάκι που ξεχωρίζει και δεν ενώνει.

Ο άνωθεν κατευθυνόμενος ρατσισμός έχει υποστεί, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μετά τη γενικευμένη αντίθεση προς τις ναζιστικές θηριωδίες και παρά τις θνησιγενείς απόπειρες αποενοχοποίησης και απώθησης του «Ολοκαυτώματος», μια ορισμένη μεταλλαγή. Δηλαδή έθεσε σε δεύτερη μοίρα τη «φυλή» για να προτάξει τις πολιτιστικές διαφορές των εθνικών ή εθνοτικών ομάδων που από ιστορικό δημιούργημα αντιμετωπίζονται σαν η δεύτερη «φύση» τους. Διαφορές έτσι γλωσσών, εθίμων και ιδίως θρησκειών αποτέλεσαν το εφαλτήριο εκρατσισμού του «δικαιώματος στη διαφορά».

Αυτή ακριβώς η αξίωση, την οποία ο Ηuntington είδε από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, ως της μόνης «Υπερδύναμης» στη «μεταδιπολική εποχή», είχε λοιπόν και την άλλη όψη του ίδιου όμως νομίσματος. Οι μηχανισμοί μετασχηματισμού της «διαφορετικότητας» σε «εχθρότητα», που κάποτε ονομάστηκαν θιασώτες του «cultural absolutism», κυκλοφορούν τις ιδέες-δυνάμεις για τα «χρωμοσώματα» και τα «αρχέτυπα» του πολιτισμού που «αυθεντικά» οι ίδιοι διαχειρίζονται. Ετσι στα ίχνη του Ηuntington μεταβολίζουν το «δικαίωμα στη διαφορά» σε «περιχαράκωση στη διαφορά».

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 3 Αυγούστου 2008

Reblog this post [with Zemanta]

reBlog from spoudasterion.pblogs.gr: Ludus Literarius

I found this fascinating quote today:



Έ­να α­πό τα παραγγέλ­μα­τα των Πυ­θα­γο­ρεί­ων α­πα­γό­ρευε να τρυ­πούν ί­χνη α­πό πα­τη­μα­σιές αν­θρώ­πων με καρ­φί ή με μα­χαί­ρι (Fragmenta Philosophorum Graecorum, Mullach, I, 510). Έ­να άλ­λο ζη­τού­σε να σβή­νουν τ' α­πο­τυ­πώ­μα­τα που ά­φη­νε η χύ­τρα στη στά­χτη, ό­ταν τη σή­κω­ναν α­πό την ε­στί­α. Κι έ­να τρί­το συ­νι­στού­σε, ό­ταν κά­ποιος ση­κω­νό­ταν α­πό το κρε­βά­τι, ν' α­πα­λεί­φει α­πό το στρώ­μα τ' α­πο­τυ­πώ­μα­τα του σώ­μα­τός του.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius



You should read the whole article.



Reblog this post [with Zemanta]

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2009

Ο άνθρωπος παρών στο κοσμικό παιχνίδι ( Από το βιβλίο του Γ. Γραμματικάκη, Η κόμη της Βερενίκης)

Ο μηχανισμός της εξελίξεως

Η ΠΟΡΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΛΥΠΛΟΚΟ ΜΟΡΙΟ που έχει την ικανότητα να αναπαράγεται, στον πολυπλοκότερο επί της Γης οργανισμό, τον άνθρωπο, είναι πορεία μακρά. Διαρκεί κοντά στα τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια. Σφραγίζει, συνεπώς, ένα μεγάλο μέρος -που πλησιάζει το ενενήντα τοις εκατό!- της ηλικίας του πλανήτη μας, αλλά και ικανό ποσοστό της ηλικίας του ίδιου του Σύμπαντος.


Τους δύσβατους δρόμους και τις στενές ατραπούς αυτής της πορείας, πέρα από τους ωραίους μύθους ή τη θρησκευτική πίστη, μπορεί κανείς να ακολουθήσει μόνον με τη Θεωρία της Εξελίξεως. Τα ευρήματα οργανισμών
σε απολιθώματα δεν αφήνουν περί αυτού πολλές αμφιβολίες: Με την πάροδο του χρόνου, οι ζωικοί οργανισμοί εξελίσσονται σε πολυπλοκότητα.
Επιπρόσθετα, τα μέλη κάθε είδους δείχνουν ουσιώδεις, κάποτε, παρεκκλίσεις από έναν αρχικό πρόγονο. Στηριζόμενος σε πολλά παρόμοια στοιχεία, ο Charles Darwin δημοσιεύει, στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, τη μνημειώδη «Καταγωγή των ειδών», βιβλίο από τα σημαντικότερα της ανθρώπινης ιστορίας. Η Δαρβινική Θεωρία της Εξελίξεως έχει έκτοτε εμπλουτισθεί ή και αναθεωρηθεί σε πολλά σημεία της. Η βασική της ωστόσο αντίληψη, παραμένει επιστημονικά αναντίρρητη: Τον μηχανισμό της εξελίξεως κινεί η φυσική επιλογή. Μόνον εκείνες οι παραλλαγές των βιολογικών ειδών που είναι ικανές να αντιμετωπίσουν ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον προώρισται να επιβιώσουν. Από απόγονο μάλιστα σε απόγονο, τα «χρήσιμα» για την επιβίωση τους χαρακτηρι-στικά ενισχύονται. Με τα λόγια του ίδιου του Δαρβίνου: «Η φυσική επιλογή εξετάζει προσεκτικά κάθε μέρα και κάθε ώρα τον κόσμο, τις πιο μικρές μεταβολές του, απορρίπτοντας όσες είναι κακές, κρατώντας και αθροίζοντας τις καλές, δουλεύοντας σιωπηλά και ανεπαίσθητα». Καθώς, έτσι, ο μύθος του αμετάβλητου των ζώντων οργανισμών καταρρέει, δεν είναι περίεργη η σφοδρή αντίθεση που εκδηλώθηκε, και όχι μόνο από θρησκευτικό φανατισμό, προς τη Δαρβινική Θεωρία. Το ανθρώπινο πνεύμα αρέσκεται στο δόγμα ή στην επανάπαυση. Η εκθρόνιση της Γης ως Κέντρου του Ηλιακού συστήματος από τον Κοπέρνικο, όπως και η ιδέα της συνεχούς ροής των πάντων του Ηράκλειτου, αντιβαίνουν στην Αριστοτελική λογική ότι τα γήινα δεν αλλάζουν, και αντιμετωπίσθηκαν με παρόμοια εχθρότητα.
Είδαμε, ωστόσο, ότι οι μυριάδες παραλλαγές των ζωικών ειδών έχουν τη ρίζα τους στον γενετικό κώδικα. Πράγματι, ένα «λάθος» στη διαδικασία αντιγραφής του DNA ―σ' ένα μόνο ίσως μόριο από τα εκατομμύρια που το αποτελούν― οδηγεί σε αλλοίωση των εντολών που συνιστούν τον κώδικα αυτόν. Είναι οι τυχαίες, απ' ό,τι φαίνεται, μεταλλαγές του γενετικού κώδικα, και όχι η πιστότητα στην κληρονομική του μεταβίβαση, που δημιουργούν την ποικιλία στα χαρακτηριστικά κάθε είδους· είτε αυτά είναι το χρώμα των ματιών είτε το ύψος, ακόμη όμως και οι διανοητικές ικανότητες. Η σύνθεση της Θεωρίας της Εξελίξεως με τη Μοριακή Βιολογία και τη Γενετική ―σύνθεση που συχνά αποκαλείται «νεοδαρβινισμός»― αποτελεί δραστήριο πεδίο της σύγχρονης επιστήμης. Για τον πρόσθετο λόγο ότι η πλήρης κατανόηση των βιολογικών δομών της κληρονομικότητας θα οδηγήσει και στην ανθρώπινη επ' αυτών επέμβαση, για το καλό ή το κακό.
Το ότι ο άνθρωπος βρίσκεται εγγύτατα στο σημείο να επέμβει ο ίδιος ―και όχι μόνο η τύχη ή η αναγκαιότητα― στα γονίδια που καθοδηγούν τα κληρονομούμενα χαρακτηριστικά του χαρακτηρίζει, περισσότερο ίσως από οτιδήποτε άλλο, την απίστευτη εξέλιξη του. Είναι κατανοητό, λοιπόν, ως συνέπεια θρησκευτικών επιρροών, αλλά και ματαιοδοξίας βαθύτατης, να θίγεται από την κυριαρχούσα άποψη της επιστήμης, που αποδίδει στο ανθρώπινο είδος κοινές καταβολές με κοινωνίες πιθήκων. Τούτο, ωστόσο, και όσο εμπιστεύεται κανείς τις ενδείξεις από τα απολιθώματα και τις σύγχρονες μελέτες συμπεριφοράς, αποτελεί γεγονός μάλλον αναμφισβήτητο. Από όλα τα ζωικά είδη που διαβιούν στις θάλασσες και τις στεριές του πλανήτη μας, ο χιμπατζής και ο γορίλας είναι οι πλησιέστεροι συγγενείς μας. Πρόσφατες μάλιστα έρευνες οδηγούν στο συμπέρασμα ότι διαθέτουν κοινά με μας το ενενήντα εννιά τοις εκατό των γονιδίων.
Τούτο δεν σημαίνει, όπως είναι η διαδεδομένη πλάνη, ότι ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο. Αλλά ότι και ο άνθρωπος και ο πίθηκος έχουν έναν κοινό πρόγονο, δυσδιάκριτο εξαιτίας των πολλών αλλαγών που έχουν επισυμβεί στο περιβάλλον και στον γενετικό κώδικα. Ο δυσδιάκριτος αυτός πρόγονος εντοπίζεται στα πρωτεύοντα θηλαστικά ―κατηγορία
θηλαστικών ζώων, στην οποία κατατάσσεται και ο άνθρωπος― που αναπτύχθηκαν κυρίως μετά την εξαφάνιση των δεινοσαύρων. Αυτοί οι «πρωτοπίθηκοι» υποχρεώθηκαν, πιθανόν από την ανάγκη για αναζήτηση τροφής, να αποικήσουν τα δέντρα και να προσαρμοσθούν στο καινούργιο αυτό περιβάλλον. Η διαβίωση των πρωτοπιθήκων στα δέντρα, που διαρκεί δεκάδες εκατομμύρια χρόνια, τους εξόπλισε με ικανή όραση, ευκινησία και δεξιότητα στα χέρια. Χαρακτηριστικά προερχόμενα από αργές γενετικές αλλαγές, απαραίτητα όμως για την επιβίωση στις ιδιαίτερες απαιτήσεις του νέου πεδίου δραστηριότητας και κατοικίας.
Ασφαλώς, μερικά από τα είδη των πρωτοπιθήκων θα εξέλιπαν, επειδή οι γενετικές αλλαγές δεν ευνοούσαν τη φυσική τους επιλογή. Τα διαρκώς βελτιούμενα όμως είδη, που επεκράτησαν, αυξάνουν τον πληθυσμό τους με γρήγορο ρυθμό- και τούτο είναι επόμενο να οδηγήσει σε μια νέα πάλι έλλειψη τροφής. Κάποια είδη, συνεπώς, που προσεγγίζουν κατά πολύ τον σημερινό πίθηκο, αναγκάζονται, πριν από 30 εκατομμύρια χρόνια, να επανέλθουν στο έδαφος και να αναζητήσουν τροφή και στέγη σε κοντινές στα δάση περιοχές. Oι μακρινοί αυτοί πρόγονοι του ανθρώπου, σ' έναν συνεχή ανταγωνισμό με όμοια ή ανόμοια δημιουργήματα της εξελίξεως, αναπτύσσουν συνεχώς τον εγκέφαλό τους και κατακτούν τις πρώτες υποτυπώδεις τεχνικές δεξιότητες. Η βιολογική οδός που θα οδηγήσει στα είδη των πιθήκων που απαντώνται σήμερα στον πλανήτη -και αργότερα στο ανθρώπινο είδος- διανύεται στο εξής χωρίς μεγάλα εμπόδια.
Το ποιος, ωστόσο, πού και πότε μπορεί να διεκδικήσει τον τίτλο του πρώτου «πραγματικού» ανθρώπου, παραμένει ένα ζήτημα με μεγάλη ασάφεια. Εν πολλοίς, είναι ασφαλώς θέμα ορισμού. Τα ευρήματα άλλωστε των ανθρωπολόγων, περιορισμένα μέχρι στιγμής και διάσπαρτα, αφήνουν περιθώρια για έντονες αμφισβητήσεις. Κρανία που προσομοιάζουν με τα ανθρώπινα ανευρέθηκαν σε πολλά σημεία της γης ―την Ιάβα, τη Γαλλία, την Αφρική― και αποδίδονται στον Homo erectus, ανθρωποειδές με μεγάλη ικανότητα στα χέρια και με όρθιο βάδισμα. Ο Homo erectus πρέπει να έζησε πριν από ένα εκατομμύριο χρόνια. Ακόμη παλαιότερα ευρήματα στους τροπικούς της Αφρικής, που έχουν ηλικία δύο ή και περισσότερα εκατομμύρια χρόνια, ανήκουν στον Αυστραλοπίθηκο,μικρόσωμο ον με χαρακτηριστικά ενδιάμεσα μεταξύ του πιθήκου και του ανθρώπου.
Κοντινοί πρόγονοι του σημερινού ανθρώπου, πάντως, θεωρούνται οι παραλλαγές που έζησαν πριν από μερικές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια. Τούτο δεν θίγει πολύ τον εγωισμό μας. Διότι οι άνθρωποι αυτοί, με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο τον άνθρωπο του Νεάντερνταλ, ήδη χρησιμοποιούν πέτρινα εργαλεία και έχουν επαρκή ανάπτυξη του εγκεφάλου. Έτσι δικαιολογείται η προσωνυμία του σοφού ανθρώπου ―Homo sapiens― με την οποία αυτοπροσαγόρευσε ο σημερινός άνθρωπος το είδος του.
Η ασάφεια της ιστορίας μας ως είδους δεν πρέπει, πάντως, να εκπλήσσει τον αναγνώστη. Περισσότερο από το ενενήντα εννιά τοις εκατό αυτής της ιστορίας έχει ως μόνες της πηγές ευρήματα παλαιοντολογικά.

ΠΗΓΗ
: Γιώργος Γραμματικάκης, Η κόμη της Βερενίκης, 17η έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999
Reblog this post [with Zemanta]

Η άνοδος της ασημαντότητας

Κορνήλιος Καστοριάδης

Τίθεται το ερώτημα αν μπορούν ακόμα οι δυτικές κοινωνίες να κατασκευάσουν το είδος εκείνο ατόμου πού είναι απαραίτητο για τη συνέχιση της λειτουργίας τους.

Το πρώτο και κύριο εργαστήριο κατασκευής σύμμορφων προς την κοινωνία ατόμων είναι ή οικογένεια. Ή κρίση της σύγχρονης οικογένειας δεν έγκειται μόνο ούτε κυρίως στη στατιστική της διάλυση· το βασικό είναι ο θρυμματισμός και ή αποσύνθεση των παραδοσιακών ρόλων –άντρας, γυναίκα, γονείς, παιδιά– και ή συνέπεια τους: ο άμορφος αποπροσανατολισμός των νέων γενεών. 'Όσα είπαμε προηγουμένως για τα κινήματα των τελευταίων είκοσι χρόνων ισχύουν και για αυτόν τον τομέα (αν και, στην περίπτωση της οικογένειας, ή διαδικασία χρονολογείται από πολύ παλιότερα. Έχει αρχίσει, προκειμένου για τις πιο «εξελιγμένες» χώρες, εδώ και τρία τέταρτα του αιώνα). Ή αποσύνθεση των παραδοσιακών ρόλων αντανακλά τη ροπή των ατόμων προς την αυτονομία και περιέχει σπέρματα χειραφέτησης. Έχω όμως επισημάνει από παλιά την αμφισημία των συνεπειών της[1]. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο δικαιούμαστε ν' αμφιβάλλουμε κατά πόσον ή διαδικασία αυτή οδηγεί στην εκκόλαψη νέων τροπών ζωής και όχι στον αποπροσανατολισμό και την ανομία.

Ένα κοινωνικό σύστημα όπου ο ρόλος της οικογένειας περνά σε δεύτερη μοίρα, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται ο ρόλος άλλων θεσμών ανατροφής και διάπλασης, δεν έχει τίποτα το αδιανόητο. Πολλές αρχαϊκές φυλές, όπως άλλωστε και ή Σπάρτη, διαμόρφωσαν τέτοια συστήματα. Στη Δύση, από μια περίοδο και μετά, τον ρόλο αυτόν τον έπαιξε όλο και περισσότερο από τη μια το εκπαιδευτικό σύστημα και από την άλλη ή περιρρέουσα κουλτούρα – γενική και ειδική (τοπική: χωριό· ή δεμένη με τη δουλειά: εργοστάσιο κ.λπ.).

To δυτικό όμως εκπαιδευτικό σύστημα έχει μπει εδώ και είκοσι χρονιά σε φάση επιταχυνόμενης διάλυσης[2]. Υφίσταται κρίση περιεχομένου: τι μεταδίδεται, και τι πρέπει να μεταδίδεται, και με βάση ποια κριτήρια; Δηλαδή: κρίση των «προγραμμάτων» και κρίση του στόχου προς τον οποίο καταρτίζονται τα προγράμματα. Διέρχεται επίσης κρίση της εκπαιδευτικής σχέσης: ο παραδοσιακός τύπος της αναντίρρητης αυθεντίας έχει γκρεμιστεί, και νέοι τύποι –ο δάσκαλος-συμμαθητής, για παράδειγμα– δεν καταφέρνουν ούτε να διαμορφωθούν, ούτε να αναγνωριστούν ούτε να διαδοθούν. "Όμως όλες αυτές οι διαπιστώσεις θα παρέμεναν αφηρημένες αν δεν τις συσχετίζαμε με την πιο εξόφθαλμη και εκτυφλωτική εκδήλωση της κρίσης του εκπαιδευτικού συστήματος, πού κανείς δεν τολμά καν να την αναφέρει. Ούτε οι μαθητές ούτε οι δάσκαλοι ενδιαφέρονται πια γι' αυτό πού συμβαίνει μέσα στο σχολείο σαν τέτοιο, και οι μετέχοντες δεν επενδύουν πια στην παιδεία ως παιδεία. Για τους εκπαιδευτικούς έχει γίνει αγγαρεία προς το ζην, ενώ για τους μαθητές, για τους οποίους έχει πάψει να είναι το μοναδικό άνοιγμα προς τον εξωοικογενειακό κόσμο, και οι όποιοι δεν έχουν ακόμα την απαιτούμενη ηλικία (ή ψυχική δομή) ώστε να μπορούν να τη δουν ως εργαλειακή επένδυση (ολοένα προβληματικότερης άλλωστε αποδοτικότητας), έχει καταντήσει μια βαρετή υποχρέωση. Με δυο λόγια, το ζητούμενο είναι ή απόκτηση ενός «χαρτιού» πού θα επιτρέπει την άσκηση ενός επαγγέλματος (εφόσον βρει κανείς δουλειά). Θα μας απαντήσουν ότι, στην ουσία, πάντα έτσι ήταν. Ίσως. Άλλα δεν είναι αυτό το ζήτημα. Άλλοτε –έως πρόσφατα– όλες οι διαστάσεις του εκπαιδευτικού συστήματος (και οι αξίες στις όποιες παρέπεμπαν) ήταν αδιαμφισβήτητες· τώρα δεν είναι πια.

Το νεαρό άτομο προέρχεται από μια παραπαίουσα οικογένεια, συχνάζει –ή και όχι– σ' ένα σχολείο πού το βλέπει σαν αγγαρεία, βρίσκεται τέλος μπροστά σε μια κοινωνία, στην οποία όλες οι «αξίες» και οι «νόρμες» έχουν λίγο πολύ αντικατασταθεί από το «βιοτικό επίπεδο», την «οικονομική επιφάνεια», τις ανέσεις και την κατανάλωση. Ούτε θρησκεία, ούτε «πολιτικές» ιδέες, ούτε κοινωνική αλληλεγγύη με κάποια τοπική ή εργασιακή κοινότητα, με κάποιους «ταξικούς συντρόφους». Αν δεν περιθωριοποιηθεί (ναρκωτικά, εγκληματικότητα, «χαρακτηρολογική» αστάθεια), του μένει ή βασιλική οδός της ιδιώτευσης, πού μπορεί αν θέλει να την εμπλουτίσει με μια ή περισσότερες προσωπικές μανίες. Ζούμε στην κοινωνία των λόμπι και των χόμπι.

Το κλασικό εκπαιδευτικό σύστημα τρεφόταν, «εκ των άνω», με τη ζωντανή κουλτούρα της εποχής του. Το ίδιο ισχύει για το σημερινό – προς μεγάλη του δυστυχία. Ή σημερινή κουλτούρα γίνεται ολοένα περισσότερο ένα μείγμα «μοντερνιστικής» απάτης και μουσειακότητας.[3] Πάει καιρός πια πού ο «μοντερνισμός», αραχνιασμένος, καλλιεργείται σαν αυτοσκοπός και εδράζεται συχνά σε απλές πλαστογραφίες πού γίνονται αποδεκτές μόνο και μόνο χάρη στον νεοαναλφαβητισμό του κοινού (τέτοια είναι, για παράδειγμα, ή περίπτωση του θαυμασμού πού εκφράζει εδώ και μερικά χρόνια το «καλλιεργημένο» παριζιάνικο κοινό για σκηνοθεσίες πού επαναλαμβάνουν, σε αραιότερες δόσεις, τις επινοήσεις του 1920). Ή κουλτούρα του παρελθόντος δεν είναι πια ζωντανή μέσα στην παράδοση αλλά αντικείμενο μουσειακής γνώσης, κοσμικής και τουριστικής περιέργειας, πού ρυθμίζεται από τις μόδες. Σ' αυτό το πεδίο επιβάλλεται παρά την κοινοτοπία του o χαρακτηρισμός «αλεξανδρινισμός» (και μάλιστα αρχίζει να γίνεται προσβλητικός για τους Αλεξανδρινούς)· ακόμα περισσότερο δε, δεδομένου ότι, στον ίδιο τον τομέα του στοχασμού, ή ιστορία, ο σχολιασμός και ή ερμηνεία αντικαθιστούν προοδευτικά τη δημιουργική σκέψη.

Σημειώσεις

1. «Ή κρίση της σύγχρονης κοινωνίας» (1965), στο Σύγχρονος καπιταλισμός και επανάσταση, δ.π. σσ. 363-379.

2. «Ή σπουδάζουσα νεολαία» (1963), αυτ. σ. 334-350.

3. «Κοινωνικός μετασχηματισμός και πολιτιστική δημιουργία», Sociologie et Societes, Μόντρεαλ, 1979- τώρα στο Περιεχόμενο του σοσιαλισμού, έκδ. 'Ύψιλον. Βλ. επίσης, σήμερα, «Ή εποχή του γενικευμένου κομφορμισμού», στο Τα Σταυροδρόμια του Λαβυρίνθου, ΙΙΙ: Ό θρυμματισμένος κόσμος, έκδ. 'Ύψιλον.

Απόσπασμα από την «Άνοδο της ασημαντότητας», εκδόσεις Ύψιλον/Βιβλία, σελ.22-25.

ΠΗΓΗ: περ. ΑΡΔΗΝ, τ. 46, 2004

Αθήνα και Ιερουσαλήμ

του Δ. Τζιόβα,

καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας

Σε προηγούμενη επιφυλλίδα μου (12 Νοεμβρίου 2006) μίλησα για την αντίθεση της ομηρικής και της βιβλικής τεχνοτροπίας, όπως αναλύεται από τον Εριχ Αουερμπαχ στο κλασικό του βιβλίο Μίμησις. Σήμερα θα μιλήσω για την πολιτική διάσταση της αντίθεσης Αθήνας και Ιερουσαλήμ όπως παρουσιάζεται στο άρθρο του Boris Dewiel «Athens versus Jerusalem: Α source of left-right conflict in the history of ideas» (2004). Ο Dewiel βλέπει μια βαθιά διαχρονική κοσμοθεωρητική διάσταση μεταξύ Αθήνας και Ιερουσαλήμ, υποστηρίζοντας ότι η σημερινή διάκριση Δεξιάς και Αριστεράς μπορεί να αναχθεί σε αυτή την αρχαϊκή κοσμοθεωρητική σύγκρουση.



Διαβάστε το στο:www.spoudasterion.pblogs.gr

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2009

Μόδα και συμπεριφορές - Η μόδα και η τυραννία του μοντέρνου

του Γεράσιμου Βώκου, καθηγητή Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Πολλές φορές παρασυρόμαστε στην αλλαγή μόνο και μόνο γιατί η ομοιομορφία μάς προκαλεί ανία

1. Ο Φραγκίσκος Γκρενάιγ (Francois de Grenaille) είναι σχεδόν εντελώς άγνωστο όνομα, όχι μόνο στο ευρύ κοινό αλλά και στους περισσότερους από τους ειδικούς που ασχολούνται με τη λογοτεχνία και την ιστορία των ιδεών στον 17ο αιώνα. Ωστόσο ο Γκρενάιγ είναι ένας από τους πιο παραγωγικούς συγγραφείς του πρώτου μισού του αιώνα: μέσα σε έξι χρόνια, από το 1639 ως το 1645 και από τα είκοσι τρία ως τα είκοσι εννέα του χρόνια, δημοσίευσε τριάντα τόμους (!) που αναφέρονται σε όλα τα είδη της λογοτεχνίας (ποίηση, πρόζα, θέατρο) αλλά και μια σειρά πραγματείες που αφορούν κυρίως θέματα ιστορίας, ήθους και κοινωνικής συμπεριφοράς - όπως θα τα ονομάζαμε σήμερα. Το κοινό και η κριτική της εποχής επεφύλαξαν διαφορετική υποδοχή στην πληθωρική παραγωγή του συγγραφέα. Για τους κριτικούς θεωρούνταν μέτριος και επιφανειακός γραφιάς, ο οποίος «γράφει μόνο για να γράφει». Το κοινό όμως απολαμβάνει τα βιβλία, όπως το επιβεβαιώνουν οι αλλεπάλληλες εκδόσεις των περισσοτέρων έργων του Γκρενάιγ, παρ' όλο που η επιτυχία δεν είναι σταθερή: άλλες φορές ο συγγραφέας βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, συζητιέται στην Αυλή και στους κύκλους της υψηλής κοινωνίας, απολαμβάνοντας την αίγλη της επιτυχίας, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που ένα καινούργιο έργο του χάνεται στη γενική αδιαφορία και στη σιωπή.

Οι απότομες και ανεξήγητες αυτές διακυμάνσεις εκνευρίζουν και προβληματίζουν έντονα τον νεαρό συγγραφέα. Αλλά τα προσωπικά ερωτήματα που τον απασχολούν δεν θα αργήσουν να αποκτήσουν γενικότερο ενδιαφέρον: σε τι οφείλεται η επιτυχία και γιατί, τις περισσότερες φορές, δεν είναι σταθερή; Πού οφείλεται η αστάθειά της; Πώς συμβαίνει οι άνθρωποι που δίνουν τον τόνο στην κοινωνία, σήμερα να λατρεύουν το πράσινο χρώμα, ενώ, μόλις χθες, ορκίζονταν στο κόκκινο; Πώς εξηγούνται αυτές οι απότομες μεταβολές; Εχουν νόημα και αν ναι, ποιο είναι το νόημά τους; Πριν από όλα, όμως, πώς μπορεί να ονομάσει κανείς αυτήν την ευμετάβλητη και ανεξήγητη δύναμη, η οποία σε απειροελάχιστο και απροσδιόριστο χρόνο μπορεί να δώσει νέα κατεύθυνση στη ζωή της κοινωνίας; Γιατί οι απότομες μεταβολές που εντυπωσιάζουν και προβληματίζουν τον Γκρενάιγ παρασύρουν, όπως το παρατηρεί ο ίδιος, όλες τις όψεις της ζωής, ακόμη και τις σοβαρότερες, ακόμη και εκείνες που κανονικά θα έπρεπε να στέκονται ακλόνητες και απρόσβλητες στον χρόνο. «Ετσι παρατηρούμε ότι οι κινήσεις της καρδιάς του ανθρώπου είναι ακατανόητες στους ανθρώπους, γιατί μόλις στην καρδιά κυριαρχήσει μια επιθυμία, ξαφνικά μια άλλη παίρνει τη θέση της: νομίζουμε ότι αγαπάει και τη βλέπουμε να παρασύρεται στο μίσος». Και όμως, υπάρχουν ή θα έπρεπε να υπάρχουν «πράγματα στα οποία η επινόηση δεν παίζει κανένα ρόλο. Υπάρχουν μάλιστα άλλα στα οποία είναι εγκληματική. Είναι επιτρεπτό, πράγματι, να επινοούμε καινούργια ρούχα, αλλά όχι καινούργιους νόμους. Η φύση της Θρησκείας δεν μπορεί να αλλάζει, όπως αλλάζει η φύση των φιλοφρονήσεων». Παρ' όλα αυτά, συνεχίζει ο Γκρενάιγ, «στις μέρες μας παρατηρούμε μια καινούργια τάση που ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να πιστεύουμε σε τίποτε», σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε πριν από λίγο καιρό, σύμφωνα με το οποίο έπρεπε η πίστη μας στη θρησκεία να είναι τυφλή. Από τα σοβαρά ο συγγραφέας περνάει στα ευτράπελα και σημειώνει, όπως το «παρατηρεί ένας από τους ιστορικούς μας ότι όλες οι Κυρίες της Γαλλίας κούρεψαν τα μαλλιά τους για να μιμηθούν μια φαλακρή βασίλισσα, και ήταν τόσο κακόγουστο τότε να μην έχεις μαλλιά όσο καλόγουστο είναι σήμερα να τρέφεις πλούσια κόμη».

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο Γκρενάιγ, πρώτη φορά στην ιστορία, προσπαθεί να καταλάβει τη λειτουργία αυτής της παράξενης δύναμης που φέρνει τις απότομες αλλαγές, αρνούμενος να καταφύγει στην καθιερωμένη λύση που την αποδίδει στις ιδιοτροπίες της ανθρώπινης συμπεριφοράς: «Το καπρίτσιο δεν μπορεί να θεωρηθεί η μόνη πηγή των νεωτερισμών. Θεωρώ ότι η αηδία και η περιέργεια, η τσιγκουνιά και η σπατάλη αποτελούν εξίσου πηγές τους. Είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι πολλές φορές παρασυρόμαστε στην αλλαγή μόνο και μόνο γιατί η ομοιομορφία μάς προκαλεί ανία. Μοιάζουμε με εκείνους που, έχοντας συγκεντρώσει την προσοχή τους σε μια επίπονη και εκτεταμένη εργασία, ανανεώνουν κατά κάποιον τρόπο το βλέμμα τους, με μια ευχάριστη διαφοροποίηση των χρωμάτων. Ετσι, συναντώντας την πικρία σε όλα τα πράγματα που μας απασχολούν στη ζωή, εγκαταλείπουμε τα μεν για τα δε, όχι για να αλλάξουμε κατάσταση, αλλά για να αλλάξουμε αντικείμενο βασάνων».

Ολες οι προηγούμενες απορίες, όλες οι προηγούμενες παρατηρήσεις θα βρουν τη συστηματική τους πραγμάτευση σε ένα παράξενο δοκίμιο με έναν ασυνήθιστο και μακρόσυρτο τίτλο: Η μόδα ή ο χαρακτήρας της θρησκείας, της ζωής, της συζήτησης, της μοναξιάς, των φιλοφρονήσεων, των ενδυμάτων και του ύφους του καιρού μας, που ο Γκρενάιγ δημοσιεύει το 1642. Αλλά για το ρηξικέλευθο αυτό δοκίμιο θα γίνει λόγος την επόμενη φορά.

2. Οπως το είδαμε την προηγούμενη φορά, στην προσπάθειά του να εξηγήσει την ευμετάβλητη και ανεξήγητη δύναμη, η οποία σε απειροελάχιστο και κυρίως απροσδιόριστο χρόνο μπορεί να δώσει νέα τροπή στη ζωή της κοινωνίας, ο Φραγκίσκος Γκρενάιγ δημοσιεύει το 1642 ένα παράξενο δοκίμιο με τον ασυνήθιστο τίτλο Η Μόδα ή ο χαρακτήρας της Θρησκείας, της Ζωής, της Συζήτησης, της Μοναξιάς, των Φιλοφρονήσεων, των Ενδυμάτων και του Υφους του καιρού μας. Η λέξη Μόδα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να ονομάσει την άγνωστη δύναμη δεν συνιστά ακριβώς νεολογισμό, μια και η λέξη κυκλοφορούσε ήδη στη γαλλική γλώσσα: το περιεχόμενο όμως που της δίνει ο Γκρενάιγ είναι καινούργιο και αξίζει ίσως να μας απασχολήσει σήμερα, που δεν αποτελεί πια πρόβλημα για κανέναν.

Ενα από τα κεντρικά προβλήματα που απασχολούν τους θεολόγους, τους μοραλιστές και τους φιλοσόφους τον 17ο αιώνα είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε. Πρόκειται για τόπο απωλείας; Τόπο χαράς; Τόπο δυστυχίας; Ο Γκρενάιγ, πιστός καθολικός, γνωρίζει καλά τον Αυγουστίνο, αναγκαστικό σημείο θεολογικής και φιλοσοφικής αναφοράς της εποχής. Δεν συμφωνεί όμως απολύτως μαζί του, γιατί κρίνει ότι ο κόσμος δεν είναι μόνο σκοτάδι, αλλά και φως. Μία από τις σκιές του κόσμου, ίσως η σημαντικότερη, σκιά που μας τρομάζει και μας ταράζει, είναι ακριβώς η μόδα. Στον δρόμο που ανοίγει η προηγούμενη προοπτική, ο Γκρενάιγ κάνει ένα τολμηρό και προφανώς ανορθόδοξο βήμα, το οποίο εξηγεί, κατά πάσα πιθανότητα, την κατακραυγή που ξεσήκωσε το βιβλίο του. Οπως ο Θεός είναι «ο πρώτος Δημιουργός των πραγμάτων», έτσι και «η Μόδα είναι η πρώτη μετασχηματιστική Αρχή του κόσμου». Ή, με ακόμη σαφέστερα λόγια, η Μόδα είναι η αντίθεση του Θεού, γιατί «όπως ο Θεός είναι η Αιωνιότητα, έτσι η Μόδα είναι ο Χρόνος, που αλλάζει τα πάντα». Πράγματι, «πότε τη βλέπουμε να κυριαρχεί, πότε να αφανίζεται. Μπορεί η καταστροφή της να ακολουθήσει αμέσως την καθιέρωσή της. Και παρ' όλο που οι μόδες αλλάζουν πάντα, υπάρχουν πάντα μόδες. Διότι η μόδα είναι συνυφασμένη με την ανήσυχη ζωή της καρδιάς και του σώματος και με τις αναπόφευκτες διακυμάνσεις που ταράζουν τους ανθρώπους. Υπάρχουν μόδες για όλα: για την ηρεμία και για τη συγκίνηση, για το βάδισμα και για τη στάση».

Προσεκτικός και ευαίσθητος χρήστης της γλώσσας, ο συγγραφέας επιμένει στη χρήση του θηλυκού γένους για τη μόδα, το οποίο στην εποχή του είναι εξαιρετικά σπάνιο και ασυνήθιστο. «Αν χρησιμοποιώ το όνομα σε θηλυκό γένος, το κάνω γιατί η μόδα είναι ασθένεια των γυναικών, ενώ αποτελεί απλό πάθος για τους άνδρες. Ενώ οι άνδρες εκτιμούν αυτό που είναι στη μόδα, οι γυναίκες το λατρεύουν. Πράγμα που έκανε ένα φιλόσοφο να πει ότι, ενώ εμείς αγαπάμε τη μόδα κατά συμβεβηκός, οι γυναίκες την αγαπούν κατ' ουσίαν». Στην ίδια γλωσσική προοπτική, ο Γκρενάιγ καταγράφει το επίθετο που προκύπτει από το ουσιαστικό: «Οπως το επίθετο που παράγεται από τον "κόσμο" είναι κοσμικός, έτσι και το επίθετο που παράγεται από τη "μόδα" είναι μοντέρνος». Στην προκειμένη περίπτωση ο συγγραφέας καινοτομεί και το ξέρει. Ενώ η λέξη μοντέρνος έχει ήδη καθιερωθεί στα Γράμματα και τις Επιστήμες για να δηλώσει τους Σύγχρονους σε αντιπαράθεση με τους Αρχαίους, για τον Γκρενάιγ μοντέρνος είναι αυτός που ακολουθεί τη μόδα. «Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να ονομάσουμε Μοντέρνο που να μην έχει απαλλαγεί, κατά κάποιον τρόπο, από τη συνήθεια και το οποίο, ξεκινώντας από το καπρίτσιο ή την επινοητικότητα κάποιου, να μην περάσει σχεδόν αμέσως στην εμπειρία όλου του κόσμου».

Ωστόσο, παρά την παντοδυναμία της, η μόδα δεν μπορεί να ξεφύγει από τις αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες, στην περίπτωση του Γκρενάιγ, είναι ηθικής τάξεως: «Η Μόδα είναι καλή ή κακή, αναλόγως με την ποιότητα των προσώπων που την ακολουθούν (...) Οι καθωσπρέπει άνθρωποι μπορούν να καθαγιάσουν τα πιο αδιάφορα πράγματα του κόσμου». Υπάρχουν όμως και οι άλλοι, η μεγάλη πλειοψηφία. «Πράγματι, δεν μπορούμε να συναναστραφούμε πολλές κυρίες χωρίς να μας κουράσουν αφόρητα, μιλώντας συνεχώς για τις κομμώσεις της μόδας, τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια της μόδας, τα φορέματα της μόδας. Η ασθένεια αυτή έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις στο πνεύμα της κοκέτας, ώστε το διαμάντι είναι λιγότερο πολύτιμο από την πέτρα όταν δεν είναι της μόδας. (...) Αλλά και οι κοσμικοί δεν είναι λιγότερο θηλυπρεπείς όταν επαινούν συνεχώς τα καπέλα της μόδας, τα πρόσωπα της μόδας, τα μουστάκια της μόδας, τα πουκάμισα της μόδας, τις κάλτσες της μόδας, τις μπότες της μόδας, τα υφάσματα της μόδας και, αντί να κρίνουν έναν καθωσπρέπει άνθρωπο από τις πράξεις του, τον κρίνουν από τα ρούχα του».

Αλλά έτσι είναι ο κόσμος, όπως το διαπιστώνει μελαγχολικά ο πρωτοπόρος Γκρενάιγ: «μόνο το καινούργιο αρέσει στα μάτια. Το déjà vu κουράζει».

ΠΗΓΗ: Τα παραπάνω κείμενα δημοσιεύτηκαν στην εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, στα φύλλα της 26/11 & 10/12 2009

Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ 1880: ΒΙΖΥΗΝΟΣ - ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ - ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ

Mε τον όρο ηθογραφία εννοούμε γενικά την αναπαράσταση, περιγραφή και απόδοση των ηθών, των εθίμων, της ιδεολογίας και της ψυχοσύνθεσης ενός λαού, όπως αυτά διαμορφώνονται υπό την επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος και των ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Η αναπαράσταση αυτή, που επιχειρείται ειδικότερα στη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και τη γλυπτική, προϋποθέτει μια περισσότερο ή λιγότερο ρεαλιστική αντίληψη για την τέχνη, αφού στηρίζεται στην παρατήρηση και στοχεύει στην αντικειμενική απεικόνιση. Ειδικότερα, ως όρος της Ιστορίας της λογοτεχνίας η ηθογραφία δηλώνει την τάση της πεζογραφίας να αντλεί τα θέματά της από κοινωνίες της υπαίθρου κι από την κοινωνία και το περιβάλλον της αστικής γειτονιάς. Η τάση αυτή διαμορφώθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και επομένως εντάσσεται στο ρεύμα του ρεαλισμού και αργότερα του νατουραλισμού, χωρίς να λείπουν -από την ελληνική ιδίως ηθογραφία- τα λυρικά και ποιητικά στοιχεία.
... ... ...

Διαβάστε το στο:www.spoudasterion.pblogs.gr

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2009

Η δύναμη της δεισιδαιμονίας

του Γεράσιμου Βώκου,

καθηγητή φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης


H δεισιδαιμονία συνδέεται με την ανάγκη να ξορκιστούν οι απειλές που πηγάζουν είτε από τη φύση είτε από την κοινωνία


Στη Θεολογικο-πολιτική Πραγματεία, έργο του οποίου η ανάγνωση θα ήταν χωρίς αμφιβολία πολύ χρήσιμη στις μέρες μας, ο Σπινόζα δίνει ιδιαίτερο βάρος στη δεισιδαιμονία. H απορία του φιλοσόφου, πολύ απλή στη διατύπωσή της, οργανώνει κατά πάσα πιθανότητα το σύνολο του έργου: γιατί άραγε οι άνθρωποι πολεμούν για τη σκλαβιά τους σαν να επρόκειτο για τη σωτηρία τους; Ένα από τα στοιχεία της πολύπλοκης απάντησης πρέπει να βρίσκεται ακριβώς σ' αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε δεισιδαιμονία.

Το πρώτο πράγμα που παρατηρεί ο Σπινόζα είναι πως η δεισιδαιμονία αποτελεί αυθόρμητο παράγωγο, κάτι σαν γέννημα θρέμμα, του ανθρώπινου ψυχισμού. Παραμερίζονται έτσι εκ προοιμίου όλες οι αντιλήψεις, προηγούμενες αλλά κυρίως μεταγενέστερες, που θέλουν τη δεισιδαιμονία αποτέλεσμα του πολυμήχανου δόλου χάρη στον οποίο οι εξουσίες πετυχαίνουν τη χειραγώγηση του λαού. H δεισιδαιμονία συνδέεται μάλλον με την αβεβαιότητα και τον φόβο, καθώς και με την ανάγκη να ξορκιστούν οι απειλές που πηγάζουν είτε από τη φύση είτε από την κοινωνία. Προφανώς, αν οι άνθρωποι μπορούσαν να τακτοποιήσουν τα πράγματα σύμφωνα με τα σχέδιά τους ή είχαν πάντα την τύχη με το μέρος τους, δεν θα ήταν αιχμάλωτοι της δεισιδαιμονίας. Καθώς όμως αυτό δυστυχώς δεν συμβαίνει, βρισκόμαστε όλοι, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, παγιδευμένοι στον ιστό της φαντασίας, η οποία κινεί τα νήματα της δεισιδαιμονίας. Βεβαίως, όταν τα πράγματα που μας ενδιαφέρουν πάνε καλά, δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να γίνει ο καθένας όχι μόνο ένθερμος οπαδός, αλλά ακόμη και αυτόκλητος μαχητής στις τάξεις του ορθολογισμού. Αντίθετα, όταν ο ορίζοντας της αντιξοότητας κάνει αισθητή την παρουσία του, δεν είναι καθόλου εύκολο να αντισταθεί κανείς ακόμη και στους πιο παράλογους υπαινιγμούς, τους οποίους θεωρεί σημάδια που η πραγματικότητα, σε ένα είδος ιδιωτικής σχέσης με τον ενδιαφερόμενο, απευθύνει αποκλειστικά στον ίδιο.

Στην προηγούμενη προοπτική, η δεισιδαιμονία, παράγωγο της φαντασίας, θα μπορούσε να θεωρηθεί κάτι σαν μορφή γνώσης, η οποία στηρίζεται στην επικίνδυνη αξίωση που οδηγεί κάποιον να πιστέψει ότι έχει την ισχύ να ανατρέψει τον ρου των πραγμάτων, είτε με τη δύναμη της επιθυμίας του είτε με τη βοήθεια μιας ανώτερης δύναμης. Αυτή η μορφή γνώσης είναι για τον Σπινόζα εξ ορισμού ακρωτηριασμένη, γιατί δημιουργείται από σπαράγματα ιδεών, από εντυπώσεις της στιγμής, από συγκεχυμένες και παρορμητικές ενοράσεις, που εξαρτώνται, όλες, από τα πάθη που κυριαρχούν την περίοδο της δυσκολίας. Αυτή η μορφή γνώσης, που έχει τη δική της τάξη και τη δική της συνοχή, μπορεί να παραμερίσει, για λιγότερο ή περισσότερο χρόνο - ενίοτε μάλιστα για πάντα - την τάξη και τη συνοχή του λόγου, του οποίου η κυριαρχία μόνο εξασφαλισμένη δεν μπορεί να θεωρηθεί.

H δεισιδαιμονία, πράγματι, διαθέτει πολύ ισχυρά χαρτιά. Το σημαντικότερο απ' αυτά είναι ίσως ο ραγδαίος ρυθμός με τον οποίο δημιουργεί τον κόσμο της, μια και ο τελευταίος πρέπει πάση θυσία να εξηγήσει, να κατευνάσει, να εξουδετερώσει το άγνωστο που μας απειλεί. Το κέρδος είναι διπλό: όχι μόνο η δεισιδαιμονία είναι το σωσίβιο που προσφέρεται για την πρώτη, εύθραυστη όσο και αναγκαία προσπάθεια να εξασφαλιστούμε από τις αντιξοότητες· αλλά, επιπλέον, απονευρώνει τα δικά μας πάθη, όταν δεν τα αφανίζει τελείως στη βουή του κόσμου - τα δικά μας, γιατί τα πάθη των άλλων, οι οποίοι φταίνε για όλα όσα μας βασανίζουν, είναι στη θέση τους, απειλώντας μονίμως με την καταστροφική τους δράση την άσπιλη αθωότητά μας.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, καταλαβαίνει κανείς εύκολα πόσο μεγάλη είναι η δύναμη της δεισιδαιμονίας και πόσο λάθος θα ήταν η υποτίμηση ή, ακόμη χειρότερα, η περιφρόνησή της. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί μπορεί να μοιάζουν ανεπεξέργαστες, χοντροκομμένες, ίσως και βάναυσες. Δεν παύουν να είναι αποτελεσματικές, στο μέτρο που επιτρέπουν στους ανθρώπους να εξηγήσουν, έστω πρόχειρα, έστω βεβιασμένα, το απειλητικό πρόσωπο του κόσμου. Το γεγονός ότι η δεισιδαιμονία προσθέτει στον φόβο την πλάνη, συναιρώντας τα αποτελέσματά τους, δεν αναιρεί τον σκληρό πυρήνα της αλήθειας που κρύβει στο εσωτερικό της. Γιατί ο πυρήνας αυτός συγκροτείται από την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια της ζωής των ανθρώπων, οι οποίες, ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες, μπορεί να ενταθούν και να πάρουν μορφές τέτοιες που μόνο ένα είδος σχεδόν παραληρηματικής σχέσης με την πραγματικότητα είναι ικανό κάπως να κατευνάσει και ίσως να καταπραΰνει. Αυτή η παραληρηματική σχέση με την πραγματικότητα τροφοδοτεί συνεχώς τη φαντασία με φρέσκο υλικό και η φαντασία, με τη σειρά της, το κατανέμει επεξεργασμένο στην ασύλληπτη ευρηματικότητα της δεισιδαιμονίας. Δημιουργείται έτσι ένας κύκλος από εναλλασσόμενες εικόνες, υβρίδια φαντασίας και πραγματικότητας, οι οποίες είναι περισσότερο γνωστές με το όνομα «δελτία ειδήσεων», όπου, εντελώς πρόσφατα, περίοπτη θέση κατέχει το θαύμα. Αλλά για αυτό θα επιχειρήσω να κάνω λόγο την επόμενη φορά.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 20 Μαρτίου 2005


Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

Εμφύλια σύγκρουση πολιτισμών

του Νάσου Βαγενά,
καθηγητή της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η αντιπαράθεση μεταξύ Εκκλησίας και εκσυγχρονιστών έχει μεγάλη προϊστορία



Διαβάστε το στο:www.spoudasterion.pblogs.gr