Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑΝΑΓΝΩΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΑΝΑΓΝΩΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Να ξεχνιόμαστε ή να ψυχοπλακωνόμαστε;




του Δημοσθένη Κούρτοβικ

Υπάρχει μια ένσταση στον ισχυρισμό ότι η κυριαρχία της παραλογοτεχνίας στην ελληνική βιβλιαγορά αντανακλά το μεγάλο έλλειμμα παιδείας της ελληνικής κοινωνίας. Η ένσταση αυτή λέει ότι το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και σε πιο ανεπτυγμένες χώρες, με πολύ ψηλότερο μορφωτικό επίπεδο από τη δική μας· κι εκεί επίσης κάνουν θραύση ο Νταν Μπράουν, ο Κοέλιο, η ροζ λογοτεχνία και οι «οδηγοί ευτυχίας». Το αντεπιχείρημα αυτό είναι απόλυτα ορθό. Για την ακρίβεια, είναι κυρίως απόλυτο και κατά δεύτερο λόγο ορθό. Γιατί εστιάζει στη μία πλευρά της αλήθειας, συσκοτίζοντας την άλλη. Η άλλη πλευρά είναι ότι στις χώρες με τις οποίες γίνεται η σύγκριση μπορεί να διαβάζονται πολύ ο Κοέλιο, ο Νταν Μπράουν και η Σαρλότ Ρος, αλλά διαβάζονται πολύ και συγγραφείς με προωθημένη γραφή και προβληματική. Και επίσης (πράγμα που εγώ θεωρώ ακόμα σημαντικότερο), ανάμεσα σ΄ αυτές τις δύο κατηγορίες βιβλίων υπάρχουν πολλές διαβαθμίσεις, μερικές από τις οποίες έχουν ωσμωτική γειτνίαση με αυτό που αποκαλούμε «υψηλή λογοτεχνία»...


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010

Μηχανική ανάγνωση

του Δ.Μαρωνίτη

image



Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Μηχανικός αναγνώστης

του Δ.Μαρωνίτη,

image

Συνεχίζεται ο λόγος για τη διαστροφή της ανάγνωσης, όπως τη φανέρωσε το 1903 στο ομότιτλο δοκίμιό της η θαρραλέα Αμερικανίδα Ηντιθ Γουώρτον, συγγραφέας με σημαντικό και πολύτροπο έργο, επιρρίπτοντας την ευθύνη κυρίως σε έναν τύπο αναγνώστη που τον ονόμασε μεταφορικά «μηχανικό». Θυμίζω ότι μεταφρασμένο το προκλητικό και προδρομικό αυτό κείμενο από την Ευαγγελία Ανδριτσάνου κυκλοφόρησε πρόσφατα στις εκδόσεις Αγρα εκτός εμπορίου. Την περασμένη Κυριακή περιορίστηκα σε τρεις καίριες βολές, με τις οποίες ευθαρσώς η Ηντιθ Γουώρτον προσβάλλει κάποιον διαστροφικό τρόπο ανάγνωσης, διακριτό ήδη στις αρχές του εικοστού αιώνα...



Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010

Bιβλία και οθόνες


Κάθε τόσο ακούγονται σήματα κινδύνου: οι Eλληνες δεν διαβάζουν βιβλία, βρίσκονται μεταξύ των τελευταίων στις αγορές (και βέβαια ούτε λόγος γίνεται για τη χρήση ή καν για την ύπαρξη δημοσίων βιβλιοθηκών). Δεν διαβάζουν άλλωστε ούτε εφημερίδες - κι εδώ μεταξύ των τελευταίων. Aπό άλλες καταμετρήσεις βγαίνει από πού αντλούν οι Eλληνες κάποια ελάχιστα όρια καλλιέργειας και ενημέρωσης: μεταξύ των πρώτων στον χρόνο παρακολούθησης της τηλεόρασης. Eύκολα βγαίνουν και τα δυσάρεστα συμπεράσματα για το τι σημαίνουν αυτά ως προς την πνευματική ολοκλήρωση του ελληνικού λαού, αλλά και ως προς την ικανότητά του να παίξει τον ρόλο που του ανήκει σ' ένα δημοκρατικό πολίτευμα - τα δύο θέματα δεν είναι άλλωστε τόσο χωριστά όσο θα μπορούσε κανείς να νομίσει.


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

Το βιβλίο και ο υπολογιστής

Students working on class assignment in comput...Image by Extra Ketchup via Flickr

του Στ.Αλαχιώτη, καθηγητή Γενετικής

Η γραφή είναι αναμφίβολα μια από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις του Ηomo sapiens, επίτευγμα που συνέβη 5.000 χρόνια πριν στην αρχαία Σουμερία, στη Μεσοποταμία. Η εξέλιξη της αξιοποίησής της πέρασε από πολλούς δρόμους και έφθασε σ΄ ένα σταυροδρόμι στις μέρες μας, με το χαρτί/βιβλίο και τον υπολογιστή να προκαλούν τον «διαβάτη» της γραφής και της ανάγνωσης.

Ο κάθε δρόμος έχει πολλά πλεονεκτήματα, αλλά και μειονεκτήματα, γεγονός που έχει ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση πάνω από αυτό το σταυροδρόμι. Πολλοί ήδη υποστηρίζουν ότι το χειρόγραφο και το έντυπο βιβλίο ίσως μετατραπούν σύντομα σε μουσειακά είδη. Αυτή η μορφή γραφής δηλαδή που έφερε τον πολιτισμό μας ως εδώ τον οδηγεί στο σημείο να σκέφτεται να την καταργήσει; Αναμφίβολα το πέρασμα στον δρόμο του υπολογιστή είναι ελκυστικό, περισσότερο για τους νέους, και παρέχει πολλές διευκολύνσεις· ενέχει ωστόσο και μερικές παγίδες.

Ο υπολογιστής παίζει σημαντικό ρόλο στη μάθηση, ακόμη και παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες· όπως και στη γρήγορη διαχείριση της άπειρης πληροφορίας της εποχής μας και των συναφών μέσων επικοινωνίας και κοινωνικής δικτύωσης (ιστοσελίδες, ηλεκτρονικά μηνύματα, Facebook, Μyspace, Τwitter κ.ά.). Μήπως όμως μας οδηγεί σε μια ηλεκτρονική μοναξιά; Με τον δρόμο αυτόν αναμφίβολα υποβαθμίζεται η καλλιέργεια της κοινωνικής δεξιότητας, που εμφανίστηκε από τις πρώτες εξελικτικά ως εγγενής ικανότητα και συμβάλλει στη μορφοποίηση του εγκεφάλου μας.

Υποστηρίζεται επίσης ότι με την υπέρμετρη και κυρίαρχη χρήση της ηλεκτρονικής γραφής δεν αναπτύσσεται σωστά η μάθηση της γλώσσας· γι΄ αυτό ακόμη και πολύ καλοί μαθητές/φοιτητές κάνουν σοβαρά ορθογραφικά λάθη· φτωχαίνει ακόμη το λεξιλόγιό τους και οδηγεί πολλούς νέους να επικοινωνούν συνθηματικά, να μην κατανοούν πλήρως μιαν αφήγηση και να χάνουν την αυτοπεποίθησή τους. Πολλοί νέοι έχουν σήμερα και πρόβλημα γραπτής έκφρασης, δεν μπορούν να αναπτύξουν, να οργανώσουν και να συστηματοποιήσουν τις σκέψεις τους, ενώ επηρεάζεται ακόμη και ο γραφικός τους χαρακτήρας. Η κατάχρηση του υπολογιστή βρέθηκε επίσης να σχετίζεται με όχι ικανοποιητικές επιδόσεις και στα μαθηματικά.

Από την άλλη μεριά, η σχέση με το χαρτί και το βιβλίο ενέχει μιαν αμεσότητα με τον χρήστη, μια περισσότερο προσωπική σχέση, που έχει σημασία για τη συστηματοποιημένη οργάνωση της σκέψης. Δεν πρόκειται όμως για μια ρομαντική εκδοχή του θέματος, καθώς το χαρτί και το μολύβι, το έντυπο βιβλίο, φαντάζει πια παραδοσιακό, ενώ ο ηλεκτρονικός αλφαβητισμός γοητεύει, όπως συμβαίνει με κάθε νεωτερισμό. Πρόκειται περισσότερο για το διπλό δίλημμα ποιο από τα δύο και σε ποιον βαθμό βρίσκεται σε περισσότερη αρμονία με τη φύση μας, και ποιο θα προκαλέσει μεγαλύτερη πρόοδο.

Υπό το πρίσμα αυτό υποστηρίζεται ότι η γραφή με το μολύβι και η ανάγνωση με το βιβλίο στις μικρές ηλικίες συμβάλλουν περισσότερο στη συστηματοποιημένη και σφαιρικότερη εξάσκηση του εγκεφάλου, σε σχέση με τη διάχυτη πληροφορία του υπολογιστή· όπως και στην ενδυνάμωση της μνήμης· εξακολουθεί δε να αποτελεί ικανότερο εργαλείο της καλλιέργειας μιας άλλης εγγενούς ικανότητας, της πρώτης που εμφανίστηκε κατά την εξέλιξή μας, της τεχνολογικής, η οποία λειτουργεί υποστρωματικά για την ανάπτυξη της κοινωνικής δεξιότητας, μετά της γλωσσικής, ακόμη και της αριθμητικής/θεωρητικής μετέπειτα, που εμφανίστηκε στην Παλαιολιθική εποχή. Η σημασία τέτοιων απόψεων ενισχύεται από τα πορίσματα νευροαπεικονιστικών μελετών του εγκεφάλου, κατά τα οποία βραχύχρονη εκπαίδευση στην ανάγνωση και στη γραφή ενεργοποιεί μια περιοχή του βρεγματικού λοβού.

Εχοντας λοιπόν μια τέτοια εικόνα πάνωαπό το εν λόγω σταυροδρόμι, με το χαρτί να χαϊδεύεται σαν μετάξι στο χέρι μας και τη φανταχτερή οθόνη του υπολογιστή, που μπορεί να σηκώσει τις πληροφορίες σχεδόν όλης της Γης, σαν έναν σύγχρονο Ατλαντα, πολλά παιδιά παρασύρονται εύκολα στην απόφαση να παραδοθούν στα χέρια αυτού του Ατλαντα. Οσον αφορά όμως τους μεγάλους που πέρασαν και από τον δρόμο του «μεταξιού»-μολυβιού, ο δρόμος του Ατλαντα δεν ήταν μονόδρομος. Για τα μικρά παιδιά ωστόσο, τους μαθητές, οι οποίοι πρέπει να ασκούν τον εγκέφαλό τους σφαιρικά, υπάρχει πρόβλημα. Εδώ βρίσκεται όμως και ο ρόλος των μεγάλων, που θα πρέπει να καθοδηγούν τους μαθητές με την κατάλληλη πυξίδα και με μέτρο, με τη σωστή ξενάγηση σε όλους τους δρόμους του συζητούμενου σταυροδρομιού.

Οπως συμβαίνει βέβαια, η αλήθεια δεν είναι ούτε μαύρη ούτε άσπρη· δεν είναι μόνο με το μολύβι, ούτε μόνο με τον υπολογιστή. Ο ηλεκτρονικός αλφαβητισμός πρέπει να καλλιεργείται στα σχολεία· όχι όμως σε υπερθετικό βαθμό, οδηγώντας τον σε υπερβολή, σε «μονοκαλλιέργεια». Το έντυπο εκπαιδευτικό υλικό στα σχολεία, αλλά και στο σπίτι/οικογένεια, θα πρέπει να βρίσκεται σε μια αρμονική συμβίωση με το ηλεκτρονικό και να διασχίσει οριζόντια-διαθεματικά τη σχολική γνώση· όπως ισχύει από το 2003 με το δυνητικά βελτιούμενο νέο παιδαγωγικό-εκπαιδευτικό σύστημα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης· διαφορετικά θα επέλθει διαζύγιο υπέρ του υπολογιστή και θα το πληρώσουν τα μικρά παιδΠλήρης  στοίχισηιά. ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 25-12-2009
Reblog this post [with Zemanta]

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009

Η ανάγνωση ως άσκηση ελευθερίας

Seated man reading a bookImage by National Media Museum via Flickr

του Θ. Γιαλκετση

Το πάθος για τις ιδέες δεν τρέφεται μόνον από την απλή μορφωτική περιέργεια, που υποκινεί τη θέληση για γνώση. Το πάθος για τις ιδέες τροφοδοτήθηκε συχνά και από την επιθυμία των ανθρώπων να αναστοχαστούν για τους όρους της κοινωνικής τους ύπαρξης ή να διεκδικήσουν την αυτονομία τους.

Οι άνθρωποι στράφηκαν προς το φιλοσοφικό ή τον κοινωνικο-πολιτικό στοχασμό, αναζητώντας απαντήσεις στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα ή λύσεις στα προβλήματα της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης και στα ιστορικά διλήμματα μιας εποχής. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη δύναμη του βιβλίου και της ανάγνωσης, η ικανότητά τους δηλαδή να μετασχηματίζουν τους ανθρώπους, τις συνειδήσεις τους και τις συμπεριφορές τους. Η ανάγνωση ως πάθος και ως άσκηση ελευθερίας είναι ο τύπος εκείνης της ανάγνωσης μέσω της οποίας οι άνθρωποι ονειρεύονται και επιδιώκουν να αλλάξουν τους εαυτούς τους, να αλλάξουν τη ζωή τους ή να αλλάξουν την κοινωνία και τον κόσμο. Είναι η ανάγνωση που τρέφεται από τα μεγάλα ρεύματα των ιδεών και υποκινείται από τις διαθέσεις, τα κίνητρα και τις ευαισθησίες που γεννιούνται από ισχυρά κοινωνικά και πνευματικά κινήματα.

Το πάθος για τις ιδέες, η ίδια η ανάγνωση ως πάθος και ως άσκηση ελευθερίας μοιάζει να υποχωρούν στις μέρες μας. Οι αιτίες γι' αυτήν την υποχώρηση δεν πρέπει να αναζητηθούν μόνο στη σαγήνη του τηλεοπτικού θεάματος ή στις αλλαγές του σύγχρονου τρόπου ζωής και στις νέες καταναλωτικές και ψυχαγωγικές συνήθειες και νοοτροπίες.

Οι βαθύτερες αιτίες εντοπίζονται ίσως σε ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα των καιρών μας: οι σύγχρονες κοινωνίες της αναπτυγμένης Δύσης αυτοπροσδιορίζονται ως ανοιχτές κοινωνίες, ως φιλελεύθερες κοινωνίες, με άλλα λόγια ως κοινωνίες που έχουν δώσει μιαν ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα της ανθρώπινης ελευθερίας. Οι άνθρωποι όμως, την ίδια στιγμή που πιστεύουν ότι είναι ελεύθεροι, πιστεύουν ταυτόχρονα, το ίδιο σταθερά, ότι δεν μπορούν να αλλάξουν πολλά πράγματα με την κοινή της δράση, ότι δε μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την πορεία των πραγμάτων, την υπάρχουσα κοινωνική διάταξη, τη διαχείριση των κοινών τους υποθέσεων. Το πώς μπορούν αυτές οι δύο πεποιθήσεις -ότι είμαστε ελεύθεροι και ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε τίποτα το ουσιαστικό στην κοινωνία- να υποστηρίζονται ταυτόχρονα, αυτό είναι μια λογική αντίφαση και ένα δισεπίλυτο αίνιγμα. Και τι είδους ελευθερία είναι αυτή που αποθαρρύνει τη φαντασία και τη δημιουργική δραστηριότητα, αυτή που δεν ευνοεί το στόχο και την κοινή προσπάθεια να φανταστούμε, να επινοήσουμε και να επιδιώξουμε έναν καλύτερο κόσμο;

Το πάθος για τις ιδέες, το πάθος της ανάγνωσης επιβιώνει ωστόσο και διατηρεί πάντα τη δύναμη να ανοίγει ορίζοντες και δρόμους ελευθερίας... ΠΗΓΗ: Ε-βιβλιοθήκη, 14-12-2001
Reblog this post [with Zemanta]

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Η αμφισβήτηση του βιβλίου

Books On FireImage via Wikipedia

του Θανάση Γιαλκέτση

Το ακόλουθο κείμενο είναι απόσπασμα ενός δοκιμίου του μεγάλου κριτικού Τζορτζ Στάινερ, που δημοσιεύτηκε στο γαλλικό περιοδικό «Esprit».

... Ακόμη και στη διάρκεια της χρυσής εποχής του βιβλίου -που περικλείεται με την ευρεία έννοια μεταξύ της εποχής που ο Ερασμος μπορούσε να σκιρτήσει από χαρά και ευγνωμοσύνη, επειδή βρήκε στο δρόμο το απόσπασμα ενός τυπωμένου κειμένου, και της καταστροφής των δύο παγκόσμων πολέμων- υπήρξαν μορφές αντίστασης, αμφισβήτησης απέναντι στο βιβλίο. Δεν ήσαν έτοιμοι όλοι οι ηθικολόγοι, οι κριτικοί και οι συγγραφείς να αναγνωρίσουν ότι τα βιβλία είναι «η ίδια η ζωή, το αίμα των μεγάλων πνευμάτων», για να επαναλάβουμε μια περίφημη φράση του Μίλτον.

Δύο από αυτά τα εν μέρει υπόγεια ρεύματα αντίστασης αξίζουν την προσοχή μας. Θα δώσω στο πρώτο το όνομα «ριζικός βουκολισμός», που χαρακτηρίζει την παιδαγωγική ουτοπία του «Αιμίλιου» του Ρουσό και το απόφθεγμα του Γκέτε σύμφωνα με το οποίο το δέντρο της σκέψης και της μελέτης παραμένει αιώνια γκρίζο, ενώ εκείνο της πραγματικής ζωής, της ζωής ως δύναμης και ως ζωτικής ορμής, είναι πράσινο. Ο ριζικός βουκολισμός εμψυχώνει τη σκέψη του Γουέρτζγουερθ, σύμφωνα με τον οποίο «ένα ανοιξιάτικο θρόισμα σε ένα δέντρο» αξίζει περισσότερο από όλη τη μόρφωση των βιβλίων. Οσο εύγλωττη ή διδακτική και αν είναι, η γνώση που προσφέρεται από τα βιβλία και την ανάγνωση έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Τα βιβλία μολύνουν την άμεση συνείδηση. Ολος ο ρομαντισμός διαπερνιέται από τη λατρεία της προσωπικής εμπειρίας, όπως έξαλλου και ο βιταλισμός του Εμερσον. Το να αφήνουμε τα βιβλία να επηρεάζουν τη ζωή μας ή ένα σημαντικό τμήμα της σημαίνει για μας ότι απαρνούμαστε τους κινδύνους και ταυτόχρονα την έκσταση που μας προσφέρονται από αυτήν την πρωταρχική θεμελιακή σχέση με τα πράγματα. Με δυο λόγια, η λογοτοχενία είναι ουσιαστικά κάτι το τεχνητό. Ο ριζικός βουκολισμός διεκδικεί μια πολιτική ανθεντικότητας, εννοεί τη γυμνότητα του εγώ (...).

Το δεύτερο ρεύμα αμφισβήτησης του βιβλίου παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με εκείνο του ριζικού βουκολισμού, κοιτάζει και αυτό προς το παρελθόν, αλλά προς τον εικονοκλαστικό ασκητισμό των πατέρων της ερήμου. Το ερώτημα που θέτει είναι το ακόλουθο: με ποιον τρόπο τα βιβλία μπορεί να είναι ωφέλιμα στην πάσχουσα ανθρωπότητα;

Πόσοι πεινασμένοι χόρτασαν; Αυτό το ερώτημα τέθηκε από ορισμένους μηδενιστές και αναρχικούς επαναστάτες προς τα τέλη του 19ου αιώνα κυρίως στην τσαρική Ρωσία. Μπροστά στις ανθρώπινες ανάγκες και στην ακραία εξαθλίωση, η αξία ενός σπάνιου χειρογράφου ή μιας πρώτης έκδοσης (αξίες που σήμερα έχουν φτάσει σε τρελά ύψη) είναι για τους μηδενιστές μια αληθινή ντροπή. Ο Πισάρεφ λέει βίαια: «Για τον άνθρωπο του λαού ένα ζευγάρι παπούτσια αξίζει χίλιες φορές περισσότερο από τα άπαντα του Σέξπιρ ή του Πούσκιν». Σε πιετίστικη παραλλαγή, το ίδιο ερώτημα θα βασανίσει τον γερο-Τολστόι. Ριζοσπαστικοποιώντας το ρουσοϊκό παράδοξο, ο Τολστόι θεωρεί ότι η μεγάλη κουλτούρα και ιδιαίτερα η μεγάλη λογοτεχνία έχουν ασκήσει μιαν εξαιρετικά βλαπτική επίδραση, που έφθειρε την ευαισθησία και τις ηθικές αρχές των ανθρώπων. Χρησίμεψαν ως στήριγμα στις έννοιες του ελιτισμού, της υπακοής στην κοσμική εξουσία και ευνόησαν ένα εκπαιδευτικό σύστημα που ψεύδεται καθώς και το ελάττωμα της επιπολαιότητας. Ολα όσα χρειάζεται ένα έντιμο πνεύμα -μαίνεται ο Τολστόι απορρίπτοντας το ίδιο το λογοτεχνικό του έργο -είναι μια απλοποιημένη εκδοχή των ευαγγελίων, μια σύνοψη που θα προσφέρει το ουσιώδες περιεχόμενο της μίμησης του παραδείγματος του Χριστού.

Για άλλη μια φορά στη Ρωσία οι φουτουριστές και λενινιστές ποιητές επικαλέστηκαν την καταστροφή με πυρά των βιβλιοθηκών, δεδομένου ότι η επίσημη γραμμή, για κάθε ενδεχόμενο, ήταν εκείνη του πιο φανατικού συντηρητισμού. Η ατέρμονη συσσώρευση βιβλίων, ένα είδος ναού των οποίων είναι οι μεγάλες βιβλιοθήκες, αντιπροσωπεύει όλο το βάρος του παρελθόντος, ενός νεκρού παρελθόντος, το δηλητήριο του οποίου ωστόσο είναι ακόμα σε θέση να μολύνει. Το παρελθόν σφίγγει με τις αλυσίδες του τη φαντασία και τη διάνοια του παρόντος. Περνώντας μπροστά από αυτές τις λαβυρινθώδεις σειρές ραφιών, η ψυχή μαραζώνει σε μιαν απελπιστική ασημαντότητα. Τι μπορούμε να προσθέσουμε ακόμα σε όλα αυτά; Με ποιον τρόπο ένας συγγραφέας θα μπορούσε να έχει την αξίωση να συναγωνιστεί με τα μαρμάρινα αγάλματα των καθιερωμένων κλασικών; Δεν έχουν ήδη φανταστεί, σκεφτεί και πει τα πάντα; (Ποιος θα μπορούσε ακόμα να γράψει πάνω σε μια λευκή σελίδα τη λέξη «τραγωδία», αναρωτιόταν με αγωνία ο Κιτς, όταν έχουν προηγηθεί ο «Αμλετ» ή ο «Βασιλιάς Λιρ»;)

Αν το βασικό καθήκον, έκφραση του οποίου είναι η επανάσταση, είναι εκείνο του ανοίγματος μιας νέας περιόδου, της ανανέωσης της ανθρώπινης συνείδησης, και αν ο στοχαστής, ο συγγραφέας έχει ως σκοπό του «να τα ξαναφτιάξει όλα από την αρχή» (σύμφωνα με την πολύ γνωστή στον Εζρα Πάουντ προσταγή) το ασφυκτικό διδακτικό βάρος του παρελθόντος πρέπει να απορριφθεί. Ας καταστραφεί λοιπόν η πελώρια σειρά όλων των διατριβών και ας καεί με μιαν απελευθερωτική πυρκαγιά το Ινστιτούτο της Αρχιτεκτονικής! (Βοζνεζένσκι). Ας γίνουν στάχτη οι εγκυκλοπαίδειες και τα άλλα άπαντα που γράφτηκαν σε νεκρές γλώσσες (...).

Το 1821, ο Χάινε, όταν του ζητήθηκε να εκφράσει τη γνώμη του, για την έκρηξη του εθνικισμού που είχε ρίξει στις φλόγες πολλά βιβλία, παρατήρησε: «Εκεί όπου σήμερα καίγονται βιβλία, αύριο θα καίνε ανθρώπους» (...). ΠΗΓΗ:εφημ.ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 07/08/2005
Reblog this post [with Zemanta]

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

Το ψηφιακό μέλλον του βιβλίου

Download Digital Books and More @ NJ LibrariesImage by New Jersey State Library via Flickr

του ROGER CHARTIER,
ιστορικού,καθηγητή του Coll ge de France και προέδρου του Επιστημονικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας


Το Google, οι ηλεκτρονικές εκδόσεις, το Ιnternet, οι φόβοι και οι ελπίδες

«Oταν διακήρυξαν ότι η βιβλιοθήκη θα περιελάμβανε όλα τα βιβλία, η πρώτη αντίδραση ήταν μια υπερβολική ευτυχία» έγραφε οΧόρχε Λουίς Μπόρχες. Μια ανάλογη άμεση ευτυχία προκλήθηκε από τη διακήρυξη της ψηφιακής Βαβέλ του Google. Ολα τα βιβλία για όλους τους αναγνώστες, όπου και αν αυτοί βρίσκονται: ένα εκπληκτικό όνειρο που υπόσχεται οικουμενική πρόσβαση στη γνώση και στην ομορφιά. Δεν πρέπει όμως να χάνουμε τη λογική μας. Η μεταφορά της γραπτής κληρονομιάς από μια υλική υπόσταση σε μια άλλη δεν συμβαίνει για πρώτη φορά. Τον 15ο αιώνα η τυπογραφία ετέθη μαζικά στην υπηρεσία των ειδών που κυριαρχούσαν στον πολιτισμό του χειρογράφου. Στους πρώτους αιώνες της μετά Χριστόν εποχής η επινόηση του βιβλίου που εξακολουθούμε να γνωρίζουμε σήμερα, του κώδικα, με τα φύλλα, τις σελίδες και τα περιεχόμενά του, συνέλεξε σε ένα καινούργιο αντικείμενο τις χριστιανικές γραφές και τα έργα των ελλήνων και λατίνων συγγραφέων. Η Ιστορία δεν διδάσκει κανένα μάθημα παρά μόνο τα κοινά σημεία, και στις δύο αυτές περιπτώσεις όμως δείχνει κάτι ουσιαστικό για να κατανοήσουμε το παρόνότι το «ίδιο» κείμενο δεν είναι πια το ίδιο όταν αλλάζει το μέσο στο οποίο εγγράφεται και, επομένως, το ίδιο ισχύει και για τους τρόπους ανάγνωσης και την έννοια που του αποδίδουν οι νέοι αναγνώστες του.

Οι βιβλιοθήκες το γνωρίζουν, παρ΄ ότι ορισμένες από αυτές μπήκαν ή μπαίνουν ακόμη στον πειρασμό να κρατήσουν μακριά από τους αναγνώστες- δηλαδή να καταστρέψουν- τα έντυπα αντικείμενα των οποίων η διατήρηση φαίνεται να εξασφαλίζεται από τη μεταφορά τους σε ένα άλλο μέσο: το μικροφίλμ και τη μικροδιαφάνεια αρχικά, το ψηφιακό αρχείο σήμερα. Εναντίον αυτής της κακής πολιτικής πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το να προστατεύουν, να ταξινομούν και να καθιστούν προσιτά (και όχι μόνο για τους ειδικούς) τα κείμενα στις διαδοχικές ή ανταγωνιστικές μορφές στις οποίες τα διάβασαν οι αναγνώστες του παρελθόντος, ακόμη και ενός πρόσφατου παρελθόντος, παραμένει θεμελιώδες καθήκον των βιβλιοθηκών - και πρώτη αιτία της ύπαρξής τους ως ιδρυμάτων και τόπων ανάγνωσης.

Ας υποθέσουμε ότι τα τεχνικά και οικονομικά προβλήματα της ψηφιοποίησης έχουν λυθεί και ότι όλη η γραπτή κληρονομιά μπορεί να περάσει σε ψηφιακή μορφή. Η διατήρηση και η επικοινωνία των προηγούμενων μέσων της δεν θα καθίσταντο λιγότερο απαραίτητες. Αλλιώς η «υπερβολική ευτυχία» που υπόσχεται αυτή η- επιτέλους- υλοποιηθείσα Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας θα πληρωθεί με το μεγάλο τίμημα της αμνησίας των παρελθόντων που κάνουν τις κοινωνίες αυτό που είναι.

Αυτό ακόμη περισσότερο τη στιγμή που η ψηφιοποίηση των αντικειμένων του γραπτού πολιτισμού που εξακολουθεί να είναι δικός μας (το βιβλίο, το περιοδικό, η εφημερίδα) επιβάλλει μια μετάλλαξη πολύ πιο ισχυρή από εκείνη που επέβαλε η μετακίνηση από τα κείμενα σε κυλίνδρους στον κώδικα. Μου φαίνεται ότι το ουσιώδες εδώ είναι η βαθιά αλλαγή της σχέσης ανάμεσα στο απόσπασμα και στο κείμενο.

Το όλον και το απόσπασμα
Τουλάχιστον ως σήμερα στον ηλεκτρονικό κόσμο η ίδια φωτεινή επιφάνεια της οθόνης του υπολογιστή είναι εκείνη που προσφέρει προς ανάγνωση τα κείμενα, όλα τα κείμενα, όποιο και αν είναι το είδος τους ή η λειτουργία τους. Ετσι διακόπτεται η σχέση που, σε όλους τους προηγούμενους γραπτούς πολιτισμούς, συνέδεε στενά αντικείμενα, είδη και χρήσεις. Αυτή η σχέση οργανώνει τις άμεσα αντιληπτές διαφορές ανάμεσα στους διαφόρους τύπους έντυπης δημοσίευσης και στις προσδοκίες των αναγνωστών τους, οι οποίοι καθοδηγούνται στην τάξη ή στην αταξία των λόγων από την υλική υπόσταση των μέσων που τους μεταφέρουν.

Αυτή η ίδια σχέση καθιστά ορατή τη συνοχή των έργων, επιβάλλοντας την αντίληψη της κειμενικής οντότητας, ακόμη και σε εκείνον ο οποίος θέλει να διαβάσει μόνο μερικές σελίδες. Στον κόσμο της ψηφιακής κειμενικότητας οι λόγοι δεν εγγράφονται πλέον σε αντικείμενα τα οποία επιτρέπουν να τους ταξινομήσουμε, να τους ιεραρχήσουμε και να τους αναγνωρίσουμε στην ταυτότητά τους. Είναι ένας κόσμος αποσπασμάτων αποκομμένων από το πλαίσιό τους, παρατιθέμενων, ανασυνθέσιμων, χωρίς να είναι απαραίτητη ή επιθυμητή η κατανόηση της σχέσης που τα εγγράφει στο γραπτό έργο από το οποίο έχουν αποκοπεί.

Θα αντιτάξει κανείς ότι αυτό ίσχυε πάντα στον γραπτό πολιτισμό, με τις συλλογές αποσπασμάτων και τις ανθολογίες. Στον πολιτισμό του εντύπου όμως ο διαμελισμός των κειμένων συνοδεύεται από το αντίθετό του: την κυκλοφορία τους σε μορφές οι οποίες σέβονται την ακεραιότητά τους και, μερικές φορές, τα συγκεντρώνουν σε «έργα», άπαντα ή όχι. Επιπλέον, στο ίδιο το βιβλίο, τα αποσπάσματα, απαραίτητα, υλικά, αποδίδονται σε ένα κειμενικό σύνολο, αναγνωρίσιμο ως τέτοιο.

Πολλές συνέπειες απορρέουν από αυτές τις διαφορές. Η ίδια η ιδέα της επιθεώρησης ή του περιοδικού καθίσταται αβέβαιη εφόσον η ανάγνωση των άρθρων δεν συνδέεται πλέον με την άμεση αντίληψη μιας εκδοτικής λογικής η οποία γίνεται ορατή από τη σύνθεση κάθε τεύχους αλλά οργανώνεται με βάση μια θεματική σειρά τίτλων. Και είναι βέβαιο ότι οι νέοι τρόποι ανάγνωσης, διακοπτόμενοι και τμηματικοί, καταρρίπτουν τις κατηγορίες που διείπον τη σχέση με τα κείμενα και τα έργα που είχαν σχεδιαστεί με βάση τη μοναδικότητα και τη συνοχή τους.

Η αγορά της πληροφορίας
Ακριβώς αυτές τις θεμελιώδεις ιδιότητες της ψηφιακής κειμενικότητας και της ανάγνωσης απέναντι στην οθόνη θέλει να εκμεταλλευθεί το εμπορικό σχέδιο του Google. Η αγορά του είναι η αγορά της πληροφορίας. Τα βιβλία, όπως και οι άλλες πηγές που μπορούν να περάσουν σε ψηφιακή μορφή, συνιστούν ένα τεράστιο κοίτασμα από όπου μπορεί να αντληθεί η πληροφορία. Οπως έγραψε ο Σεργκέι Μπριν, ένας από τους ιδρυτές της επιχείρησης, «υπάρχει μια φανταστική ποσότητα πληροφοριών στα βιβλία.Πολλές φορές όταν κάνω μια έρευνα,αυτά που βρίσκω μέσα σε ένα βιβλίο είναι εκατό φορές ανώτερα από αυτά που μπορώ να βρω σε έναν ηλεκτρονικό τόπο».

Από εδώ προκύπτει η άμεση και αφελής αντίληψη ότι κάθε βιβλίο, όπως κάθε βάση δεδομένων, παρέχει «πληροφορίες» σε όσους τις αναζητούν. Να ικανοποιήσει αυτή την απαίτηση αντλώντας κέρδος, αυτός είναι ο κύριος στόχος της καλιφορνέζικης επιχείρησης, και όχι να οικοδομήσει μια οικουμενική βιβλιοθήκη στη διάθεση της ανθρωπότητας.

Το Google δεν φαίνεται άλλωστε πολύ καλά εξοπλισμένο για να κάνει κάτι τέτοιο, αν κρίνουμε από τα πολλά λάθη χρονολόγησης, ταξινόμησης και ταυτοποίησης που παρατηρούνται στην αυτόματη εξαγωγή δεδομένων του. Για την αγορά της πληροφορίας αυτά τα αβλεπήματα είναι δευτερεύοντα. Αυτό που προέχει είναι ο ευρετηριασμός και η ιεράρχηση των δεδομένων και των λέξεων-κλειδιών και των τίτλων που επιτρέπουν να πάει κανείς όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στα έγγραφα με τις καλύτερες «επιδόσεις». Η κατοχή των τεχνολογιών που προσφέρουν στο Google ένα σχεδόν μονοπώλιο στη μαζική ψηφιοποίηση έχει εξασφαλίσει τη μεγάλη επιτυχία και τα παχυλά οφέλη αυτής της εμπορικής λογικής. Οδηγεί σε συμφωνίες- ήδη υπάρχουσες ή μελλοντικές- με τις μεγάλες βιβλιοθήκες του κόσμου αλλά και σε μια τεράστια ψηφιοποίηση χωρίς καμία ανησυχία για τον σεβασμό των πνευματικών δικαιωμάτων, όπως και στη σύσταση μιας γιγαντιαίας βάσης δεδομένων ικανής να απορροφήσει και αρχειοθετήσει τις πιο προσωπικές πληροφορίες για εκείνους που κάνουν χρήση των πολλαπλών υπηρεσιών που προσφέρει το Google. Η ρητορική της υπηρεσίας προς το κοινό και του οικουμενικού εκδημοκρατισμού δεν αρκεί για να εξαλείψει τις ανησυχίες που γεννούν οι επιχειρήσεις του Google. Τίποτε δεν εξασφαλίζει ότι στο μέλλον η επιχείρηση, ως μονοπώλιο, δεν θα επιβάλει σημαντικά δικαιώματα πρόσβασης ή συνδρομές παρά την ιδεολογία του κοινού καλού και των δωρέαν παροχών που διατυμπανίζει σήμερα.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να τοποθετήσουμε τις συζητήσεις που θα γίνουν στο μέλλον.
ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 22-11-2009
Reblog this post [with Zemanta]

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Μάθε, παιδί μου, ελληνικά...


I found this fascinating quote today:

Γενικότερα, η ανάγνωση και η επαφή τού παιδιού με κείμενα οδηγεί σε ποικίλες εγγραφές στη γλωσσική του μνήμη (λέξεων, φράσεων, σημασιών, γραμματικοσυντακτικών δομών), την καλλιεργούν και την εμπλουτίζουν. Γι' αυτό πάντοτε ας ακούει από το στόμα μας συχνά τη φράση και την προτροπή «Μάθε, παιδί μου, Ελληνικά...». Για την ταυτότητα, την ποιότητα της σκέψης του και την υπόστασή του μιλάμε στο παιδί όταν το ενθαρρύνουμε να μάθει καλύτερα τη μητρική του γλώσσα. Μην το ξεχνάμε.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Oct 2009

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2009

Νέοι και ανάγνωση

Books - bookcase top shelfImage by ~ Phil Moore via Flickr

της Βενετίας Αποστολίδου,
Επίκουρης καθηγήτριας στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης

Πολύς λόγος γίνεται για την αδιαφορία των νέων για την ανάγνωση και τα εξωσχολικά βιβλία. Επαναλαμβάνεται συχνά ότι μεγάλη ευθύνη γι αυτό έχει το σχολείο, και ειδικά το μάθημα της λογοτεχνίας, από το οποίο περιμένουμε να κινητοποιήσει το ενδιαφέρον των παιδιών για την ανάγνωση και να προσφέρει τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες, ώστε οι μαθητές να γίνουν συστηματικοί αναγνώστες.

Αυτή είναι και η μεγάλη πρόκληση της διδακτικής της λογοτεχνίας, να προτείνει δηλαδή ένα μάθημα το οποίο, όχι απλώς να διδάσκει κάποια κείμενα, αλλά να θέτει τα θεμέλια για τη δημιουργία ανεξάρτητων και συστηματικών αναγνωστών. Ωστόσο, για να καρποφορήσουν οι προσπάθειές μας θα πρέπει να τοποθετήσουμε το πρόβλημα κάπως γενικότερα. Το σχολείο δεν είναι απομονωμένο από την κοινωνία και κανένα μάθημα δεν μπορεί να κάνει θαύματα. Οι μαθητές, αλλά και οι εκπαιδευτικοί, προσέρχονται στο σχολείο με ήδη σχηματισμένες αντιλήψεις για την ανάγνωση, τη λογοτεχνία, τους συγγραφείς και τα έργα. Τις αντιλήψεις αυτές τις έχουν δημιουργήσει από πολλούς άλλους χώρους και πηγές μηνυμάτων και ερεθισμάτων: την οικογένεια, την τηλεόραση, τις εφημερίδες και τα περιοδικά, την αγορά, τα βιβλιοπωλεία, τις βιβλιοθήκες, τις ποικίλες πολιτιστικές εκδηλώσεις, στις οποίες, τυχαία ή οργανωμένα, συμμετέχουν. Ολοι οι θεσμοί επομένως που ασχολούνται με το βιβλίο και την ανάγνωση έχουν ευθύνη για τη λογοτεχνική εκπαίδευση που παρέχεται σε μια κοινωνία και, ανεξάρτητα αν το επιδιώκουν ή όχι, παίζουν έναν παιδαγωγικό ρόλο. Η διδασκαλία της λογοτεχνίας στο σχολείο, από την άλλη μεριά, για να είναι πετυχημένη, θα πρέπει να πάρει υπόψη της το σύνολο των πηγών που συμβάλλουν στη λογοτεχνική εκπαίδευση του νέου αναγνώστη και να ενδιαφερθεί, όχι μόνο για το τι συμβαίνει μέσα στη σχολική τάξη, αλλά και έξω από αυτήν, πώς, δηλαδή, τα παιδιά, αλλά και οι γονείς τους, σχετίζονται με την ανάγνωση και τα βιβλία.

Πρακτικές ανάγνωσης στο δημόσιο χώρο

Η «λογοτεχνική εκπαίδευση» επομένως είναι μια έννοια ευρύτερη από τη διδακτική της λογοτεχνίας. Περιλαμβάνει τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στην εκπαίδευση σε όλες τις παραμέτρους της (δημιουργία σχετικών προγραμμάτων διδασκαλίας, περιεχόμενο του μαθήματος και διδακτικές μέθοδοι, αξιολόγηση της ανταπόκρισης των μαθητών στην ανάγνωση των λογοτεχνικών κειμένων) αλλά και τους τρόπους με τους οποίους δημιουργούνται -στη δημόσια σφαίρα και σε εξωεκπαιδευτικούς θεσμούς- παραστάσεις, εικόνες και αντιλήψεις για τη λογοτεχνία, τη σχέση των ανθρώπων με το βιβλίο και την ανάγνωση, τη διάδοση των λογοτεχνικών κανόνων καθώς και τις πρακτικές προώθησης της ανάγνωσης στο δημόσιο χώρο. Ο όρος «λογοτεχνική εκπαίδευση» επιδιώκει να αποδώσει τη σχέση της ενδοσχολικής διδασκαλίας της λογοτεχνίας με την άτυπη «διδασκαλία» της στα άλλα κοινωνικά πεδία: τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και τη λογοτεχνική κριτική που ασκείται σε αυτά, τις δραστηριότητες των δημόσιων βιβλιοθηκών, τα προγράμματα ανάγνωσης που προωθούνται από θεσμούς όπως το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου κ.ά.

Η υιοθέτηση και η περαιτέρω επεξεργασία, βεβαίως, της έννοιας της «λογοτεχνικής εκπαίδευσης» έχει σημασία, όχι για να επιμερίσουμε ευθύνες και στο τέλος μόνος υπεύθυνος να καταστεί το «σύστημα», αλλά για να διακρίνουμε εκείνα τα φαινόμενα και τις πρακτικές που δημιουργούν στάσεις και αντιλήψεις απέναντι στην ανάγνωση γενικά και, ειδικότερα, απέναντι στη λογοτεχνία στη δημόσια σφαίρα. Πόσο, λ.χ., οι επαγγελματίες κριτικοί της λογοτεχνίας που διατηρούν σταθερές στήλες, συνειδητοποιούν ότι, με την τακτική και πολύχρονη παρουσία τους, διαμορφώνουν τους αναγνώστες τους μεταδίδοντας κριτήρια, αξιολογήσεις και ιεραρχήσεις, διδάσκοντας άτυπα, δηλαδή, λογοτεχνία; Οι ίδιοι μάλλον θα το αμφισβητούσαν, αλλά δεν είναι δύσκολο να οργανωθεί μια σχετική έρευνα και να γίνουν κάποιες διαπιστώσεις. Τα ένθετα για το βιβλίο επίσης, με το σύνολο της παρουσίας τους, τυπογραφική εμφάνιση, επιλογές, ποιότητα κειμένων, σταθερότητα συνεργατών, εκπέμπουν μηνύματα για το ποια βιβλία αξίζουν προσοχής και ποια όχι, για το αν η ανάγνωση είναι μια δραστηριότητα απολαυστική ή σοβαροφανής, αν σχετίζεται με επίκαιρα προβλήματα της ζωής ή αφορά έναν στενό κύκλο μυημένων. Η τηλεόραση, από την άλλη, μπορεί να μην έχει πολλές πολιτιστικές εκπομπές (και όσες έχει είναι μόνο στα κρατικά κανάλια), αλλά με τις διαφημίσεις βιβλίων, τις συνεντεύξεις συγγραφέων, τις -σπάνιες- συζητήσεις για βιβλία, την προβολή σειρών που βασίζονται σε μυθιστορήματα, μεταδίδει μηνύματα για την αξία ή την απαξία της ανάγνωσης και του βιβλίου. Φαντάζομαι πως τα νέα πολυβιβλιοπωλεία που ανοίγουν τελευταία, ανάμεσα στις ποικίλες συνέπειες που θα έχουν στην αγορά βιβλίου, θα διαφοροποιήσουν και την εικόνα της ανάγνωσης και του αναγνώστη, συνδέοντας την ανάγνωση με άλλες κοινωνικές δραστηριότητες.

Οι νέοι, λοιπόν, όταν έρχονται στο σχολείο, δεν είναι άγραφα χαρτιά αλλά έχουν ήδη δεχτεί, και συνεχίζουν να δέχονται, μηνύματα για το αν είναι χρήσιμη η ανάγνωση ή όχι, για το αν αξίζει να ξοδεύει κανείς τα λεφτά του για βιβλία ή για το πώς είναι ένας «συγγραφέας». Είναι εύκολο να λέμε πως η οικογένεια και τα ΜΜΕ δίνουν λάθος αντιλήψεις για όλα αυτά και να θεωρούμε ότι η σχολική εκπαίδευση πρέπει να αποκαταστήσει τη σωστή εικόνα και να «διορθώσει» τις αντιλήψεις των παιδιών. Η πραγματικότητα όμως είναι πιο περίπλοκη. Η μικρή εμπειρία που έχουμε από τις αναγνωστικές ιστορίες των νέων μάς λέει πως ακόμη και τα παιδιά των οποίων οι γονείς είναι συστηματικοί αναγνώστες δεν στρέφονται απαραίτητα προς το διάβασμα. Αλλα πάλι, ενώ όσο είναι παιδιά διαβάζουν παιδική λογοτεχνία μετά μανίας, αυτό δεν δημιουργεί αυτομάτως τις προϋποθέσεις να γίνουν συστηματικοί αναγνώστες και όταν μεγαλώσουν. Η σχέση επομένως των εξωσχολικών ερεθισμάτων, της σχολικής διδασκαλίας και της εδραίωσης της συνήθειας της ανάγνωσης είναι ένα μονοπάτι δύσβατο με πολλές επικίνδυνες στροφές, παρά μια ανοιχτή λεωφόρος.

Πόσο γνωρίζουμε τα σημερινά παιδιά

Μπορούμε να ξεκινήσουμε από ένα απλό ερώτημα: Πόσο γνωρίζουμε πραγματικά τα σημερινά παιδιά και τους νέους; Ελάχιστες έρευνες έχουν γίνει στη χώρα μας για τις αναγνωστικές συνήθειες και τις αναγνωστικές προτιμήσεις των νέων, τη γενικότερη σχέση τους με πολιτισμικές δραστηριότητες, τις προσδοκίες τους από την πράξη της ανάγνωσης. Οταν λοιπόν προσερχόμαστε προς αυτούς, θέλοντας να τους κάνουμε αναγνώστες, ξεκινούμε συνήθως από τις δικές μας εμπειρίες και αναμνήσεις από τη νεανική μας ηλικία (παραβλέποντας το γεγονός ότι οι εποχές έχουν αλλάξει δραματικά), διακατεχόμαστε από συγκεκριμένες αντιλήψεις για το τι πρέπει οι νέοι, σώνει και καλά, να μάθουν, τι πρέπει να τους αρέσει, ενώ ταυτόχρονα, είτε το ομολογούμε είτε όχι, περιφρονούμε τις κλίσεις τους και τις επιλογές τους, ως επιφανειακές, κατευθυνόμενες από τα media και την αγορά. Στη γενικότερη στάση των ενηλίκων απέναντι στην ανάγνωση των νέων κρύβεται μια υποκρισία. Δεν θέλουμε να τους κάνουμε στην πραγματικότητα αναγνώστες, αλλά αναγνώστες εκείνων των βιβλίων που εμείς θεωρούμε καλύτερα. Το μήνυμα που δίνουμε έτσι δεν είναι ότι γενικά η ανάγνωση είναι μια αξία, αλλά ότι συγκεκριμένες αναγνώσεις έχουν αξία, ενώ άλλες όχι. Υπάρχει τόσος κρυμμένος αυταρχισμός πίσω από αυτή τη στάση που δεν είναι περίεργο πως οι νέοι αποστρέφουν το πρόσωπό τους από την ανάγνωση.

Προκειμένου, επομένως, να βρούμε τρόπους για να προσελκύσουμε τους νέους προς την ανάγνωση, θα πρέπει πρωτίστως να τους ακούσουμε, να μελετήσουμε τον τρόπο που αντιδρούν σ' αυτήν σε συνθήκες κάποιας ελευθερίας και σεβασμού των επιλογών και των προσδοκιών τους. Θα πρέπει, επίσης, να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε την ανάγνωση ως δραστηριότητα ανταγωνιστική προς την εικόνα, προς την τεχνολογία, προς άλλες κοινωνικές δραστηριότητες, αλλά, αντιθέτως, να την εντάξουμε σε ένα πολιτισμικό συνεχές που περιλαμβάνει και συσχετίζει μεταξύ τους όσο το δυνατόν περισσότερες πλευρές της καθημερινής ζωής: το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τις εφημερίδες και τα περιοδικά, τον κινηματογράφο, τις βιβλιοθήκες, τα βιβλιοπωλεία. Το σχολείο θα πρέπει να αγκαλιάσει όλα όσα αποτελούν καθημερινές εμπειρίες των παιδιών και να προσφέρει και άλλες, εκμεταλλευόμενο όλες τις σύγχρονες μορφές επικοινωνίας που έχουν μια μακρινή ή κοντινή σχέση με την ανάγνωση: τα διάφορα έντυπα, τα ένθετα των εφημερίδων για το βιβλίο, τους καταλόγους των εκδοτικών οίκων, τα ντοκιμαντέρ για συγγραφείς και τις τηλεοπτικές εκπομπές για το βιβλίο, την παρουσία του βιβλίου στο Διαδίκτυο, τη μελοποιημένη ποίηση και τα κινηματογραφικά έργα που βασίζονται σε μυθιστορήματα. Κυρίως, θα πρέπει να καταστήσουμε την ανάγνωση μέσον επικοινωνίας. Να τους δώσουμε δηλαδή ευκαιρίες ανταλλαγής απόψεων γύρω από αυτά που διαβάζουν, πέρα από την ορισμένη σχέση δάσκαλος - διδασκαλία κειμένου - εξέταση του μαθητή.

ΠΗΓΗ: Ε-ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ- Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, 24-2-2006
Reblog this post [with Zemanta]

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More