Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Culture. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Culture. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

H δύναμη του Mατιού

Day 185 - BadeyeImage by nataliej via Flickr

Τα μάτια του Κακού σε λεπτομέρεια τοιχογραφίας
του 14ου αι. (amposanto, Πίζα)


της ΧPIΣTINΑΣ BEΪKOY
Δρος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας Συμβούλου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

Η ΠIΣTH στο κακό μάτι, στη βλαπτική δύναμη που έχει το επίμονο βλέμμα κάποιων ανθρώπων πάνω σε αξιοζήλευτα πρόσωπα και πράγματα, είναι πολιτισμικό ιδίωμα των μεσογειακών κοινωνιών που το επικαλούνται για να κατανοήσουν τις επιπτώσεις μιας απρόσμενης και ανεξήγητης κακοτυχίας.

Στην ελληνική κοινωνία, το μάτιασμα είναι ένα ηθικό/αξιολογικό σύστημα που συνδέει το άτομο με το κοινωνικό σύνολο και το πρόσωπο με το σώμα του. Είναι ένας τύπος οπτικής αντίληψης και ένας κώδικας επικοινωνίας: μία στρατηγική για να κατασκευάζουν οι άνθρωποι τις κοινωνικές σχέσεις και την ατομική τους ταυτότητα, υπακούοντας ή αψηφώντας τις συχνά αντιφατικές αρχές της συλλογικής ζωής: κοινωνικότητα και αυτονομία, συνεργασία και ανταγωνισμό, συμμόρφωση και επίδειξη.
Στην καθημερινή ζωή τα πρόσωπα εκτίθενται στο βλέμμα των άλλων, γι' αυτό πρέπει να δρουν σύμφωνα με τις αποδεκτές αρχές της κοινότητας. Oταν οι αρχές αυτές παραβιάζονται, από μία συνειδητή ή όχι υπεροχή στην εμφάνιση ή τα αγαθά κάποιου, η ιδανική κοινωνικότητα ανατρέπεται και η αταξία που προκαλείται επισύρει το μάτιασμα, την οπτική επίθεση εναντίον του παραβάτη. Το μάτιασμα προσβάλλει το σώμα, την περιουσία, την ατομική και κοινωνική υπόσταση αυτού που ματιάζεται και, για την αποκατάστασή του, απαιτείται το ξεμάτιασμα, η τελετουργική επανένταξη του ματιασμένου στο κοινωνικό σώμα.

Το μάτιασμα αποδίδεται σε αίτια υπερφυσικά και ανορθόλογα, στο «κακό μάτι», το «κακό παρατήρημα», το «κακό συναπάντημα», την «κακιά ώρα», δηλαδή σε μιαν αόριστη αίσθηση ενός υπερβατικού κακού που είναι συνεχώς παρόν ανάμεσα στους ανθρώπους, διαρκής απειλή για την ατομική ασφάλεια και την κοινωνική συνοχή. «Το [κακό] μάτι δε μπορείς να το αποφύγεις… όπου και να πας, ό,τι και να κάνεις, όπου και να 'σαι, στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο, στο καφενείο, σε βρίσκει το μάτι».

Eμφυτο

Φορέας αυτής της επίφοβης δύναμης είναι το όργανο της όρασης και της οπτικής επικοινωνίας. Η όραση είναι η πιο πολύσημη και διεισδυτική αίσθηση. Το μάτι ειδικά παρουσιάζει μία διαπολιτισμική εμβέλεια ως σύμβολο γνώσης και δύναμης. Το μάτι γνωρίζει και ελέγχει τα αντικείμενα που θεάται, μεταφέρει εμπειρίες και αισθήματα, είναι το ενδιάμεσο ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο. Eνώ, όμως, όλοι αναγνωρίζουν τη δύναμή του και συμφωνούν ότι πρέπει να φυλάγονται από το κακό μάτι, ωστόσο, το αντιμετωπίζουν ως κάτι φυσικό, σαν μια εγγενή φυσική ιδιότητα που έχει κάποιος, χωρίς να αποβλέπει σκόπιμα να βλάψει. Η δημόσια ρητορική επιμένει ότι «το μάτι δεν είναι κακό, αν και μπορεί να έχει κακά αποτελέσματα. Το 'χει από φυσικού του ο άνθρωπος να ματιάζει ή να ματιάζεται. Κι αυτός που το έχει, δεν το καταλαβαίνει, όποιος ματιάζει το έχει έμφυτο, δε μπορεί να το αποφύγει, αισθάνεται μιαν έλξη, όταν λιμπιστεί κανείς, ματιάζει, το' χει το μάτι του σα ρέμα και τραβάει. Δεν το κάνει από κακό, δεν το θέλει αλλά γίνεται. Είναι κάτι σαν ρεύμα, μια δύναμη, ένας αέρας είναι που φεύγει, αλλά τραβά σα μαγνήτης».

Eτσι, η κοινή πίστη αποκαθαίρει το μάτιασμα από εμπρόθετη κακοποιό μαγική δράση. Δεν το θεωρεί εσκεμμένη μαγεία, αλλά φυσική ιδιότητα που δεν ελέγχεται. Η τυχαιότητα και η χρονική και τοπική απροσδιοριστία του ματιάσματος είναι τα χαρακτηριστικά που το διαφοροποιούν από «τα μάγια». Η κυριότερη διαφορά μεταξύ ματιάσματος και μαγείας είναι ότι το ξε/μάτιασμα «το παραδέχεται και η εκκλησία».

Xειραγωγήσιμος κίνδυνος

Στην ηθική ιδεολογία της προ-αστικής κυρίως ελληνικής κοινωνίας το νόημα του κακού που αναδύεται από το μάτιασμα δεν είναι αυτό της χριστιανικής θεοδικίας, αλλά μια πρακτική αντίληψη προφύλαξης από τυχαίους κινδύνους που απειλούν τα πολύτιμα αγαθά των ανθρώπων -την υγεία και την περιουσία τους- και δεν μπορούν να αποδοθούν σε άλλη αιτία. Το μάτιασμα είναι ενδεχόμενος αλλά χειραγωγήσιμος κίνδυνος, ένα κοινωνικοποιημένο κακό : «το μάτι είναι αυθόρμητο, είναι ένας αέρας που έχει ο άνθρωπος, βγαίνει απ' την καρδιά του. Oποιος θυμηθεί ότι εκείνη την ώρα κοιτάζει και μπορεί να βλάψει, τότε το κοίταγμά του δεν πιάνει, γιατί βγαίνει από τη σκέψη του κι όχι από την καρδιά του». Όσο οι αισθήσεις και οι σκέψεις των ανθρώπων ελέγχονται από ορθοφροσύνη, κανένας κίνδυνος δεν απειλεί τη συλλογική ζωή. Oταν, όμως, κυριεύονται από συναισθηματική ένταση, τότε ο ορθολογισμός παραμερίζεται, η συμπεριφορά είναι γεμάτη πάθος και προκαλεί παθήματα. Η λογική του ξε/ματιάσματος είναι λογική της καρδιάς και του σώματος, όχι του Λόγου και του Νου: «από την αγάπη του και τη λαχτάρα του κανείς ματιάζει». Η διατύπωση δείχνει την ένταση της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και την αντινομική φύση των προσωπικών αισθημάτων. Η αγάπη, το θετικότερο αίσθημα, εμπεριέχει την αναίρεσή της, όταν δεν ελέγχεται από τη φρόνηση.

Κανείς δε μπορεί να φυλαχτεί από το μάτι, «είναι σαν αόρατο, χωρίς να το θέλει σε ματιάζει». Το μάτι «πιάνει» τα πάντα, ανθρώπους, ζώα και φυτά, χωράφια, σπίτια κι αυτοκίνητα. Ο άνθρωπος ματιάζεται «γιατί έχει αέρα, είναι γλυκοαίματος», εξαιτίας των έμφυτων ιδιοτήτων που τον καθιστούν αξιοθαύμαστο και επομένως προκλητικό. Ματιάζεται, όμως, και εξαιτίας της υπεροχής των επίκτητων «αγαθών» του: τα ζώα και τα αντικείμενα υπόκεινται στον ίδιο κίνδυνο. Σχόλια για επικίνδυνους ματιαστές, όπως «αυτός με το μάτι του έσκασε ένα βόδι», «καθρέφτη έσπασε με το μάτι της», ανεξάρτητα από το αν είναι αληθινά, είναι πραγματικά στη συνείδηση των ανθρώπων που τα αφηγούνται.

Ποιους δεν πιάνει

Oσοι έχουν το κακό μάτι είναι ισχυρές προσωπικότητες, γιατί, ενώ ματιάζουν, οι ίδιοι δεν ματιάζονται. Είναι δράστες αλλά όχι θύματα του ματιάσματος, μια ιδιότητα που είναι δείκτης κοινωνικής δύναμης: «είναι έμφυτο να μη σε πιάνει το μάτι. Είναι ο αέρας του ανθρώπου, ισχυρός χαρακτήρας». Η ιδιότητα του ματιάσματος δεν μεταβιβάζεται. Το «κακό μάτι» δεν είναι κληρονομικό - άρα δεν είναι βιολογικό, αλλά πολιτισμικό χαρακτηριστικό. Ο κακός άνθρωπος δεν έχει απαραίτητα κακό μάτι. Αυτός έχει άλλες ευκαιρίες ή δυνατότητες για να βλάψει. Oποιος έχει «κακό μάτι» είναι προθετικά επικίνδυνος: κάποιος που ακόμη κι αν έχει διάθεση να βλάψει, δεν έχει την ηθική άνεση να το δηλώσει (ιδιαίτερα αν είναι συγγενής, γείτονας, φίλος). Γι' αυτό στα ξεματιάσματα, όπου «ονοματίζονται» οι πιθανοί ματιαστές, πρώτα αναζητούνται οι εγγύτεροι προσβολείς, ακόμη και η ίδια η μάνα του ματιασμένου. Το μάτιασμα της μάνας θεωρείται το πιο επικίνδυνο, «γιατί δύσκολα φεύγει», αφού η μάνα καμαρώνοντας το παιδί της εκδηλώνει την ανομολόγητη επιθυμία να το οικειοποιηθεί πάλι, όπως όταν το κυοφορούσε.
Τα πρόσωπα που φοβάται κανείς ότι θα τον ματιάσουν είναι όσα πιστεύει ότι τον αντιπαθούν ή όσα αυτός αντιπαθεί. Η υποψία για το μάτιασμα επιβεβαιώνει κίνητρα και προθέσεις. Κανείς δεν μπορεί να είναι ασφαλής, αφού είναι συνεχώς ορατός. Η μόνη προφύλαξη είναι να καταστεί συμβολικά αόρατος, ώστε να διασφαλίσει τα όρια του εαυτού του. Γι' αυτό φοράει κανείς ένα φυλαχτό και τον σταυρό της βάφτισης κάτω από τα ρούχα του ή κρεμά ένα «ματάκι» γυάλινο ή μια γαλάζια χάντρα στον λαιμό. Υπάρχουν και φυλαχτά για αντικείμενα: σταυροί, [μονό]σκορδα, άδεια κελύφη αυγών. aλλα αποτροπαϊκά είναι να φτύνει κανείς τρεις φορές τον κόρφο του ή να ψιθυρίζει «σκόρδα στα μάτια σου, παλούκια στον κώλο σου», όταν κάποιος τον κοιτάζει επικίνδυνα, να κρύβει μια σκελίδα σκόρδο ή ένα κομμάτι δίχτυ στα ρούχα του, να φορά τα εσώρουχα ανάποδα ή να κάνει μια μουντζούρα πίσω απ' το αυτί. Eτσι, ο εαυτός παραλλάσσεται, δεν είναι αυτός που φαίνεται, αλλά ένας άλλος, κρυμμένος κάτω από την ορατή επιφάνεια.

O ξεματιαστής

Τα σωματικά συμπτώματα του ματιάσματος δηλώνουν τις προσωπικές ή κοινωνικές συγκρούσεις του πάσχοντος και η «ασθένεια» που προκαλείται γίνεται η συμβολική γέφυρα που συνδέει το ανθρώπινο με το κοινωνικό σώμα. Γι' αυτό και η θεραπεία συντελείται σε επίπεδο συμβολικό, «το ξεμάτιασμα δεν είναι δουλειά του γιατρού». Απαιτεί τέχνη και τεχνική, «θέλει λόγια και πράξη». Το σώμα υφίσταται την οπτική επίθεση (ο ματιασμένος «ζαλίζεται, νιώθει μιαν αδυναμία, πονάει το κεφάλι του, τρέχουν τα μάτια του, κόβονται τα πόδια του, χάνεται», ο ματιαστής «καρφώνει, τρώει με το μάτι του») και δέχεται τη θεραπεία του ξεματιαστή. Αυτός εισπράττει στο δικό του σώμα, «παίρνει απάνω του» το κακό, χωρίς να αρρωσταίνει ο ίδιος, σημάδι της δύναμής του και επιβεβαίωση της θεραπείας. Ο ξεματιαστής επαναφέρει τον «άρρωστο» στην προηγούμενη ασφάλειά του, εισάγοντας στο πεδίο εκτός από κοινωνικά άτομα και εξωκοινωνικές οντότητες (Χριστός, Παναγία, aγιοι), που κυβερνούν το καλό και το κακό και εγκαθιστούν μια κοσμική τάξη.

Η σωματική αλληλεπίδραση είναι αναγκαία συνθήκη για την επιτυχία του ξεματιάσματος. Ο ξεματιαστής θεραπεύει τον «άρρωστο» με μια τεχνική σωματικής επαφής και συναισθηματικής επιβεβαίωσης. Χαϊδεύει στο κεφάλι τον ματιασμένο, τον αγγίζει με τα δάχτυλα που προηγουμένως τα έχει βρέξει στο τελετουργικό νερό, και όσο λέει «τα λόγια», τον ακουμπά με το χέρι. Η αφή εγκαθιστά τη σωματική ενότητα ματιασμένου/ματιαστή και μεταφέρει κυκλικά από τον έναν στον άλλο μιαν ατμόσφαιρα συν-πάθειας. Συνήθης πρακτική επίσης είναι το «σαράντισμα» ή «ξεμέτρημα» σαράντα πιθαμών πάνω στον ματιασμένο, από κάτω προς τα πάνω και ύστερα αντίθετα. Αναπαριστά την απέκδυση του κακού και την επανένδυση του άρρωστου στη φυσιολογική κατάσταση.

Το νερό, το λάδι, το αλάτι, το κάρβουνο, το σάλιο, ιερά συστατικά του ξεματιάσματος, είναι φυσικές ουσίες απαραίτητες για την επιβίωση. Η χρησιμότητά τους στοιχειοθετεί την ιερότητά τους. Οι γητειές για το ξεμάτιασμα είναι επιτελεστικά κείμενα, πράττουν ενώ λέγουν και περιγράφουν ενώ πράττουν. Είναι λόγος «μαγικός», τελετουργικός, ρυθμικός και επαναλαμβανόμενος, με αυθαίρετη λεκτική και συντακτική δομή, όπου συνυπάρχουν το κατανοητό με το ακατανόητο - οι λέξεις δεν δηλώνουν πρόσωπα και πράγματα, οι λέξεις είναι τα πρόσωπα και τα πράγματα.

Το ξεμάτιασμα δίνει μια αίσθηση εξουσίας πάνω σε δυνάμεις που καθορίζουν έξωθεν τα ανθρώπινα πράγματα, επιχειρεί μια διείσδυση στον χώρο του απαγορευμένου και του ανεξέλεγκτου. Πρόκειται για ένα συμβολικό σύστημα που εμπεριέχει και διαπραγματεύεται τα πιο ετερόκλητα και ασύμβατα πράγματα και επιδέχεται πλήθος ερμηνειών. Oσο προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τέτοια συστήματα τόσο αυτά λανθάνουν επιβιώνοντας και ως επιστημονικά ζητήματα και ως κοινωνικά προβλήματα.

Βιβλιογραφία:

Χ. Bεΐκου, «Κακό μάτι. Η κοινωνική κατασκευή της οπτικής επικοινωνίας», Ελληνικά Γράμματα, aθήνα,1998.

Ε. Σκουτέρη-Διδασκάλου, «Το στίγμα της «μαγείας«. Περιδινήσεις ενός σημείου αναφοράς στην ανθρωπολογική θεωρία», στο «Γλώσσα και μαγεία. Kείμενα από την aρχαιότητα», Αθήνα, Ιστός, 1997.

Α. Φ. Χριστίδης, «Η μαγική χρήση της γλώσσας», στο «Γλώσσα και μαγεία…», όπ. παρ.

Β. Xρυσανθοπούλου, «Το κακό μάτι στους Eλληνες της Αυστραλίας»:

Farrington, «Ταυτότητα, συνέχεια, νεοτερικότητα», Αρχαιολογία, 72, Αθήνα, 1999.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ένθετο 7 ΗΜΕΡΕΣ,21-09-03
Reblog this post [with Zemanta]

Παγανά και Καρκαντζέλια


I found this fascinating quote today:


"Ο φόβος και η προκατάληψη των αμόρφωτων ανθρώπων είναι εκείνο που γεννά τις φαντασίες των δαιμονικών", έγραφε ο Μιχαήλ Ψελλός , σε μικρή μελέτη του για τους Καλικαντζάρους, που οι Βυζαντινοί τους λέγανε Βαβουτσικάριους. Οι Καλικάντζαροι, σύμφωνα με τις διάφορες δοξασίες που υπάρχουν σε πολλές περιοχές της χώρας, βρίσκουν την ευκαιρία να ανέβουν στον επάνω κόσμο τις μέρες του Δωδεκαήμερου και να αρχίσουν τις σκανταλιές τους.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius
You should read the whole article.

Το δώρο στο παραμύθι και την παράδοση


I found this fascinating quote today:


Είναι δυνατό να υπάρχουν ίδια μοτίβα δώρων στο παραμύθι και στην παράδοση. Eντούτοις αυτά μορφοποιούνται διαφορετικά, εξαιτίας διαφορετικών κλίσεων των δύο ειδών. Eτσι, τα δώρα μπορούν να μεταβάλλονται, να αλλάζουν στην παράδοση: το χρυσάφι γίνεται κάρβουνο ή και αντίστροφα. Tο παραμύθι δεν την γνωρίζει αυτήν τη μεταβολή. Eκτός κι αν αυτό είναι μέσα στην πρόθεση του δωρητή. Όπως συμβαίνει στη λεγόμενη μαγική φυγή. H έγκλειστη κόρη μιας δράκαινας που φεύγει μαζί με τον νέο που αγάπησε και η μητέρα της τρέχει να τους πιάσει, δίνει στον αγαπημένο της ένα χτένι, που εκείνος το ρίχνει και γίνεται δυσκολοπέραστος αγκαθότοπος.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius

You should read the whole article.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

Η παρακμή της Δύσης

Cover of "The Decline of the West (Oxford...Cover via Amazon


της Therese Delpech,

Original source: Hesiodi Ascraei opuscula insc...Image via Wikipedia

διευθύντριας στρατηγικών μελετών της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας της Γαλλίας. International Herald Tribune

Η «παρακμή της Δύσης» είναι αγαπημένο θέμα συζήτησης όσων επιθυμούν να εκφράσουν απογοήτευση, πόθο για εκδίκηση ή ανοιχτή αντιπαλότητα. Αυτό συμβαίνει με τη Ρωσία, παρότι η ρωσική τέχνη και ο πολιτισμός θεωρούνται αναπόσπαστο τμήμα της δυτικής κληρονομιάς, με την Κίνα, η οποία αναμένει την «ιστορική της στιγμή» με ελάχιστα συγκεκαλυμμένη ανυπομονησία, και με το Ιράν, τον αυτόκλητο λαμπαδηδρόμο του Ισλάμ σε όλο τον κόσμο. Ανεξάρτητα από το αστήρικτο του επιχειρήματός τους, όσοι πιστεύουν στη δυτική παρακμή αξίζουν να τους αναγνωρίσουμε μία εύστοχη διαπίστωση: Ο δυτικός κόσμος εμφανίζεται ολοένα και πιο απρόθυμος να συνεχίσει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ανθρώπινη ιστορία.

Οι επικριτές του δυτικού πολιτισμού ξεχνούν, όμως, κάτι πολύ σημαντικό: Η παρακμή αποτελεί ένα από τα αγαπημένα θέματα του πολιτισμού της Δύσης, από τα «Eργα και Ημέρες» του Ησίοδου στην αυγή του ελληνικού πολιτισμού, μέχρι και στο πιο γνωστό -αν και μέτριο- έργο του Oσβαλντ Σπένγκλερ «Η Παρακμή της Δύσης» των αρχών του 20ού αιώνα. Το θέμα της παρακμής, που διατρέχει την ιστορία μας σαν ρεφρέν πληκτικού τραγουδιού, δεν οφείλεται σε φόβο των νεωτερισμών, που άλλωστε ευνόησαν τον δυτικό πολιτισμό, αλλά στη φοβία της κατάρρευσης. Αυτό δεν αποτελεί μόνο αναπόσπαστο τμήμα της ιουδαιοχριστιανικής μας παράδοσης. Πριν ακόμη από την πτώση του Εωσφόρου και των εκπεσόντων αγγέλων, οι Ελληνες είχαν περιγράψει στη μυθολογία τους την πτώση των Τιτάνων. Και στις δύο περιπτώσεις, οι αποδέκτες των μύθων αυτών μετέφεραν στους απογόνους τους τον φόβο και τη μνήμη της απώλειας.

Οι φιλοσοφικές ή λογοτεχνικές εκδοχές του θέματος της παρακμής είναι αμέτρητες. Στον Τίμαιο του Πλάτωνα, η σταδιακή παρακμή διακόπτεται μόνο χάρη στην παρέμβαση των θεών. Στον «Χαμένο Παράδεισο», ο Τζον Μίλτον περιγράφει τη μάχη μεταξύ των αγγέλων με τόσο γλαφυρό τρόπο, που ο Μπερνάρ Μπρόντι χρησιμοποίησε εδάφιο του ποιήματος για να προλογίσει ένα από τα βιβλία του για την ατομική βόμβα.

Οι εικόνες ενός λαμπρού μέλλοντος αποτελούν αποκλειστικότητα του δυτικού πολιτισμού. Το μέλλον, όπως περιγράφεται από τους επαναστάτες, καταλήγει στην καταστροφή, όπως απέδειξε περίτρανα και ο περασμένος αιώνας. Οι Δυτικοί συγγραφείς, ακόμη και όσοι φημίζονται για τον ενθουσιασμό τους, προβάλλουν ισχυρή δόση απαισιοδοξίας. Ο Ιμάνουελ Καντ, για παράδειγμα, το σχέδιο του οποίου για παγκόσμια ειρήνη συγκινεί πλείστους όσους σύγχρονους διανοούμενους, δήλωσε ότι «τίποτε το ευθύ δεν μπορεί να προέλθει από τη στραβή ξυλεία της ανθρωπότητας».

Οι Ευρωπαίοι, όμως, ουδέποτε πέτυχαν να μεταδώσουν το συμπέρασμα αυτό στους Αμερικανούς, ο Κήπος της Εδέμ των οποίων μοιάζει να μη διαθέτει έναν καίριο παίκτη: το φίδι. Η απουσία αυτή γίνεται εμφανής στην κυβέρνηση Ομπάμα, που απλώνει την αγκαλιά της προς όλες τις κατευθύνσεις, χωρίς να φοβάται τους κινδύνους. Ο Αμερικανός πρόεδρος θα έπρεπε να ξαναδιαβάσει Χέρμαν Μέλβιλ, έναν από τους καλύτερους Αμερικανούς λογοτέχνες, που ασχολήθηκε με το θέμα του κακού.

Η εμμονή στην παρακμή έχει, όμως, και επικίνδυνες επιπτώσεις, που έχουν να κάνουν με την απογοήτευση ή ακόμη χειρότερα με την αδιαφορία απέναντι στην πτώση. Είναι άλλωστε γνωστό ότι η παραίτηση συνοδεύεται από σαφές αίσθημα ανακούφισης, που μας κάνει να πούμε: «Αν έτσι πάνε τα πράγματα, τι μπορώ εγώ να κάνω γι’ αυτό;».

Η ενασχόληση με την παρακμή μπορεί, όμως, να οδηγήσει και σε εποικοδομητική αυτοκριτική και στην αναγνώριση των ηθικών σφαλμάτων που οδήγησαν στην κατάσταση αυτή. Εθνη που αρνούνται να εξετάσουν κριτικά το παρελθόν τους δεν θα φθάσουν ποτέ στην ιστορική ωριμότητα.

Στο σημείο αυτό, η υπεροχή της Δύσης έναντι της Ρωσίας και της Κίνας είναι συντριπτική, χάρη στις δεκαετίες που δαπανήθηκαν σε μια προσπάθεια ερμηνείας της διαρκούς παρακμής. Ακόμη και σήμερα, οι Ευρωπαίοι συνειδητοποιούν ότι βρίσκονται «μέσα στα συντρίμμια μεγάλης καταιγίδας», όπως είχε γράψει ο Μπαλζάκ για τους πολίτες της Γαλλικής Επανάστασης.

Μόνο η περισυλλογή και η ιστορική μνήμη μπορούν να μας δώσουν τη δύναμη να προβλέψουμε τις επερχόμενες καταστροφές και ίσως να τις αποφύγουμε. Αν και η ενδοσκόπηση είναι αναγκαία, δεν επαρκεί. Ο δυτικός κόσμος πρέπει ακόμη να αντιμετωπίσει πολλά ακανθώδη προβλήματα: η σταδιακή εξαφάνιση των κρίσιμων ζητημάτων που πυροδοτούσαν τη φαντασία οδήγησε σε δραματική συρρίκνωση του πνευματικού βίου. Η «εκδίκηση του ιερού», η επάνοδος δηλαδή της θρησκείας στο προσκήνιο με την πλέον βίαιη και μισαλλόδοξη εκδοχή της, καταδεικνύει το πνευματικό κενό της κοινωνίας μας.

Η Δύση αρχίζει αυτή την περίοδο να εξετάζει τα κορυφαία αυτά ζητήματα. Το χάρισμα της μνήμης, όμως, που υπόσχεται ψυχική ίαση από τις παραπάνω αγωνίες, αποτελεί τη μόνη διέξοδο. Το θέμα της παρακμής και η μελέτη του δεν πρέπει έτσι να αποσκοπεί σε τεχνητή διαιώνιση ενός παρηκμασμένου πολιτισμού, ούτε και να αποτελέσει προάγγελο επερχόμενου «ασιατικού αιώνα». Τι σημαίνει, άλλωστε, αυτό και ποιος είναι άραγε σε θέση να πει αν αυτό θα είναι καλό ή κακό για την ανθρωπότητα;

Το μέλλον θα μας φανεί λιγότερο ζοφερό αν αντλήσουμε συμπεράσματα από μία απλή αλήθεια: Οσοι διαθέτουν τα μέσα για να γράφουν ιστορία είναι εκείνοι που συνειδητοποιούν καλύτερα την τραγική φύση της. Οι καταστροφές του 20ού αιώνα είναι μέρος της κληρονομιάς μας. Είμαστε πλάσματα της παρακμής και της αβύσσου, διψασμένα για αναγέννηση και σωτηρία.
ΠΗΓΕΣ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
25-12-09 / The New York Times
Πλήρης  στοίχιση

Reblog this post [with Zemanta]

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

«Κουλτουριάρης» ή απλώς διανοούμενος;

Notes on Umberto Eco's lecture, "How I Wr...Image by marklarson via Flickr

Αυτοί που σήμερα είναι έτοιμοι να πυροβολήσουν τους διανοουμένους απλώς δεν διαβάζουν

του Ουμπέρτο Εκο

Πρόσφατα ξεκίνησε στην Ιταλία μια συζήτηση με μειωτικούς όρους, όπως «κουλτουριάρης» (culturame) και «σκουπίδι της διανόησης», ο οποίοι χρησιμοποιούνται πάλι ύστερα από δεκαετίες. Πολιτικοί σε πολλές κυβερνήσεις επιστρατεύουν αυτούς τους όρους για να μειώσουν τους διανοουμένους της αντιπολίτευσης.

Οπως θυμάμαι, ο όρος «κουλτουριάρης» εισήχθη από τον Μάριο Σέλμπα, τον ιταλό υπουργό Εσωτερικών στα τέλη της δεκαετίας του ΄40, άνδρα πιστό μόνο στη λογική του ροπάλου.

Ο Σπύρος Αγκνιου, ο αντιπρόεδρος του Ρίτσαρντ Νίξον, αναφερόταν σε «ξεπεσμένους υπερόπτες», φέρνοντας στο μυαλό τις παλιές, εβδομαδιαίες εφημερίδες επί φασισμού, οι οποίες γελοιοποιούσαν τους συγγραφείς ή τους διανοουμένους που δεν έλεγαν καλά το ρο, αναφερόμενες σε «γομαντικούς ποιητές». «Αβγοκέφαλοι» (eggheads) ήταν μια ανάλογη έκφραση που χρησιμοποιούνταν στα αγγλικά. Και κατά τη διάρκεια των πολιτικών αγώνων της μεταπολεμικής περιόδου, οι δεξιοί διαμορφωτές σκέψης αναβίωσαν την έκφραση «χρήσιμοι ηλίθιοι» , με την οποία ο Βλαντίμιρ Λένιν περιέγραψε τους διανοουμένους που απλώς συμπαθούσαν την Αριστερά. Ολοι αυτοί οι όροι ενισχύουν την ιδέα πως η περιφρόνηση για τους διανοουμένους είναι ένα χαρακτηριστικό της Δεξιάς. Λογικό επακόλουθο μοιάζει το να μην υπάρχουν δεξιοί διανοούμενοι, αφού όλοι οι διανοούμενοι είναι με την αντιπολίτευση.


Από τη φύση του ένας διανοούμενος είναι πάντα αντίθετος σε κάτι. Αλλά ακόμη και οι δεξιοί μπορούν να είναι αντίθετοι σε πολλά πράγματα. Εχουν υπάρξει σπουδαίοι συντηρητικοί διανοούμενοι, ορισμένοι ακόμη και αντιδραστικοί. «Αντιδραστικός» δεν είναι μια κακή λέξη. Πολλοί πνευματικοί άνθρωποι και καλλιτέχνες έχουν ονειρευτεί την επιστροφή σε μια παράδοση ή σε κάποιο «παλαιό καθεστώς».

Αντιδραστικός δεν είναι απαραιτήτως κάποιος που θέλει να πεινάσουν οι εργαζόμενοι ούτε είναι αυτομάτως φασίστας. Με αυτή τη λογική ο Δάντης ως διανοούμενος ήταν μέγας αντιδραστικός. Και στην εποχή μας πολλοί συγγραφείς δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επικρίνουν τους νεωτερισμούς, την τεχνολογία και την επαναστατική ουτοπία.

Πρόσφατα η ιταλική Δεξιά ανέδειξε ως πνευματικούς της «ήρωες» ανθρώπους που ήταν αριστεροί εξ ορισμού, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση (ίσως όχι άδικα) του ιταλού διανοουμένου και σκηνοθέτη Πιερ Πάολο Παζολίνι, δεδομένου ότι υπερασπίστηκε την επιστροφή ανθρώπων και φύσης στο προβιομηχανικό στάδιο.

Ελάχιστοι έξω από την Ιταλία (ή μέσα σε αυτήν) θα το θυμούνται αυτό, αλλά τη δεκαετία του ΄60 έγινε πολλή συζήτηση για την αναγέννηση μιας δεξιάς κουλτούρας. Κυκλοφόρησε ακόμη κι ένα περιοδικό, υπό τον τίτλο «La Destra» («Η Δεξιά»). Εκδότες όπως ο Μποργκέζε από μικροϋπερασπιστές του Αδόλφου Χίτλερ έφτασαν να εκδίδουν κείμενα του Σπύρου Αγκνιου (που κάποτε αποκλήθηκε «ο αντιδραστικότερος αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο άνδρας που λέει δυνατά ό,τι ο Ρίτσαρντ Νίξον λέει μέσα απ΄ τα δόντια του»).

Οι εκδόσεις Ρουσκόνι που είχαν εκδώσει πολλούς εκπροσώπους της «δεξιάς διανόησης», από τον ιάπωνα συγγραφέα Γιούκιο Μισίμα ως τον Ρουμάνο Βιντίλα Χορία, από τον ιταλό συγγραφέα Τζιουζέπε Πρετζολίνι ως τον συγγραφέα και πολιτικό Πανφίλο Τζεντίλε, ανακαλύπτουν και πάλι μια αληθινή, «μεγάλη» αντιδραστική φιλοσοφία, όπως αυτή του Ζοζέφ ντε Μεστρ, του γάλλου διπλωμάτη της μετεπαναστατικής εποχής, ο οποίος θεωρείται πρόδρομος του φασισμού.

Για να βρούμε μεγάλους συγγραφείς που ήταν ή είναι δεξιοί, συντηρητικοί ή αντιδραστικοί, χρειάζεται μόνο να κοιτάξουμε γύρω μας. Μπορούμε να βρούμε φασίστες ή αντισημίτες συγγραφείς, όπως ο Λουί-Φερντινάν Σελίν ή ο Εζρα Πάουντ, και εχθρούς της σύγχρονης εποχής, όπως ο αυστριακός ιστορικός της τέχνης Χανς Σεντλμαΐρ, ο γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ ή ο γάλλος διανοούμενος Ρενέ Γκενόν. Αν ψάξουμε τους καταλόγους των «δημοκρατικών» εκδοτών, μπορούμε να βρούμε προσπάθειες αριστερών να χαρακτηρίσουν «δικούς τους» δεξιούς συγγραφείς, όπως τον Ερνστ Γιούνγκερ ή τον Οσβαλντ Σπένγκλερ. Αραγε αυτοί οι δεξιοί συγγραφείς δεν είναι επίσης «κουλτουριάρηδες»;

Η αλήθεια είναι ότι αντιλαμβανόμαστε τη Δεξιά σαν να είναι κάτι ομοιογενές. Αλλά ακόμη και σε αυτούς τους κύκλους βρίσκουμε διανοουμένους που αναγνωρίζουν «τον εαυτό τους». Ακριβώς γιατί είναι διανοούμενοι, δεν κολλάνε εύκολα στους αντιπάλους τους την ταμπέλα του «σκουπιδιού της διανόησης» ή των «ξεπεσμένων υπεροπτών».

Αλλοι, πλάσματα του συστήματος των ρουσφετολογικών διορισμών, λακέδες των πολιτικών, που ενδιαφέρονται μόνο για την εξουσία (ή τα χρήματα), δεν έχουν ποτέ διαβάσει αρκετά για να γνωρίζουν ότι υπάρχουν δεξιοί διανοούμενοι. Βλέπουν μόνον τους αριστερούς της αντιπολίτευσης. Στα μυαλά τους ο διανοούμενος είναι συνώνυμο του αντίθετου. Οπως ο ναζιστής διοικητής της Λουφτβάφε Χέρμαν Γκέρινγκ, μόλις ακούν για κουλτούρα βγάζουν έξω τα ρεβόλβερ τους.

Αν και η απόδοση της φράσης στον Γκέρινγκ αμφισβητείται, η φράση ακούγεται στο φιλοναζιστικό έργο «Σλαγκέτερ» του Χανς Γιοστ: «Οταν ακούω για κουλτούρα, βγάζω το μπράουνινγκ μου». Αλλά αυτοί που σήμερα είναι έτοιμοι να πυροβολήσουν τους διανοούμενους δεν γνωρίζουν τίποτε για την προέλευση της φράσης. Δεν διαβάζουν. Απλώς δεν διαβάζουν.

Το τελευταίο βιβλίο του ιταλού συγγραφέα και δοκιμιογράφου Ουμπέρτο Εκο είναι «Η ιστορία της ασχήμιας». Εχει επίσης συγγράψει, μεταξύ άλλων, τα διεθνώς ευπώλητα βιβλία «Το όνομα του Ρόδου», «Μπαουντολίνο» και «Το εκκρεμές του Φουκώ».

© 2009 Umberto Εco/ L΄ Εspresso (Distributed by Τhe Νew Υork Τimes Syndicate)
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ,5 Δεκεμβρίου 2009
Reblog this post [with Zemanta]

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ & ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

I found this fascinating quote today:

Διάφοροι ορισμοί έχουν δοθεί στην έννοια «πολιτισμός». Αυτό καθιστά ιδιαίτερα δυσχερή τον προσδιορισμό του (όπως και τον καθορισμό της πολιτιστικής δραστηριότητας). Ως εκ τούτου, ένας μάλλον κατάλληλος τρόπος για να γίνει αυτή η προσέγγιση είναι να εξεταστεί η έννοια αυτή μέσω του διαχωρισμού της σε τεχνικό ή τεχνολογικό και σε πνευματικό πολιτισμό ή κουλτούρα.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More