Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και οι έφηβοι

Greek writer Aleksandros Papadiamantis photogr...Image via Wikipediaτης Mαριαννας Tζιαντζη

Μια μικρή παρέα μαθητών λυκείου συζητά για τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη. Η εικόνα αυτή μοιάζει βγαλμένη από μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, όμως είναι αληθινή, αφού την είδαμε στο «Σκοτεινό τρυγόνι» της περασμένης Δευτέρας. Στην Ελλάδα του 2011 υπάρχουν έφηβοι που διαβάζουν Παπαδιαμάντη και συζητούν γι’ αυτόν.

Το «Σκοτεινό τρυγόνι» είναι μια σειρά 12 εκπομπών 15λεπτης διάρκειας, που προβάλλονται κάθε Δευτέρα βράδυ στην ΕΤ1 με αφορμή τα 100 χρόνια από το θάνατο του Παπαδιαμάντη. Σε κάθε επεισόδιο αναπτύσσονται κάποιες πτυχές του έργου του συγγραφέα. Λόγιοι μιλούν, ηθοποιοί διαβάζουν, όμως αυτή τη φορά το λόγο τον είχαν οι έφηβοι.

Είναι αυτονόητο ότι το ενδιαφέρον των μαθητών για τον Παπαδιαμάντη δεν γεννήθηκε αυθόρμητα, αλλά προηγήθηκε η ενθάρρυνση από το σχολείο, την Ελληνογερμανική Σχολή Αθηνών. Σημασία επίσης έχει ότι οι μαθητές δεν το έπαιζαν μικροί σοφοί, δεν παπαγάλιζαν τα όσα είχαν ακούσει από τους καθηγητές τους, δεν έκαναν copy-paste από τα ετοιματζίδικα του Ιντερνετ. Αντίθετα, διατύπωναν τις δικές τους σκέψεις με όλη την αμεσότητα, ίσως και τη δροσερή αδεξιότητα της ηλικίας τους, μια αδεξιότητα που συχνά είναι πιο ενδιαφέρουσα και ζωογόνα από τον στεγνό ξερολισμό πολλών ενηλίκων.

«Τα 15–16 είναι η μικρότερη ηλικία που μπορεί κανείς να διαβάσει και να εκτιμήσει τον Παπαδιαμάντη», λέει ένας μαθητής. Φέτος η τάξη του διάβασε το «Ονειρο στο κύμα» και τη «Φόνισσα» (full text, όπως θα έλεγαν οι πρόγονοί μας) ενώ την αρχική απροθυμία και τη δυσκολία προσαρμογής των παιδιών στο ύφος του συγγραφέα διαδέχτηκε το ενδιαφέρον τους για την πλοκή, τους χαρακτήρες και τις κοινωνικές συνθήκες εκείνης της εποχής.

Οι ίδιοι οι μαθητές παρατήρησαν ότι η γραφή του Παπαδιαμάντη «δεν αποδίδεται ακριβώς στα νέα ελληνικά», αν και η μετάφραση είναι απαραίτητη για τους μαθητές του δημοτικού. Και αν η πλοκή, το περιεχόμενο προσελκύσει τα παιδιά, είναι πολύ πιθανό, λίγα χρόνια αργότερα, να ενδιαφερθούν να διαβάσουν Παπαδιαμάντη στο πρωτότυπο, παρατήρησαν οι μαθητές. Λαϊκά αναγνώσματα ήταν τα διηγήματα και τα μυθιστορήματα του Παπαδιαμάντη, αφού πρωτοδημοσιεύονταν σε εφημερίδες και περιοδικά. Εγγράμματοι βιοπαλαιστές ήταν πολλοί από τους πρώτους αναγνώστες τους, όπως βιοπαλαιστής της πένας ήταν και ο συγγραφέας τους.

Αυτό που ήταν κάποτε λαϊκό και απευθυνόταν σε όλο τον κόσμο, έχει γίνει σήμερα σχεδόν αριστοκρατικό, όμως το «Σκοτεινό τρυγόνι» έδειξε ότι και οι σημερινοί έφηβοι μπορούν να κολυμπήσουν σ’ αυτά τα νερά, που δεν είναι βαθιά και σκοτεινά αλλά γάργαρα και γεμάτα εκπλήξεις.

ΠΗΓΗ: εφημ.ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 11-6-2011
Enhanced by Zemanta

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Η κρίση του Βιζυηνού

Η κρίση του Βιζυηνού


Φαντάζομαι ότι θα τυχαίνει κάποτε, σε αναπάντεχες συνήθως στιγμές, να θυμηθείτε το δίστιχο του Βιζυηνού «μετεβλήθη εντός μου / και ο ρυθμός του κόσμου». Έχει πια γίνει εμβληματική φράση, που με τη λιτή δύναμή της αντιστέκεται στην κακή τύχη της υπόλοιπης ποίησής του. Από τόσο λυρισμό, που βούλιαξε στον καιρό, είναι ειρωνικό ότι σώθηκαν στη συλλογική μνήμη κάποια θραύσματα, τα οποία ορισμένοι εκδότες συγκαταλέγουν υπό την ενότητα «στίχοι γραμμένοι στο φρενοκομείο»,1 και δυο τρία ακόμη ποιήματα που ανήκουν στη «διαυγή» περίοδο...

Αι αρχαί των τεχνών

Αι αρχαί των τεχνών
του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΙΖΥΗΝΟΥ
Αι τέχναι, όπως πάσα ενέργεια εν γένει, κέκτηνται κατ' ανάγκην, πλην της ιστορίας των αποτελεσμάτων αυτών, και μίαν άλλην ιστορίαν, την ιστορίαν των αιτιών των παραγουσών τ' αποτελέσματα ταύτα. Η δ' ιστορία αυτή, ασύνδετος προς ονόματα, η αυτή κατά πάντα χρόνον, διά πάσαν χώραν, και διά πάντα τεχνίτην, θα ήτο κατάλληλος να πληρώση το κενόν το υφιστάμενον έτι μεταξύ της αρχής των τεχνημάτων και της αρχής των τεχνών...

Με αφορμή τον «Μοσκώβ-Σελήμ»


Το έργο του Βιζυηνού με έχει «παγιδεύσει» για χρόνια σε επανειλημμένες αναγνώσεις. Θα επεξεργαστώ, στη συνέχεια, αυτή την εντύπωση της «παγίδευσης», συνδέοντάς την με διεξόδους που μοιάζει να δίνει το έργο του Βιζυηνού σε σύγχρονα ζητούμενα της ανθρωπολογίας της τέχνης...

Πέμπτη 29 Απριλίου 2010

Για τη γλώσσα των Βιζυηνού - Παπαδιαμάντη

image
Γεώργιος Βιζυηνός

image
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
ΠΗΓΗ: Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου (Κατεύθυνσης) , Βιβλίο Καθηγητή

Παρασκευή 23 Απριλίου 2010

Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Φάκελος, παραλογοτεχνία


της Μικέλας Χαρτουλάρη

Η παραλογοτεχνία δίπλα στη λογοτεχνία. Ούτε χαμηλότερα ούτε εναντίον της. Δύο κόσμοι, δύο κώδικες, δύο τρόποι γραφής παράλληλοι και συμπληρωματικοί. Η πρώτη, πεζή, ταπεινή, ξενόφερτη, σέρνεται στα καταγώγια υποταγμένη σε εφήμερες ανάγκες, πραγματικές ή πλασματικές. Η δεύτερη, σοβαρή ή (συχνότερα) σοβαροφανής, ανεβαίνει στους αιθέρες. Η Γυφτοπούλα και η Φόνισσα. Διότι «ο Παπαδιαμάντης-μυθιστοριογράφος ανήκει στην παραλογοτεχνία ενώ ο Παπαδιαμάντης-διηγηματογράφος ανήκει στη λογοτεχνία», παρατηρεί χωρίς φόβο και πάθος ο Παναγιώτης Μουλλάς. Χάρη σ΄ αυτόν τον εκλεκτό μελετητή των νεοελληνικών γραμμάτων, που από το ΄60, όντας στο Παρίσι, μετείχε στον διεθνοποιημένο διάλογο για τη λαϊκή λογοτεχνία, έχουμε σήμερα ένα πολύτιμο (και συναρπαστικό) βιβλίο, ελεύθερο από ιδεολογήματα: τον Χώρο του Εφήμερου με τα Στοιχεία για την παραλογοτεχνία του 19ου αιώνα (Εκδ. Σοκόλη). Όπου η «παραλογοτεχνία» αντιμετωπίζεται δικαιότερα απ΄ ό,τι συνηθίζουν οι φιλόλογοι, κριτικοί και ιστορικοί της λογοτεχνίας, σαν «προστάδιο και προεικόνισμα» για τη λεγόμενη και σήμερα, «μαζική κουλτούρα». Μιλάμε δηλαδή για ένα είδος διαφορετικό από τα προεπαναστατικά λαϊκά αναγνώσματα του τύπου Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου, τα συνδεδεμένα με την αγροτική ύπαιθρο, τη συλλογική δημιουργία και την προφορικότητα · για ένα «παιδί» των αστικών κέντρων, απότοκο των νέων όρων και τρόπων ζωής του 19ου αι. Εννοούμε εδώ την αστικοποίηση, τη βιομηχανική επανάσταση, τις τεχνολογικές καινοτομίες, την υποχώρηση του αναλφαβητισμού. Και ειδικότερα τη θεαματική ανάπτυξη του Τύπου, που από το 1830 εισέρχεται, πρώτα στη Γαλλία, σε μια νέα εποχή: την εποχή του μεγάλου μη προνομιούχου κοινού, το οποίο είναι έτοιμο να καταναλώνει σε καθημερινή βάση μια «λογοτεχνία για όλους»....

Όπως τα λαϊκά μυθιστορήματα σε συνέχειες (επιφυλλιδικά), που γεννιούνται σ΄ αυτό το εφήμερο πλαίσιο, και μοιάζουν με τις επίκαιρες και δημοφιλείς αφηγήσεις των ειδήσεων του αστυνομικού δελτίου... Εμβληματικό έργο, τα Μυστήρια των Παρισίων του Ευγένιου Σύη, και, στα ελληνικά πράγματα, καμιά 200αριά τίτλοι. Πρόκειται για ένα φαινόμενο συνολικό και συλλογικό, μας λέει ο Μουλλάς, ο οποίος ξεχωρίζει επειδή αντιμετωπίζει την παραλογοτεχνία στην ουσία της και στις πολλαπλές μορφές και διασυνδέσεις της. Όχι για να επανεκτιμήσει γνωστά ή «αγνοημένα» μυθιστορήματα του 19ου αι. αλλά για να φωτίσει τις γενικές συνθήκες παραγωγής τους. Έτσι το βιβλίο του δεν είναι θεωρητική διατριβή, ιστορική μελέτη, βιβλιογραφία ή διακήρυξη, αλλά ένας «φάκελος» που μας δίνει άγνωστες πληροφορίες για την ελληνική κοινωνία, και που μακάρι να εγκαινιάσει μια συζήτηση.

Σαν τα δημοφιλή τηλεοπτικά σήριαλ και όχι σαν τα σημερινά μπεστσέλερ. Έτσι λειτουργούσαν τα λαϊκά μυθιστορήματα του 19ου αι. Εναρμονίζονταν με τις μαζικές προσδοκίες και δυνατότητες. Γραμμένα χωρίς αισθητικές αξιώσεις από δημοσιογράφους, φοιτητές, δικηγόρους, στρατιωτικούς- ανθρώπους όχι λόγιους (αν και υπάρχουν εξαιρέσεις λ.χ.Μπαλζάκ, Δουμάς, Παπαδιαμάντης κ.ά.), αναπαρήγαγαν την πραγματικότητα αντί να δημιουργούν μια νέα (όπως κάνει η λογοτεχνία), λειτουργώντας συναινετικά και επαναλαμβάνοντας τα ιδεολογικά, κοινωνικά, γλωσσικά στερεότυπα. (Ενώ λ.χ. οι λόγιοι μετά το 1880 είναι δημοτικιστές, αυτά είναι γραμμένα στην καθαρεύουσα των σχολείων). Παρ΄ ότι όμως ήταν γεμάτα αφέλειες και κοινοτοπίες, είναι λάθος να τα αγνοούμε. Διότι «ενώ στη λογοτεχνία προβάλλεται η εικόνα του (ατομικού) συγγραφέα, στην παραλογοτεχνία προβάλλεται η εικόνα του (συλλογικού) αναγνώστη». Αυτά τα μυθιστορήματα συμπληρώνουν δηλαδή την εικόνα του κόσμου, φωτίζοντας το συλλογικό φαντασιακό και δείχνοντάς μας πώς λειτουργούσε ο μέσος άνθρωπος τον 19ο αιώνα. Εκεί λ.χ. μπορεί κανείς να ανιχνεύσει «το αντι-δυτικό του πνεύμα, τον εθνικισμό του, τις μισαλλόδοξες θρησκευτικές απόψεις του» κ.ο.κ.

Εκατόν πενήντα τρία λαϊκά πεζογραφήματα από το 1853 ώς το 1900. Τόσα καταλογογραφούνται για πρώτη φορά στον Χώρο του εφήμερου, γραμμένα όχι από τους Κονδυλάκηδες αλλά από τους Παπακαλιάτηδες της εποχής- όπως ο υπολοχαγός Νικόλαος Βωτυράς- και από κάποιες Μιρέλλες όπως η Αγγελική Λούβαρη, η Αικατερίνη Καλαφάτη, η Μαρία Μηχανίδου ή η Ευγενία Ζωγράφου. (Το είδος επιβίωσε στην Ελλάδα ώς τις αρχές του 20ού αι. με την Ιωάννα Μπουκουβάλα- Αναγνώστου). Ο Π. Μουλλάς τα ανακάλυψε σε ιδιωτικές κυρίως συλλογές και παρουσιάζει τα πιο αντιπροσωπευτικά με γλαφυρότητα, χωρίς ξερή θεωρητικολογία, ερμηνεύοντάς τα μέσα από το ιστορικο-κοινωνικό πρίσμα του νεαρού ελληνικού κράτους. Τα κριτήριά του δεν είναι ποιοτικά αλλά ποσοτικά, και δεν έχει διάθεση αξιολόγησης. «Έχει σημασία» μου έλεγε, «να τα μελετήσουμε για να ξέρουμε πού ήταν η βάση, ποιο ήταν το μέσο γούστο. Μόνο έτσι μπορούμε να καταλάβουμε λ.χ. τι σημαίνει να εμφανίζεται σ΄ αυτόν τον χώρο ένας Βιζυηνός, ή αργότερα ένας Σεφέρης ή ένας Τσίρκας...». Ενώ όμως υπάρχει μια πλουσιότατη διεθνής βιβλιογραφία για το παραλογοτεχνικό φαινόμενο (ο όρος καθιερώθηκε το 1967), από τον Γκράμσι, τους Αντόρνο-Μαρκούζε, τον Μπαρτ ώς τον σημειολόγο Έκο κ.ά., η μελέτη του στον τόπο μας κατακερματίζεται και παραμένει ανεπαρκής, αμήχανη και σπασμωδική. Κρίμα γιατί τέτοια σύνθετα φαινόμενα θέτουν εκ νέου το ερώτημα, «Τι είναι η λογοτεχνία;»...

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 29 Σεπτεμβρίου 2007
Reblog this post [with Zemanta]

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Ηξερε ο Καβάφης ελληνικά;

του Γ. ΒΕΛΟΥΔΗ, καθηγητή πανεπιστημίου


Το ερώτημα: «ήξερε ο Καβάφης ελληνικά;» το προκάλεσε η διαβόητη για το δογματισμό της απόφανση του Σεφέρη για τους «τρεις ποιητές μας», Σολωμό, Κάλβο και Καβάφη, που «δεν ήξεραν ελληνικά». 

Σε μια πρόσφατη μελέτη μου για τη γλώσσα του Σολωμού παρατηρούσα ότι η προκλητική αυτή παρέμβαση του Σεφέρη συνεξέφραζε, την ιστορική εκείνη στιγμή (1936/37), «τη νέα προσπάθεια για την επίσημη, εκ των άνω, επιβολή της νέας, "δημοτικής", "εθνικής" κοινής με τη Νεοελληνική Γραμματική (1941) του Μ. Τριανταφυλλίδη, της οποίας προπαγανδιστής και πάτρωνας ήταν ακριβώς ο ανώτατος πολιτικός προϊστάμενος (και) του Σεφέρη: ο Ι. Μεταξάς». 

Ο Καβάφης και οι άλλοι δύο συγκατηγορούμενοί του στο έκτακτο γλωσσοδικείο του Σεφέρη είχαν, παρά τις μεγάλες διαφορές μεταξύ τους, ένα κοινό γνώρισμα: ήταν και οι τρεις Ελληνες της Διασποράς, που είχαν περάσει όλη τη ζωή τους, όπως π.χ. και ο Κοραής, έξω από την Ελλάδα, σ' ένα πολυγλωσσικό περιβάλλον, ήταν και οι τρεις πολύγλωσσοι και είχαν την εξαιρετική τύχη να μην πάνε ποτέ σ' ελληνικό σχολείο - και επομένως δεν ήταν καθόλου προδιατεθειμένοι να ξαπλώσουν, μετά θάνατον και παρά τη θέλησή τους, στη «δημοτικιστική» κλίνη του Μεταξά, του Σεφέρη, του Τριανταφυλλίδη ή οποιουδήποτε άλλου Προκρούστη της γλωσσικής «εθνικής ενότητας». 

Θα συνοψίσω εδώ, προκαταβολικά, τα πορίσματα μιας συστηματικότερης μελέτης για τη γλώσσα (της ποίησης) του Καβάφη: 

α) Το γλωσσικό μίγμα των ελλήνων εμπόρων της Διασποράς αποτελούσε τη βάση της γλώσσας του Καβάφη. 

β) Η ποιητική γλώσσα του Καβάφη αποτελεί ένα μίγμα, του οποίου βασικό υλικό είναι η μητρική του γλώσσα και η γλώσσα που μιλιόταν στο άμεσο κοινωνικό του περιβάλλον· σ' αυτό έχουν προσμιχθεί γλωσσικά στοιχεία που έχουν αντληθεί από τους αρχαίους και τους μεσαιωνικούς έλληνες συγγραφείς, που διάβαζε ο Καβάφης. 

γ) Το γλωσσικό αυτό μίγμα υποστηρίζεται θεωρητικά από την αντίληψη του Καβάφη για τη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας - μια αντίληψη που εκτείνεται σ' ολόκληρη την ελληνική ιστορία. 

δ) Ο Καβάφης έμεινε συνειδητά αμέτοχος στο «γλωσσικό αγώνα» που πυροδότησε το Ταξίδι (1888) του Ψυχάρη - σ' αντίθεση με τους Ελληνες της «εμπορικής» Διασποράς Π. Βλαστό και Α. Πάλλη· ταυτόχρονα, δεν πήρε μέρος στους (ψευτο-)εθνικούς αγώνες, που συγκλόνισαν την Ελλάδα της εποχής του: ο Καβάφης ήταν και στα «εθνικά» ζητήματα, όπως και στην ποίησή του, ένας «κριτικός ρεαλιστής». 
 
ε) Ο Καβάφης δεν μπορούσε να υποτάξει τις καλλιτεχνικές-ποιητικές εκφραστικές του ανάγκες σε ένα «γλωσσικό μοντέλο» - ούτε του Κοραή, του Κόντου ή του Ψυχάρη. 

Ενα υποτιθέμενο γλωσσικό «λάθος», η χρήση του «λανθασμένου» λαϊκού τύπου της προστακτικής επέστρεφε στο ομότιτλο ποιητικό μικρογράφημα του Καβάφη (1904/1909/1912), που προξένησε τόση αμηχανία στους μελετητές του, μπορεί να ερμηνευτεί ως ένα αριστοτεχνικό εκφραστικό μέσο της ποιητικής του: Ο Καβάφης ήξερε, βέβαια, και τον ορθό τύπο της προστακτικής επίστρεφε, επέλεξε όμως, μ' εξαιρετική ποιητική ευφυΐα, το λαϊκό επέστρεφε, για να εκφράσει, και «φωνητικά», την έννοια της «επανάληψης». Η κεντρική για το συντομότατο αυτό ποίημά του έννοια αυτή εκφράζεται όχι μόνο με πολλούς γλωσσικούς δείκτες (συχνά, πάλι, όταν... όταν), αλλά και με την επανάληψη, και μάλιστα το διπλασιασμό, των τεσσάρων φωνηέντων (ε) του τίτλου στο «εσωτερικό» του ποιήματος: επέστρεφε και παίρνε με.
 
Ο Καβάφης ήξερε την (αρχαία, μεσαιωνική και νέα) ελληνική γλώσσα, όπως άλλωστε και τη μετρική, πολύ καλύτερα από το Σεφέρη και τους άλλους πτυχιούχους της Νομικής: σαν επιστήμονας γλωσσολόγος. 

Τα γλωσσικά ενδιαφέροντά του επέδειξε ο Καβάφης με την κριτική του παρέμβαση στο έργο δύο (νεο)ελληνιστών, του άγγλου J. Blackie (1891) και του γάλλου Η. Pernot (1918), ενώ τη γλωσσολογική του ιδιοφυΐα απέδειξε μ' ένα μικρό αλλά πρωτότυπο «ετυμολογικό» άρθρο του για την ορθογράφηση του ονόματος «Χρίστος» (Χρίστος και όχι Χρήστος, 1901): Ο Καβάφης τεκμηριώνει, πειστικά και οριστικά, την ορθή γραφή του ονόματος «Χρίστος», ετυμολογώντας το από το αρχαίο επίθετο «Χριστός». Τα ερμηνευτικά του επιχειρήματα τα αντλεί ο Καβάφης με εκπληκτική ευστροφία από αρχαία και νεότερα παραδείγματα, για να καταλήξει στο διπλό συμπέρασμα ότι ο παρατονισμός του ονόματος (Χρίστος>χριστός) εξηγείται πρώτον μεν από τον κανόνα μετακίνησης του τόνου από τη λήγουσα στην παραλήγουσα, σε αρχαία επίθετα, όταν γίνονται κύρια ονόματα, «και δεύτερον με την ευσεβή συνήθειαν να διαφέρη κατά τύπον από του θείου επιθέτου». 

Με τη δεύτερη αυτή παρατήρησή του ο Καβάφης υποδεικνύει, χάρη στις μαρτυρημένες ανθρωπολογικές του μελέτες, ένα γλωσσικό φαινόμενο άγνωστο ακόμα και σε πολλούς - πανεπιστημιακούς - γλωσσολόγους: την ανάγκη για τη διάκριση ανάμεσα στο «βέβηλο» και τον «ιερό» τύπο μιας λέξης. Στα «ονοματολογικά» παραδείγματα του Καβάφη μπορούμε να προσθέσουμε την αντιπαράθεση του «βέβηλου» Σταύρος στο «ιερό» σταυρός.
 
Πάνω στην ίδια διάκριση «ιερό» vs. «βέβηλο» στηρίζονται όχι μόνο οι χριστιανικές λέξεις-ταμπού ύδωρ-νερό, άρτος-ψωμί, οίνος-κρασί κ.ά., αλλά και η αρχαία, «ειδωλολατρική», απαγόρευση της ονοματοθεσίας των θνητών με τα ονόματα των θεών τους. Η μεταγενέστερη παραλαβή των πρώην «ιερών» αυτών ονομάτων (Ερμής, Αρτεμις, Αθηνά, Αφροδίτη κ.ά.) από τους χριστιανούς σήμαινε, εννοείται, και τη «βεβήλωση», την αποϊέρωση, των αρχαίων θεϊκών ονομάτων.
Reblog this post [with Zemanta]

Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

Διονύσιος Σολωμός, Κρητικός

της Φιλολόγου Ιωάννου Φωτεινής


Α. Στοιχεία Τεχνικής

Αφηγηματικά στοιχεία 
1. Ο Αφηγητής
Ο Αφηγητής είναι δραματοποιημένος (ομοδιηγητικός), συμμετέχει στα δρώμενα ως πρωταγωνιστής (αυτοδιηγητικός) και η εστίαση είναι εσωτερική. Η αφήγηση γίνεται σε α΄ γραμματικό πρόσωπο ( μίμηση ή άμεση αφήγηση).

2. Η Αφήγηση
Τα γεγονότα δεν ξετυλίγονται με τη σειρά με την οποία διαδραματίστηκαν, αλλά υπάρχει μια κύρια, ευθύγραμμη αφηγηματική πορεία, που αρχίζει στα μισά της ιστορίας ( in media res) και που διακόπτεται από αναδρομικές ( αναλήψεις) και πρόδρομες αφηγήσεις (προλήψεις).Οι αναλήψεις και οι προλήψεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν επιβραδύνσεις καθώς καθυστερούν την εξέλιξη της πορείας των γεγονότων της κύριας αφήγησης.

Στους τέσσερις τελευταίους στίχους του 5ου αποσπάσματος υπάρχει αφηγηματικό κενό. Ο αφηγητής δεν μας πληροφορεί τι ακριβώς συνέβη σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα, προφανώς επειδή δεν υπάρχει κάτι σημαντικό και ενδιαφέρον.

3. Ο χρόνος των γεγονότων της ιστορίας
α). Ο ιστορικός χρόνος Δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια, καθώς γίνονται αναφορές χωρίς χρονολογικές σημάνσεις. Πρόκειται όμως για την περίοδο 1823-1824 (επανάσταση των Κρητών εναντίον των Τούρκων, καταστολή της επανάστασης, σφαγές πληθυσμών, φυγή χιλιάδων Κρητών προς Επτάνησα, Δ. Πελοπόννησο, Κύθηρα.)

β). Τα τέσσερα χρονικά επίπεδα της αφήγησης.
Κατά τον Ε. Καψωμένο, τα χρονικά επίπεδα την αφήγησης είναι τέσσερα.
Τα επεισόδια καλύπτουν όλες τις χρονικές βαθμίδες ως προς το χρόνο των γεγονότων, το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Υπάρχει και ένα υπερβατικό απώτερο μελλοντικό χρονικό επίπεδο. Τα χρονικά επίπεδα δεν ακολουθούν το ένα το άλλο με τη φυσική τους σειρά αλλά διαπλέκονται με αναλήψεις και προλήψεις.
- Το πρώτο επίπεδο καλύπτει την κύρια αφήγηση, το παρόν: το χρόνο του ναυαγίου και της εμπειρίας του αφηγητή (Φεγγαροντυμένη, μαγευτικός ήχος).
- Το δεύτερο αφορά στο παρελθόν με αναλήψεις: προϊστορια του ήρωα στην Κρήτη.
- Το τρίτο αφορά στο μέλλον με πρόδρομες αφηγήσεις: η ζωή του ήρωα ως πρόσφυγα μετά το ναυάγιο και την απώλεια της αγαπημένης του.
- Το τέταρτο βρίσκεται στο απώτατο μέλλον, είναι υπερβατικό και μεταφυσικό: οραματισμός έσχατης κρίσης.

4.Ο χώρος σε σχέση με τα επίπεδα της αφήγησης.
 
α). Ο χώρος των γεγονότων της κύριας αφήγησης είναι το πέλαγος και η ακτή.
β). Η αφήγηση μεταβαίνει στο παρελθόν και χώρος των γεγονότων είναι τώρα η Κρήτη και πιο συγκεκριμένα ο Ψηλορείτης και η Λαβύρινθος, το χωριό του αφηγητή.
γ). Ένας απροσδιόριστος χώρος στον οποίο ζει ο αφηγητής ως πρόσφυγας ζητιάνος μετά τη διάσωσή του.
δ). Ο υπερβατικός χώρος του Παραδείσου, όπου ο αφηγητής συνομιλεί με τις ψυχές των νεκρών και 
και εμφανίζεται η νεκρή αγαπημένη του.

Β. Αυτοβιογραφικά στοιχεία Κρητικού. 
 
Ο “ Κρητικός ” δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτοβιογραφικό έργο, ωστόσο αντανακλώνται σ΄ αυτό κάποια αυτοβιογραφικά στοιχεία ανάμεσα στα οποία θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν:

α). Η καταγωγή του πατέρα του ποιητή, του κόντε Σολωμού από την Κρήτη.
β). Η αναγκαστική φυγή της οικογένειας Σολωμού από την Κρήτη αμέσως μετά τις επιθέσεις των Τούρκων στο νησί το 1669 και η εγκατάστασή τους στη Ζάκυνθο το 1670. Πιθανόν το γεγονός αυτό δημιούργησε στον ποιητή την αίσθηση του πρόσφυγα.
γ). Η βαθύτατη αγάπη του Σολωμού για τη μητέρα του Αγγελική Νίκλη, η οποία όμως κλονίστηκε σοβαρά κατά τη διάρκεια του δικαστικού αγώνα του Σολωμού με τα υπόλοιπα παιδιά της σχετικά με το μοίρασμα της περιουσίας του κόντε Νικόλαου Σολωμού. Ίσως η συμπεριφορά της αυτή δημιούργησε στον ποιητή ένα βαθύ αίσθημα μητρικής στέρησης, η οποία σύμφωνα με τους μελετητές εικονίζεται στο θαυμασμό του προς τις εξωπραγματικές γυναικείες μορφές, όπως είναι η Φεγγαροντυμένη.

Γ. Διακειμενικότητα του Κρητικού

Οι διακειμενικές σχέσεις στο ποίημα μπορούν να διακριθούν σε ελληνόγλωσσες και ξενόγλωσσες. 
Στις ελληνόγλωσσες εντάσσονται:
α) το δημοτικό τραγούδι β) η Κρητική λογοτεχνία- ο Ερωτόκριτος γ) η Αγία Γραφή δ) η μεταβυζαντινή λαϊκή ποίηση. Υπάρχουν επίσης επιρροές από την αρχαία ελληνική σκέψη και κοσμοθεωρία και ειδικότερα από την πλατωνική φιλοσοφία.

Στις ξενόγλωσσες εντάσσονται: α) ο Ιταλικός κλασικισμός και νεοκλασικισμός β) Οι Γερμανοί ιδεαλιστές φιλόσοφοι (Κάντ, Χέγκελ) πιο συγκεκριμένα:

1 [18]
- Δημοτικό τραγούδι: χρήση ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου (χρησιμοποιείται σε ολόκληρο το ποίημα) -χρήση του αριθμού τρία
- Κρητική λογοτεχνία : ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία
- Ευρωπαίοι ρομαντικοί: περιγραφή τρικυμίας - έντονη δράση στοιχείων της Φύσης.

2 [19]
- Δημοτικό τραγούδι: χρήση αριθμού τρία - κλιμακωτό σχήμα με τον τριπλό όρκο του αφηγητή συνομιλία με τους νεκρούς - πόρτα του Παραδείσου
- Κρητική λογοτεχνία: πόρτα του Παραδείσου (Ερωφίλη του Χορτάτση).
- θεία κωμωδία του Ντάντε: περιγραφή οράματος της έσχατης κρίσης 
- Αγία Γραφή: περιγραφή οράματος της έσχατης κρίσης
3 [20]
Ερωτόκριτος: στίχος 2. 
Άγγλοι προρομαντικοί: στίχοι 3-10 παρουσίαση νυχτερινής γαλήνης μετά την τρικυμία
Ντάντε- Πετράρχης- Γκαίτε- Σίλλερ- Αποκάλυψη του Ιωάννη (1β,1):όραμα Φεγγαροντυμένης Ιπποτικό μυθιστόρημα “Ιμπέριος και Μαργαρώνα”: στίχος 14
4 [21]
Ερωτόκριτος: στίχοι 5-6/11-12/ 21/ 29/ 37 
Πλάτωνας: στίχοι 13-18 (θεωρία των Ιδεών)
Δημοτικό τραγούδι: στ 14-16 (μοτίβο του τρία)
Επιστημονικά κείμενα (μυστικιστικές ιδεολογίες): στίχος 10 
Το όραμα της Φεγγαροντυμένης μας παραπέμπει στην Παλαιά Διαθήκη, στους εκκλησιαστικούς ύμνους, στη Αποκάλυψη του Ιωάννη, στις νύμφες του Ιταλικού κλασικισμού και νεοκλασικισμού, στον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, στον Δάντη, τον Πετράρχη, τον Γκαίτε.

5 [22]
Αρχαία ελληνική λογοτεχνία: μοτίβο ονείρου στίχοι 9-14  
Οδύσσεια: στίχοι 18/34 
Πατερικά κείμενα, εκκλησιαστική υμνολογία: στίχος 49 (ανεκδιήγητοι ήχοι).
Πλατωνική και χριστιανική δυϊδιστική αντίληψη για τον κόσμο και για τον άνθρωπο: στίχοι 53-54.

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, ένθετο ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ, 29-12-2007

Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Μετά είκοσι έτη

Το έργο του Ιωάννου αποτελεί κομβικό σταθμό για την πεζογραφία μας


... ... ...

Γιώργου Ιωάννου,Στου Κεμάλ το σπίτι

image

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Η ανήσυχη δεκαετία του ΄60

του Δ. Τζιόβα, καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Βirmingham της Αγγλίας


Η δεκαετία του ΄60 θεωρείται μια περίοδος απελευθερωτικής ζωντάνιας, αμφισβήτησης και αντικομφορμισμού με πρωταγωνιστή τη νεολαία και τη δράση των ποικίλων ομάδων της (από στρατευμένους αριστερούς μέχρι τους teddy boys). Και αυτή η εικόνα αποτυπώνεται στην πρόσφατη έκδοση Διονύσης Σαββόπουλος - Του ΄60 οι εκδρομείς: κοσμογονία στη μουσική, άνοιξη στα εικαστικά και τον κινηματογράφο, μετασχηματισμός του αστικού τοπίου, εξοικείωση με την τεχνολογία. Ηταν όμως τα «σίξτις» αποκλειστικά μια εποχή γεμάτη ευφορία και δυναμισμό ή εξέπεμπε και κάποια δόση υπαρξιακής αγωνίας και αβεβαιότητας για το μέλλον; Στις διάφορες επισκοπήσεις της ελληνικής δεκαετίας του ΄60 κυριαρχούν οι άλλες τέχνες, ενώ η λογοτεχνία δεν φαίνεται να κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της εικόνας για αυτά τα τόσο επίμαχα και σημαντικά χρόνια. Κι όμως οι εξελίξεις στη λογοτεχνία ήταν πλούσιες και πολυσχιδείς προσθέτοντας χτυπητές πινελιές στο πολύχρωμο φάσμα της δεκαετίας...


Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/#ixzz0iqCXefx6
Under Creative Commons License: Attribution

Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

Ν. ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, “ΠΟΙΗΣΗ 1948” - Μ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, “ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ Ε…1949”

 

image  

  image

 

«Ποίηση 1948»

 

«Στον Νίκο Ε…1949»

 

Tούτη εποχή

του εμφυλίου σπαραγμού

δεν είναι εποχή

για ποίηση

κι άλλα παρόμοια

σαν πάει κάτι

να γραφεί

είναι

ως αν

να γράφονταν

από την άλλη μεριά

αγγελτηρίων θανάτου

γι αυτό και

τα ποιήματά μου

είναι τόσο πικραμένα

(και πότε άλλωστε- δεν ήσαν;)

κι είναι

-προ πάντων-

και

τόσο

λίγα

Φίλοι

Που φεύγουν

Που χάνονται μια μέρα

Φωνές

Τη νύχτα

Μακρινές φωνές

Μάνας τρελής στους έρημους

δρόμους

Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση

Ερείπια

Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες

Εφιάλτες,

Στα σιδερένια κρεβάτια

Όταν το φως λιγοστεύει

Τα ξημερώματα.

(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει

για όλα

αυτά;)

 

Ν. Εγγονόπουλος

«ΕΛΕΥΣΙΣ», 1948

 

Μ. Αναγνωστάκης

«ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ», 1949

 

 

 

«ΠΟΙΗΣΗ 1948»

 

Ν. Εγγονόπουλος- Βασικά χαρακτηριστικά της ποίησης του

 

• Επιρροή από το κίνημα του υπερρεαλισμού.

• Τα ποιήματά του διαθέτουν χιούμορ, ταυτόχρονα όμως

πικρία.

• Λόγος απλός / λιτός /καθημερινός.

 

Ο Εγγονόπουλος όχι μόνον έχει θητεύσει στον υπερρεαλισμό αλλά θεωρείται και από του θεμελιωτές του ως λογοτεχνικού ρεύματος, ειδικά στην ποίηση. Έτσι και στο κείμενο αυτό μπορούμε να διακρίνουμε αρκετά στοιχεία υπερρεαλισμού όπως:

 

•    Αφαιρετικός λόγος, πύκνωση νοημάτων.

• Συνυποδήλωση νοημάτων, ιστορικών γεγονότων και συναισθημάτων (στ. 2).

•  Συνειρμική δίπλωση νοημάτων, αυτόματη γραφή (στίχος 17).

 

Και τα τρία αυτά στοιχεία εξυπηρετούν το χαμηλόφωνο ύφος και τον εξομολογητικό τόνο του κειμένου.

 

 

·        Απουσία μέτρου, ομοιοκαταληξίας, στίξης και γενικά η ελευθερία στίχου.

• Ο θρυμματισμός του στίχου που εξυπηρετεί την αναλογία ατμόσφαιρας ποιήματος και εποχής αλλά και ποιήματος – ψυχισμού του ποιητή.

• Η έντονη και μακάβρια εικόνα που δημιουργείται με την παρομοίωση στους στίχους 9-13.

• Η χρήση της ποίησης ως μέσου σύζευξης του παρόντος με το παρελθόν, των ιστορικών γεγονότων και των συναισθημάτων, γενικών και ατομικών.

 

Γενικά ο υπερρεαλισμός βοηθάει στην απόδοση, με λιτότητα και χωρίς μελοδραματισμό, μιας κατάστασης σπαραγμού και θανάτου που χαρακτηρίζει την εποχή στην οποία αναφέρεται το ποίημα.

 

Παράλληλα, διευκολύνει τον ποιητή να κάνει φανερό το στόχο γραφής του ποιήματος.

 

Ο Εγγονόπουλος, με το ποίημα αυτό, εξομολογείται τα συναισθήματά του σε σχέση με την εποχή, δικαιολογείται για την πενιχρή ποιητική του δημιουργία και εξομολογείται για τη φαινομενική απουσία του από τα δρώμενα.

 

Θεματικός πυρήνας του ποιήματος

 

Ο Εγγονόπουλος γράφει το ποίημα αυτό το 1948, στην κορύφωση του εμφυλίου πολέμου, εποχή όπου κυριαρχεί ο θάνατος και ο σπαραγμός.

 

Το ποίημα αναφέρεται στο χρέος των ποιητών και των πνευματικών ανθρώπων, γενικότερα, απέναντι στις επιταγές της πραγματικότητας.

 

Ο Εγγονόπουλος εκφράζει την αδυναμία του να ανταποκριθεί στο χρέος του απέναντι στην εποχή και την τέχνη του, λόγω των τραγικών συνθηκών της εμφύλιας διαμάχης.

 

Το ποίημα "Ποίηση 1948", αποτελεί το αποκορύφωμα της ευαισθησίας, της αποδοκιμασίας, και της αυτοσυνειδησίας, στοιχεία που δηλώνουν ακόμα μια φορά τη πολιτική ηθική του Νίκου Εγγονόπουλου.

 

Στο ποίημα αυτό ο Εγγονόπουλος σημειώνει την αδυναμία του να εκφράσει με λόγια την τραγωδία που ξετυλίγεται γύρω του κι έτσι παραβολικά εξομοιώνει τη διαδικασία της ποιητικής γραφής με τη διαδικασία γραφής αγγελτηρίων θανάτου.

 

Μορφή → Λόγος τεμαχισμένος (σχεδόν συλλαβικός) >

α) λόγω της υπερρεαλιστικής επιρροής

β) σπαραγμένος από την εποχή

 

«εποχή του εμφυλίου σπαραγμού» → χρονική τοποθέτηση, ιδιαίτερο νοηματικό βάρος >

α) κατασπάραξη αλλήλων,

β) βαθύς ψυχικός πόνος, συντριβή.

 

 

Ο ρόλος της παρομοίωσης «ως αν να γράφονταν από την άλλη μεριά αγγελτηρίων θανάτου» → τραγικότητα εμφυλίου → η ποίηση αναζητά τη θέση της ανάμεσα στο θάνατο.

 

Ο ρόλος της παρένθεσης (και πότε –άλλωστε- δεν ήσαν) → Αναφορά στο σταθερό τόνο απαισιοδοξίας στην ποίησή του, ακόμη και έξω από το χρονικό πλαίσιο του εμφυλίου.

 

«τόσο λίγα» → στάση ποιητή → Η ποιητική δημιουργία αναστέλλεται λόγω της εποχής → η σιωπή αποδίδει πιο παραστατικά την αίσθηση της τραγικότητας.

 

Βασικές γραμμές

 

Στο ποίημα του Εγγονόπουλου «Ποίηση 1948», με τη χρονολογία στον τίτλο, αλλά και με τη σαφή αναφορά στην αρχή του ποιήματος τονίζεται η εποχή, καθώς και το δράμα του ελληνικού λαού από τη φρίκη του εμφυλίου πολέμου. Πρόκειται για μια εποχή αντιποιητική, καθώς κυριαρχεί ο θάνατος και ο σπαραγμός.

 

Ο ποιητής νιώθει την ανάγκη να απολογηθεί για την ποιητική στειρότητα και δυστοκία που τον διακρίνει. Απολογείται τόσο απέναντι στην ποίησή του, όσο και απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Η εποχή είναι απαγορευτική τόσο για την ποίηση όσο και για τις υπόλοιπες μορφές της τέχνης.

 

 

Η παρομοίωση «ως αν να γράφονταν από την άλλη μεριά αγγελτηρίων θανάτου» φανερώνει το πλήθος των νεκρών, το θάνατο που αποκλείει την παρουσία της ποίησης από τη ζωή των ανθρώπων και ειδικά των ποιητών.

 

Ωστόσο, αξίζει να σημειώσουμε πως η αδυναμία του ποιητή να λειτουργήσει παραγωγικά εξαιτίας της περιρρέουσας πραγματικότητας αποτελεί μια επιφανειακή αντινομία, καθώς μας το ομολογεί μέσω ενός ποιήματος.

 

Η αντινομία αυτή μετριάζεται με τη συνειδητοποίηση πως η ποίησή του είναι πικραμένη, καθώς και ο ίδιος ο ποιητής, εξαιτίας της επίγνωσης της σκληρής πραγματικότητας.

 

Η παρενθετική πρόταση, που ακολουθεί, δηλώνει τη σταθερή μελαγχολία και απαισιοδοξία που διακρίνει την ποίηση του Εγγονόπουλου, αποτέλεσμα όλων των τραγικών ιστορικών στιγμών του ελληνικού λαού.

 

Το ποίημα ολοκληρώνεται με την πικρία που νιώθει ο ποιητής για την ολοένα φθίνουσα ποιητική παραγωγή του, στοιχείο που αισθητοποιείται και μέσα από τους τρεις τελευταίους στίχους που αποτελούνται ο καθένας από μία και μόνο λέξη.

 

Ο Εγγονόπουλος εκφράζει μια παραίτηση, μια πίκρα, αδυναμία ανταπόκρισης στο χρέος του ποιητή, λόγω των συνθηκών του εμφυλίου πολέμου.

 

Ο θάνατος λειτουργεί απαγορευτικά ως προς την επιτέλεση του χρέους του ποιητή.

 

 

 

 

«ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ Ε…1949»

 

Μ. Αναγνωστάκης - Βασικά χαρακτηριστικά της ποίησης του

 

• Η ποίησή του είναι έντονα πολιτική.

• Χαρακτήρας εξομολογητικός, επεξεργάζεται ποιητικά μνήμες και βιώματα.

• Η ειρωνεία.

• Ο τόνος της ποίησής του είναι απαισιόδοξος, αιχμηρός και διδακτικός.

• Η κυριολεξία, η ακριβολογία, η χρήση του καθημερινού λεξιλογίου.

 

Θεματικός πυρήνας του ποιήματος

 

Ο ποιητής αντιμέτωπος με το χρέος του → να καταγγέλλει, να προβληματίζει και να αφυπνίζει την κοινή γνώμη.

• Το ποίημα δομείται πάνω σε τέσσερα ουσιαστικά (φίλοι, φωνές, ερείπια, εφιάλτες).

• Παραστατικότητα → κλίμα απόγνωσης, φρίκης, θανάτου, εφιαλτικών εικόνων καταστροφής, αλλά σε τόνο χαμηλό και πικρό.

• Ρόλος παρομοίωσης «Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες» → χρεοκοπία των ιδανικών.

• Καταληκτήριος στίχος σε παρένθεση → Η φωνή του ποιητή → Ο κοινωνικός ρόλος που καλείται να διαδραματίσει.

 

Ο βασικός στόχος του Αναγνωστάκη είναι να δώσει με το κείμενό του μια ξεκάθαρη και ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα.

 

Κατά συνέπεια, κάθε εκφραστικό μέσο στο κείμενο εξυπηρετεί αυτόν το στόχο.

 

Τον ίδιο λοιπόν ρόλο επιτελεί και η γλώσσα, οι συγκεκριμένες λέξεις, ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται ο ποιητής.

 

Ο λόγος χρησιμοποιείται από τον Αναγνωστάκη ώστε να αποδοθεί με πληρότητα το κλίμα της καταστροφής, του πόνου και της οδύνης που κυριαρχεί στην Ελλάδα εκείνη την εποχή.

 

Σύγκριση των δύο ποιημάτων

 

Ποιητικός διάλογος γύρω από τη σχέση της ποίησης με την ιστορική πραγματικότητα

 

Ο τίτλος του ποιήματος του Αναγνωστάκη, Στον Νίκο Ε., η χρονολογία έκδοσής του (1949), ο ακρωτηριασμένος λόγος και το θεματικό κέντρο του ποιήματος (εμφύλιος πόλεμος) συνηγορούν στη διαπίστωση ότι απευθύνεται στο Ν. Εγγονόπουλο. Ο ίδιος ο Αναγνωστάκης, βέβαια, αρνείται ότι πρόκειται για απάντηση στον Εγγονόπουλο, αλλά αναφέρεται σ’ έναν νεκρό φίλο του και συναγωνιστή.

 

Στοιχείο που επιτείνει την άποψη ότι πρόκειται για απάντηση είναι και ο στίχος σε παρένθεση, που δείχνει την πρόθεση από μέρους του Αναγνωστάκη για έναν ευρύτερο ποιητικό διάλογο. Υπό το πρίσμα αυτό μπορούμε πράγματι να θεωρήσουμε το ποίημα του Αναγνωστάκη ως απάντηση στον Εγγονόπουλο.

 

Ομοιότητες υπάρχουν ως προς το κοινό ιστορικό πλαίσιο και τη συμφωνία για την τραγικότητα της εποχής, αξιοσημείωτες είναι και οι ομοιότητες στην τεχνική των δύο κειμένων (ελεύθερος στίχος, ελάχιστη στίξη κ.λπ).

 

Ως προς τη μορφή:

 

• ο λόγος είναι τεμαχισμένος, η διατύπωση ελλειπτική, ενώ

χαρακτηρίζεται από λιτότητα εκφραστικών μέσων

• ο στίχος είναι ανισοσύλλαβος και ανομοιοκατάληκτος

• η στίξη είναι σχεδόν απούσα

• δίνονται φράσεις – στίχοι σε παρενθέσεις.

 

Ως προς το περιεχόμενο:

 

Και τα δύο ποιήματα πραγματεύονται το ίδιο θέμα: το χρέος της ποίησης και του ποιητή σε δύσκολες και αιματηρές περιόδους.

 

Ο χρονικός πυρήνας είναι ο εμφύλιος πόλεμος και ο θεματικός τους πυρήνας η φρίκη, ο θάνατος και ο σπαραγμός που κυριαρχούν σε εποχή εμφύλιας διαμάχης.

 

Κοινό σημείο των δύο ποιημάτων είναι και το ότι αποτελούν ποιήματα για την ποίηση.

 

Δεν αρκούνται, δηλαδή, στο να καταγράψουν ή να σχολιάσουν την ιστορική πραγματικότητα, αλλά δηλώνουν και την άποψή τους για το ρόλο της ποίησης και το χρέος του ποιητή μέσα σ’ αυτήν την εποχή καθώς και για την επίδραση της εποχής στην ποιητική τους δημιουργία.

 

Μελετώντας συγκριτικά τα δύο ποιήματα διαπιστώνουμε ότι η διαφοροποίησή τους έγκειται σε κάποια νοηματικά στοιχεία:

 

Ο Εγγονόπουλος αναφέρεται υπαινικτικά στον εμφύλιο και στο κλίμα του με την επιλογή συγκεκριμένων λέξεων (εμφύλιου σπαραγμού, αγγελτήρια θανάτου).

 

Ο Αναγνωστάκης παρουσιάζει παραστατικά την εφιαλτική εποχή με την παράθεση οπτικοακουστικών εικόνων.

 

Η σημαντικότερη διαφορά, όμως, έγκειται στη θέση τους για τη στάση του πνευματικού ανθρώπου και ειδικότερα του ποιητή απέναντι στη ζοφερή πραγματικότητα.

 

Ο Εγγονόπουλος υποστηρίζει ότι η ποίηση σε στιγμές τραγικές για το λαό και τη χώρα προβάλλει ως περιττή πολυτέλεια, είναι  μάταιη. Γι’ αυτό και ο ίδιος λαμβάνει απόφαση για ακύρωση της λειτουργίας της ποίησης, για σιωπηρή αποχή από τα τραγικά δρώμενα.

 

Πιστεύει ότι δεν ταιριάζει στην ποίηση να καταγράφει και να σχολιάζει την ιστορική πραγματικότητα, ειδικά σε τέτοιες τραγικές εποχές. Δε θεωρεί χρέος του ποιητή να σχολιάζει την πραγματικότητα και να χρησιμοποιεί την πένα του για να εκφράσει τις απόψεις του.

 

Μια τέτοια ενέργεια κάνει την ποίηση να μοιάζει παράταιρη και ιερόσυλη. Μάλιστα, μας δηλώνει και την επίδραση της εποχής στην ποίησή του. Έτσι, η εποχή συνθλίβει την έμπνευσή του και παράλληλα φορτίζει αρνητικά την ατμόσφαιρα του έργου του.

 

Ο Αναγνωστάκης αντίθετα, θεωρεί ότι χρέος του ποιητή είναι να καταγράψει ποιητικά και να καταγγείλει τη ζοφερή πραγματικότητα, να αφήσει δηλαδή ένα αδιάψευστο ντοκουμέντο της τραγικής εποχής.

 

Ακολουθεί έναν δρόμο πιο μαχητικό: εκλαμβάνει την ποίηση ως μέσον καταγγελίας των γεγονότων.

 

Θεωρεί ότι η ποίηση και ο ίδιος ως ποιητής έχουν χρέος όχι μόνο να καταγράψουν την ιστορική πραγματικότητα αλλά και να τη σχολιάσουν, να την καυτηριάσουν, να εκφράσουν την άποψή τους.

 

Έτσι, η ποίησή του αποδίδει με ωμό ρεαλισμό την πραγματικότητα και μοιάζει να αποτίει φόρο τιμής στους «χαμένους φίλους».

 

Αυτό, μάλιστα, δεν αποτελεί μόνο χρέος συνείδησης, αλλά και ευθύνη απέναντι στην κοινωνία, στους συνανθρώπους του. Είναι χρέος και μάλιστα ύψιστο του ποιητή να εκφράζεται για να καθοδηγεί τους συνανθρώπους του, να τους ευαισθητοποιεί και να τους παρακινεί σε δράση.

 

 

Ο Αναγνωστάκης, κινούμενος στα πλαίσια της «αντιστασιακής ποίησης», προσπαθεί να δημιουργήσει στους αναγνώστες του μηχανισμούς εσωτερικής αντίστασης και να προωθήσει έτσι την αντίδραση προς την καθεστηκυία τάξη.

 

Παράλληλα, με την αποστροφή του προς τους άλλους ποιητές, «μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;», προσδίδει στην ποίηση και μία ακόμη ιδιότητα. Την καθιστά βήμα και αφορμή διαλόγου, ανταλλαγής απόψεων και επικοινωνίας μεταξύ των ποιητών.

 

ΠΗΓΗ: ΗΜΕΡΙΔΑ «ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ» (Θεσσαλονίκη, 16-12-2009)

Ν. ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, “ΠΟΙΗΣΗ 1948” - Μ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, “ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ Ε…1949” Εισαγωγικό Σημείωμα Αναστασίας Βακαλούδη Σχολικής Συμβούλου Φιλολόγων Δυτικής Θεσσαλονίκης

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More