ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 8-4-2001
Παρασκευή 2 Απριλίου 2010
Ο Ζηλωτής και ο Ρωμαίος
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 8-4-2001
Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010
Ευχετικόν Θεοφανείων Λέσβου
I found this fascinating quote today:
Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού / υπό Ν. Γ. Πολίτου.You should read the whole article.
Ιδώ μας είπαν κι ήρταμι σι τούτα τα παλάτια,τα δίπατα, τα τρίπατα, μαρμαρουστουλισμένα,οπού τα χτίζαν Έρουτις, κι όλου καλαντρουμένοι.Βάζανι, μόλου του ψηφί κι αράδα του λουγάρι,βάζαν κι μισουχάλικα αδρύ μαργαριτάρι.
Είπαμι τα παλάτια μας, ας πούμι τουν αφέντη.
Αφέντ' αφέντη λόφιντι, πέντι βουλές αφέντη,αφέντης εισ' απ' του θϊό, κι φαίνισ' απ' του σώμα,καμαρουτά πατείς στη γη κι ζυγιστά στου χώμα
... ... ...spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius
Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010
ΦΩΤΑ: Το ξανάνιωμα της φύσης
Με αυτό το τετράστιχο περιγράφει η λαϊκή μας παράδοση τον τρόμο των καλικάντζαρων από την έλευση των Θεοφανείων, την τελευταία γιορτή του Δωδεκαήμερου. Την παραμονή λοιπόν αυτής της μέρας, ο παπάς γύριζε από σπίτι σε σπίτι κι έκανε αγιασμό έτσι ώστε να φύγουν τα κακά πνεύματα και βέβαια τους καλικάντζαρους, ψάλλοντας το «Εν Ιορδάνη...». Αλλωστε, οι καλικάντζαροι ήταν αυτοί που σε όλη τη διάρκεια του Δωδεκαήμερου «μαγάριζαν» τα νερά και τα φαγητά των ανθρώπων, έτσι, για να κρυφτούν από την τρομερή αγιαστούρα του παπά, επέστρεφαν τρομαγμένοι από κει που ήρθαν: Από τον Κάτω Κόσμο. Από όπου, βέβαια, θα επέστρεφαν και πάλι στο τέλος της χρονιάς.
Η αγιαστούρα και... η μαγκούρα!
Μάλιστα στα Μέθανα, ο παπάς κυνηγούσε τα καλικαντζάρια ακόμη κι έξω από το χωριό, γιατί μια χρονιά βαρέθηκε να κάνει αγιασμό και όταν επέστρεψε στην εκκλησία ήταν μαζεμένα όλα τα καλικαντζάρια, ρίχτηκαν πάνω του και άρχισαν να τον χτυπούν. Τότε ο παπάς προτίμησε πιο αποτελεσματικά και... επίγεια «καθαρτήρια» μέσα, άφησε την αγιαστούρα, άρπαξε τη μαγκούρα του και... τους άλλαξε τα φώτα.
Αλλά επειδή ο λαός ήξερε πως τα κακά πνεύματα και τα καλικαντζάρια δε βρίσκονταν μόνο στα σπίτια του, αλλά και σε χαλάσματα, ρεματιές και ακατοίκητα σπίτια, «έδιναν» ένα χεράκι στον εκπρόσωπο του Θεού, δημιουργώντας τελετές, κατά τις οποίες οι φωνές και τα κουδούνια τρόμαζαν τους ανεπιθύμητους επισκέπτες από τον Κάτω Κόσμο, τους ανάγκαζαν να βγουν από τις κρυψώνες τους και να εξαφανιστούν. Την παραμονή των Φώτων, επίσης, ο κόσμος άδειαζε το παλιό νερό από τα δοχεία για να βάλει «αγιασμένο» την επόμενη, αφού πίστευαν ότι τα καλικαντζάρια είχαν κατουρήσει το παλιό, άρα δεν ήταν πόσιμο. Αν δεν ήθελε να «κορακιάσει» κάποιος από τη δίψα εκείνο το βράδυ, θα έπρεπε να πάει μέχρι τη βρύση του χωριού, γιατί στα σπίτια δεν υπήρχε ούτε σταγόνα...
Μάλιστα, ο λαός μας ήταν τόσο σίγουρος πως τα καλικαντζάρια εξαφανίζονταν εκείνη τη μέρα, που ετοιμάζονταν για τα Φώτα κάνοντας μπάνιο και πλένοντας τα ρούχα. Δραστηριότητες που επί δώδεκα μέρες απαγορεύονταν, αφού, όπως είπαμε, το νερό ήταν «μαγαρισμένο», άρα θα λέρωνε τον άνθρωπο αντί να τον καθαρίσει. Ακόμη και τα λουκάνικα άρχιζαν να τρώνε, αφού μέχρι να περάσει ο παπάς και να κάνει αγιασμό δεν τα αγγίζανε, επειδή τα είχαν κατουρήσει τα καλικαντζάρια! Ηταν οι εποχές που ακόμη και οι παπάδες περίμεναν εκείνη τη μέρα να τους προσφέρει ο κόσμος λουκάνικα και άλλα φαγώσιμα, γιατί οι ίδιοι ήταν άμισθοι. Εκτός των άλλων, ο κόσμος έδινε στους παπάδες και σιτάρι, το οποίο το ονόμαζαν «χρονιάτικο», επειδή το πρόσφεραν μια φορά το χρόνο, αλλά και «στεφανιάτικο» γιατί το υπολόγιζαν στα στεφανωμένα ζευγάρια κάθε σπιτιού.
Βέβαια, υπήρχαν και παπάδες που δεν έμεναν ευχαριστημένοι με αυτά που τους πρόσφερε ο λαός από το λιγοστό βιος του και ήθελαν κι άλλα. Σαν απάντηση, ο λαός τους «στόλιζε» με σατυρικά τραγούδια: «Φωτίζω, ραντίζω, τσέργες και βελέντζες/ σταφύλια κρεμασμένα, συτζιούκια αραδιασμένα/ δερμάτια φουσκωμένα, με τυριά γεμάτα. Δώ' μ' κι εμένα ένα»! `Η «φωτίζω, ραντίζω, σκόρδα, λάχανα, κρομμύδια/ συτζιούκια μουστωμένα, να 'χα να 'τρωγα κανένα»!
Η γιορτή της κάθαρσης
Να σημειωθεί ότι για τους ορθόδοξους τα Φώτα έρχονται πρώτα σε σημασία από τις γιορτές του Δωδεκαήμερου, γιατί «βαφτίζονται», καθαγιώνονται και «καθαρίζονται» από το κακό τα πάντα γύρω. Ανθρωποι, ζώα, πράγματα και όλη η φύση. Πίστευαν μάλιστα πως το βράδυ πριν τα Φώτα «ανοίγουν οι ουρανοί» και όποιος κατάφερνε να ζητήσει κάτι από τον Θεό εκείνη τη στιγμή, αυτό θα γινόταν. Το αποτέλεσμα ήταν να μην κοιμάται σχεδόν κανείς εκείνο το βράδυ. Πίστευαν επίσης πως εκτός από το νερό, «βαφτίζονται» και οι άνεμοι. Συνεπώς, όποιος αέρας φυσούσε τη μέρα των Φώτων, θα ήταν αυτός που θα κυριαρχούσε όλη την επόμενη χρονιά. Για τους ορθόδοξους, η γέννηση ενός παιδιού, αποτελεί μεν ένα χαρμόσυνο γεγονός, αλλά η βάπτιση είναι αυτή για την οποία προβλέπεται ολόκληρο τελετουργικό που γιορτάζεται με τη συμμετοχή πολλών γνωστών και συγγενών. Ετσι, η βάπτιση του Χριστού είχε περισσότερη σημασία από τη γέννησή του, σε αντίθεση με τους καθολικούς που ρίχνουν το περισσότερο βάρος στη γέννηση. Μάλιστα, τα πρωτοχριστιανικά χρόνια, μέχρι το τέλος του 4ου αιώνα, η βάπτιση και η γέννηση του Χριστού γιορτάζονταν μαζί. Για πολλούς αιώνες μετά, οι Μακεδόνες και οι Θεσσαλοί γιόρταζαν τα Φώτα σαν τη μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου.
Τα Φώτα ήταν και η εποχή που προτιμούσαν οι άνθρωποι να φτιάχνουν καινούρια ρούχα, έτσι ώστε να «φωτιστούν» κι αυτά. Το ρίξιμο του σταυρού στο νερό, σε συνδυασμό με το «ξανάνιωμα» των πάντων λόγω του καθαγιασμού τους, ήταν και μια καλή εποχή για να ξεκινούν τα ταξίδια τους οι έμποροι και οι ναυτικοί. Μέσα σε αυτά τα «πάντα» που «ξανανιώνουν» περιλαμβάνονται ακόμη και οι εικόνες της εκκλησίας, αφού, όπως πιστευόταν παλιά, αλλά και σήμερα, με την αλλαγή του χρόνου χάνουν την αρχική τους δύναμη όλα τα πράγματα, άρα πρέπει να καθαρίζονται για να την ξαναβρούν.
Το «μπάνιο» των θεών
Οσο κι αν μοιάζει «τραβηγμένο από τα μαλλιά», ακόμη κι αυτό το πλύσιμο των εικόνων αποτελεί επιβίωση αρχαίας τελετουργίας. Οι αρχαίοι αφιέρωναν ειδικές γιορτές και τελετουργίες, που ονόμαζαν «Πλυντήρια», στο πλύσιμο των αγαλμάτων των θεών. Μάλιστα, οι Αθηναίοι κατέβαζαν με πομπή το άγαλμα της Αθηνάς από την Αθήνα στο Φάληρο για να το πλύνουν με θαλασσινό νερό και με αυτό το τρόπο να ανανεωθούν οι δυνάμεις της θεάς. Το έθιμο παρέλαβαν οι βυζαντινοί και με αυτό τον τρόπο έφτασε μέχρι τις μέρες μας. Υπάρχουν και έθιμα των Φώτων που κρατούν ακόμη και από τη Μινωική εποχή. Σε ορισμένες περιοχές της πατρίδας μας, μετά το πλύσιμο των εικόνων επέστρεφαν με πομπή στην εκκλησία. Την πομπή οδηγούσε μια νιόπαντρη γυναίκα που είχε γίνει και μητέρα για πρώτη φορά. Στο κεφάλι της κρατούσε το δοχείο με τον αγιασμό. Κατά διαστήματα, η γυναίκα ράντιζε με αγιασμό το δρόμο, για να γίνει το καλαμπόκι. Ο συμβολισμός παραπέμπει στη μινωική λατρεία της «Μητέρας Θεάς». Η γυναίκα, γεμάτη γάλα, παραπέμπει στον καρπό του καλαμποκιού, που έπρεπε να είναι γεμάτος και πλούσιος όπως η κοπέλα. Με αγιασμό ράντιζαν επίσης τα βόδια και τα άλογα. Οταν η πομπή έφτανε στην εκκλησία, οι άντρες άρχιζαν το χορό.
Ετσι, τα Φώτα, ο λαός μας πλένει και καθαρίζει τις εικόνες της εκκλησίας και του σπιτιού. Οπου μάλιστα υπήρχε η δυνατότητα έπλεναν τις εικόνες με θαλασσινό νερό. Τέτοια δυνατότητα υπήρχε φυσικά στα νησιά. Ετσι, στη Λήμνο και την Ικαρία, όταν ο παπάς έριχνε το σταυρό στη θάλασσα και έπεφταν οι βουτηχτάδες να τον βρουν, οι νοικοκυρές έπαιρναν θαλασσινό νερό για να πλύνουν τις εικόνες. Το νερό το μάζευαν σε τενεκέδες ή νεροκολοκύθες κομμένες από πάνω και βέβαια δεν έπρεπε να μιλούν καθ' όλη τη διαδικασία, αφού το νερό έπρεπε να ήταν «αμίλητο».
Οπου η θάλασσα ήταν μακριά, οι εικόνες «βαφτίζονταν» στα ποτάμια και τις ρεματιές. Στα Γρεβενά έπλεναν ακόμη και τις ξύλινες αγιογραφίες του ιερού των εκκλησιών που της κουβαλούσαν μέχρι το ποτάμι. Μάλιστα, στα χωριά της Θεσσαλίας και της Δ. Μακεδονίας οι εικόνες γίνονταν αντικείμενο... «δημοπρασίας», για το ποιος θα τις πάρει και θα τις πλύνει. Ο παπάς, μετά τη λειτουργία, έβγαινε από το ιερό, κρατώντας την εικόνα της «Βάφτισης» και ρωτούσε ποιος θα την πάρει. Ο κόσμος άρχιζε τότε να τάζει από χρήματα, μέχρι λάδι και κατσίκια. Οποιος έδινε τα πιο πολλά, έπαιρνε και την εικόνα. Ανάλογη ήταν η διαδικασία και για τις άλλες εικόνες.
Τα κάλαντα της λευτεριάς
Αξίζει τελειώνοντας να πούμε πως στην πολυτάραχη ιστορία του, ο λαός μας, στις σκοτεινές εποχές, χρησιμοποιούσε τέτοιου είδους γιορτές για να εκφράσει - εμμέσως πλην σαφώς - την αντίστασή του. Ετσι, επί τουρκοκρατίας, στην Ηπειρο είχαν επινοήσει τα παρακάτω κάλαντα των Φώτων, έτσι ώστε να εκφράζουν μέσω συμβολισμών, άρα άφοβα, τον πόθο για λευτεριά:
«Σήμερα είν' τα Φώτα/ καρκαλιέται η κότα (δηλαδή ο υπόδουλος Ρωμιός)/ πίσω από την πόρτα/ τη φωνάζει ο πέτος (συμβολικά ο Τούρκος)/ δεν απολογιέται/ παίρνει ένα λιθάρι/ τσίγκι το ποδάρι/ Ωι λελέ το πόδι μου/ και το παραπόδι μου!/ Φέρτε μου τη σέλα/ να καβαλικέψω/ να πανώ στα Γιάννινα/ να φωνάζω ντριμιτζή (εδώ εννοείται ο επίσκοπος Τρίκκης και Σταγών Διονύσιος, πρωτεργάτης της επανάστασης των Ηπειρωτών το 1612)/ ντριμιτζή καλόγερε/ και ντραγκατζιοκέφαλε (με κεφάλι δράκου)/ τα παιδιά που βάφτισες/ στην κυρά την Παναγιά/ πο 'χει ανήλια και καντήλια/ και κλειδιά στα παραθύρια/ έσκασαν και πλάνταξαν».
Σ.Σ.: Τα στοιχεία είναι παρμένα από τα βιβλία του Κώστα Καραπατάκη «Παλιά χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα», (εκδόσεις Παπαδήμας) και της Γιάννας Σεργή «Να τα πούμε;» (εκδόσεις Φιλιππότη).
ΠΗΓΗ:εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 6-1-2001
Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010
Παγανά και Καρκαντζέλια
I found this fascinating quote today:
"Ο φόβος και η προκατάληψη των αμόρφωτων ανθρώπων είναι εκείνο που γεννά τις φαντασίες των δαιμονικών", έγραφε ο Μιχαήλ Ψελλός , σε μικρή μελέτη του για τους Καλικαντζάρους, που οι Βυζαντινοί τους λέγανε Βαβουτσικάριους. Οι Καλικάντζαροι, σύμφωνα με τις διάφορες δοξασίες που υπάρχουν σε πολλές περιοχές της χώρας, βρίσκουν την ευκαιρία να ανέβουν στον επάνω κόσμο τις μέρες του Δωδεκαήμερου και να αρχίσουν τις σκανταλιές τους.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius
Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009
Kαλικάντζαροι
I found this fascinating quote today:
Το Δωδεκαήμερο, από τα Χριστούγεννα ως την παραμονή των Φώτων, σ' ολόκληρη την Ελλάδα, πιστεύουν πως βγαίνουν οι Καλικάντζαροι . ΌπYou should read the whole article.ως τους φαντάζεται ο λαός, είναι «μαυριδεροί με κόκκινα μάτια, με τρίχινα πόδια, με χέρια σαν της μαϊμούς κι έχουν όλο το κορμί τους τριχωτό. Έρχονται τα δωδεκαήμερα και μπαίνουν στα σπίτια. Τους αρέσουν οι τηγανίτες και τ' αϊ-βασιλιάτικα γλυκά».spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius
Πέμπτη 23 Απριλίου 2009
ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΗ ΓΙΩΡΓΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΠΟΛΥΧΝΙΤΟΥ ΛΕΣΒΟΥ
αρματωμένος με σπαθί και με χρυσό κοντάρι,
βοήθησε μας, τα φτωχά βοήθεια ζητούμε.
Ένα θεριό κατέβηκε στης χώρας το πηγάδι
και δεν αφήνει άνθρωπο νερό να πα να πάρει,
αν δεν του δώσουν άνθρωπο κάθε πρωί και βράδυ.
Γι αυτό ερίχνανε λαχνό και όπου ήθελε να πέσει,
πήγαινε το παιδάκι του στον δράκοντα πεσκέσι.
Έπεσε και στο Βασιλιά για την βασιλοπούλα
για να την πάγει στο θεριό την όμορφη κορούλα.
Ο Βασιλιάς σαν τ' άκουσε, αφρίζει και φωνάζει:
πάρετε όλο μου το βιος και το βασίλειό μου
κι αφήστε το παιδάκι μου, το φως των ομματιών μου.
Όλος ο κόσμος φώναξε, όλος με στόμα ένα:
-Για δώσ' μας το παιδάκι σου, για παίρνουμε και σένα.
Ο βασιλιάς σαν τ' άκουσε αυτόν τον λόγο λέει:
στολίστε τη με ατίμητο πετράδι, με ασήμι,
στολίσετε με μάλαμα και με μαργαριτάρι
και νύφη να την κάνετε και να την πάτε στο θεριό
να την γλυκομασήσει.
Πέφτει λαός αρίθμητος πάνω στην κορασίδα,
Μικροί, μεγάλοι κλάψανε κι όλοι την λυπηθήκαν,
την πήραν και την δέσανε σ' του πηγαδιού τα χείλια.
Η Βασίλισσα γονάτισε την προσευχή της κάνει.
Άγιος Γιώργης τ'ν άκουσε απ' την Καππαδοκία,
στο γρήγορο του άλογο καβάλησε με βία.
Σε μια παντέρμη ερημιά το Σατανά ανταμώνει.
-Άγιε μου Γιώργη μου, καλέ, γιατί τόσο καλπάζεις
το γρήγορο σου τ' άλογο γιατί το παραβιάζεις.
-Καταραμένε σατανά, που ξέρεις τ' όνομά μου.
Εγώ 'μια ξένος από δω, που ξέρεις τα γονικά μου.
Κοντοβαστάει τ' άλογο και το βουνό ανεβαίνει.
Βρίσκει την κόρη να στέκεται σαν ψιλομαραμένη.
-Για φύγε παλικάρι μου, φύγε μη φα και σένα
αυτό το άγριο θεριό, που θε να φαει κι εμένα.
-Σου είπα κοριτσάκι μου να μη πολυφοβάσαι
και του Θεού τη δύναμη πάντα να τη θυμάσαι.
Ξεπέζεψε και στάθηκε λίγο να ακουμπήσει,
ώσπου να έβγει το θεριό απ' τη μεγάλη βρύση.
-Για ξύπνα παλικάρι μου και το νερό αφρίζει
και για εμένα το θεριό τα δόντια του τα τρίζει.
-Σου είπα κοριτσάκι μου να μη πολυφοβάσαι
και του Θεού τη δύναμη πάντα να τη θυμάσαι.
Αρχή που κάνει για να βγει, όλα τα όρη τρέμουν.
Η κόρη απ' το φόβο της έμεινε δίχως αίμα.
Κοντοβαστάει τ' άλογο και το κοντάρι παίρνει,
βρίσκει στο στόμα του θεριού, βρύση το αίμα τρέχει.
Μια κονταριά του έριξε, το πήρε μες το στόμα
και άλλη και άλλη μια, το έριξε στο χώμα.
Όταν σκοτώνει το θεριό, βγήκε ένα περιστέρι,
βαστάει κι αργυρό σταυρό στο δεξιό του χέρι
και γράφει επάνω ο σταυρός: Άγιος Γεώργης,
όπου σκοτώνει το θεριό, γλυτώνει τους ανθρώπους.
Βγάζει και την κορδέλα του και το λαιμό του δένει,
παίρνει και τη βασίλισσα στον Βασιλιά πηγαίνει.
Για δες χαρές που γίνονται σε τούτο το παλάτι,
που πήραν την κορούλα του και πίσω την επάνε.
-Χαίρους παιδί μου την κορούλα μου, χαίρους και το παιδί μου,
χαίρους και την κορώνα μου, κάτσε και στο θρονί μου.
-Χαίρους εσύ την κόρη σου, χαίρους και το παιδί σου,
χαίρους και την κορώνα σου, που έχεις στην κεφαλή σου.
-Για πες μου παιδί μου, ω καλέ, το όνομά σου
για να σε κάνω κάλεσμα, να πάγω στη γενιά σου.
-Γιώργη με ονομάζουνε απ' τη Καππαδοκία.
Αν θέλεις να κάνεις κάλεσμα, κάνε μια εκκλησία.
Δεξιά να είναι ο Χριστός, ζερβά η Παναγία,
καταμεσής στην εκκλησιά, κάνε ένα καβαλάρη,
να κονταρέβει ένα θεριό μ' ένα μακρύ κοντάρι.
Μετά χαρά σου , ω καλέ, η εκκλησιά θα γίνει
και τ' όνομά σου Γιώργο μου παντοτινά θα μείνει,
να έρχονται να προσκυνούν, όλοι μικροί μεγάλοι.
Τετάρτη 22 Απριλίου 2009
Ο ΑΓΙΟΣ ΡΑΦΑΗΛ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ
Ο Άγιος Ραφαήλ γεννήθηκε το 1410μ.Χ. στην Ιθάκη. Οι γονείς του, Διονύσιος και Μαρία Λασκαρίδη, ήταν πιστοί χριστιανοί και οικονομικά ευκατάστατοι. Το όνομα που έδωσαν στον Άγιο ήταν Γεώργιος. Οι γονείς του φρόντισαν τόσο για την γενική του μόρφωση όσο και για την χριστιανική του παιδεία. Έτσι ο Άγιος μεγαλώνοντας έγινε ένα ευσεβής και θερμός χριστιανός ο οποίος παράλληλα διέθετε υψηλή μόρφωση και ευφυΐα.
Κυριακή 19 Απριλίου 2009
ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ
Παῦλος Νιρβάνας
Χριστὸς Ανέστη
Ἀπὸ: Νέα Ἐστία, Ἀθῆναι 24-11-1937. http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/neaest/Neaestia.html
Πέμπτη 16 Απριλίου 2009
ΣΗΜΕΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ ΕΠΙ ΞΥΛΟΥ...
Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας. Στέφανον εξ ακανθών
Τετάρτη 15 Απριλίου 2009
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, "Πάσχα Ρωμέϊκο"
Ἀπό περιοδ. «Ἑλληνικὴ Δημιουργία», ἔτος Β’ τόμος Τρίτος, τεῦχος 29
http://www.philomusos.blogspot.com/
Ὁ μπάρμπα-Πύπης, γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργα, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου τοῦ κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἑνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δυὸ ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκον του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, ἐσυνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ' ἐμειδία πρὸς αὐτούς.
Ὅταν ἐμειδία ὁ μπάρμπα-Πύπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ' ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκος του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κ' ἐπικληνὴς πρὸς τὸ οὕς, ὅλα παρ' αὐτῶ ἐμειδίων.
Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ• ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῇ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἥν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν ἡ ἐφτακρατόρισσα τῆς Ἀούστριας. Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδιν, μὰ δότο, δοτίσσιμο κὲ ταλέντο! Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο! τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον, μὰ μπράβο! τὸν Σιορπιέρρο, κὲ γκρὰν φιλόζοφο! Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράϊλαν, διὰ τὸν τίτλον ὅν τοῦ εἶχαν ἀπονείμει, φαίνεται οἱ Ἄγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).
Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν Σόλωμο (κὲ ποέτα!), τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα:
Ὡσὰν τὴ σπίθα κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;
Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι' ἀνάφτει
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.
Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσιν ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κ' ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλε πότε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον ἔκτεσι, διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴ τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.
«Ἲλ τραδιτόρε νὸν ἃ κομπασσιόν» -ὁ ἀπατεώνας δὲν ἔχει λύπησι. Ἐνίοτε πάλι ἐμαλάττετο κ' ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνας ἀτελείας. «Οὐδ' ἡ γῆς ἀναμάρτητος -ἄγκε λὰ τέρρα νὸν ἒ ἰμπεκάμπιλε.» Καὶ ὕστερον, ἀφ' οὗ ἡ γῆ δὲν εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τὶς ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκάμπιλε, ἀλλὰ ἰνφαλίμπιλε, δὲν ἤθελε ν' ἀναγνωρίσει τὴν διαφοράν.
Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δυὸ ἢ τρεῖς προσευχάς, ἅς εἴξευρεν τὰς εἴξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του εἴξευρε ρωμέϊκα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος κύριος Σαβαώθ... ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις» Ὅταν μὲ ἐρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο, τὸ ὡς ἐνάντιος, προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πράγμα. Ἀλλὰ μετὰ δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος... ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!»
Ἕν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν' ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἄγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν Δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν' ἀκούση τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου...
Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188... περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιόν τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνη τὶς εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ' Ἀθηνῶν εἰς Πειραιὰ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη ἡ σελήνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν' ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦτο ἴσως πτωχός, δὲν θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώση τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου ἢ θὰ τὰ εἶχε κ' ἔκαμνεν οἰκονομίαν.
Ἀλλ' ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβὴς καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνη κατ' ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, ν' ἀκούη τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην Ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ν' ἀναβαίνη πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.
Ἦτο ὁ μπάρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς τὸν Πειραιὰ διὰ ν' ἀκούση τὸ Χριστὸς Ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ' εὐφρανθῇ ἡ ψυχή του.
Καὶ ὅμως ἦτο... δυτικός!
Ὁ μπάρμπα-Πύπης, Ἰταλοκερκυραῖος, ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός. Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α' «εἶχε μεταλάβει ρωμέϊκα» ὅταν ἐκινδύνευσε ν' ἀποθάνη, ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διά τινων συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς, τοῦ ἔλεγε τίς: «Διατὶ δὲν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» ἡ ἀπάντησίς του ἦτο ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.
Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης μὲ τὴν συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπονεμομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήση τις τὴν ἑβδομάδα τοῦ Ποντίφηκος• τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.
Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον Ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτὲ νὰ ἰδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ὅτε ὁ Ἅγιος ἐπιφανὴς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ, κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον, ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε. Ἀφοῦ εὐρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ὁ μπάρμπα-Πύπης ποτὲ δὲν θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.
Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ὄτε κατέβαινεν εἰς Πειραιὰ πεζός, κρατῶν εἰς τὴν χείρα τὴ λαμπάδα του, ἢν ἔμελλε ν' ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάσῃ εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ, ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίσῃ ἐπ' ὀλίγον ν' ἀναπαυθῆ. Εὗρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν μιᾶς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴν μεσημβρινὴν γωνίαν, κ' ἐκεῖ ἐκάθησεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ἐπέστρωσε τὸ εἰς πολλᾶς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σιγαροθήκην του, ἤναψεν σιγαρέττον κ' ἐκάπνιζεν ἠδονικῶς.
Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης καί, πρὶν προφθάση νὰ στραφῇ νὰ ἴδῃ, ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὗτος κρότος τοῦ κάστηκε ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.
Ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ' ἀνέτελλε μετ' ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὅπου ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδε ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην καὶ τείνουσαν ἐγκαρσίως μακρὸν τί ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.
Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῆ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴν χείρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κ' ἔκραξεν ἐναγωνίως.
-Φίλος! Καλός! μὴ ρίχνεις...
Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερεν τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν οὐδὲ καταβίβασε τὴν σκανδάλην.
-Φίλος! καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.
-Τί θέλω; ἐπανέναβεν ὁ μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι νὰ φουμάρο τὸ τσιγάρο μου.
-Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρης, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὖρες τὸν τόπο, ρέ, νὰ φουμάρης τὸ τσιγάρο σου!
-Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπάρμπα-Πύπης. Τί σας ἔβλαψα;
-Δὲν ξέρω 'γω ἀπ' αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης• ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι' ἄλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ. Ἐγελάστηκες.
Ἦτο πρόδηλον ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸν γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῆ τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῶ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὡπλίσθη μὲ τὴν καραβίναν του.
Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.
-Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν• ἐγὼ κόττες δὲν κλέφτω, οὔτε λωποδύτης εἶμαι• ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιὰ ν' ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.
Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.
-Στὸν Πειραιά; στὸν Ἀϊ-Σπυρίδωνα; κι' ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;
-Ἀπ' τὴν Ἀθήνα.
-Ἀπ' τὴν Ἀθήνα; καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίαις, ν' ἀκούσης Ἀνάσταση;
-Ἔχει ἐκκλησίαις, μὰ ἐγὼ τώχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπάρμπα-Πύπης.
Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν, εἴτα ἐπανέλαβε.
-Νὰ φχαριστᾶς, καϋμένε...
Καὶ τότε μόνον κατεβίβασε τὴν σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμον του.
-Νὰ φχαριστᾶς καϋμένε, τὴν ἡμέρα ποὺ ξημερώνει αὔριον, εἰ δὲ μή, δὲν τώχα γιὰ τίποτες νὰ σὲ ξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!
Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἠτοιμάζετο νὰ ἀπέλθη, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώση τελευταίαν ἀπάντησιν.
-Κάνεις ἄδικα καὶ συχωρεμένος νἆσαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ' εὐχαριστῶ ὡς τόσο ποὺ δὲ μ' ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε.., δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνεις γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης, κ' ἐπήγαινα, σοῦ λέω στὸν Πειραιά.
-Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ...
Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβολιοῦ, κ' ἔγινεν ἄφαντος.
Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.
Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἠμπόδισε τὸν μπάρμπα-Πύπην νὰ ἐξακολουθῇ κατ' ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνει πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμει Πάσχα ρωμέϊκο.
Ἐφέτος τὸ μισοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα νὰ τὸν συνοδεύσω εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴν συνήθειαν νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ Ἅγιον Πάσχα.
Τρίτη 14 Απριλίου 2009
ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΤΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ

Κασσιανή
Η Κασσιανή ή Κασσία (μεταξύ 805 και 810 - πριν το 867) ήταν βυζαντινή ηγουμένη, ποιήτρια, συνθέτρια, και υμνογράφος. Είναι μία από τους πρώτους μεσαιωνικούς συνθέτες τα έργα των οποίων σώζονται αλλά και μπορούν να ερμηνευτούν από σύγχρονους ειδικούς και μουσικούς. Περίπου 50 από τους ύμνους έχουν διασωθεί και 23 από αυτούς περιλαμβάνονται στα λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο ακριβής αριθμός τους είναι εξαιρετικά δυσχερές να προσδιοριστεί, καθώς πολλοί ύμνοι αποδίδονται σε διαφορετικά πρόσωπα σε διάφορα χειρόγραφα, ενώ συχνά δε σώζεται το όνομα του υμνογράφου.
Επιπλέον, σώζονται 789 μη λειτουργικοί της στίχοι. Πρόκειται για επιγράμματα, γνωστά σαν «γνωμικά». Ένα παράδειγμα:
Απεχθάνομαι τον πλούσιο άντρα που γκρινιάζει σαν να ήταν φτωχός.
Η ζωή της
-Εκ γυναικός τα χείρω.-Kαι εκ γυναικός τα κρείττω.
Ο εγωισμός του Θεόφιλου τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να απορρίψει την Κασσιανή και να επιλέξει τη Θεοδώρα για σύζυγό του.
Οι επόμενες πληροφορίες που σώζονται για την Κασσιανή είναι ότι το 843 ίδρυσε ένα κοινόβιο στα δυτικά της Κωνσταντινούπολης, κοντά στα τείχη της πόλης, του οποίου έγινε και η πρώτη ηγουμένη. Αν και πολλοί ερευνητές αποδίδουν την επιλογή της αυτή στην αποτυχία της να γίνει αυτοκράτειρα, μία επιστολή του Θεόδωρου του Στουδίτου αποδίδει διαφορετικά κίνητρα στην ενέργεια της αυτή. Διατηρούσε στενή σχέση με τη γειτονική Μονή Στουδίου, η οποία έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επανέκδοση βυζαντινών λειτουργικών βιβλίων τον 9ο και το 10ο αιώνα, με αποτέλεσμα τη διάσωση των έργων της (Kurt Sherry, σελ. 56).
Το Τροπάριο της Κασσιανής
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ•
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου
βοστρύχοις•
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ' αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου•
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
τ' άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ' αμέτρητο έλεος.
