Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΙΑΝΤΖΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΙΑΝΤΖΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Αβυσσος έγινε το χάσμα γενεών


του Δ.Τζιαντζή

Αν τη δεκαετία του '60 η συζήτηση γύρω από το χάσμα γενεών επικεντρωνόταν στους μακρυμάλληδες, το ροκ εντ ρολ, την αμφισβήτηση και τη σεξουαλική απελευθέρωση, οι συζητήσεις για το σύγχρονο χάσμα γενεών επικεντρώνονται στην περίφημη γενιά τού «my space», που δεν διστάζει να βγάλει τα προσωπικά της δεδομένα στη φόρα, καταργώντας κάθε διαχωρισμό μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου.

«Οι νέοι σήμερα δεν έχουν ίχνος ντροπής» γράφουν τα διεθνή ΜΜΕ και κάνουν λόγο για το μεγαλύτερο χάσμα γενεών από τη δεκαετία του '60
Σάλο προκάλεσε πρόσφατα άρθρο του «Ν.Υ. magazine», σχετικά με το ψηφιακό χάσμα και την αντιπαράθεση των γενεών γύρω από το τι σημαίνει δημόσιο αγαθό και τι προσωπική ελευθερία. «Οι νέοι σήμερα δεν έχουν ίχνος ντροπής. Δεν γνωρίζουν τι σημαίνει προσωπική ζωή, όλα για αυτούς γίνονται δημόσια. Ψοφάνε για παρέλαση, "εκπορνεύονται" για λίγες στιγμές δόξας. Μοιάζουν με πορνογραφικές μαριονέτες, που δημοσιεύουν τις πιο ιδιωτικές και απόρρητες σκέψεις τους και τα ημερολόγιά τους, το νούμερο του κινητού τους, τα ηλίθια ποιήματα, ακόμα και τις βρώμικες φωτογραφίες τους, φόρα παρτίδα στο Ιντερνετ. Εχουν εικονικούς φίλους αντί για πραγματικούς, μιλάνε με τους άλλους συνέχεια μέσα από ανούσια γραπτά μηνύματα. Δίνουν τα πάντα για να κερδίσουν λίγη δημόσια προσοχή στο άτομό τους και ας ξέρουν ότι αυτή θα έχει πολύ σύντομη διάρκεια».

Η αρθρογράφος Εμιλι Νουσμπάουμ δεν ενστερνίζεται απόλυτα αυτή την άποψη, ωστόσο την αναπαράγει μεταξύ αστείου και σοβαρού, επισημαίνοντας ότι πάντα οι πρεσβύτεροι γκρίνιαζαν, όταν οι νέοι έκαναν αυτό που δεν μπορούσαν να το κάνουν οι ίδιοι.

Νεοσυντηρητικοί

Αντίθετα στη χώρα μας, οι νέοι, ιδιαίτερα όσοι αντιτάσσονται στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, κατηγορούνται για εντελώς διαφορετικά πράγματα. Οι μομφές που τους αποδίδουν νεοσυντηρητικές, αλλά κατά τα άλλα κουλ και προχωρημένες φωνές, είναι ότι πάσχουν από πρώιμη γήρανση, ότι θέλουν απλά να βολευτούν και πάνω απ' όλα ότι εμμένουν σε μια παλιομοδίτικη άποψη περί δημόσιου αγαθού, αρνούμενοι να δεχτούν ότι ο δρόμος για την πρόοδο περνάει μέσα από την ανταγωνιστικότητα και την ιδιωτική πρωτοβουλία.

Πάντως, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, οι σχέσεις μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού βρίσκονται σήμερα στο προσκήνιο των συζητήσεων, είτε με αφορμή τις αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα και τις εκατοντάδες καταλήψεις των δημόσιων πανεπιστημίων είτε με την καθιέρωση του ηλεκτρονικού συστήματος παρακολούθησης όλων των δημόσιων χώρων. Ολοι βέβαια παραδέχονται ότι η εποχή έχει αλλάξει ριζικά. Ομως μέσα από αυτό τον πρωτοφανή καταιγισμό καινοτομιών, ποιος πραγματικά εκπροσωπεί το μέλλον; Οι σημερινοί κυβερνώντες κατηγορούν όλους τους άλλους σαν απολιθώματα που επιμένουν πεισματικά σε αντιλήψεις περασμένων δεκαετιών. Ενώ με τη σειρά τους οι φοιτητές και εργαζόμενοι που κατεβαίνουν στις πορείες κατηγορούν το κατεστημένο ότι επιχειρεί οπισθοδρομικές μεταρρυθμίσεις και αλλαγές για να διατηρήσει ουσιαστικά την ίδια κατάσταση πραγμάτων.

Ωστόσο η ζωή ξεπερνάει με άλματα τις παλιές διακρίσεις ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο. Για παράδειγμα, πόσο δημόσιος χώρος είναι τα σημερινά τεράστια εμπορικά κέντρα, όπου κυριαρχεί η κουλτούρα της αγχωτικής ατομικής ψυχαγωγίας και κατανάλωσης και πόσο ιδιωτικές είναι οι πολύτιμες προσωπικές μας στιγμές;

Στην πραγματικότητα έχουμε μπει σε μια εποχή, όπου η έννοια της ιδιωτικής ζωής έχει χάσει τον χαρακτήρα του άβατου, οι άνθρωποι σήμερα φοβούνται να σηκώσουν το τηλέφωνό τους, όταν βλέπουν κάποιον άγνωστο αριθμό, ξέροντας ότι μάλλον δεν θα είναι για καλό. Κρύβονται από τις τράπεζες και τις αναρίθμητες οφειλές, από τον επίμονο διαφημιστή, από τους πολυποίκιλους «ντίλερ» της καθημερινότητάς τους. Και πόσο προσωπικός χώρος είναι το σαλονάκι και ο καναπές, όπου «εισβάλλουν» διαρκώς οι διάφοροι τηλεφωστήρες και οι κραυγές τους, οι σπασμένες μουσικές από τις τηλεβεγγέρες των καναλιών, που λυμαίνονται τις δημόσιες συχνότητες; Και μέσα από αυτές τις ανακατατάξεις, σύμφωνα με τα διεθνή ΜΜΕ, βρίσκεται σε εξέλιξη η μεγαλύτερη σύγκρουση γενεών από το 1960.

Παλιοί και νέοι

Ομως αυτός ο πόλεμος των πολιτισμών ανάμεσα σε παλιούς και νέους έχει βαθύτερες ρίζες. Οπως είδαμε πρόσφατα και στη χώρα μας, η κάθε αντιδραστική τομή ευνοεί τους προνομιούχους της υπάρχουσας κατάστασης, ενώ οι υπεύθυνοι δεν χάνουν την ευκαιρία να τονίζουν κάθε φορά ότι οι αλλαγές δεν θα επηρεάσουν τους παλαιότερους εργαζομένους. Πρακτικές διαχωρισμού τέτοιου είδους βλέπουμε στον ΟΤΕ, στη ΔΕΗ, ακόμα και στους περίφημους «νέους άξονες για την Παιδεία». Η γενιά που ενηλικιώνεται σήμερα θα είναι ίσως η πρώτη που γνωρίζει ότι θα ζήσει, αν όχι χειρότερα, τουλάχιστον σε περιβάλλον μεγαλύτερης «επισφάλειας» απ' ό,τι οι γονείς της.

Οι νέοι κατηγορούνται ότι δεν κατανοούν και δεν σέβονται τις καινούριες αξίες της «ιδιωτικότητας» και γι' αυτό και προχωρούνε σε ιδιαίτερα δυναμικές μεθόδους για της υπεράσπιση του «δημόσιου» σε όλους τους τομείς. Ωστόσο, ας μην ξεχνάμε ότι οι ρίζες της λέξης ηλιθιότητας, όχι μόνο στα ελληνικά, προέρχονται από την ιδιώτευση, από την αδιαφορία για το κοινό μέλλον, ενώ σήμερα με τις λεγόμενες μεταρρυθμίσεις και τους κάθε λογής τηλεοπτικούς ιεροκήρυκες, οι αξίες της ηλιθιότητας αποκτούν όλο και περισσότερο δημόσιο χαρακτήρα.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 01/03/2007


Reblog this post [with Zemanta]

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Η φθινοπωρινή μελαγχολία

Another example of hair characteristic of emoImage via Wikipedia

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΙΑΝΤΖΗΣ

Εχει επανειλημμένα διαπιστωθεί ότι οι δημοσιογράφοι, ιδιαίτερα στα λάιφσταϊλ έντυπα, λατρεύουν να ανακαλύπτουν τάσεις, ρεύματα και «φυλές» χωρίς απαραίτητα να υπάρχουν.

Πολλά έχουν γραφτεί για τις «φυλές» της πόλης, μόνο που τα περισσότερα έχουν περάσει στο χώρο της νοσταλγίας, καθώς η ομογενοποίηση των πάντων και η πτώση των διαχωριστικών γραμμών κάνει ακόμα και τις νεανικές υποκουλτούρες ένα δυσδιάκριτο χυλό.


Παλιά τα πράγματα ήταν απλά... Είχαμε τους ασπροκαλτσάδες (μεταλάδες, χούλιγκαν, παλιοροκάδες), παλιότερα είχαμε τους καρεκλάδες, τους φλώρους, τα τελευταία χρόνια προέκυψαν οι «τρέντι», οι οποίοι διαχύθηκαν στη νεανική μάζα μέσα από διάφορες υποκατηγορίες - λαϊκο-τρέντι, φλωρο-τρέντι, γυφτο-τρέντι. Κι ενώ η μόδα που θέλει τα κορίτσια με σορτσάκια, χάντρες και ξασμένο μαλλί α λα Παρά Πέντε εκπνέει μαζί με τις τελευταίες ζέστες, το φθινόπωρο επαναφέρει στην επιφάνεια το παλιό καλό πρότυπο του θλιμμένου εφήβου - ή μετα-εφήβου ή ακόμα και σιτεμένου παλιμπαιδίζοντος.

Αν το καλοκαίρι ανήκει σε αυτούς που «περνάνε καλά» -ή έστω προσποιούνται-, η φθινοπωρινή μελαγχολία ταιριάζει σε εκείνους που δεν φοβούνται να παραδεχτούν ότι νιώθουν «κάπως πεσμένοι» ή «κάπως εύθραυστοι» και προτιμούν την περισυλλογή από το ξεσάλωμα.

Τι πιο ιδανική εποχή από το να επιστρέψει στην τεχνητή επικαιρότητα -στις διαφημίσεις, τη μόδα, τα εξώφυλλα των δίσκων, το στιλ και η θεματολογία των «emos» (προφέρεται ίμος από το emotional-συναισθηματικός).

Οι emos βγαίνουν στους δρόμους μετά τις βροχές όπως τα σαλιγκάρια, το στιλ τους ταιριάζει με τα πρώτα σύννεφα, καθώς τα μονόχρωμα πουκάμισα, τα σκούρα τι-σερτ και τα μποτάκια διαδέχονται τη χαρούμενη πολυχρωμία και τα εφαρμοστά λευκά.

Ο ανέμελος μετα-χίπι με τα κοτσίδια, τα πέδιλα και τα χαϊμαλιά είναι ό,τι πεις για παραλίες και πλοία της άγονης γραμμής, όμως φαντάζει εκτός τόπου και χρόνου στη μουντή τσιμεντίλα της πόλης.

Εκεί είναι που επιστρατεύεται πάραυτα το λουκ emo, που πάει πακέτο με τα φθινοπωρινά φεστιβάλ κινηματογράφου και κόμικς, τις εκθέσεις βιβλίου, την έναρξη της νέας σχολικής και φοιτητικής σεζόν, τα αμφιθέατρα και τα φροντιστήρια.

Το νέο γκόθικ

Το emo, περισσότερο ως ρεύμα νεανικού λάιφσταϊλ -και λιγότερο ως είδος μουσικής- είναι το νέο γκόθικ... Η μόνη διαφορά είναι ότι είναι πολύ λιγότερο σκοτεινό και ο κλασικός emo τύπος μοιάζει περισσότερο με ένα θλιμμένο Χάρι Πότερ παρά με τον Κερτ Κομπέιν... Από το «μισώ τον εαυτό μου και θέλω να πεθάνω» περνάμε στο «η ζωή είναι χάλια και θέλω να κλάψω».

Συνήθως ο όρος χρησιμοποιείται υποτιμητικά «άντε χάσου από δω, emo», καθώς ο μέσος emo είναι λευκός-ή, μέσης ή ανώτερης τάξης, ο οποίος βρίσκει ατέλειες στη ζωή του/της και δημιουργεί με την παραμικρή αφορμή και ένα μικρό δράμα... σαν να παίζει το ρόλο του κεντρικού ήρωα σε μια συγκινητική ταινία.

Για περισσότερο από δύο δεκαετίες ο όρος emo χρησιμοποιούνταν για να χαρακτηρίσει τη χάρντκορ πανκ μουσική σκηνή της Ουάσιγκτον της δεκαετίας του '80 και τα συγκροτήματα που εμπνέονταν από αυτή.

«Ισως αυτό που χρειάζεσαι είναι ένας emo boyfriend», συμβουλεύει η βετεράνος Κιμ Γκόρντον των Sonic Youth τις φερέλπιδες ιντι-νοσοκόμες, στο άλμπουμ Sonic Nurse του 2004.

Ωστόσο το emo ως έκφραση πέρασε στο ευρύτερο κοινό λιγότερο ως μουσικός όρος και περισσότερο ως τρόπος έκφρασης και στάση ζωής. Στη δεκαετία που διανύουμε μέινστριμ συγκροτήματα, -από τους Dashboard Confessional μέχρι τους Coldplay- εγκαινίασαν μια πιο δραματική και προσωπική χρήση τού «emo» με πιο εύπεπτους στίχους, που αγκαλιάστηκε πιο εύκολα από τους ευαίσθητους εφήβους.

Ακόμα και στην Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια πραγματοποιήθηκαν τα πρώτα Modern Rock & Emo Festival στο House of Art.

Ακίνδυνος και φιλικός

Τελικά ο όρος emo πέρασε στο διεθνές λεξιλόγιο, κυρίως μέσα από τα τσατ ρουμ, τα μπλογκ και τις ιστοσελίδες γνωριμιών του Ιντερνετ, καθώς αρκετοί συνδρομητές τον χρησιμοποιούν είτε με τη θετική είτε με την αρνητική του έννοια.

Πολλές φορές κάποιος αυτοχαρακτηρίζεται emo για να δείξει το βάθος του εσωτερικού του κόσμου και να τονίσει το γεγονός ότι είναι ακίνδυνος και φιλικός.

Ωστόσο αυτό που έχει επικρατήσει είναι η υποτιμητική χρήση της λέξης emo, καθώς πλέον θεωρείται συνώνυμη με την κάλπικη ευαισθησία και τον τζάμπα συναισθηματισμό: «Παρακαλώ, όχι emos», είναι ένας απαγορευτικός όρος που βλέπεις όλο και πιο συχνά σε σάιτ γνωριμιών.

Αν λοιπόν στη μουσική σκηνή το emo εξακολουθεί να χαίρει μιας κάποιας εκτίμησης, στο χρηματιστήριο της νεανικής κουλτούρας, τα emo boys και emo girls είναι καμένα χαρτιά, οι παραπεταμένοι φίλοι που βαριέσαι να τους κάνεις παρέα γιατί όλο παραπονιούνται και περιαυτολογούν.

Ισως όμως αυτό που ξεχνάνε όσοι κοροϊδεύουν τους κλαψιάρηδες emos, είναι ότι όλοι κρύβουμε έναν emo μέσα μας, ακόμα και αν δεν τον γουστάρουμε. ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 26-9-2006
Reblog this post [with Zemanta]

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More