Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΤΑ ΝΕΑ". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Με δύναμη από τη Μυτιλήνη

Η παρουσία των ελληνικών οικογενειακών επιχειρήσεων στον ευρωπαϊκό κόσμο του 19ου και του 20ού αιώνα, η σχέση της οικογένειας με την επιχείρηση και την επιχειρηματικότητα, η παραγωγικότητα, τα πλεονεκτήματα αλλά και τα όρια των οικονομικών δραστηριοτήτων αυτού του τύπου αναδύονται μέσα από μια μελέτη που συνδέει αριστοτεχνικά το ιδιωτικό με το δημόσιο...

Διαβάστε περισσότερα στο: http://spoudasterion.pblogs.gr

Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

Σχολείο και «γνώση»

της Άννας Φραγκουδάκη

Οπως κάθε χρόνο, διαβάζοντας στις εφημερίδες τα θέματα των Πανελληνίων Εξετάσεων, σκέφτομαι:

πάλι «τούτη την άνοιξη/ τούτο το καλοκαίρι...» οι σωστές απαντήσεις είναι: «από τη λέξη Χ σελίδα τάδε έως τη λέξη Ψ σελίδα δείνα». Επιπλέον ο θρίαμβος της μνημικής γνώσης έχει πλατύτατη συναίνεση, επειδή εφαρμόζεται η «αξιοκρατία» εξασφαλίζοντας απόλυτη αντικειμενικότητα στη βαθμολογία. Με αυτό το άλλοθι,ολόκληρο το σχολείο καλλιεργεί και μεταδίδει αποκλειστικά και μόνο μνημική γνώση...

Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/#ixzz0rI2QjfCn
Under Creative Commons License: Attribution

Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Φάκελος, παραλογοτεχνία


της Μικέλας Χαρτουλάρη

Η παραλογοτεχνία δίπλα στη λογοτεχνία. Ούτε χαμηλότερα ούτε εναντίον της. Δύο κόσμοι, δύο κώδικες, δύο τρόποι γραφής παράλληλοι και συμπληρωματικοί. Η πρώτη, πεζή, ταπεινή, ξενόφερτη, σέρνεται στα καταγώγια υποταγμένη σε εφήμερες ανάγκες, πραγματικές ή πλασματικές. Η δεύτερη, σοβαρή ή (συχνότερα) σοβαροφανής, ανεβαίνει στους αιθέρες. Η Γυφτοπούλα και η Φόνισσα. Διότι «ο Παπαδιαμάντης-μυθιστοριογράφος ανήκει στην παραλογοτεχνία ενώ ο Παπαδιαμάντης-διηγηματογράφος ανήκει στη λογοτεχνία», παρατηρεί χωρίς φόβο και πάθος ο Παναγιώτης Μουλλάς. Χάρη σ΄ αυτόν τον εκλεκτό μελετητή των νεοελληνικών γραμμάτων, που από το ΄60, όντας στο Παρίσι, μετείχε στον διεθνοποιημένο διάλογο για τη λαϊκή λογοτεχνία, έχουμε σήμερα ένα πολύτιμο (και συναρπαστικό) βιβλίο, ελεύθερο από ιδεολογήματα: τον Χώρο του Εφήμερου με τα Στοιχεία για την παραλογοτεχνία του 19ου αιώνα (Εκδ. Σοκόλη). Όπου η «παραλογοτεχνία» αντιμετωπίζεται δικαιότερα απ΄ ό,τι συνηθίζουν οι φιλόλογοι, κριτικοί και ιστορικοί της λογοτεχνίας, σαν «προστάδιο και προεικόνισμα» για τη λεγόμενη και σήμερα, «μαζική κουλτούρα». Μιλάμε δηλαδή για ένα είδος διαφορετικό από τα προεπαναστατικά λαϊκά αναγνώσματα του τύπου Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου, τα συνδεδεμένα με την αγροτική ύπαιθρο, τη συλλογική δημιουργία και την προφορικότητα · για ένα «παιδί» των αστικών κέντρων, απότοκο των νέων όρων και τρόπων ζωής του 19ου αι. Εννοούμε εδώ την αστικοποίηση, τη βιομηχανική επανάσταση, τις τεχνολογικές καινοτομίες, την υποχώρηση του αναλφαβητισμού. Και ειδικότερα τη θεαματική ανάπτυξη του Τύπου, που από το 1830 εισέρχεται, πρώτα στη Γαλλία, σε μια νέα εποχή: την εποχή του μεγάλου μη προνομιούχου κοινού, το οποίο είναι έτοιμο να καταναλώνει σε καθημερινή βάση μια «λογοτεχνία για όλους»....

Όπως τα λαϊκά μυθιστορήματα σε συνέχειες (επιφυλλιδικά), που γεννιούνται σ΄ αυτό το εφήμερο πλαίσιο, και μοιάζουν με τις επίκαιρες και δημοφιλείς αφηγήσεις των ειδήσεων του αστυνομικού δελτίου... Εμβληματικό έργο, τα Μυστήρια των Παρισίων του Ευγένιου Σύη, και, στα ελληνικά πράγματα, καμιά 200αριά τίτλοι. Πρόκειται για ένα φαινόμενο συνολικό και συλλογικό, μας λέει ο Μουλλάς, ο οποίος ξεχωρίζει επειδή αντιμετωπίζει την παραλογοτεχνία στην ουσία της και στις πολλαπλές μορφές και διασυνδέσεις της. Όχι για να επανεκτιμήσει γνωστά ή «αγνοημένα» μυθιστορήματα του 19ου αι. αλλά για να φωτίσει τις γενικές συνθήκες παραγωγής τους. Έτσι το βιβλίο του δεν είναι θεωρητική διατριβή, ιστορική μελέτη, βιβλιογραφία ή διακήρυξη, αλλά ένας «φάκελος» που μας δίνει άγνωστες πληροφορίες για την ελληνική κοινωνία, και που μακάρι να εγκαινιάσει μια συζήτηση.

Σαν τα δημοφιλή τηλεοπτικά σήριαλ και όχι σαν τα σημερινά μπεστσέλερ. Έτσι λειτουργούσαν τα λαϊκά μυθιστορήματα του 19ου αι. Εναρμονίζονταν με τις μαζικές προσδοκίες και δυνατότητες. Γραμμένα χωρίς αισθητικές αξιώσεις από δημοσιογράφους, φοιτητές, δικηγόρους, στρατιωτικούς- ανθρώπους όχι λόγιους (αν και υπάρχουν εξαιρέσεις λ.χ.Μπαλζάκ, Δουμάς, Παπαδιαμάντης κ.ά.), αναπαρήγαγαν την πραγματικότητα αντί να δημιουργούν μια νέα (όπως κάνει η λογοτεχνία), λειτουργώντας συναινετικά και επαναλαμβάνοντας τα ιδεολογικά, κοινωνικά, γλωσσικά στερεότυπα. (Ενώ λ.χ. οι λόγιοι μετά το 1880 είναι δημοτικιστές, αυτά είναι γραμμένα στην καθαρεύουσα των σχολείων). Παρ΄ ότι όμως ήταν γεμάτα αφέλειες και κοινοτοπίες, είναι λάθος να τα αγνοούμε. Διότι «ενώ στη λογοτεχνία προβάλλεται η εικόνα του (ατομικού) συγγραφέα, στην παραλογοτεχνία προβάλλεται η εικόνα του (συλλογικού) αναγνώστη». Αυτά τα μυθιστορήματα συμπληρώνουν δηλαδή την εικόνα του κόσμου, φωτίζοντας το συλλογικό φαντασιακό και δείχνοντάς μας πώς λειτουργούσε ο μέσος άνθρωπος τον 19ο αιώνα. Εκεί λ.χ. μπορεί κανείς να ανιχνεύσει «το αντι-δυτικό του πνεύμα, τον εθνικισμό του, τις μισαλλόδοξες θρησκευτικές απόψεις του» κ.ο.κ.

Εκατόν πενήντα τρία λαϊκά πεζογραφήματα από το 1853 ώς το 1900. Τόσα καταλογογραφούνται για πρώτη φορά στον Χώρο του εφήμερου, γραμμένα όχι από τους Κονδυλάκηδες αλλά από τους Παπακαλιάτηδες της εποχής- όπως ο υπολοχαγός Νικόλαος Βωτυράς- και από κάποιες Μιρέλλες όπως η Αγγελική Λούβαρη, η Αικατερίνη Καλαφάτη, η Μαρία Μηχανίδου ή η Ευγενία Ζωγράφου. (Το είδος επιβίωσε στην Ελλάδα ώς τις αρχές του 20ού αι. με την Ιωάννα Μπουκουβάλα- Αναγνώστου). Ο Π. Μουλλάς τα ανακάλυψε σε ιδιωτικές κυρίως συλλογές και παρουσιάζει τα πιο αντιπροσωπευτικά με γλαφυρότητα, χωρίς ξερή θεωρητικολογία, ερμηνεύοντάς τα μέσα από το ιστορικο-κοινωνικό πρίσμα του νεαρού ελληνικού κράτους. Τα κριτήριά του δεν είναι ποιοτικά αλλά ποσοτικά, και δεν έχει διάθεση αξιολόγησης. «Έχει σημασία» μου έλεγε, «να τα μελετήσουμε για να ξέρουμε πού ήταν η βάση, ποιο ήταν το μέσο γούστο. Μόνο έτσι μπορούμε να καταλάβουμε λ.χ. τι σημαίνει να εμφανίζεται σ΄ αυτόν τον χώρο ένας Βιζυηνός, ή αργότερα ένας Σεφέρης ή ένας Τσίρκας...». Ενώ όμως υπάρχει μια πλουσιότατη διεθνής βιβλιογραφία για το παραλογοτεχνικό φαινόμενο (ο όρος καθιερώθηκε το 1967), από τον Γκράμσι, τους Αντόρνο-Μαρκούζε, τον Μπαρτ ώς τον σημειολόγο Έκο κ.ά., η μελέτη του στον τόπο μας κατακερματίζεται και παραμένει ανεπαρκής, αμήχανη και σπασμωδική. Κρίμα γιατί τέτοια σύνθετα φαινόμενα θέτουν εκ νέου το ερώτημα, «Τι είναι η λογοτεχνία;»...

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 29 Σεπτεμβρίου 2007
Reblog this post [with Zemanta]

Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

Διονύσιος Σολωμός, Κρητικός

της Φιλολόγου Ιωάννου Φωτεινής


Α. Στοιχεία Τεχνικής

Αφηγηματικά στοιχεία 
1. Ο Αφηγητής
Ο Αφηγητής είναι δραματοποιημένος (ομοδιηγητικός), συμμετέχει στα δρώμενα ως πρωταγωνιστής (αυτοδιηγητικός) και η εστίαση είναι εσωτερική. Η αφήγηση γίνεται σε α΄ γραμματικό πρόσωπο ( μίμηση ή άμεση αφήγηση).

2. Η Αφήγηση
Τα γεγονότα δεν ξετυλίγονται με τη σειρά με την οποία διαδραματίστηκαν, αλλά υπάρχει μια κύρια, ευθύγραμμη αφηγηματική πορεία, που αρχίζει στα μισά της ιστορίας ( in media res) και που διακόπτεται από αναδρομικές ( αναλήψεις) και πρόδρομες αφηγήσεις (προλήψεις).Οι αναλήψεις και οι προλήψεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν επιβραδύνσεις καθώς καθυστερούν την εξέλιξη της πορείας των γεγονότων της κύριας αφήγησης.

Στους τέσσερις τελευταίους στίχους του 5ου αποσπάσματος υπάρχει αφηγηματικό κενό. Ο αφηγητής δεν μας πληροφορεί τι ακριβώς συνέβη σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα, προφανώς επειδή δεν υπάρχει κάτι σημαντικό και ενδιαφέρον.

3. Ο χρόνος των γεγονότων της ιστορίας
α). Ο ιστορικός χρόνος Δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια, καθώς γίνονται αναφορές χωρίς χρονολογικές σημάνσεις. Πρόκειται όμως για την περίοδο 1823-1824 (επανάσταση των Κρητών εναντίον των Τούρκων, καταστολή της επανάστασης, σφαγές πληθυσμών, φυγή χιλιάδων Κρητών προς Επτάνησα, Δ. Πελοπόννησο, Κύθηρα.)

β). Τα τέσσερα χρονικά επίπεδα της αφήγησης.
Κατά τον Ε. Καψωμένο, τα χρονικά επίπεδα την αφήγησης είναι τέσσερα.
Τα επεισόδια καλύπτουν όλες τις χρονικές βαθμίδες ως προς το χρόνο των γεγονότων, το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Υπάρχει και ένα υπερβατικό απώτερο μελλοντικό χρονικό επίπεδο. Τα χρονικά επίπεδα δεν ακολουθούν το ένα το άλλο με τη φυσική τους σειρά αλλά διαπλέκονται με αναλήψεις και προλήψεις.
- Το πρώτο επίπεδο καλύπτει την κύρια αφήγηση, το παρόν: το χρόνο του ναυαγίου και της εμπειρίας του αφηγητή (Φεγγαροντυμένη, μαγευτικός ήχος).
- Το δεύτερο αφορά στο παρελθόν με αναλήψεις: προϊστορια του ήρωα στην Κρήτη.
- Το τρίτο αφορά στο μέλλον με πρόδρομες αφηγήσεις: η ζωή του ήρωα ως πρόσφυγα μετά το ναυάγιο και την απώλεια της αγαπημένης του.
- Το τέταρτο βρίσκεται στο απώτατο μέλλον, είναι υπερβατικό και μεταφυσικό: οραματισμός έσχατης κρίσης.

4.Ο χώρος σε σχέση με τα επίπεδα της αφήγησης.
 
α). Ο χώρος των γεγονότων της κύριας αφήγησης είναι το πέλαγος και η ακτή.
β). Η αφήγηση μεταβαίνει στο παρελθόν και χώρος των γεγονότων είναι τώρα η Κρήτη και πιο συγκεκριμένα ο Ψηλορείτης και η Λαβύρινθος, το χωριό του αφηγητή.
γ). Ένας απροσδιόριστος χώρος στον οποίο ζει ο αφηγητής ως πρόσφυγας ζητιάνος μετά τη διάσωσή του.
δ). Ο υπερβατικός χώρος του Παραδείσου, όπου ο αφηγητής συνομιλεί με τις ψυχές των νεκρών και 
και εμφανίζεται η νεκρή αγαπημένη του.

Β. Αυτοβιογραφικά στοιχεία Κρητικού. 
 
Ο “ Κρητικός ” δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτοβιογραφικό έργο, ωστόσο αντανακλώνται σ΄ αυτό κάποια αυτοβιογραφικά στοιχεία ανάμεσα στα οποία θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν:

α). Η καταγωγή του πατέρα του ποιητή, του κόντε Σολωμού από την Κρήτη.
β). Η αναγκαστική φυγή της οικογένειας Σολωμού από την Κρήτη αμέσως μετά τις επιθέσεις των Τούρκων στο νησί το 1669 και η εγκατάστασή τους στη Ζάκυνθο το 1670. Πιθανόν το γεγονός αυτό δημιούργησε στον ποιητή την αίσθηση του πρόσφυγα.
γ). Η βαθύτατη αγάπη του Σολωμού για τη μητέρα του Αγγελική Νίκλη, η οποία όμως κλονίστηκε σοβαρά κατά τη διάρκεια του δικαστικού αγώνα του Σολωμού με τα υπόλοιπα παιδιά της σχετικά με το μοίρασμα της περιουσίας του κόντε Νικόλαου Σολωμού. Ίσως η συμπεριφορά της αυτή δημιούργησε στον ποιητή ένα βαθύ αίσθημα μητρικής στέρησης, η οποία σύμφωνα με τους μελετητές εικονίζεται στο θαυμασμό του προς τις εξωπραγματικές γυναικείες μορφές, όπως είναι η Φεγγαροντυμένη.

Γ. Διακειμενικότητα του Κρητικού

Οι διακειμενικές σχέσεις στο ποίημα μπορούν να διακριθούν σε ελληνόγλωσσες και ξενόγλωσσες. 
Στις ελληνόγλωσσες εντάσσονται:
α) το δημοτικό τραγούδι β) η Κρητική λογοτεχνία- ο Ερωτόκριτος γ) η Αγία Γραφή δ) η μεταβυζαντινή λαϊκή ποίηση. Υπάρχουν επίσης επιρροές από την αρχαία ελληνική σκέψη και κοσμοθεωρία και ειδικότερα από την πλατωνική φιλοσοφία.

Στις ξενόγλωσσες εντάσσονται: α) ο Ιταλικός κλασικισμός και νεοκλασικισμός β) Οι Γερμανοί ιδεαλιστές φιλόσοφοι (Κάντ, Χέγκελ) πιο συγκεκριμένα:

1 [18]
- Δημοτικό τραγούδι: χρήση ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου (χρησιμοποιείται σε ολόκληρο το ποίημα) -χρήση του αριθμού τρία
- Κρητική λογοτεχνία : ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία
- Ευρωπαίοι ρομαντικοί: περιγραφή τρικυμίας - έντονη δράση στοιχείων της Φύσης.

2 [19]
- Δημοτικό τραγούδι: χρήση αριθμού τρία - κλιμακωτό σχήμα με τον τριπλό όρκο του αφηγητή συνομιλία με τους νεκρούς - πόρτα του Παραδείσου
- Κρητική λογοτεχνία: πόρτα του Παραδείσου (Ερωφίλη του Χορτάτση).
- θεία κωμωδία του Ντάντε: περιγραφή οράματος της έσχατης κρίσης 
- Αγία Γραφή: περιγραφή οράματος της έσχατης κρίσης
3 [20]
Ερωτόκριτος: στίχος 2. 
Άγγλοι προρομαντικοί: στίχοι 3-10 παρουσίαση νυχτερινής γαλήνης μετά την τρικυμία
Ντάντε- Πετράρχης- Γκαίτε- Σίλλερ- Αποκάλυψη του Ιωάννη (1β,1):όραμα Φεγγαροντυμένης Ιπποτικό μυθιστόρημα “Ιμπέριος και Μαργαρώνα”: στίχος 14
4 [21]
Ερωτόκριτος: στίχοι 5-6/11-12/ 21/ 29/ 37 
Πλάτωνας: στίχοι 13-18 (θεωρία των Ιδεών)
Δημοτικό τραγούδι: στ 14-16 (μοτίβο του τρία)
Επιστημονικά κείμενα (μυστικιστικές ιδεολογίες): στίχος 10 
Το όραμα της Φεγγαροντυμένης μας παραπέμπει στην Παλαιά Διαθήκη, στους εκκλησιαστικούς ύμνους, στη Αποκάλυψη του Ιωάννη, στις νύμφες του Ιταλικού κλασικισμού και νεοκλασικισμού, στον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, στον Δάντη, τον Πετράρχη, τον Γκαίτε.

5 [22]
Αρχαία ελληνική λογοτεχνία: μοτίβο ονείρου στίχοι 9-14  
Οδύσσεια: στίχοι 18/34 
Πατερικά κείμενα, εκκλησιαστική υμνολογία: στίχος 49 (ανεκδιήγητοι ήχοι).
Πλατωνική και χριστιανική δυϊδιστική αντίληψη για τον κόσμο και για τον άνθρωπο: στίχοι 53-54.

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, ένθετο ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ, 29-12-2007

Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

Τα παιδία δεν παίζει...

του Γκαζμέντ Καπλάνι

Στην όμορφη Σπάρτη υπάρχουν κάποιοι που ζουν «σπαρτιάτικα». Δεν γεννήθηκαν στη Σπάρτη. Ήρθαν εκεί από το Μπανγκλαντές, σκαρφαλώνοντας βουνά και λαγκάδια, διασχίζοντας ηπείρους, μόνοι ή μαζί με τα παιδιά τους. Κάνουν δουλειές τις οποίες οι νέοι Σπαρτιάτες δεν κάνουν πια και έμεναν σε ένα σπίτι με αρχαίες σπαρτιάτικες προδιαγραφές, από αυτά που κατασκευάζονται μόνο με έναν πέλεκυ και ένα πριόνι. Έκαναν και κάνουν βίο λιτό. Δουλεύουν σκληρά και μετρούν και το τελευταίο τους ευρώ, σαν πωρωμένοι τσιγκούνηδες. Στη ζωή τους δεν βρήκαν τίποτα έτοιμο. Δεν είχαν το προνόμιο να συντηρούνται από τους γονείς τους. Ίσως, εκείνοι πρέπει να συντηρήσουν τους γονείς. Και δεν υπάρχει πιο δύσκολο πράγμα από το να μεγαλώνεις τους γονείς σου. Μεγαλώνουν ταυτόχρονα και παιδιά, ονειρευόμενοι ένα καλύτερο μέλλον- τουλάχιστον γι΄ αυτά...


Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/#ixzz0iLPW2rsv
Under Creative Commons License: Attribution

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Να ξεχνιόμαστε ή να ψυχοπλακωνόμαστε;




του Δημοσθένη Κούρτοβικ

Υπάρχει μια ένσταση στον ισχυρισμό ότι η κυριαρχία της παραλογοτεχνίας στην ελληνική βιβλιαγορά αντανακλά το μεγάλο έλλειμμα παιδείας της ελληνικής κοινωνίας. Η ένσταση αυτή λέει ότι το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και σε πιο ανεπτυγμένες χώρες, με πολύ ψηλότερο μορφωτικό επίπεδο από τη δική μας· κι εκεί επίσης κάνουν θραύση ο Νταν Μπράουν, ο Κοέλιο, η ροζ λογοτεχνία και οι «οδηγοί ευτυχίας». Το αντεπιχείρημα αυτό είναι απόλυτα ορθό. Για την ακρίβεια, είναι κυρίως απόλυτο και κατά δεύτερο λόγο ορθό. Γιατί εστιάζει στη μία πλευρά της αλήθειας, συσκοτίζοντας την άλλη. Η άλλη πλευρά είναι ότι στις χώρες με τις οποίες γίνεται η σύγκριση μπορεί να διαβάζονται πολύ ο Κοέλιο, ο Νταν Μπράουν και η Σαρλότ Ρος, αλλά διαβάζονται πολύ και συγγραφείς με προωθημένη γραφή και προβληματική. Και επίσης (πράγμα που εγώ θεωρώ ακόμα σημαντικότερο), ανάμεσα σ΄ αυτές τις δύο κατηγορίες βιβλίων υπάρχουν πολλές διαβαθμίσεις, μερικές από τις οποίες έχουν ωσμωτική γειτνίαση με αυτό που αποκαλούμε «υψηλή λογοτεχνία»...


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Το φαινόμενο του καταναλωτισμού


Όσο μεγαλώνει η μοναξιά τόσο κορυφώνεται η αγωνία. Γι΄ αυτό πολλές φορές ο άνθρωπος αναζητά διέξοδο στην αγορά αγαθών, στη διακίνηση του πλαστικού χρήματος

Αντίδοτο
στην καταναλωτική μανία αποτελεί η ικανοποίηση που παράγεται από την εργασία όταν αυτή συντελείται με τη μορφή της διακονίας


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Τρίτη 2 Μαρτίου 2010

«Δεν λαχάνιασα να κυνηγάω την επιτυχία»

ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΤΡΕΛΗ ΑΠΗΧΗΣΗ
ΣΤΟ ΕΥΡΥΤΕΡΟ ΚΟΙΝΟ. ΔΡΑΣΤΗΡΙΑ
ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟΣ ΣΗΜΕΡΑ, Η ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ
ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΥΕΤΑΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΥΨΩΣΕΙ
ΠΟΤΕ «ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΙΚΟ, ΣΩΤΗΡΙΟ- ΑΡΑ
ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ- ΤΟΝΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ
ΑΣΧΗΜΙΕΣ ΠΟΥ ΕΞΑΘΛΙΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ».
Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΕΚΦΡΑΖΕΤΑΙ
ΜΕ ΤΟ ΝΑ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΦΘΟΡΑ
ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ, ΤΗΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ, ΤΗ ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ, ΜΕ ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΩΝΕΙΑ, ΤΟΝ ΥΠΑΙΝΙΓΜΟ, ΤΟΝ ΣΑΡΚΑΣΜΟ, ΤΗΝ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ, ΚΑΙ ΜΕ ΛΕΚΤΙΚΕΣ ΑΚΡΟΒΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΤΙΚΑ ΣΑΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΕΣ ΕΚΚΕΝΩΣΕΙΣ

image


Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/pages/2.html#ixzz0h0NbtXtf
Under Creative Commons License: Attribution


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

Κοινωνία και κρίση

Economic CrisisImage by JLA Kliché via Flickr

του Βασίλη Κρεμμυδά, ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών

Μιλούμε συνέχεια πια, αν μιλούμε και για κάτι άλλο, για την οικονομική κρίση· «οικονομική κρίση» ή σκέτο «κρίση» είναι οι λέξεις της καθημερινότητας που χρησιμοποιούνται περισσότερο. Ακριβώς επειδή δεν είναι μόνον λέξεις· εκφράζουμε μ΄ αυτές κάτι εξαιρετικά σημαντικό που επηρεάζει βαθιά τη ζωή μας, που δρα αρνητικά στο ατομικό και στο κοινωνικό όλον.

Δυστυχώς, η κρίση δεν είναι μόνον «έχω λιγότερα λεφτά και να δω πώς θα πορευτώ». Ή, μάλλον, απ΄ αυτό ξεκινάνε πολλές άλλες, πιο σημαντικές συνέπειες που αντανακλούν στην ίδια την προσωπικότητα του ατόμου, στην ίδια τη φυσιογνωμία της κοινωνίας. Φιλικό πρόσωπο μου έλεγε πρόσφατα· «βλέπω πολλούς ανθρώπους στους δρόμους που κυκλοφορούν και σου δίνουν την εντύπωση ότι είναι νεκροί χωρίς να το ξέρουν». Είναι προφανώς μια υπερβολική διατύπωση, για κάτι όμως που υπάρχει.

Ο άνθρωπος αισθάνεται να μη γνωρίζει τίποτα για τον εαυτό του, για τους γύρω του· τίποτα για το σημείο όπου βρίσκεται από κάθε άποψη- για το μέλλον δεν συζητάει βέβαια, ούτε να το σκέφτεται δεν θέλει. Ο ψυχισμός του χάνει την ευστάθειά του και αρχίζει να παραπατάει. Αυτό όμως μας το ανέλυσε εξαιρετικά τελευταία η Φωτεινή Τσαλίκογλου σ΄ αυτόν εδώ τον χώρο· τι να προσθέσει κανείς. Να πω μόνον κάτι παράλληλο. Στις αρχές του 1970 η μεγάλη πετρελαϊκή κρίση, καθώς ήταν ξαφνική και βαθιά, δημιούργησε στις δυτικές κοινωνίες τόσο ισχυρό πανικό που απασχόλησε για καιρό διανοούμενους και επιστήμονες, προκαλώντας ανησυχία για τις συνέπειες στο κοινωνικό σώμα. Στη Γαλλία μάλιστα έπεσε η ιδέα για ένα νέο κλάδο της ιστορικής επιστήμης, την ψυχοϊστορία (psychohistoire), και άρχισαν να εκπονούνται σχετικές διατριβές. Η κρίση αυτή δεν προκάλεσε ντόμινο γιατί οι οικονομίες ήταν ισχυρές και έτσι η διάρκειά της ήταν σχετικά περιορισμένη, οπότε εγκαταλείφθηκε και η ιδέα για τον νέο ιστοριογραφικό κλάδο.

Η τωρινή κρίση δεν μπορεί να έχει περιορισμένη διάρκεια γιατί έχει κλονίσει ή και ανατρέψει το σύνολο των οικονομικών μηχανισμών. Και ας μη λησμονούμε ότι οικονομική κρίση θα πει κοινωνική κρίση και ότι, όταν μιλούμε για διάρκεια της οικονομικής κρίσης, πρέπει να σκεφτόμαστε την κοινωνία.

Θέλω να πω ότι ακόμη και στην έναρξη της ανάκαμψης, στο οικονομικό επίπεδο δεν θα είμαστε σε θέση παρά να αρχίσουμε να μετρούμε τις βλάβες στη μηχανή που λέγεται κοινωνία. Για την ώρα βλέπουμε μια κοινωνία σε πλήρη ανημπόρια, με το βλέμμα των ανθρώπων απλανές, να προσπαθεί να χωνέψει πώς είναι δυνατό να την ληστεύουν επί τόσα χρόνια και να μην το καταλαβαίνει. Γιατί είναι πράγματι ληστεία αυτό που συνέβη, αλλά με τεράστια διαφορά από τη συνηθισμένη ληστεία· η κλασική ληστεία του 19ου αιώνα αφορούσε κάποια άτομα, οι ληστές τούς αφαιρούσαν όλα τα υπάρχοντα, σκότωναν καμιά φορά και κανέναν· και στην εποχή μας το ίδιο: σπίτια, πορτοφόλια, άλλα αντικείμενα. Στις περιπτώσεις αυτές, θιγόμενο είναι το άτομο που αντιδρά με τη σκέψη «καλά να ΄μαστε, ό,τι μας πήραν θα το αντικαταστήσουμε· τον μισθό μας τον έχουμε, τη σύνταξή μας, κάτι θα βάζουμε στην άκρη, ή νέοι είμαστε θα δουλέψουμε λίγο παραπάνω...».

Είναι φανερό ότι το σημερινό πρόβλημα είναι διαφορετικό, δεν αφορά κάποια, έστω πολλά άτομα, αφορά όλους, ως κοινωνία όμως. Γιατί κοινωνία δεν είναι σύνολο ατόμων, όπως ισχυρίζονται πολλοί· κοινωνία είναι σχέσεις· σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, των ανθρώπων με τα πράγματα· η κοινωνία είναι μηχανισμός. Από τις σχέσεις, από την τέτοια ή αλλιώτικη λειτουργία της μηχανής είναι που διαμορφώνονται οι όροι για την παραγωγή του πλούτου και την κατανομή του ώστε να προκύπτουν πλούσιοι, μεσαίοι, φτωχοί· ώστε πάλι, να διαμορφώνονται οι διάφορες κοινωνικές εξουσίες και οι συσχετισμοί δυνάμεων.

Επιπλέον, η ελληνική κοινωνία έχει τώρα να υφίσταται την κατατρομοκράτηση από την Ευρωπαϊκή, κατ΄ ευφημισμόν, Ένωση, που δεν έχει κάνει ούτε ένα βήμα μπροστά από τότε που ήταν ΕΟΚ και που ασκεί, ως δεξιά που είναι, εντελώς φιλελεύθερη οικονομική πολιτική· και έχει να υφίσταται την άγρια εκμετάλλευση από τους λεγόμενους διεθνείς κερδοσκοπικούς κύκλους, που της πίνουν το αίμα στην κυριολεξία, όσο βέβαια της άφησαν οι εγχώριοι ληστές. Εδώ βρισκόμαστε τώρα· και η αγωνία της κοινωνίας είναι για το τι θα γίνει, πού πηγαίνει, πού θα βρίσκεται αύριο. Πολλοί γράφοντες που με ελαφρότητα εμφανίζονται ως αισιόδοξοι ισχυρίζονται ότι η κοινωνία που θα βγει απ΄ αυτή την κρίση θα είναι καλύτερη· άλλοι πάλι, με ακόμη μεγαλύτερη ελαφρότητα, ισχυρίζονται ότι όπου να ΄ναι τελειώνουμε με την κρίση! Οι τελευταίοι ασφαλώς έχουν νυχτώσει μακριά. Η κρίση στην κοινωνία είναι μακρόχρονη- άλλο στην οικονομία-, οι ζημίες που υφίσταται και θα υφίσταται στον ιστό της, πολλές και βαθιές. Ασφαλώς, θα προκύψει μια αλλιώτικη κοινωνία· το «καλύτερη» ή «χειρότερη» δεν ξέρω τι θα πει- από τι καλύτερη ή χειρότερη. Δεν ενδιαφέρουν αυτά· ενδιαφέρει μόνον να είναι ισχυρή, να είναι κοινωνία με όλη τη σημασία της λέξης.
ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 26-2-2010
Reblog this post [with Zemanta]

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

Πολιτιστική υποχώρηση, ανθρωπιστική έκπτωση

του Γιάννη Χάρη

Στοίχιση  αριστερά
ΔΙΝΟΥΜΕ ΤΟ ΛΟΓΟ ΣΤΟ ΛΑΟΣ, ΓΙΑ Ν΄ ΑΚΟΥΣΤΟΥΝ
ΕΤΣΙ ΔΙΚΕΣ ΜΑΣ ΞΕΝΟΦΟΒΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ·
ΚΑΤΑΝΟΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΥΣ
ΠΟΛΙΤΕΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΑΘΩΩΣΟΥΜΕ ΔΙΚΕΣ
ΜΑΣ ΞΕΝΟΦΟΒΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ.

Φωτογραφία

Μετά βίας ανεχόμαστε τον αλλόθρησκο, τον εβραίο, τον μειονοτικό, τον φίλαθλο αντίπαλης ομάδας, τον οπαδό αντίπαλου πολιτικού κόμματος, τον γείτονα και το σκυλί του, μα ρατσιστές δεν είμαστε ή ξενοφοβικοί, και ευτυχώς μας περισσεύει η ανοχή απέναντι στους μετανάστες


Με αυτά τα λόγια έκλεινα την περασμένη επιφυλλίδα, αφήνοντας ανοιχτό ένα τεράστιο θέμα, που πας να το πιάσεις απ΄ τη μια, κι όλο σου φεύγει από την άλλη. Αναφερόμουν στα πλυντήρια βρόμικων ιδεών, τα κανάλια δηλαδή, κυρίως τα λεγόμενα σοβαρά, που με την υπερπροβολή των εκπροσώπων της άκρας δεξιάς μάς εξοικειώνουν και μας συμφιλιώνουν με το πρόσωπο του τέρατος, όπως είχα γράψει σχετικά πρόσφατα. Και προχωρούσα τώρα με τη σκέψη πως η συστηματική αυτή και άνευ αρχών προβολή ενδέχεται να κρύβει μιαν αόριστη, στην καλύτερη περίπτωση, σύμπνοια ή και ταύτιση του τηλεοικοδεσπότη με τον φιλοξενούμενο. Διαφορετικά, ο ιδεολογικός αμοραλισμός και ο πολιτικός καιροσκοπισμός με το κυνήγι της τηλεθέασης δεν φτάνουν να εξηγήσουν στάσεις παντελώς άσχετες με τα κρατούντα στον τηλεοπτικό μας κόσμο ήθη: αναφέρομαι στον γνωστό εισαγγελικό, συχνά ιταμό τρόπο των τηλεδημοσιογράφων, και μάλιστα των πιο προβεβλημένων των βραδινών δελτίων, που δεν ανέχονται μύγα στο σπαθί τους, ούτε το βήχα καν του οποιουδήποτε κοινωνικά και ταξικά παρακατιανού.

Ακόμα πιο σκεφτικός στέκεται κανείς απέναντι στην αιφνίδια ανακάλυψη του προβλήματος της μετανάστευσης και των άμεσων επιπτώσεών της, ιδίως σε υποβαθμισμένες συνοικίες κτλ. Πολλές είναι οι εύλογες-κι ωστόσο διόλου επαρκείς- ερμηνείες: η άνοδος της δύναμης του ΛΑΟΣ, η οποία οφείλεται στην οικονομική κρίση και στη δυσαρέσκεια του κόσμου που «τον εγκατέλειψε η πολιτεία», ανίσχυρο πλάι στην εξαθλίωση των μεταναστών και τη συναφή παραβατικότητα.

Πριν δούμε το μένος με το οποίο προβάλλεται ξαφνικά το πρόβλημα και η απαίτηση για την επίλυσή του, τον ζήλο με τον οποίο εκδηλώνεται η αμέριστη κατανόηση των δοκιμαζόμενων αγανακτισμένων πολιτών, ας σταθούμε λίγο στη στερεότυπη ερμηνεία της μετακίνησης στρωμάτων της εκλογικής βάσης, εν προκειμένω από τα αριστερά προς την ακροδεξιά. Έχω κι εδώ ξαναγράψει ότι η ερμηνεία με οπωσδήποτε βάσιμα οικονομικοκοινωνικά κριτήρια δεν παύει να είναι κατά βάθος πατερναλιστική, να κρύβει μια βαθύτερη υποτίμηση του «απλού λαού», που χωρίς ιδέες, χωρίς ιδεολογία δηλαδή, εξακτινώνεται από την αριστερά, ακόμα και την κομμουνιστική, στην άκρα δεξιά: φταίει, είπαμε, η παγκοσμιοποίηση και η βαθιά οικονομική κρίση, η ανασφάλεια με τους ξένους, με τον Πολωνό υδραυλικό στη Γαλλία, με τον Αλβανό οικοδόμο χτες εδώ και σήμερα με τον ανέστιο Αφγανό, κι αυτή η ανασφάλεια και ο φόβος θεωρείται όρος ικανός να μεταστρέψει όχι τους «εκλεκτούς» εμάς αλλά τον «απλό λαό» και να τον κάνει ψηφοφόρο του Καρατζαφέρη και χειροκροτητή των «παλικαριών» της Χρυσής Αυγής, στον Άγιο Παντελεήμονα φερειπείν.

Τότε τι; Είναι όλοι ρατσιστές ή ξενοφοβικοί; Κι εκείνοι και εμείς, σύμφωνα με τον εισαγωγικό συλλογισμό μου; Δεν ξέρω· οι πολιτικοϊδεολογικοί όροι σίγουρα τρομάζουν. Ας δούμε όμως τι σίγουρα είμαστε, ή πιο απλά τι σίγουρα αισθανόμαστε. Ας δούμε λοιπόν σε οποιαδήποτε συνθήκη της καθημερινής ζωής τη σχετική έως απόλυτη δυσανεξία, ενστικτώδη ώς έναν μεγάλο βαθμό ή καταστατική, δυσανεξία που κλιμακώνεται σε αποστροφή, μίσος, έχθρα κτλ., απέναντι: στον ετερόδοξο, τον αιρετικό, τον παπικό, τον παλαιοημερολογίτη, τον ιεχωβά, και ειδικά τον εβραίο, τον πάσης φύσεως μειονοτικό, τον τσιγγάνο, τον ομοφυλόφιλο, αλλά ακόμα και τον σεξουαλικά ελευθεριάζοντα (και ιδίως την-), τον φίλαθλο αντίπαλης και εν γένει διαφορετικής ομάδας, τον οπαδό αντίπαλου και εν γένει διαφορετικού πολιτικού κόμματος (και ιδίως μικρού!), τον απέναντι ή πλαϊνό ή παραδίπλα ανταγωνιστικό μαγαζάτορα, τον γείτονα με το μεγαλύτερο (ή το πολύ μικρό!) αυτοκίνητο, τον γείτονα που βάζει δυνατά μουσική, ή που βάζει διαφορετική από τα γούστα μας μουσική, τον γείτονα που ποτίζει νυχτιάτικα τα λουλούδια του, τον γείτονα με το σκυλί που γαβγίζει ασταμάτητα, τον γείτονα που κυκλοφορεί με τις κοιλιές του έξω στη βεράντα..., σελίδες θα μπορούσαμε να γεμίσουμε. Κι αν έτσι με τον γείτονα, πόσο μάλλον με τον ξένο!

Τι μας κρατάει να μη σφαζόμαστε όλη την ώρα, να μη σφαχτούμε οριστικά με τον γείτονα; Αυτό το μικρό και τεράστιο μαζί κλικ του διακόπτη, που λέγεται κοινωνικότητα, κοινωνικοποίηση, κοινοτική ζωή, πολιτισμός, η αρχικά (ή και για πάντα) αναγκαστική συνθήκη του κοινωνικού όντος που είναι υποχρεωμένο να συνυπάρξει, να συμβιώσει, μ΄ όλες του τις διαφορές, τα πάθη και τα μίση. Γίνεται όμως αυτό; Ε, άντε, με τον γείτονα, και φτάνει πια, φτάνει τόσος αυτοέλεγχος και καταπίεση εννοώ, νισάφι! όχι και με τον ξένο! Μοιάζει απλοϊκό, μα είναι, νομίζω, θεμελιώδες.

Γυρίζοντας νύχτα σπίτι, ένα αυτοκίνητο που ερχόταν σταθερά από πίσω μου με στράβωνε με τους προβολείς του· όποιος οδηγεί, ξέρει πόσο επικίνδυνο, βασανιστικό και εξοργιστικό είναι αυτό· του έκανα διάφορα νοήματα, χαμπάρι! Κάποια στιγμή, δεν άντεξα, έβγαλα το χέρι απ΄ το παράθυρο, σε μια παρατεταμένη, μεγαλόπρεπη μούντζα. Όταν πια σταμάτησα έξω απ΄ το γκαράζ, σταμάτησε κι εκείνο: κοιτάζω απ΄ το καθρεφτάκι και διακρίνω τον-συμπαθέστατο μάλιστα- γείτονα που είχε θέση στο ίδιο γκαράζ! Ν΄ ανοίξει η γη να με καταπιεί... Έκτοτε κοιτάζω καλά καλά ποιος έρχεται πίσω μου, στη γειτονιά· γιατί αλλού, ούτε λόγος, μούντζα θα πέσει και πάλι.

Κοινωνικές αναστολές, ανάμεικτες με φόβο, δέος, ανάλογα, μέσα στην ίδια οικογένεια, στην ίδια γειτονιά, στο ίδιο χωριό, ανάλογα με τη θέση, μπορεί και ανώτερη, του άλλου, ορίζουν τη συμπεριφορά μας, ολόκληρο πλέγμα συμβάσεων και μικρών ή μεγάλων καταναγκασμών. Οπότε, με την πρώτη ευκαιρία, ευχαρίστως σπάμε την άτιμη την αλυσίδα, και πάλι, ανάλογα, πουλάμε εξουσία, τσαμπουκά, ή απλούστατα αφήνουμε ελεύθερα τα συναισθήματά μας, που είναι παγίως, πάντοτε, φόβος για καθετί καινούριο ή ξένο, δυσφορία έως αποστροφή για ό,τι ξεφεύγει από τον έλεγχό μας-γνωστότατο το φαινόμενο, διέπει όλη μας τη ζωή, τη στάση μας απέναντι σε καινούριες ιδέες, σε αλλαγές στη μόδα, στη γλώσσα, γενικά απέναντι στις νεότερες γενιές κτλ.

Ο ΥΠΟΠΤΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ
Κακά τα ψέματα, το ΛΑΟΣ δεν βγήκε ενισχυμένο μόνο στον Άγιο Παντελεήμονα ή σε άλλες υποβαθμισμένες περιοχές. Αλλά και στα Βόρεια Προάστια. Ή σε αγροτικές περιοχές, όπου όλη η τοπική οικονομία στηρίζεται στους ξένους· που τους έχουν οι ντόπιοι σκλάβους, μ΄ άλλα λόγια· κι απλώς τους θέλουνε πιο σκλάβους ακόμα, και όχι να σηκώνουνε κεφάλι, ζητώντας μεγαλύτερο (μα πάντα εξευτελιστικό) μεροκάματο. Και κακά τα ψέματα, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις χωριών με ομολογημένα αρμονική συνύπαρξη από καιρό ντόπιων και ξένων, ώσπου στραβοκοιτάζει μια μέρα ο ξένος κάποιον στο καφενείο, κι αρχίζει το πογκρόμ, έφοδος στα σπίτια των ξένων, απαγόρευση κυκλοφορίας και άλλα εξίσου αδιανόητα κι ανατριχιαστικά.

Ξενοφοβία; Έστω πως όχι. Γιατί τότε θα έπρεπε να δεχτούμε πως είναι έμφυτη, εγγενής. Υποχώρηση πολιτισμού, όμως, οπωσδήποτε.

Κι εκεί αρχίζουν οι ευθύνες οι δικές μας. Που είναι ακόμα μεγαλύτερες όσο μικρότερες, ή και ανύπαρκτες, εμφανίζουμε τις ευθύνες των άλλων, του «λαού». Γιατί δεν νοείται να συμψηφίζεται η εξαθλίωση του οικονομικού μετανάστη και η όποια, παρεπόμενη, παραβατικότητα με την υποχώρηση βασικών συστατικών της ανθρώπινης συνθήκης, με λιντσαρίσματα, με σκούπες-πογκρόμ, με χώρους υποδοχής-στρατόπεδα συγκέντρωσης και άλλα αστυνομικά μέτρα. Και πάντως, ακόμα κι αν τα θεωρούσε κανείς απαραίτητα σε κάποια φάση διόγκωσης και όξυνσης του προβλήματος, το χειροκρότημα στα «παλικάρια» της Χρυσής Αυγής δείχνει ότι το πρόβλημα είναι εντέλει αλλού.

Και τότε ο λόγος: «Όποιος είναι έξω από το χορό, πολλά πολυπολιτισμικά τραγούδια ξέρει», έτσι εξάλλου επιθετικά και χλευαστικά που εκφέρεται, και μέσα στον προσχηματικό ρεαλισμό του και τη συσκοτιστική «αντικειμενικότητά» του, ακούγεται βαθύτατα ανησυχητικός. Περισσότερο κι από τις σιδερογροθιές και τα στειλιάρια των «παλικαριών».

Αλλά για τη «δική μας» στάση μένουν πολλά να πούμε.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 27 Ιουνίου 2009

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Στοιχεία ταυτότητας

του Κώστα Γεωργουσόπουλου

image

Ο ΓΙΑΚΟΜΠ ΓΚΡΙΜ (1785-1863) ΚΑΙ Ο ΒΙΛΧΕΜ
ΓΚΡΙΜ
(1786-1859), ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΦΙΛΟΛΟΓΟΙ,
ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΟΙ, ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΟΙ, ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΤΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΟΙ-ΜΥΘΟΓΡΑΦΟΙ
ΚΑΙ ΣΥΛΛΕΚΤΕΣ ΛΑΪΚΟΥ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΥ ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΥ
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΙΚΟΙ
ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΥ
ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ


Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/#ixzz0fYxuh2cy
Under Creative Commons License: Attribution


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Ακλόνητοι και αυτάρεσκοι στην κρίση

του Δημοσθένη Κούρτοβικ

image

Η κρίση κατεβάζει τους δείκτες ευημερίας, αλλά ανεβάζει τα επίπεδα διανοητικής εγρήγορσης. Αναστατώνει την κοινωνία, αλλά οργανώνει καλύτερα τα μυαλά. Ανακόπτει την οικονομική ανάπτυξη, αλλά ευνοεί την πολιτισμική ανάπτυξη. Εξαπολύει το φάσμα της καταστροφής, αλλά θρέφει και το σπέρμα της δημιουργίας. Όλα αυτά είναι σωστά κι έχουν επισημανθεί από αρκετούς, με ποικίλες διατυπώσεις. Σπάνια όμως αναφέρεται, ακόμα και από αυτούς, μια προϋπόθεση, χωρίς την οποία όλα αυτά τα θετικά παράγωγα μιας κρίσης είναι ανέφικτα. Η προϋπόθεση αυτή είναι ότι η κρίση θα έχει εσωτερικευτεί, ότι θα έχει γίνει και κρίση των συνειδήσεων. Που σημαίνει ότι δεν βολευόμαστε πια στις παλιές πεποιθήσεις μας, αναζητούμε καινούργιες, πιο σύνθετες απαντήσεις, αισθανόμαστε την ανάγκη να δούμε τα πράγματα από διαφορετική σκοπιά. Δεν περιμένουμε βέβαια μια τέτοια στάση από το σύνολο της κοινωνίας. Την περιμένουμε όμως από τα, κατά τεκμήριο, πιο ανήσυχα και δυναμικά τμήματά της ή από τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης...


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Τα τέκνα του Θερσίτη

ΑΠΟΡΩ ΠΩΣ ΞΥΠΝΗΣΑΝ ΚΑΠΟΙΟΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑΝ ΠΩΣ Η ΣΑΤΙΡΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΣ ΚΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΕΠΙΛΗΨΙΜΟ, ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ΑΚΟΜΨΟ, ΑΥΘΑΙΡΕΤΟ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ, ΠΑΝΤΩΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟ. ΣΙΓΑ ΤΑ ΛΑΧΑΝΑ.

του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Η πρώτη και πλέον βίαιη αμφισβήτηση της εξουσίας εμφανίζεται ήδη στο πρώτο γραπτό λογοτεχνικό κείμενο στην ιστορία του πολιτισμού. Στην «Ιλιάδα» ο σημαδεμένος Θερσίτης ψέλνει τα εξ αμάξης στους ηγέτες της δεκάχρονης εκστρατείας στην Τροία. Αν συγκεντρώσει κανείς τα «κοσμητικά» επίθετα με τα οποία ο θρασύτατος εκείνος στρατιώτης λούζει τον Αγαμέμνονα και τους συν αυτώ, έχω την εντύπωση πως μόνο λεκτικές παραλλαγές και πλατειασμούς θα εύρισκε στην ιστορία των παγκοσμίων ύβρεων. Στην «Ιλιάδα» έχουμε τη γέννηση και την πρώτη ανθολογία πολιτικής και αντιεξουσιαστικής σάτιρας. Γιατί ο θείος επικός δεν περιορίζεται σε χαρακτηρισμούς που έχουν να κάνουν μ΄ αυτό που ονομάζουμε «ατομική» σάτιρα, δηλαδή επίθεση στα προσωπικά ελαττώματα του ηγεμόνα, αλλά τα συνδέει με κοινωνικές και θεσμικές δομές είτε διότι τα ατομικά ελαττώματα ενός ηγέτη καθορίζουν και τον τρόπο που κυβερνά και συμπεριφέρεται, νομοθετεί και δικάζει είτε διότι η καρέκλα της εξουσίας πολλαπλασιάζει και παροξύνει τα προσωπικά χούγια του χαρακτήρα του ηγέτη.

Δεν θα αναφερθώ σε ανθολογήματα από σατιρικές κριτικές αιχμές στην τραγωδία, αλλά ο Αριστοφάνης (που πρόσφατα πάλι έγινε αντικείμενο αναφοράς σε σχέση με τη σύγχρονη σάτιρα και την ποιότητά της) έχει ήδη στις ένδεκα σωζόμενες κωμωδίες του εξαντλήσει όλα τα μοτίβα, τα λεκτικά ευρήματα και τα συντάγματα της επιθετικής αντιεξουσιαστικής σάτιρας. Π.χ., για να μείνω σε μια ακραία ενέργειά του, εν μέσω Πελοποννησιακού Πολέμου και ενώ η Αθήνα πολιορκείται και υφίσταται τις συνέπειες του αποκλεισμού και ενώ πριν από λίγους μήνες έχει ξεκληριστεί το ένα τρίτο του πληθυσμού από τον λοιμό, που δεν ήταν άλλο από κοιλιακός τύφος εξαιτίας του συνωστισμού ανθρώπων και ζώων στα δημόσια άλση, όπου και τα πηγάδια, τολμάει μιλώντας για το Μεγαρικό ψήφισμα, δηλαδή το εμπάργκο που είχε επιβάλει ο Περικλής στα σπαρτιατικά Μέγαρα, οργισμένος ο ποιητής το χαρακτηρίζει καβγά δύο νταβατζήδων για δύο πουτάνες! Ποιος θα εκμεταλλευτείποια! Τη στιγμή που γνώριζε πως οι Αθηναίοι είχαν όμορα χωράφια με τους Μεγαρίτες και η Αθήνα έκανε εισαγωγή κεραμικού χώματος από τα Μέγαρα και την εχθρική Κόρινθο, πρώτη ύλη της αγγειοπλαστικής της εξαγωγικής βιοτεχνίας!

Για να αντιληφθεί κανείς την τόλμη και το ρίσκο του Αριστοφάνη δεν έχει παρά να θυμηθεί (μιας και έγινε επίσημη από τον Άρειο Πάγο αναθεώρηση της δίκης των έξι) πως στήθηκαν πολιτικοί και στρατιωτικοί στον τοίχο, γιατί αντί για το σλόγκαν «Ελλάς των τριών θαλασσών και των δύο ηπείρων» αντέτασσαν το σλόγκαν «Μικρά και έντιμος Ελλάς».

Ας μη σταθώ στον αιρετικότατο Λουκιανό και στο ανατρεπτικό του χιούμορ. Ακόμη και στο βλοσυρό Βυζάντιο ο Θεόδωρος, Πτωχοπρόδρομος επονομαζόμενος, εκτός από τα «Γράμματα» αναθεματίζει και την Αυλή και τους άρχοντες και τους πλούσιους και τους επίορκους συναδέλφους του κρατικούς υπαλλήλους.

Η κρητική κωμωδία ακολουθώντας τα αναγεννησιακά ελευθεριάζοντα πρότυπα εξευτελίζει και τους δειλούς και ασελγείς στρατιωτικούς, τους παιδεραστές και ζήτουλες δασκάλους, τις προξενήτρες και τους κερδοσκόπους εμπόρους και λαμόγια. Οργιάζει δε όταν παραλαμβάνει τους παραλήδες γερομπαμπαλήδες που αγοράζουν ορφανές παρθένες τη συνδρομή των μητέρων τους!!

Στα Επτάνησα η κοινωνική και η πολιτική σάτιρα έδωσε έξοχα δείγματα και στην ποίηση και στην πεζογραφία και στο θέατρο. Ο «Χάσης» του Γουζέλη, οι «Ψευδογιατροί» (αλμπάνηδες) του Σουρμελή, οι ραδιούργοι και τραμπούκοι, οι μέθυσοι πορνόβιοι του «Βασιλικού» του Μάτεσι, η καταλυτική σάτιρα του Λασκαράτου, του Τσακασιάνου και μιας πλειάδας «ριζοσπαστών» ακτιβιστών είναι μεγάλη προίκα της νεοελληνικής σατιρικής λογοτεχνίας. Οι Φαναριώτες και οι Αθηναίοι λογοτέχνες αλλά και οι δημοσιογράφοι και γελοιογράφοι του 19ου αιώνα συγκροτούν μια ομάδα αξιοσημείωτων αντιεξουσιαστών σατιρικών. Ο Ραγκαβής, ο Νερουλός, οι Σούτσοι, ο Καρύδης και ο μέγας Μιλτιάδης Χουρμούζης, ο Βυζάντιος, ο Γεώργιος Σουρής ξετινάζουν τη βαυαροκρατία, την πρώτη δημοσιοϋπαλληλία, τους νεόπλουτους ομογενείς που αναζητούν τρυφερούδια ανάμεσα στις ανέστιες θυγατέρες των αρβανιτάδων της Αττικής, την ιδεολογία του τζόγου (όπου αλληλοκλέβονται πρέσβεις ξένων κρατών, νομάρχες, στρατηγοί, βουλευτές και... δεσποτάδες σε ιδιωτικές λέσχες. Σε μια κωμωδία του Χουρμούζη κάποιος χάνει το σπίτι του και τη γυναίκα του!), τον μαϊμουδισμό της μόδας, των νέων αχώνευτων ιδεών, το τσιμπούσι των εργολάβων δημοσίων έργων, τη ρεμούλα της δημόσιας περιουσίας, το ρουσφέτι, τις κουμπαριές και την αχαλίνωτη και βάρβαρη λογοκρισία Αστυνομίας και Εκκλησίας.

Ακόμη και το κωμειδύλλιο και το δραματικό ειδύλλιο μιλάνε για αρχαιοκάπηλους, για προικοθήρες, για ψεύτες πολιτικούς, για δωροδοκούμενους υπαλλήλους.

Η Ελλάδα στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα διαθέτει έναν σατιρικό συγγραφέα που δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τον Ιονάθαν Σουίφτ, τον Εμμανουήλ Ροΐδη και όχι μόνο για την «Πάπισσα Ιωάννα»- ένα άλλοθι των επιτηδείων για να θεωρήσουμε πως ο σατιρικός είχε στόχο τον καθολικισμό. Στο άλλο εξαίσιο έργο του ξετινάζει θεσμούς, ήθη, συμπεριφορές, νοοτροπίες, προλήψεις, προκαταλήψεις, ιδεοληψίες και ιδεολογήματα και όλη την ψευδή συνείδηση μιας ολόκληρης κοινωνίας διαταξικά.

«Γιούχα και πάλι γιούχα...»

Τα «Σατιρικά γυμνάσματα» του Κωστή Παλαμά δεν είναι απλώς μια κοινωνική, πολιτική σάτιρα, είναι ένας ανελέητος λίβελος εναντίον ηθών, στρεβλώσεων, ψευδαισθήσεων, φαντασιώσεων και απαιδευσίας μιας σάπιας κοινωνίας. Και μόνο δύο στίχους από δύο επικολυρικά του έργα να σημειώσω, προβάλλω έναν μέγιστο σατιρικό ποιητή και διδάσκαλο δημόσιου ήθους: «Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη χώρα» («Η Φλογέρα του βασιλιά») και «Γιούχα και πάλι γιούχα των πατρίδων» («Δωδεκάλογος του Γύφτου»).

Οι «Σάτιρες» του Καρυωτάκη (ο οποίος υπήρξε και συγγραφέας επιθεωρήσεων!) είναι πικρές, διεισδυτικές και απελπισμένες κραυγές ενός ανθρώπου που πρώτος στον μεσοπόλεμο διάβασε και προφήτευσε την μπόχα που έφερνε σαν τσουνάμι το «σύστημα».

Τα «Καραγκιόζικα» του Ρώτα και ο Μποστ είναι δύο ιδιότυπες αλλά καίριες σατιρικές μονήρεις σχολές που φτάνουν ώς την εποχή μας. Μεσολαβούν οι έξοχοι επιθεωρησιογράφοι και οι συγγραφείς των φαρσοκωμωδιών. Τι άλλο κάνουν από το να τραβούν το χαλί κάτω από τα πόδια της εξουσίας και των θεσμών που σαπίζουν ο Μελάς, ο Καγιάς, ο Ρούσσος, ο Ψαθάς, ο Σακελλάριος, ο Τσιφόρος, ο Πρετεντέρης, ο Γιαλαμάς, ο Κορρές, ο Λάκης Μιχαηλίδης, ο Γ. Λαζαρίδης, ο Καμπάνης και ώς τη ζώσα σήμερα όζουσα πραγματικότητα ο Φασουλής, η Παναγιωτοπούλου, ο Λαζόπουλος, ο Ξανθούλης, αλλά και ο Ποντίκας, ο Σκούρτης, ο Μουρσελάς, ο Μανιώτης, ο Μέντης, ο βιτριολικός Μάτεσις, ο Αρμένης, ο σατιρικός Σαββόπουλος και ο παραληρηματικός υπερρεαλιστής Τακόπουλος;

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 6-2-2010

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

Μεταμοντέρνο: Το τελευταίο φιλοσοφικό ρεύμα του αιώνα



Μολονότι ο όρος «μεταμοντέρνο» έχει κεντρική θέση στις συζητήσεις περί πολιτισμού των τελευταίων δεκαετιών, δεν μπορούμε να πούμε ότι χρησιμοποιείται με την απαιτούμενη ακρίβεια. Μερικοί εξομοιώνουν το μεταμοντέρνο με τον ακραίο μηδενισμό, τον ανήθικο σχετικισμό ή την αναρχία· άλλοι το συνδέουν με έναν πολιτισμό κυριαρχούμενο από την κοινοτοπία των τηλεοπτικών αναπαραστάσεων και τις νέον επιγραφές στο στυλ του Λας Βέγκας, των οποίων η απανταχού παρουσία υπογραμμίζει την εκτεταμένη «μακντοναλντοποίηση» ενός κατά τα άλλα ανορεξικού κόσμου· άλλοι, ωστόσο, το περιορίζουν στην περιοχή της θεωρίας, συναρτώντας το με την έκρηξη της μεταστρουκτουραλιστικής θεωρίας, η οποία αναδύθηκε στις δεκαετίες του '60 και του '70, μέσα από τα έργα του Ντεριντά, του Λιοτάρ, του Λακάν, του Φουκό, της Κρίστεβα, του Μποντριγιάρ, του Ντελέζ, του Σαΐντ και του Πολ ντε Μαν, μεταξύ άλλων...


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More