Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ethics. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ethics. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Η ηθική της επιστήμης


του Ι.Ν.Μαρκόπουλου,
επίκουρου καθηγητή της Χημικής Μηχανικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Από όλες τις αξιωματικές παραδοχές για τη δόμηση της φυσικής επιστήμης και της επιστημονικής μας κοσμοεικόνας, η παραδοχή, ότι επιστήμη και ηθική είναι αδιαχώρητες και ανεξάρτητες η μια από την άλλη, είναι ίσως η πιο θεμελιώδης, αλλά συγχρόνως κα η πιο ευάλωτη σε παρερμηνείες.

Τόσο κατά τη γέννησή της ­ τον 6ο π.Χ. αιώνα στις ακτές της Ιωνίας ­ όσο και στα στάδια της μετέπειτα εκδίπλωσης και ανάπτυξής της ­, κυρίως τον 17ο αιώνα, και στη συνέχεια, με αλματώδη βήματα, στον 19ο και προπαντός βέβαια στον 20ό αιώνα ­, η φυσική επιστήμη έπρεπε για να εδραιωθεί ως αντικειμενική αλήθεια και γνώση να μείνει μακριά από υποκειμενικές αξίες και αρχές. Η επιστημονική μέθοδος προσέγγισης της αντικειμενικής γνώσης, το αίτημα δηλαδή της αντικειμενικότητας στη γνώση, είναι εξ ορισμού ανεξάρτητο και ανεπηρέαστο από την ηθική και τις αξιολογικές της κρίσεις. Αυτή η τόσο κατανοητή και σχεδόν αυτονόητη καταστατική αρχή, ενταγμένη σήμερα μέσα στο ασφυκτικό αλλά και ανούσιο πλαίσιο μιας άκρως θετικιστικής θεώρησης της φύσης, έχει αποκτήσει νοηματικές και πρακτικές προεκτάσεις, που είναι κοινωνικά προβληματικές και σίγουρα δεν της ανήκουν εγγενώς. Τα προβλήματα που ανακύπτουν από την αυθαίρετη παρανόηση και προέκταση της καταστατικής αυτής πρότασης, πιστεύω ότι αποτελούν ένα σημαντικό εμπόδιο στη διαύγαση των τεράστιων κοινωνικών και ηθικών ζητημάτων, που ως κοινωνία πρέπει να αντιμετωπίσουμε, λόγω της αλματώδους, απογραμμάτιστης και ανεξέλεγκτης, ανάπτυξης της τεχνοεπιστήμης.

Επιτρέψτε μου να αναφερθώ, μέσα από ένα σύντομο ερωτηματικό λόγο, σε μερικά από αυτά τα προβλήματα. Και αρχίζω από το «δόγμα» της ουδετερότητας της επιστήμης και της τεχνικής. Υπάρχουν, άραγε, σημαίνουσες ανθρώπινες δραστηριότητες, που είναι ηθικά ουδέτερες; Θάλαμοι αερίων, Χιροσίμα, Ναγκασάκι· θηριωδία και απανθρωπιά· χωρίς τη συμμετοχή της επιστήμης και των επιστημόνων; Από πού προκύπτει λοιπόν ο συχνά προτεινόμενος πλήρης διαχωρισμός συνεχόμενων και ενιαίων στην ουσία τους δραστηριοτήτων, της ηθικά ανεξάρτητης, όπως υποστηρίζεται, και μη ελέγξιμης επιστημονικής έρευνας από τη μια και των ηθικά φορτισμένων, και άρα ελέγξιμων πρακτικών εφαρμογών της, από την άλλη; Και πόσο εύκολος θα είναι στο μέλλον ένας τέτοιος διαχωρισμός (βασική έρευνα - εφαρμοσμένη έρευνα - εφαρμογές), μέσα μάλιστα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο αγοραίας συμπεριφοράς και αβυσσαλέου ανταγωνισμού; Και είναι δυνατόν, σε μια κοινωνία ανθρώπων, να αποδεχθούμε την πλήρη αυτονόμηση ορισμένων ανθρωπίνων δραστηριοτήτων; Αλλά ακόμη παραπέρα, στον πυρήνα της αντιμετώπισης του προβλήματος, πόσο έτοιμες είναι σήμερα οι κοινωνικές επιστήμες ­ όσον αφορά το εκπαιδευτικό τους περιεχόμενο, την έρευνα και την ανάπτυξή τους ­ να παρακολουθήσουν την αλματώδη ανάπτυξη της φυσικής επιστήμης, της βιολογίας και της τεχνικής; Και ποιες οι αντοχές, ανοχές και ενοχές μας απέναντι στη «βιολογική ρύπανση», που κατ' αναλογίαν προς τη φυσικο-χημική ρύπανση του 20ού αιώνα θα μας απειλήσει, πρωτόγνωρα, μπορεί να πει κανείς, στον αιώνα που έρχεται; Διότι βέβαια, εδώ, υπάρχουν κάποιες αναλογίες, την «εγκαθίδρυση» των οποίων δεν θα μπορέσουμε εύκολα να αποφύγουμε: σύνθεση και παραγωγή συγκεκριμένων μακρομορίων, νέων ουσιών και προϊόντων, νέων φυσικών και χημικών τεχνικών, ευημερία, αλλά και επικίνδυνη οικολογική καταστροφή στον 20ό αιώνα· ανάλογης κλιμάκωσης ανάπτυξη, ευζωία αλλά και βιολογική ρύπανση, με την εμφάνιση γενετικά, χειρουργικά ή βιο-ηλεκτρονικά πραγματοποιημένων «χιμαιρικών οντοτήτων», στην αρχή της τρίτης χιλιετίας. Και βέβαια δεν πρέπει να αγνοήσουμε τη σημαντική ποιοτική διαφορά μεταξύ, λ.χ., του διοξειδίου του αζώτου, που ρυπαίνει το περιβάλλον, και μιας μελλοντικής ανθρωπόμορφης χίμαιρας.

Θέλω να πιστεύω ότι τα ερωτήματά μου αυτά δεν έχουν τεθεί ά-σκοπα, αφού μέσα από τον τρόπο διατύπωσής τους αναδύονται κάποιες σκέψεις και κάποιοι προβληματισμοί, που θα μπορούσαν ίσως να χρησιμεύσουν στη μελέτη και την αντιμετώπιση αυτών των όντως πολύ δύσκολων και πρωτόφαντων προβλημάτων. Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν και η άγνοιά μας είναι σίγουρα μεγάλη στα θέματα αυτά. Αν όμως εκτός από την επιστημονική μας σκέψη επιστρατεύσουμε και τη διαίσθησή μας, θα μπορέσουμε ίσως να βαδίσουμε σε έναν πιο ακίνδυνο δρόμο. Και για να γίνω πιο σαφής: φοβάμαι πως στο μέλλον δεν θα έχουμε άλλη επιλογή, από το να προχωρήσουμε ­ σε ορισμένες ίσως σπάνιες και πολύ ειδικές περιπτώσεις ­ στην όντως αντιδημοκρατική (και σε πολλές χώρες, με σημερινά δεδομένα, αντισυνταγματική), αλλά αναπόφευκτη, νομίζω, απαγόρευση και αυτής ακόμη της επιστημονικής έρευνας. Σίγουρα, πολύ δύσκολα, θα συμφωνούσε κανείς με μια τέτοια επιλογή. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω πράγματι ποιο είναι αυτό, που στις συγκεκριμένες περιπτώσεις θα έπρεπε περισσότερο να μας φοβίζει. Ο έλεγχος και η περιορισμένης έκτασης απαγόρευση μιας πολύ συγκεκριμένης επιστημονικής έρευνας, ή οι πολύ χειρότερες και τρομακτικότερες για την κοινωνία μας συνέπειες, που αναπόδραστα θα προκληθούν από τη μη απαγόρευσή της;

Η αρχική μας λοιπόν αξιωματική παραδοχή διαχωρισμού επιστήμης και ηθικής, που είναι πράγματι θεμελιώδους σημασίας για τη γέννηση και την ανάπτυξη της επιστήμης, θα πρέπει πλέον, κατά τη γνώμη μου, να γίνεται κατανοητή, μέσα σε ένα πολύ στενό, αυστηρά επιστημονικό και επιστημολογικό πλαίσιο, ως ένας δεσμευτικός, λειτουργικός κανόνας, που σίγουρα δεν θα αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες και προεκτάσεις. Οι πρακτικές εφαρμογές της επιστήμης είναι, άλλωστε, άρρηκτα συνδεδεμένες με τον επιστημονικό λόγο, όπως επίσης και οι τεχνοεπιστημονικές εφαρμογές είναι γερά συνυφασμένες με την επιστημονική έρευνα, που εκβάλλει σε αυτές. Το αίτημα, εξάλλου, της αντικειμενικότητας στη γνώση (επιστήμη) είναι μια ηθική επιταγή, αφού μια αξία (η αντικειμενικότητα) προ-ορίζεται για τη θεμελίωση της γνώσης. Είναι αυτό που ο γάλλος φυσιολόγος και νομπελίστας Ζακ Μονό ονομάζει «ηθική της γνώσης». Αλλά, και αντιστρόφως, μπορούμε επίσης να μιλήσουμε για μια επιστημονική αρχή της ηθικής, όταν η ηθική κατά την αναζήτηση ενός απόλυτου νόμου ­ όπως και η φυσική επιστήμη ­ προσπαθεί να εδραιωθεί επάνω σε μια αρχή καθολικής εγκυρότητας και ισχύος. Ως παραδείγματα στοχαστών, που οδήγησαν τη σκέψη τους και σε αυτό το μονοπάτι, μπορούμε να αναφέρουμε τον Ηράκλειτο, τους Πυθαγορείους, τον Σωκράτη και τον Ντεκάρτ.

Επιστήμη και ηθική δεν είναι ίσως τελικά τόσο ξένες και ανεξάρτητες η μια από την άλλη, όσο πολλοί επιστήμονες και στοχαστές θέλουν να πιστεύουν. Η θέση, που ως κοινωνία θα πάρουμε στο ζήτημα αυτό, πιστεύω πως θα είναι καθοριστικής σημασίας, για το αν θα παραμείνουμε μια κοινωνία ανθρώπων, ή θα οδηγηθούμε σε μια φασιστική, εντέλει, κοινωνία «χιμαιρικών οντοτήτων» και «μεικτών συστημάτων». ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ,6 Σεπτεμβρίου 1998
Reblog this post [with Zemanta]

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Το χάσμα μεταξύ πολιτικής και ηθικής


του Χρήστου Β. Μασσαλα, προέδρου ΔΕ Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και του ΣΑΠΕ

Στις κοινωνίες επιβάλλονται κανόνες ανθρώπινης συμπεριφοράς, που ονομάζονται ηθικοί κανόνες, ως υποχρεωτικοί, χωρίς τους οποίους η συνύπαρξη δεν θα ήταν απλώς αδιανόητη, αλλά και υπερβολικά ανεπιτυχής.

Στις μέρες μας κυριαρχεί ο όρος πολιτική ηθική. Ορισμός: «πολιτική ηθική είναι η ηθική εκείνου που ασκεί πολιτική δραστηριότητα». Η πολιτική δραστηριότητα δεν είναι η εξουσία ως αυτοσκοπός, αλλά η εξουσία για την επίτευξη ενός στόχου, που είναι συνήθως το κοινό καλό, το συλλογικό ή γενικό συμφέρον. Κατά την αρχαιοελληνική θεώρηση, το έργο του πολιτικού είναι να εναρμονίσει τα ατομικά συμφέροντα με το συμφέρον του συνόλου. Η πολιτική είναι μέρος της ηθικής ενέργειας του ανθρώπου.

Στους νέους χρόνους μεταξύ ηθικής και πολιτικής υπάρχει χάσμα. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι η πολιτική συμπεριφορά οδηγείται από το απόφθεγμα: «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Η ηθική κριτική επικεντρώνεται κυρίως στην αξία του σκοπού. Δεν είναι όμως κάθε σκοπός τόσο υψηλός, ώστε να δικαιολογεί τη χρήση οποιουδήποτε μέσου. Από εδώ πηγάζει η ανάγκη της κυβέρνησης των νόμων, δηλαδή μιας κυβέρνησης στην οποία οι κυβερνώντες θα δρουν τηρώντας τους κανόνες του Συντάγματος, στους οποίους υπόκειται η άσκηση πολιτικής δραστηριότητας, και θα είναι υπεύθυνοι για τις αποφάσεις τους. Η ηθική κριτική επικεντρώνεται και στη νομιμότητα των μέσων.

Η δύναμη είναι αναφαίρετη από την εξουσία, ως μέσον όμως (όχι ως σκοπός). Η δύναμη δεν δικαιώνει τη δύναμη. Αλλωστε, τα κακά μέσα μπορούν να βλάψουν τους καλούς σκοπούς.

Ο ηθικός άνθρωπος αναρωτιέται: Ποιες αρχές να τηρήσω;

Ο πολιτικός αναρωτιέται: Ποιες συνέπειες προκύπτουν από την πράξη μου;

Η αντίθεση μεταξύ ρεαλισμού και ιδεαλισμού απαντάται συνεχώς στην ιστορία της πολιτικής σκέψης. Το ιδανικό του Καντ (ανάλογα και για τον Ερασμο) είναι ο ηθικός πολιτικός, ο πολιτικός που ευνοεί τη συμμόρφωσή του με τις ηθικές αρχές. Για τον Μακιαβέλι(ανάλογα και για τον Χέγκελ) στις πολιτικές αποφάσεις μετρά η καταλληλότητα των μέσων για την επίτευξη του σκοπού, ανεξάρτητα από τις αρχές. Πολιτική ηθική είναι η ηθική των αποτελεσμάτων και όχι των αρχών. Σύμφωνα με τη θεώρηση αυτή, οι ηθικές εκτροπές δεν παίζουν ρόλο, τα μόνα που λογαριάζονται από τους πολιτικούς ηγέτες είναι τα λάθη. Το ευτυχές αποτέλεσμα δικαιώνει τις μεγαλύτερες αυθαιρεσίες.

Ο ηθικός μπορεί να ισχυριστεί: ας γίνει δικαιοσύνη και ας καταστραφεί ο κόσμος, αλλά ο πολιτικός πρέπει να δρα στον κόσμο και υπέρ του κόσμου, και κατά συνέπεια δεν μπορεί να πάρει μια απόφαση που θα οδηγεί στην «καταστροφή του κόσμου». (Ν. Μπόμπιο). Είναι γεγονός ότι τα ανθρώπινα συμφέροντα δεν εναρμονίζονται εύκολα με το γενικό συμφέρον. Το έπαθλο των αγώνων ενός πολιτικού, κατά τον Θουκυδίδη, είναι: το γόητρο στους σύγχρονους και η φήμη στους μεταγενέστερους...

Ο Μακιαβέλι πίστευε ότι η κατ΄ εξοχήν αρετή του πολιτικού δεν είναι τόσο η γνώση ή η σοφία όσο η σύνεση, δηλαδή η ύψιστη ικανότητα υιοθέτησης μεθόδων για την επίλυση συγκεκριμένων καταστάσεων. Η αμέσως επόμενη αρετή, η πονηρία, είναι εκείνη που του δίνει τη δυνατότητα να προβλέπει, εκτός από το άμεσο παρόν, ένα λίγο πιο ευρύ τμήμα του μέλλοντος. Οι πολιτικές αυτές αρετές δεν μπορούν να δηλώσουν την ηθική ακεραιότητα. Μια απόκλιση μεταξύ των κανόνων της ηθικής και των κανόνων της πολιτικής υπήρχε και θα υπάρχει πάντοτε de facto. Ομως, παρά την ιστορικά τεκμηριωμένη διαφορά μεταξύ ηθικής και πολιτικής, την ιστορία μας τη διατρέχει και η ανάγκη να εξαλειφθεί η διαφορά αυτή.

Ακόμη και αν δεν είναι δυνατή μια απόλυτη αναγωγή της πολιτικής στην ηθική, εξακολουθεί να είναι επιθυμητή μια κατάσταση στην οποία το χάσμα μεταξύ τους θα εξαφανιζόταν.

Η δημοκρατία είναι το πολιτικό σύστημα που επιτρέπει τη μέγιστη προσέγγιση μεταξύ των απαιτήσεων της ηθικής και εκείνων της πολιτικής.

Πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Δεν πρόκειται το χάσμα να εξαλειφθεί ολοκληρωτικά, αυτό που περιμένουμε είναι ότι η πολιτική έχει περισσότερες πιθανότητες να σεβαστεί το ιδανικό της ηθικής για μια καλή κοινωνία μέσα σε μια δημοκρατία. Πρέπει να σημειωθεί ότι όλες οι δημοκρατίες δεν είναι ίδιες. Η ιστορική διαδρομή μιας δημοκρατίας κρίνεται από τον βαθμό πολιτικής βίας που φιλοξενεί, την έκταση των πολιτικών σχέσεων που παραμένουν μυστικές, τη δεσμευτική ισχύ των συμφωνιών μεταξύ των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων και κατά πόσο οι γνώμες είναι ελεύθερες, ώστε να συγκρούονται και μέσω της σύγκρουσης να εξαγνίζονται.

Οι ενέργειες του πολιτικού στο πλαίσιο των δημοκρατικών κανόνων αποτελούν την προσέγγιση του ρεαλισμού και του ιδεαλισμού. Τελικά το πρόβλημα της πολιτικής είναι η ποιότητα της δημοκρατίας...ΠΗΓΗ:εφημ.ΤΟ ΒΗΜΑ, 10 Δεκεμβρίου 2008
Reblog this post [with Zemanta]

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More