Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΖΥΗΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΖΥΗΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Η κρίση του Βιζυηνού

Η κρίση του Βιζυηνού


Φαντάζομαι ότι θα τυχαίνει κάποτε, σε αναπάντεχες συνήθως στιγμές, να θυμηθείτε το δίστιχο του Βιζυηνού «μετεβλήθη εντός μου / και ο ρυθμός του κόσμου». Έχει πια γίνει εμβληματική φράση, που με τη λιτή δύναμή της αντιστέκεται στην κακή τύχη της υπόλοιπης ποίησής του. Από τόσο λυρισμό, που βούλιαξε στον καιρό, είναι ειρωνικό ότι σώθηκαν στη συλλογική μνήμη κάποια θραύσματα, τα οποία ορισμένοι εκδότες συγκαταλέγουν υπό την ενότητα «στίχοι γραμμένοι στο φρενοκομείο»,1 και δυο τρία ακόμη ποιήματα που ανήκουν στη «διαυγή» περίοδο...

Αι αρχαί των τεχνών

Αι αρχαί των τεχνών
του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΙΖΥΗΝΟΥ
Αι τέχναι, όπως πάσα ενέργεια εν γένει, κέκτηνται κατ' ανάγκην, πλην της ιστορίας των αποτελεσμάτων αυτών, και μίαν άλλην ιστορίαν, την ιστορίαν των αιτιών των παραγουσών τ' αποτελέσματα ταύτα. Η δ' ιστορία αυτή, ασύνδετος προς ονόματα, η αυτή κατά πάντα χρόνον, διά πάσαν χώραν, και διά πάντα τεχνίτην, θα ήτο κατάλληλος να πληρώση το κενόν το υφιστάμενον έτι μεταξύ της αρχής των τεχνημάτων και της αρχής των τεχνών...

Με αφορμή τον «Μοσκώβ-Σελήμ»


Το έργο του Βιζυηνού με έχει «παγιδεύσει» για χρόνια σε επανειλημμένες αναγνώσεις. Θα επεξεργαστώ, στη συνέχεια, αυτή την εντύπωση της «παγίδευσης», συνδέοντάς την με διεξόδους που μοιάζει να δίνει το έργο του Βιζυηνού σε σύγχρονα ζητούμενα της ανθρωπολογίας της τέχνης...

Πέμπτη 29 Απριλίου 2010

Για τη γλώσσα των Βιζυηνού - Παπαδιαμάντη

image
Γεώργιος Βιζυηνός

image
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
ΠΗΓΗ: Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου (Κατεύθυνσης) , Βιβλίο Καθηγητή

Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Φάκελος, παραλογοτεχνία


της Μικέλας Χαρτουλάρη

Η παραλογοτεχνία δίπλα στη λογοτεχνία. Ούτε χαμηλότερα ούτε εναντίον της. Δύο κόσμοι, δύο κώδικες, δύο τρόποι γραφής παράλληλοι και συμπληρωματικοί. Η πρώτη, πεζή, ταπεινή, ξενόφερτη, σέρνεται στα καταγώγια υποταγμένη σε εφήμερες ανάγκες, πραγματικές ή πλασματικές. Η δεύτερη, σοβαρή ή (συχνότερα) σοβαροφανής, ανεβαίνει στους αιθέρες. Η Γυφτοπούλα και η Φόνισσα. Διότι «ο Παπαδιαμάντης-μυθιστοριογράφος ανήκει στην παραλογοτεχνία ενώ ο Παπαδιαμάντης-διηγηματογράφος ανήκει στη λογοτεχνία», παρατηρεί χωρίς φόβο και πάθος ο Παναγιώτης Μουλλάς. Χάρη σ΄ αυτόν τον εκλεκτό μελετητή των νεοελληνικών γραμμάτων, που από το ΄60, όντας στο Παρίσι, μετείχε στον διεθνοποιημένο διάλογο για τη λαϊκή λογοτεχνία, έχουμε σήμερα ένα πολύτιμο (και συναρπαστικό) βιβλίο, ελεύθερο από ιδεολογήματα: τον Χώρο του Εφήμερου με τα Στοιχεία για την παραλογοτεχνία του 19ου αιώνα (Εκδ. Σοκόλη). Όπου η «παραλογοτεχνία» αντιμετωπίζεται δικαιότερα απ΄ ό,τι συνηθίζουν οι φιλόλογοι, κριτικοί και ιστορικοί της λογοτεχνίας, σαν «προστάδιο και προεικόνισμα» για τη λεγόμενη και σήμερα, «μαζική κουλτούρα». Μιλάμε δηλαδή για ένα είδος διαφορετικό από τα προεπαναστατικά λαϊκά αναγνώσματα του τύπου Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου, τα συνδεδεμένα με την αγροτική ύπαιθρο, τη συλλογική δημιουργία και την προφορικότητα · για ένα «παιδί» των αστικών κέντρων, απότοκο των νέων όρων και τρόπων ζωής του 19ου αι. Εννοούμε εδώ την αστικοποίηση, τη βιομηχανική επανάσταση, τις τεχνολογικές καινοτομίες, την υποχώρηση του αναλφαβητισμού. Και ειδικότερα τη θεαματική ανάπτυξη του Τύπου, που από το 1830 εισέρχεται, πρώτα στη Γαλλία, σε μια νέα εποχή: την εποχή του μεγάλου μη προνομιούχου κοινού, το οποίο είναι έτοιμο να καταναλώνει σε καθημερινή βάση μια «λογοτεχνία για όλους»....

Όπως τα λαϊκά μυθιστορήματα σε συνέχειες (επιφυλλιδικά), που γεννιούνται σ΄ αυτό το εφήμερο πλαίσιο, και μοιάζουν με τις επίκαιρες και δημοφιλείς αφηγήσεις των ειδήσεων του αστυνομικού δελτίου... Εμβληματικό έργο, τα Μυστήρια των Παρισίων του Ευγένιου Σύη, και, στα ελληνικά πράγματα, καμιά 200αριά τίτλοι. Πρόκειται για ένα φαινόμενο συνολικό και συλλογικό, μας λέει ο Μουλλάς, ο οποίος ξεχωρίζει επειδή αντιμετωπίζει την παραλογοτεχνία στην ουσία της και στις πολλαπλές μορφές και διασυνδέσεις της. Όχι για να επανεκτιμήσει γνωστά ή «αγνοημένα» μυθιστορήματα του 19ου αι. αλλά για να φωτίσει τις γενικές συνθήκες παραγωγής τους. Έτσι το βιβλίο του δεν είναι θεωρητική διατριβή, ιστορική μελέτη, βιβλιογραφία ή διακήρυξη, αλλά ένας «φάκελος» που μας δίνει άγνωστες πληροφορίες για την ελληνική κοινωνία, και που μακάρι να εγκαινιάσει μια συζήτηση.

Σαν τα δημοφιλή τηλεοπτικά σήριαλ και όχι σαν τα σημερινά μπεστσέλερ. Έτσι λειτουργούσαν τα λαϊκά μυθιστορήματα του 19ου αι. Εναρμονίζονταν με τις μαζικές προσδοκίες και δυνατότητες. Γραμμένα χωρίς αισθητικές αξιώσεις από δημοσιογράφους, φοιτητές, δικηγόρους, στρατιωτικούς- ανθρώπους όχι λόγιους (αν και υπάρχουν εξαιρέσεις λ.χ.Μπαλζάκ, Δουμάς, Παπαδιαμάντης κ.ά.), αναπαρήγαγαν την πραγματικότητα αντί να δημιουργούν μια νέα (όπως κάνει η λογοτεχνία), λειτουργώντας συναινετικά και επαναλαμβάνοντας τα ιδεολογικά, κοινωνικά, γλωσσικά στερεότυπα. (Ενώ λ.χ. οι λόγιοι μετά το 1880 είναι δημοτικιστές, αυτά είναι γραμμένα στην καθαρεύουσα των σχολείων). Παρ΄ ότι όμως ήταν γεμάτα αφέλειες και κοινοτοπίες, είναι λάθος να τα αγνοούμε. Διότι «ενώ στη λογοτεχνία προβάλλεται η εικόνα του (ατομικού) συγγραφέα, στην παραλογοτεχνία προβάλλεται η εικόνα του (συλλογικού) αναγνώστη». Αυτά τα μυθιστορήματα συμπληρώνουν δηλαδή την εικόνα του κόσμου, φωτίζοντας το συλλογικό φαντασιακό και δείχνοντάς μας πώς λειτουργούσε ο μέσος άνθρωπος τον 19ο αιώνα. Εκεί λ.χ. μπορεί κανείς να ανιχνεύσει «το αντι-δυτικό του πνεύμα, τον εθνικισμό του, τις μισαλλόδοξες θρησκευτικές απόψεις του» κ.ο.κ.

Εκατόν πενήντα τρία λαϊκά πεζογραφήματα από το 1853 ώς το 1900. Τόσα καταλογογραφούνται για πρώτη φορά στον Χώρο του εφήμερου, γραμμένα όχι από τους Κονδυλάκηδες αλλά από τους Παπακαλιάτηδες της εποχής- όπως ο υπολοχαγός Νικόλαος Βωτυράς- και από κάποιες Μιρέλλες όπως η Αγγελική Λούβαρη, η Αικατερίνη Καλαφάτη, η Μαρία Μηχανίδου ή η Ευγενία Ζωγράφου. (Το είδος επιβίωσε στην Ελλάδα ώς τις αρχές του 20ού αι. με την Ιωάννα Μπουκουβάλα- Αναγνώστου). Ο Π. Μουλλάς τα ανακάλυψε σε ιδιωτικές κυρίως συλλογές και παρουσιάζει τα πιο αντιπροσωπευτικά με γλαφυρότητα, χωρίς ξερή θεωρητικολογία, ερμηνεύοντάς τα μέσα από το ιστορικο-κοινωνικό πρίσμα του νεαρού ελληνικού κράτους. Τα κριτήριά του δεν είναι ποιοτικά αλλά ποσοτικά, και δεν έχει διάθεση αξιολόγησης. «Έχει σημασία» μου έλεγε, «να τα μελετήσουμε για να ξέρουμε πού ήταν η βάση, ποιο ήταν το μέσο γούστο. Μόνο έτσι μπορούμε να καταλάβουμε λ.χ. τι σημαίνει να εμφανίζεται σ΄ αυτόν τον χώρο ένας Βιζυηνός, ή αργότερα ένας Σεφέρης ή ένας Τσίρκας...». Ενώ όμως υπάρχει μια πλουσιότατη διεθνής βιβλιογραφία για το παραλογοτεχνικό φαινόμενο (ο όρος καθιερώθηκε το 1967), από τον Γκράμσι, τους Αντόρνο-Μαρκούζε, τον Μπαρτ ώς τον σημειολόγο Έκο κ.ά., η μελέτη του στον τόπο μας κατακερματίζεται και παραμένει ανεπαρκής, αμήχανη και σπασμωδική. Κρίμα γιατί τέτοια σύνθετα φαινόμενα θέτουν εκ νέου το ερώτημα, «Τι είναι η λογοτεχνία;»...

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 29 Σεπτεμβρίου 2007
Reblog this post [with Zemanta]

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

Από τη «Nouvelle Revue» στην αθηναϊκή «Εστία»


του Ι. Παπακώστα, καθηγητή της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Σε προηγούμενο άρθρο μας («Το Βήμα», 30.11.2003) σχολιάσαμε αδρομερώς μερικά σημεία άγνωστων επιστολών του Γ. Βιζυηνού, από τις οποίες (και μάλιστα από αφορμή την έκδοση της ποιητικής του συλλογής Ατθίδες Αύραι) προέκυπτε η διαρκής έγνοια και αγωνία του να γίνει γνωστό το ποιητικό του έργο στο εξωτερικό. Στο παρόν άρθρο θα αναφερθούμε στο αφηγηματικό του έργο και ειδικότερα στον τρόπο σύνδεσής του με συγκεκριμένα έντυπα και τον τρόπο που γίνεται το πέρασμα από το γαλλικό περιοδικό «La Nouvelle Revue» στην «Εστία», το σημαντικότερο περιοδικό της εποχής αυτής στην Ελλάδα, όπου και δημοσιεύτηκαν τα πέντε από τα έξι κορυφαία διηγήματά του.

Ο Γ. Βιζυηνός ήταν από τους λίγους συγγραφείς του 19ου αιώνα στο πρόσωπο του οποίου συνδυάζονταν συστηματικές σπουδές, επιστημονικό έργο, ποιητική και έγκυρη αφηγηματική δημιουργία. Ηταν επίσης από τους πλέον ταξιδεμένους συγγραφείς αφού, με μικρά διαλείμματα, από το 1875 ίσαμε το 1884, έχοντας τη γενναία χορηγία του Γ. Ζαρίφη, έζησε στις κυριότερες πόλεις της Γερμανίας (Γοττίγκη, Λειψία, Βερολίνο) και επίσης στο Παρίσι και στο Λονδίνο.

Αν οι περισσότερες αυτές πόλεις συνδέονται με τις σπουδές του στη φιλοσοφία, στα παιδαγωγικά και στην ψυχολογία και επίσης με την ποιητική του δημιουργία, το Παρίσι έχει ταυτιστεί αποκλειστικά και μόνο με την ενασχόλησή του με τον αφηγηματικό λόγο και ιδίως με το διήγημα.

Και τούτο όχι μόνο γιατί εκεί, στο περιοδικό «La Nouvelle Revue» της Juliette Lamber-Adam, δημοσιεύτηκε το πρώτο του διήγημα «Το αμάρτημα της μητρός μου», αλλά γιατί την περίοδο της διαμονής του στο Παρίσι (Ιούνιος - Δεκέμβριος 1882) ο Βιζυηνός εξεδήλωσε έμπρακτα την πρόθεσή του να ασχοληθεί με το νέο για εκείνον λογοτεχνικό είδος, το διήγημα.

* Στροφή στο διήγημα

Εχει, κατ' επανάληψη και από παλαιά, ειπωθεί ότι η παρότρυνση προς τον Βιζυηνό να ασχοληθεί με το διήγημα προήλθε από τον Δ. Βικέλα. Παρότρυνση που βεβαίως δεν θα ήταν αρκετή αν ο ίδιος ο Βιζυηνός δεν ήταν έτοιμος να στραφεί προς την πεζογραφία. Με τη στροφή αυτή γίνονται αντικείμενο λογοτεχνικής πραγμάτωσης οι παιδικές του αναμνήσεις, οι σπουδές του γύρω από την ψυχολογία και τα παιδαγωγικά, παράγοντες που τον οδηγούν και προς την ψυχογραφία, και βεβαίως τα διαβάσματά του από την ξένη λογοτεχνία και ιδίως τη γερμανική. (Ο Γ. Βελουδής ως μια πηγή του υπέδειξε τον Auerbach.) Είναι ωστόσο γεγονός ότι η αναστροφή του Βιζυηνού με τον Βικέλα ήρθε στην πιο κατάλληλη στιγμή με θαυμαστά για εκείνον και για τη νεοελληνική λογοτεχνία αποτελέσματα.

Χωρίς τη μεσολάβηση του Βικέλα, η δημοσίευση του ανωτέρω διηγήματος στο εν λόγω γαλλικό περιοδικό δεν θα είχε πραγματοποιηθεί. H απόφαση όμως του Βιζυηνού να δει το (πρώτο) διήγημά του δημοσιευμένο πρώτα σε ευρωπαϊκό περιοδικό και κατόπιν σε ελληνικό προκαλεί ερώτημα. Το ερώτημα είναι αν η επιθυμία του αυτή προερχόταν από κάποια τάση επίδειξης ή συνδέεται με την πικρία που σίγουρα θα είχε δοκιμάσει για τον υποτιμητικό τρόπο με τον οποίο τον είχαν αντιμετωπίσει κατά το ολιγόμηνο χρονικό διάστημα της παραμονής του στην Αθήνα το 1882, οπότε του προσάπτονταν κολακεία, παρασιτία, χυδαιότητα, γελοιότητες και μάλιστα σε ανώνυμα δημοσιεύματα.

Οπως και αν έχει το πράγμα, το βέβαιο είναι ότι η δημοσίευση του διηγήματος οφείλεται στον Βικέλα, ο οποίος είχε αναλάβει και την τυπογραφική επιμέλεια, φροντίζοντας μάλιστα και για το τράβηγμα ανατύπων. Για «ταύτην την πρόβλεψιν» ο Βιζυηνός, ο οποίος τότε βρισκόταν στο Λονδίνο, του εκφράζει τις ευχαριστίες (επ. 24.3.1883). Στον Βικέλα οφείλεται επίσης και η μετάφραση από τον Queux de Saint Hilaire του διηγήματος (Μουλλάς), αν και αυτό αποσιωπάται στο δημοσίευμα, όπως προκύπτει από φωτοτυπία που μου προμήθευσε η Κατερίνα Κωστίου.

Αν η απάντηση στα ανωτέρω έχει υποθετικό χαρακτήρα, το ερώτημα όμως παραμένει για ένα άλλο συναφές θέμα, που αφορά τον χρόνο δημοσίευσης του διηγήματος, αφού αυτό ήταν ήδη έτοιμο τουλάχιστον τέσσερις μήνες πριν από τη δημοσίευσή του. Τούτο προκύπτει από σχετική αγγελία που δημοσιεύτηκε στο «Δελτίον της Εστίας» (αριθ. 313, 26.12.1882) και η οποία δεν προσέχτηκε από την έρευνα. H σχετική μαρτυρία έχει ως εξής: «Λίαν προσεχώς η "Εστία" θέλει δημοσιεύσει εις τας στήλας αυτής ωραίον πρωτότυπον διήγημα του γνωστού ποιητού κ. Γεωργίου Βιζυηνού. Το διήγημα τούτο, μεταφρασθέν και γαλλιστί, θέλει δημοσιευθεί συγχρόνως και εν τω εγκρίτω γαλλικώ περιοδικώ "La Nouvelle Revue" των Παρισίων».

Οπως είναι γνωστό, το εν λόγω διήγημα δημοσιεύτηκε παράλληλα στο Παρίσι και στην Αθήνα. Στο Παρίσι η δημοσίευση έγινε στο τεύχος Μαρτίου - Απριλίου (σελ. 632-653) και στην Αθήνα στην «Εστία», σε δύο συνέχειες (10 και 17 Απριλίου 1883).

Από την αγγελία είναι ολοφάνερη η θετική στάση της σύνταξης της «Εστίας» έναντι του Βιζυηνού. Αξιοπρόσεκτος, εν προκειμένω, είναι ο χαρακτηρισμός «πρωτότυπον», ύλη που αναζητεί επίμονα κατά τη νέα του αυτή περίοδο (1881 κ.εξ.) το περιοδικό, προσπαθώντας έτσι να περιορίσει τις μεταφράσεις γαλλικών ρομάντζων και να αναδείξει τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια εντάσσεται και ο «Διαγωνισμός προς συγγραφήν ελληνικού διηγήματος» που προκήρυξε η «Εστία» το 1883. Από την αγγελία προκύπτει επίσης ότι τον Δεκέμβριο του 1882 το διήγημα ήταν ήδη έτοιμο. Αν έτσι έχει το πράγμα, τότε γιατί σε επιστολή του στις 24 Μαρτίου 1883 ο Βιζυηνός γράφει στον Βικέλα ότι τότε θα έστελνε το χειρόγραφο, ενώ παράλληλα εξέφραζε την αγωνία μήπως η δημοσίευσή του γίνει «προ του γαλλικού»;

Σημειώνεται ότι διευθυντής του «Δελτίου της Εστίας» και τακτικός συνεργάτης του περιοδικού, του οποίου μάλιστα αργότερα, το 1889, ανέλαβε και τη διεύθυνση, υπήρξε ο Νικόλαος Πολίτης. Τούτο σημαίνει ότι το εν λόγω διήγημα του Βιζυηνού, όπως και τα άλλα τέσσερα, η δημοσίευση των οποίων επακολούθησε, απηχούσε τη θετική στάση του περιοδικού έναντι του θρακιώτη συγγραφέα. Ας προστεθεί εδώ ότι το εν λόγω διήγημα καταχωρίστηκε πρωτοσέλιδα, ενώ στο ίδιο τεύχος στις αμέσως επόμενες σελίδες ακολουθούν συνεργασίες των N. Γ. Πολίτη και Γ. Δροσίνη, οι οποίοι, σημειωτέον, ήσαν και οι βασικοί συνεργάτες του περιοδικού, καθορίζοντας οιονεί και την πορεία του.

Το προβάδισμα, όπως είναι φανερό, δίνεται στον Βιζυηνό για το «πρωτότυπον» του διηγήματός του. Το ίδιο προβάδισμα δίνεται και στα υπόλοιπα διηγήματά του, ακόμη και όταν αυτά, λόγω έκτασης, τέμνονται σε δύο ή και τρεις συνέχειες, όπως για παράδειγμα συνέβη με το «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου». Ας προστεθεί εδώ ότι τα πάσης φύσεως δημοσιεύματα (ποιήματα, πεζά, μελέτες, μεταφράσεις) του Βιζυηνού που φιλοξενήθηκαν στην «Εστία» ξεπερνούν τα 35 και επίσης ότι τα τέσσερα από τα διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στην «Εστία» ενώ ακόμη ο συγγραφέας βρισκόταν στο Λονδίνο.

Είναι φανερό ότι η «Εστία» και ο κύκλος της (μαζί με τη «Νέα Εφημερίδα» του Ιω. Καμπούρογλους) αποτελούν τις μοναδικές εξαιρέσεις ευνοϊκής στάσης έναντι του Βιζυηνού. Και τούτο σε αντίθεση με άλλα έντυπα, στα οποία ακόμη και ανυπόγραφα άρθρα ή υβριστικά σημειώματα φιλοξενούνταν, ενώ η ποιότητα του πεζογραφικού του έργου για καιρό είχε αποσιωπηθεί. Μέσα σε αυτό το κλίμα εκδηλώθηκε και η φρενοβλάβειά του το 1892, πράγμα που έκανε τον Γρ. Ξενόπουλο, πάλι μέσω της «Εστίας», να εκφράσει με οργή την αγανάκτησή του για τον τρόπο αντιμετώπισης του συγγραφέα.

Οταν δε το 1895 άρχισε η δημοσίευση του διηγήματος «Μοσκώβ Σελήμ» και ενώ ο συγγραφέας βρισκόταν έγκλειστος πια στο Δρομοκαΐτειο, η «Εστία», αναγγέλλοντάς το, διατύπωσε και την πάντοτε θετική αξιολογική κρίση της, ότι «κάθε έργον του [Βιζυηνού] φέρει τόσον καταφανή την σφραγίδα της ισχυράς και πρωτοτυπότατης αυτού ιδιοφυΐας».

Cardiff 22 Φευρουαρίου 1884

Φίλτατε κύριε Βικέλα!

Τέλος πάντων δύναμαι να είπω, ότι εξεκόλλησα! Σήμερον αναχωρώ εκ Cardiff ερχόμενος εις Αθήνας διά Κωνσταντινουπόλεως.

Περιδρομικά ταξίδια καθώς βλέπετε, αλλά τι να γίνη. Ελπίζω ότι μετά τρεις το πολύ εβδομάδας θα ήμαι αυτού, εύχομαι δε να μη αναχωρήσητε εξ Αθηνών μέχρι τότε.

Ολως υμέτερος

Γ. M. Βιζυηνός ***

5 Sydner Road Stoke Nemington 22 Ιανουαρίου 1884

Φίλτατε Κύριε Βικέλα!

Οσον λυπούμαι διότι επιβαρύνεσθε προς τόσοις άλλοις και με την βιβλιοκρισίαν των Ατθίδων Αυρών άλλο τόσον χαίρω, διότι θα γραφή τι περί αυτών εν τη Nouvelle Revue παρ' Ελληνος και μάλιστα παρ' υμών, του μόνου, όστις ημπορεί να εκτιμήσει το βιβλίον μου, όπως πρέπει, και να συγκεντρώσει έστω και εις ολίγας λέξεις, τα χαρακτηριστικά του αλανθάστως, διότι και ορθοτάτην κρίσην έχετε, και τα ποιήματά μου γνωρίζετε διά μακρού χρόνου και συνεχείς αναθεωρήσεις. Σας ευχαριστώ λοιπόν εκ των προτέρων διά το επίμετρον τούτο της καλοσύνης. Ο Κύρος Ιωνίδης με παρεκίνει να σας πείσω να γράψητε εις αγγλικόν τι φύλλον, δεν σας έγραψα όμως τίποτε, διότι υπώπτευον ότι θα ενοχληθήτε έτσι και έτσι εν Παρισίοις.

Σας εύχομαι εξ όλης ψυχής καλό κατευόδιο· ελπίζω δε ότι και εγώ μετά δύο ή τρεις εβδομάδας θα ξεκουμπιστώ εντεύθεν ώστε καλήν εντάμωσιν εις Αθήνας.

Εις τον Κύριον N. Μαυροκορδάτον στέλλω εγώ το βιβλίον μου εις πλείονα του ενός αντίτυπα της δευτέρας εκδόσεως ώστε δεν χρειάζεται να σταλή και άλλο. Σας ευχαριστώ δια τας διευθύνσεις και τον κόπον να αποστείλητε τα βιβλία. Τα πρόσωπα είναι βεβαίως τα καταλληλότατα.

Εν Λονδίνω έστειλα κατ' αίτησιν του Κυρίου Ιωνίδη δεξιά-αριστερά μετ' αφειδίας την πρώτην έκδοσιν χωρίς σκοπόν υποθέτω, διότι οι πλείστοι των Κυρίων μοί γράφουν ότι δεν εννοούν την γλώσσαν. Προσεχώς γράφω εις τον Κύριον Μαρκήσιον, ελπίζω ότι θα έχει τον καιρόν να επιθεωρήση το βιβλίον εις την Revue du mond(e) Latin ή αλλαχού.

Εγώ δεν εξήλθα ακόμη ως εκ της βρογχίτιδος σκέπτομαι όμως να εξέλθω σήμερον ολίγον.

Ολως υμέτερος

Γ. M. Βιζυηνός

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ,
22 Φεβρουαρίου 2004

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

Γ.Βιζυηνού, Το αμάρτημα της μητρός μου


Κριτικές παρατηρήσεις από τον Απόστολο Σαχίνη

Διαβάστε το στο: http://www.spoudasterion.pblogs.gr

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2009

Γ.Βιζυηνός

Books_0459

της Αφροδίτης Αθανασοπούλου

Η παρουσίαση του "άλλου εαυτού" στο αυτοβιογραφικό διήγημα.
Παράλλαξη και αποσιώπηση στο Αμάρτημα της μητρός μου του Γ.Βιζυηνού







Γ.ΒΙΖΥΗΝΟΣ


Reblog this post [with Zemanta]

Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ 1880: ΒΙΖΥΗΝΟΣ - ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ - ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ

Mε τον όρο ηθογραφία εννοούμε γενικά την αναπαράσταση, περιγραφή και απόδοση των ηθών, των εθίμων, της ιδεολογίας και της ψυχοσύνθεσης ενός λαού, όπως αυτά διαμορφώνονται υπό την επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος και των ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Η αναπαράσταση αυτή, που επιχειρείται ειδικότερα στη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και τη γλυπτική, προϋποθέτει μια περισσότερο ή λιγότερο ρεαλιστική αντίληψη για την τέχνη, αφού στηρίζεται στην παρατήρηση και στοχεύει στην αντικειμενική απεικόνιση. Ειδικότερα, ως όρος της Ιστορίας της λογοτεχνίας η ηθογραφία δηλώνει την τάση της πεζογραφίας να αντλεί τα θέματά της από κοινωνίες της υπαίθρου κι από την κοινωνία και το περιβάλλον της αστικής γειτονιάς. Η τάση αυτή διαμορφώθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και επομένως εντάσσεται στο ρεύμα του ρεαλισμού και αργότερα του νατουραλισμού, χωρίς να λείπουν -από την ελληνική ιδίως ηθογραφία- τα λυρικά και ποιητικά στοιχεία.
... ... ...

Διαβάστε το στο:www.spoudasterion.pblogs.gr

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2009

Γεωργίου Βιζυηνού Διηγήματα

της Αγάθης Γεωργιάδου

Διαβάστε το στο: www.spoudasterion.pblogs.gr

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009

Τα ξένα πρότυπα της ελληνικής ηθογραφίας

image image

B.AUERBACH Γ.ΒΙΖΥΗΝΟΣ

ΠΗΓΗ: Γιώργος Βελουδής, ΜΟΝΑ-ΖΥΓΑ, ΔΕΚΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ, Γνώση, Αθήνα, 1992

http://www.spoudasterion.pblogs.gr

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

Πώς σκέφτεται ο Βιζυηνός;

ΠΗΓΗ: image τ. 404 (19/05/2006)

ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ*

Η αφήγηση γενικώς είναι μια περιγραφή τού (λιγότερο έως περισσότερο) αγνώστου, η οποία (σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό) είναι φανταστική. Η κλίμακα της λειτουργίας του φανταστικού ξεκινά από εκείνη της μυθολογικής αφήγησης και φτάνει έως αυτήν της αφήγησης του φιλοσοφικού και του επιστημονικού λόγου. Η περιγραφή του αγνώστου αποτελεί την ουσία της εξήγησης, και με τον τρόπο αυτόν γίνεται φανερό πως η εξήγηση αποτελεί σκοπό κάθε αφήγησης που γίνεται όργανο είτε της επιστήμης είτε της λογοτεχνίας (από την πιο νατουραλιστική έως την πιο φανταστική).


Μελετώντας τους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος αφηγείται, δεν εξετάζουμε απλώς μια δευτερεύουσα συνήθειά του που αποσκοπεί στην ψυχαγωγία (δηλαδή στην περιστολή έως και αναίρεση της δυσάρεστης εμπειρίας ή στην απόδοση μεγαλύτερης έντασης και διάρκειας στην ευχάριστη εμπειρία), αλλά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα, καθώς και τα μέσα με τα οποία προσπαθεί να οργανώσει αυτή την αντίληψή του. Η εξέταση, επομένως, του προβλήματος «Πώς αφηγείται ο άνθρωπος» πρέπει να αποτελεί μέρος του προβλήματος «Πώς σκέφτεται ο άνθρωπος;». Πώς, λοιπόν, σκέφτεται ο Βιζυηνός;
Σκηνοθεσία ή χαρτογράφηση της εξήγησης;


Όλα τα διηγήματα του Βιζυηνού θέτουν ένα ερώτημα ή γρίφο που προκαλεί την ανάγκη της απάντησης και της λύσης του. Αυτή την απάντηση - λύση αναλαμβάνει να δώσει η αφήγηση. Στα περισσότερα διηγήματα η προβολή του γρίφου επιχειρείται ήδη στον τίτλο που υποβάλλει κάθε φορά ένα ερώτημα: «[Ποίαι ήσαν] Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας», «[Ποίον ήτο] Το αμάρτημα της μητρός μου», «[Ποίον ήτο] Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», «[Τι συνέβη] Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως». Η ρητή διατύπωση της ερωτηματικής λειτουργίας του τίτλου δεν παραλείπεται -δηλαδή δεν υφίσταται αφαίρεση αφηγηματική- στα διηγήματα «Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου» και «Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα».


Το τελευταίο διήγημά του δημοσιεύτηκε όταν βρισκόταν στο Δρομοκαΐτειο, χωρίς δική του πρωτοβουλία, με τον τίτλο «Μοσκώβ-Σελήμ», οπότε δεν γνωρίζουμε αν αυτός θα ήταν ο τελικός τίτλος που θα έδινε ο συγγραφέας. Σε ό,τι αφορά, ωστόσο, το περιεχόμενο του διηγήματος, πάλι πρόκειται για μια προσπάθεια εξήγησης του συναισθήματος της φιλοπατρίας, και ειδικότερα της ψυχολογικής ιδιορρυθμίας ενός Τούρκου που ζει στη Θράκη ανάμεσα στους ομοεθνείς του ως φανατικός φιλορώσος που περιμένει με λαχτάρα την εποχή που οι Ρώσοι θα καταλάβουν τον τόπο του, ενώ όταν ψευδώς τον πληροφορούν πως οι Ρώσοι νικούν τους Τούρκους και πλησιάζουν, από τη λύπη του παθαίνει αποπληξία και πεθαίνει.


Επειδή τα διηγήματα του Βιζυηνού ξεκινούν από έναν γρίφο, θεωρήθηκε ο ηθογράφος που έγραψε αστυνομικό διήγημα. Στο αστυνομικό, όμως, αφήγημα η εξήγηση που δίνεται αποτελεί μια σκηνοθεσία της εξήγησης, ενώ στα διηγήματα του Βιζυηνού επιχειρείται να παρουσιαστεί κάτι πολύ πιο δύσκολο: μια διαδικασία της εξήγησης: Η λύση του γρίφου επιχειρείται μέσω μιας εξήγησης, η οποία όμως δεν αντιστοιχεί στην αποκάλυψη κάποιας μοναδικής αλήθειας, δηλαδή μιας αλήθειας που υπερβαίνει τις διιστάμενες προσωπικές πεποιθήσεις των χαρακτήρων. Γι' αυτό, άλλωστε, δεν υπάρχει ξεκάθαρη τελική λύση, φανερώνοντας έτσι την πεποίθηση του συγγραφέα σχετικά με την παράλληλη ύπαρξη ή λειτουργία αληθειών περισσότερων από μία. Μια τέτοια πεποίθηση δεν μπορεί να αποτελέσει τη λογική βάση ενός αστυνομικού αφηγήματος, αλλά μάλλον μιας μυθοπλαστικής αφήγησης με φιλοσοφικό προσανατολισμό, σε ένα κράμα ψυχολογίας, ηθικής και λογικής. Η εξηγητική, επομένως, λειτουργία της αφήγησης στα διηγήματα του Βιζυηνού διαφέρει από εκείνη των αστυνομικών αφηγημάτων.


Την πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της παραπάνω διαφοράς αποτελεί το γεγονός πως η εξηγητική λειτουργία της αφήγησης δεν έχει μία μόνο κατεύθυνση, από τον αφηγητή προς τον αναγνώστη, αλλά αμφίδρομη, επειδή η εξήγηση λειτουργεί παράλληλα και ως κατανόηση που πραγματοποιείται από τον αφηγητή: Η αφήγηση είναι μια εξήγηση που καθώς παρέχεται στον αναγνώστη, δίνει τη δυνατότητα στον αφηγητή να κατανοήσει αυτό που εξηγεί. Η αφήγηση, επομένως, είναι μια εξήγηση -και- κατανόηση. Η ταυτόχρονη λειτουργία εξήγησης και κατανόησης στην αφήγηση γίνεται δυνατή επειδή αυτές πραγματοποιούνται στο επίπεδο της αναλογικής σκέψης, η οποία δεν στηρίζεται στην τήρηση μιας απόστασης ανάμεσα στο υποκείμενο και στο αντικείμενο της αντίληψης, αλλά στην προσέγγισή τους και στην ανακάλυψη και αξιοποίηση της κοινότητας της ουσίας τους.


Λογικό σφάλμα - ηθικό παράπτωμα, ενοχή λογική - ενοχή ηθική

Ο αμφίδρομος χαρακτήρας της εξηγητικής λειτουργίας της αφήγησης της προσφέρει μια επιπλέον διάσταση με αυτοσυνειδησιακή αξία. Με τον τρόπο αυτόν η εξήγηση δεν προσπαθεί απλώς να καλύψει μια λογική ανάγκη, αλλά να χαρίσει και μια ψυχική λύτρωση. Η ψυχική λύτρωση προκύπτει από το γεγονός πως η ανάγκη για τη λύση του γρίφου δεν λειτουργεί μόνο ως έναυσμα της μυθοπλασίας, ως κινητήρια δύναμη της αφήγησης ή ως πρόγραμμα της πλοκής, αλλά και ως υπέρβαση-λύση της ενοχής -η οποία ενοχή αποτελεί στα διηγήματα του Βιζυηνού την ψυχολογική αξία και το ψυχικό ισοδύναμο ή αντίστοιχο του γρίφου: η σχέση του γρίφου με την ενοχή είναι στενή στα διηγήματά του, και η λύση του γρίφου ισοδυναμεί ή αντιστοιχεί με τη διάλυση της ενοχής. Με τον τρόπο αυτόν, η μη οριστική ή ξεκάθαρη λύση του γρίφου ανταποκρίνεται στη μερική διάλυση της ενοχής. Στα διηγήματα η ενοχοποίηση του ηθικού παραπτώματος παρουσιάζεται και γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας ως ενοχοποίηση του λογικού σφάλματος, οπότε η εξήγηση αποτελεί τόσο σημαντικό άξονα της αφήγησης επειδή η εξήγηση αποτελεί το μέσο υπέρβασης της λογικής και ηθικής ενοχής.


Η προδηλότητα της εξήγησης

Η εξηγητική λειτουργία της μυθοπλαστικής αφήγησης είναι έμμεση, αποτελώντας εκδοχή της αναλογικής σκέψης , δηλαδή λειτουργεί με τρόπο λανθάνοντα, σε ένα επίπεδο όχι προφανές. Τι συμβαίνει, όμως, όταν η εξήγηση μέσα σε μια αφήγηση δεν δίνεται μόνο έμμεσα αλλά και άμεσα, όπως στην περίπτωση του Βιζυηνού; Τότε δίνεται η εντύπωση πως η εξήγηση έρχεται στο προσκήνιο, οπότε η σχέση ανάμεσα στην αφήγηση και στην εξήγηση αντιστρέφεται, επειδή δεν έχουμε πλέον μια αφήγηση που λειτουργεί ως εξήγηση, αλλά μια εξήγηση που λειτουργεί ως αφήγηση.
Αυτή η προδηλότητα της εξήγησης θα μπορούσε να αποτελεί λάθος αφηγηματικό, εφόσον δεν υπηρετεί κάποιο σκοπό σχετικά με τη διαχείριση της χρονικής ακολουθίας των συστατικών της ιστορίας στο επίπεδο των αιτιακών τους σχέσεων. Στα διηγήματα, ωστόσο, έχουμε σαφώς αυτή τη δεύτερη περίπτωση: η πορεία ανάπτυξης της αφήγησης αντιστοιχεί στις φάσεις ανάπτυξης ενός συλλογισμού που αποτελεί τον άξονα της εξήγησης. Για να θεμελιώσει ο συγγραφέας την ορθότητα ή την αξιοπιστία της εξήγησής του, την παρουσιάζει άμεσα, με τη μορφή σχόλιου, οπότε το σχόλιο λειτουργεί και ως στοιχείο αληθοφάνειας.
Με τον όρο «σχόλιο» ορίζεται ένα φάσμα ομιλιακών πράξεων του αφηγητή που υπερβαίνουν τις βασικές ομιλιακές πράξεις της αφήγησης και της περιγραφής, που αφήνουν να ακουστεί περισσότερο ή λιγότερο ο προσωπικός τόνος της ομιλίας του αφηγητή, που απηχούν την προσωπική θέση του απέναντι σε αυτά που εξιστορεί ή περιγράφει. Το σχόλιο μπορεί να είναι άμεσο ή έμμεσο, ρητό ή υπονοούμενο -οπότε λειτουργεί ως ειρωνεία. Στο άμεσο σχόλιο ανήκει η «ερμηνεία» ή «εξήγηση» ενός στοιχείου της ιστορίας, η «κρίση» που εκφράζει γνώμες ηθικής ή άλλης αξίας, η «γενίκευση» που κάνει εξωτερική αναφορά στον υπαρκτό κόσμο, είτε σε οικουμενικές αλήθειες είτε σε ιστορικά γεγονότα, και η «ενσυνείδητη» αφήγηση που σχολιάζει όχι τόσο την ιστορία όσο τον αφηγηματικό λόγο.
Στα διηγήματα του Βιζυηνού τη βασική λειτουργία του σχόλιου αποτελεί η ερμηνεία ή εξήγηση και επιχειρείται στο πλαίσιο του σχηματισμού των χαρακτήρων -αν και στην πράξη η «ερμηνεία» αποτελεί την ευρύτερη κατηγορία του φανερού σχόλιου επειδή λειτουργώντας ως εξήγηση κάποιου στοιχείου της ιστορίας, μπορεί να εμφανίζεται ως «κρίση», όταν επιχειρείται στη βάση της ηθικής αποτίμησης, ή ως «γενίκευση», όταν συγκρίνει ένα στοιχείο της ιστορίας με κάποιο στοιχείου του υπαρκτού κόσμου.
Η εξήγηση είναι προσανατολισμένη προς τη φανέρωση της αλήθειας -η οποία διαπιστώσαμε πως δεν είναι μοναδική ή μονοδιάστατη. Αυτή η «αλήθεια» που αφορά την ιστορία κάθε διηγήματος, υπηρετείται από την αληθοφάνεια που αφορά τους τρόπους της αφήγησης. Οι έννοιες της αλήθειας της ιστορίας και της αληθοφάνειας της αφήγησης δίνουν αρχικά την εντύπωση δύο αρχών που είναι ξένες μεταξύ τους (δηλαδή αρχών που υφίστανται και λειτουργούν σε δύο διαφορετικά επίπεδα), και που γι' αυτό η συνάντησή τους μέσα σε ένα αφηγηματικό έργο είναι σημαίνουσα. Παρ' όλα αυτά, η αλήθεια και η αληθοφάνεια στα διηγήματα του Βιζυηνού έχουν ήδη συναντηθεί σε αυτό που ονομάζουμε «ήθος», επειδή η αληθοφάνεια εξαρτάται από το ήθος του αφηγητή, ενώ η αλήθεια στοιχειοθετείται από το ήθος των μυθιστορηματικών χαρακτήρων. Το ρητορικό εγχείρημα του αφηγητή συνίσταται στην απόδειξη πως η εκδοχή που δίνει για την ιστορία είναι «αληθινή», ενώ παράλληλα αυτή η εκδοχή αποκαλύπτει πως η αλήθεια δεν μπορεί να είναι ίδια για όλους, και πως μόνο μέσω αυτής της απροσδιοριστίας -ή ευελιξίας της- μπορεί να είναι υπαρξιακά, νοητικά και επικοινωνιακά λειτουργική.


Ρεαλιστική απόδοση μιας νοητικής και συναισθηματικής ουτοπίας

Στα διηγήματα του Βιζυηνού περιγράφεται ρεαλιστικά, δηλαδή με τρόπο θετικό, μια νοητική και συναισθηματική ουτοπία. Στα σημαντικότερα από τα διηγήματά του αποκαλύπτεται η απουσία ανταπόκρισης και ακριβούς αντιστοιχίας ανάμεσα στα γεγονότα, στις σκέψεις, στα όνειρα και, φυσικά, ανάμεσα στις ομιλίες των χαρακτήρων. Στα λιγότερο σημαντικά διηγήματά του αυτή η απουσία δεν αποκαλύπτεται, αλλά σκηνοθετείται -μέσα, όμως, από μια πρόθεση δηκτική ή πικρόχολη, που εξισορροπεί δραματικά τη μικρότερη αφηγηματική επεξεργασία.
Σε όλα τα διηγήματα οι τόποι της αναζήτησης της αλήθειας (ή, αλλιώς, του νοήματος) γίνονται και οι τόποι της απώλειας του νοήματος, και οι τόποι αυτοί διαδέχονται συνεχώς ο ένας τον άλλον. Η αναζήτηση -και- απώλεια του νοήματος προσδιορίζει τα προβαλλόμενα από τον ίδιο τον συγγραφέα όρια ανάπτυξης της δράσης των χαρακτήρων, καθώς και το γενικό πλαίσιο, έως και τα ακριβή όρια, μέσα στα οποία κινείται η διήγησή του. Τα όρια αυτά της διήγησης του Βιζυηνού ανταποκρίνονται και αντιστοιχούν όχι στα όρια της φαντασίας του, αλλά -σε ένα επιφανειακό επίπεδο- σε εκείνα της νοσταλγίας και της μνήμης του, ενώ σε ένα βαθύτερο επίπεδο ανταποκρίνονται και αντιστοιχούν στα όρια της πικρής εμπειρίας του.

*Ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος είναι καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Σάββατο 16 Μαΐου 2009

Εντυπώσεις μαθητών από την ανάγνωση έργων του Βιζυηνού

σάρωση0004

σάρωση0005

σάρωση0006

σάρωση0007

σάρωση0008

ΠΗΓΗ: περιοδικό ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, τεύχος 88, 1996

Σάββατο 11 Απριλίου 2009

Γεώργιος Βιζυηνός - Ένας μοντερνιστής ηθογράφος (αποσπάσματα)


Στα μέσα του 19ου αιώνα εμφανίστηκε στην Ευρώπη ένα καλλιτεχνικό κίνημα που έμελλε να αποτελέσει αντικείμενο πολλών συζητήσεων. Το κίνημα αυτό, που ονομάστηκε ρεαλισμός, αποτέλεσε τον πρόδρομο του νατουραλισμού και πρότεινε, μέσα από την αντικειμενική παρατήρηση, την αντίδραση στις ρομαντικές υπερβολές της φαντασίας: την κυριαρχία του επιστημονισμού, του εμπειρισμού και του θετικισμού. Η εφαρμογή του θεμελιακού αιτήματος του ευρωπαϊκού ρεαλισμού, η πιστή αναπαράσταση της σύγχρονης πραγματικότητας, σε χώρες με καθυστερημένη βιομηχανική ανάπτυξη, δεν μπορούσε ν' αγνοήσει βέβαια μια βασική όψη της δικής τους πραγματικότητας: την αγροτική. Έτσι, δημιουργείται ένας ξεχωριστός κλάδος του ευρωπαϊκού ρεαλισμού που επικεντρώνεται στη ζωή μικρών, αγροτικών κοινωνιών.
Οι Έλληνες πεζογράφοι που εμφανίστηκαν στο τέλος της δεκαετίας του 1870 και στη δεκαετία του 1880 προσάρμοσαν στα ελληνικά τις συμβάσεις αυτού του είδους του ρεαλισμού που έγινε γνωστός με το συμβατικό όρο ηθογραφία.Μέσα σ' αυτό το πνεύμα οι νεοέλληνες συγγραφείς ηθογραφικών διηγημάτων αναλαμβάνουν ν' αναπαραστήσουν την ποιμενική ζωή κάποιας συγκεκριμένης περιοχής βασίζοντας την αναπαράσταση αυτή στην ιδιαίτερη διάλεκτο, στο λαϊκό πολιτισμό και στο συγκεκριμένο περιβάλλον. Η ηθογραφική πεζογραφία καταλήγει σε δύο βασικές κατευθύνσεις: α) ειδυλλιακή ωραιοποίηση της καθημερινής ζωής στην ύπαιθρο, και β) ενασχόληση και με τις σκοτεινές, σκληρές όψεις της καθημερινής ζωής στον ίδιο πάλι φυσικό χώρο.
Τον Βιζυηνό μπορούμε να κατατάξουμε σ’ αυτό που ο Βουτουρής ονομάζει ‘ρεαλιστική αγροτική ηθογραφία’. Χρησιμοποιεί μεν τις συμβάσεις του ρεαλισμού, αλλά ακραία με σκοπό να τις ανατρέψει. Από την μια μεριά χρησιμοποιεί τους νόμους του ρεαλισμού, κατά το πρότυπο του Balzac, την εξονυχιστική δηλαδή παρατήρηση και την φροντίδα για τεκμηρίωση έτσι ώστε να επιτυγχάνει την πειστική αναπαράσταση των πράξεων των ηρώων του, την επιτυχημένη σκιαγράφηση των χαρακτήρων και την επιτυχημένη ερμηνεία της συμπεριφοράς τους. Από την άλλη όμως, χρησιμοποιεί και «τους νόμους της αγωνίας και της πλάνης που θέτουν υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη μιας και μοναδικής πραγματικότητας, την οποία υποτίθεται ότι αποδίδει ο ρεαλισμός».


Με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιεί όλες τις αφηγηματικές τεχνικές του ηθογραφικού διηγήματος, για διαφορετικό όμως σκοπό και με διαφορετικό αποτέλεσμα από τους σύγχρονούς του ηθογράφους. Για παράδειγμα, και τα δύο διηγήματα αναφέρονται σε γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν, η άμεση παρουσία όμως του αφηγητή, με την χρήση πρωτοπρόσωπης αφήγησης, «καθορίζει αυτόματα και τη φύση του αντικειμένου του, μεταβάλλοντάς το σε σύγχρονο και πραγματικό, δηλ. σε ντοκουμέντο». Επιτυγχάνεται με τον τρόπο αυτό, ταυτόχρονα, η απαίτηση για το σύγχρονο του θέματος και για την αληθοφάνεια της αφήγησης. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί και η υιοθεσία λόγιου λόγου –καθαρεύουσα– όταν απευθύνεται ο αφηγητής άμεσα στον αναγνώστη, και λαϊκού λόγου –δημοτική με στοιχεία ντοπιολαλιάς– όταν απευθύνεται έμμεσα σ’ αυτόν μέσω των διαλόγων των ηρώων. ………


Εντούτοις, ο Βιζυηνός δεν εμμένει στη θεματολογία, στο να επιλέξει δηλαδή ένα σύγχρονο και αληθοφανές αντί ενός ιστορικού θέματος· αυτό που τον ενδιαφέρει πρώτιστα είναι να δείξει τις δύσκολες συνθήκες της ζωής ώστε να αφυπνίσει την συνείδηση του αναγνώστη. Στην ίδια λογική εντάσσεται και η χρήση των λοιπών λαογραφικών στοιχείων στα διηγήματά του. Φαινομενικά μόνο ανταποκρίνονται στο κάλεσμα της ηθογραφίας για απεικόνιση των ηθών και των εθίμων· στην ουσία συμφωνούν με τις ψυχολογικές αναλύσεις των ηρώων του[10]. Αυτό στο οποίο επικεντρώνονται οι συνθέσεις του Βιζυηνού είναι, εν τέλει, η ψυχογράφηση των χαρακτήρων των ηρώων του και ο τρόπος με τον οποίο αυτοί συγκρούονται με τις δομές και τις προκαταλήψεις του περιβάλλοντός τους.


Συνακόλουθα και οι περιγραφές του φυσικού τοπίου, στοιχείο καθαρά ηθογραφικό, δεν έχουν σκοπό να αποδώσουν το ειδυλλιακό του περιβάλλοντος αλλά βρίσκονται «σε ανταπόκριση ή αντίθεση με ανθρώπινες ψυχικές καταστάσεις»………


Ενδιάμεσα, εντούτοις, στην αφήγηση του συγγραφέα παρεμβάλλονται συχνά οι αφηγήσεις των ίδιων των ηρώων του. Η λειτουργία των εγκιβωτισμένων αυτών αφηγήσεων είναι διττή: αφενός εξυπηρετεί στην εξέλιξη της πλοκής και στη δημιουργία ρεαλιστικών ανατροπών και αφετέρου μετέχει στα αυτοβιογραφικά και αυτοαναφορικά στοιχεία των διηγημάτων………


Ένα άλλο χαρακτηριστικό μοτίβο, εκτός από τα αυτοβιογραφικά και αυτοαναφορικά στοιχεία, στα διηγήματα του Βιζυηνού είναι και το θέμα «της απατηλής συνείδησης και της πλάνης σχετικά με την πραγματικότητα». Οι ήρωες των διηγημάτων του δεν γνωρίζουν δηλαδή ακριβώς τα γεγονότα και τα πραγματικά περιστατικά. Η σύνθεση των διαφορετικών πραγματικοτήτων εκφράζεται μέσα από αντιθέσεις στο επίπεδο του φύλου, της οικογένειας και της εθνικότητας, «αφού οι χαρακτήρες έχουν δύο ταυτότητες ή εκφράζουν διαφορετικές, συχνά συγκρουόμενες, θέσεις»………


Αντί επιλόγου, θα κλείσουμε τη συνοπτική αυτή μελέτη με την κατακλείδα του Beaton για τα διηγήματα του Βιζυηνού: «Πρόκειται για ψυχολογικές αινιγματικές ιστορίες, όχι μόνο ως προς το τι αποκαλύπτουν στον αναγνώστη για τους ήρωες, αλλά ως προς το τι αποκαλύπτουν οι ίδιοι οι ήρωες μέσα στο διήγημα. Ο συνταρακτικός επίσης τρόπος με τον οποίο ο αναγνώστης απορροφάται στο λαβύρινθο των αμφιλογιών οφείλεται στην άρτια τεχνική ικανότητα του Βιζυηνού να παίζει με τις συμβάσεις της ρεαλιστικής αφήγησης»


[ΠΗΓΗ: http://www.archive.gr/ , Συγγραφέας: Ανδρονίκη Μαστοράκη]

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More