Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΟΥΡΓΚΕΝ ΧΑΜΠΕΡΜΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΟΥΡΓΚΕΝ ΧΑΜΠΕΡΜΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Ακλόνητοι και αυτάρεσκοι στην κρίση

του Δημοσθένη Κούρτοβικ

image

Η κρίση κατεβάζει τους δείκτες ευημερίας, αλλά ανεβάζει τα επίπεδα διανοητικής εγρήγορσης. Αναστατώνει την κοινωνία, αλλά οργανώνει καλύτερα τα μυαλά. Ανακόπτει την οικονομική ανάπτυξη, αλλά ευνοεί την πολιτισμική ανάπτυξη. Εξαπολύει το φάσμα της καταστροφής, αλλά θρέφει και το σπέρμα της δημιουργίας. Όλα αυτά είναι σωστά κι έχουν επισημανθεί από αρκετούς, με ποικίλες διατυπώσεις. Σπάνια όμως αναφέρεται, ακόμα και από αυτούς, μια προϋπόθεση, χωρίς την οποία όλα αυτά τα θετικά παράγωγα μιας κρίσης είναι ανέφικτα. Η προϋπόθεση αυτή είναι ότι η κρίση θα έχει εσωτερικευτεί, ότι θα έχει γίνει και κρίση των συνειδήσεων. Που σημαίνει ότι δεν βολευόμαστε πια στις παλιές πεποιθήσεις μας, αναζητούμε καινούργιες, πιο σύνθετες απαντήσεις, αισθανόμαστε την ανάγκη να δούμε τα πράγματα από διαφορετική σκοπιά. Δεν περιμένουμε βέβαια μια τέτοια στάση από το σύνολο της κοινωνίας. Την περιμένουμε όμως από τα, κατά τεκμήριο, πιο ανήσυχα και δυναμικά τμήματά της ή από τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης...


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

Η κυριαρχία της νεωτερικότητας

Description unavailableImage by mimax via Flickr

του Δ.Τζιόβα,
καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας και διευθυντή του Κέντρου Βυζαντινών, Οθωμανικών και Νεοελληνικών Σπουδών του ιδίου πανεπιστημίου.

Σε όλες τις δημοσκοπήσεις για τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του εικοστού αιώνα οι μοντερνιστές τείνουν να κατέχουν τα σκήπτρα, οδηγώντας μας στο συμπέρασμα ότι ο εικοστός αιώνας ανέδειξε και καθιέρωσε τον μοντερνισμό ως αισθητικό φαινόμενο, κατέδειξε όμως και την προβληματικότητα του νεωτερικού εγχειρήματος, που είχε τις απαρχές του στον Διαφωτισμό. Τι απομένει σήμερα από αυτό το εγχείρημα, όπως το συνέλαβε ο Χάμπερμας, πώς ορίζονται τα ιστορικά του όρια, πώς συντελείται η υπέρβαση της νεωτερικότητας;
Ξεκινώντας προγραμματικά τον δέκατο όγδοο αιώνα με το Διαφωτιστικό όραμα του ορθολογικού εκσυγχρονισμού και την υπόσχεση της καθολικής χειραφέτησης, η νεωτερικότητα εγκαινιάζεται ελπιδοφόρα, καταλήγει όμως στον εικοστό αιώνα σε ζοφερή απαισιοδοξία μετά τις καταστροφές των παγκοσμίων πολέμων και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η λογική της ανθρώπινης απελευθέρωσης μετεξελίσσεται βαθμιαία, όπως υποστηρίζουν ο Χορκχάιμερ και ο Αντόρνο, σε λογική του αυταρχισμού και της καταπίεσης καθώς ο εικοστός αιώνας αναδεικνύει τη σκοτεινή πλευρά του νεωτερικού εγχειρήματος.

Η ανάδειξη του έτερου

Η συνείδηση της νεωτερικότητας συμπίπτει επίσης με την εμφάνιση του ευρωκεντρισμού και της αποικιοκρατίας, με την αυτοαναγόρευση της Ευρώπης σε νεωτερική πολιτισμική οντότητα, ενώ καθετί μη ευρωπαϊκό υποτιμάται ως παραδοσιακό, στατικό ή προϊστορικό. Η ταύτιση της νεωτερικότητας με τη βία του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού και την πολιτισμική του υπεροχή είχε ως συνέπεια και τον σκεπτικισμό γύρω από τα επιτεύγματά της, όταν κλιμακώθηκε η αμφισβήτηση της αποικιοκρατίας.
Η θεμελιώδης αρχή της νεωτερικότητας είναι η αυτονομία και η αυτοδιάθεση του υποκειμένου που ορίζει την ταυτότητά του μέσω της σχέσης αλλά και της καθυπόταξης της ετερότητας. Για τη νεωτερικότητα ο αυτο-προσδιορισμός συνεπάγεται τον προσδιορισμό και τον έλεγχο του ετέρου. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί ότι η νεωτερικότητα άγγιξε τα όριά της με την παραδοχή ότι ο λόγος της θεμελιώθηκε πάνω στη βία έναντι του Αλλου. Αν το Ολοκαύτωμα εκφράζει την κορύφωση αλλά και τη χρεοκοπία του νεωτερικού εγχειρήματος για την κυριαρχία και τον έλεγχο του Αλλου, η μετα-νεωτερικότητα ως μετα-αποικιακός και μετα-ολοκαυτωματικός λόγος μάς ωθεί να δούμε τους εαυτούς μας μέσα από το πρίσμα των άλλων. Η μετα-νεωτερικότητα αντιπροσωπεύει κατά κάποιο τρόπο την αλλαγή προτεραιότητας και την πριμοδότηση του έτερου, γιατί αντιστρέφοντας την ιεραρχία εαυτού και άλλου ορίζει την υποκειμενικότητα λαμβάνοντας υπόψη την ετερότητα και αναγνωρίζοντας τις υποχρεώσεις της έναντι τρίτων, είτε πρόκειται για τους ανθρώπους, τη φύση ή την ιστορία. Αυτή η ανάδειξη του έτερου μέσα σε ένα πλαίσιο αξιακού πλουραλισμού και πολυ-πολιτισμού οδηγεί στον σκεπτικισμό για την αυτονομία ως νεωτερικό ιδεώδες και στην αμφισβήτηση της ευρωκεντρικής αυτοπεποίθησης.

Στα τέλη του εικοστού αιώνα η νεωτερικότητα αποσυνδέεται από τις Ευρωπαϊκές/Διαφωτιστικές απαρχές της αφού πια γίνεται λόγος για πολλαπλές νεωτερικότητες ενώ μη δυτικές κοινωνίας κάνουν άλματα προς τη μετα-νεωτερικότητα χωρίς να προϋποθέτουν τη δυτική αντίληψη της νεωτερικότητας. Σε ασιατικές και ισλαμικές κοινωνίες η νεωτερικότητα δεν συνδέεται με τη ρήξη με την παράδοση ή τη θρησκεία αλλά με την προσαρμοστική συνδιαλλαγή μαζί τους. Η μετα-νεωτερικότητα, σε κοινωνίες όπως η ιαπωνική, συναρτάται κυρίως με την παγκοσμιοποίηση και δεν βασίζεται στη δυτική αντίληψη περί νεωτερικότητας, εφόσον σε αυτές τις κοινωνίες δεν υπήρξαν τα αντίστοιχα του Διαφωτισμού και της Μεταρρύθμισης. Υπό αυτή την έννοια η μετα-νεωτερικότητα σε τέτοιες περιπτώσεις συνιστά και τη συνθήκη της μετα-δυτικότητας.

Η νεωτερικότητα στον εικοστό αιώνα συνδέεται με το εξής παράδοξο: την άρνηση ή μάλλον την απώλεια της πίστης στην ιδέα της προόδου. Οι εξελικτικές θεωρίες του δέκατου ένατου αιώνα για την ιστορία, την κοινωνία ή τη βιολογία ατονούν και για πολλούς νεωτερικούς συγγραφείς ο χρόνος δεν ακολουθεί μια εξελικτική γραμμική πορεία αλλά αποτελεί κάτι το ελαστικό και αποκεντρωμένο, ένα είδος ταυτοχρονίας κατά την οποία παρελθόν, παρόν και μέλλον συμφύρονται. Η νεωτερικότητα δεν συνεπάγεται την πρόοδο αλλά τη διάχυση, δεν προϋποθέτει την εξέλιξη αλλά την αμφισβήτηση. Συνδέεται, δηλαδή, με την αίσθηση του εφήμερου και του αποσπασματικού, με αποτέλεσμα η αίσθηση της ιστορικής συνέχειας να υπονομεύεται. Ως εκ τούτου η ιστορία παύει να νοείται ως προοδευτικό γίγνεσθαι και μοιάζει σαν άτακτη σειρά από κινήσεις χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η νεωτερικότητα, γράφει ο Μπωντλαίρ εισάγοντας τον όρο το 1845, είναι κάτι παροδικό, φευγαλέο και τυχαίο. Αντιπροσωπεύει το ήμισυ της τέχνης καθώς το άλλο ήμισυ παραμένει αιώνιο και αναλλοίωτο.

Μια αυτο-καταστροφική ένωση
Παρά την έμφαση στο εφήμερο και στο φευγαλέο, η νεωτερικότητα επεδίωξε να συνομιλήσει με το αιώνιο μέσα από την αφαίρεση του χρόνου ή την αχρονία του μύθου. Η αναζήτηση, λοιπόν, μυθολογίας εκ μέρους του μοντερνισμού αποσκοπούσε στην ανάκτηση ενός σταθερού ερείσματος και πήρε δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη ανήγαγε την τεχνολογία σε ηρωικό μύθο, ανακαλύπτοντας μια ιδιότυπη λογική στη μηχανή, στο εργοστάσιο ή την πόλη ως «ζωντανή μηχανή», και η άλλη στράφηκε προς την αναζήτηση οικουμενικού μύθου με αρκετές δόσεις μυστικισμού και επιστροφή στο «προ-νεωτερικό» παρελθόν ως αντίβαρο στο χάος του εικοστού αιώνα. Ετσι μέσα από το ιστορικά ρευστό και το μυθικά άχρονο, η νεωτερικότητα προσπάθησε να συμβιβάσει την αποσπασματικότητα με την καθολικότητα.

Πόσο όμως ριζοσπαστική είναι εν τέλει η νεωτερικότητα, πόσο αποφασιστικά αποκόπτει τις ρίζες με το παρελθόν; Η νεωτερικότητα και η ιστορία συναρτώνται μεταξύ τους κατά έναν περίεργα αντιφατικό τρόπο, υποστηρίζει ο Πωλ ντε Μαν, που υπερβαίνει την αντίθεση ή τη ριζική αντιπαράθεση. Η ιστορία, για να μην καταντήσει απλή αναδρομή ή παράλυση, εξαρτάται από τη νεωτερικότητα για τη διάρκεια και την ανανέωσή της αλλά και η νεωτερικότητα δεν μπορεί να αναδειχθεί δίχως κάποια αναφορά στις αναστολές του ιστορικού γίγνεσθαι. Οσο πιο έντονη είναι η απόρριψη του παρελθόντος τόσο μεγαλύτερη είναι η εξάρτηση από αυτό. Νεωτερικότητα και ιστορία φαίνονται καταδικασμένες να συνυπάρχουν σε μια αυτο-καταστροφική ένωση που απειλεί και τις δύο.

Η κρίση της νεωτερικότητας στον εικοστό αιώνα είναι η κρίση της αισθητικής αυτονομίας και της ουτοπικότητας που κληροδοτείται από τον Διαφωτισμό στον μοντερνισμό, χωρίς απαραίτητα τούτο να σημαίνει την υιοθέτηση των εύκολων διακρίσεων περί μοντερνιστικού ελιτισμού και λαϊκιστικού μεταμοντερνισμού. Είναι η κρίση των ορίων, των διαχωρισμών και των ιεραρχιών χωρίς η αναπόφευκτη κατάληξη να είναι ο νιχιλισμός και η σχετικότητα. Είναι, τέλος, η κρίση θεσμών, όπως του έθνους-κράτους, που κατ' εξοχήν παρήγαγε χωρίς να διαφαίνονται σαφώς οι διάδοχοί τους. Πώς όμως με μια τέτοια κρίση της νεωτερικότητας και την αμφισβήτηση της ιστορίας ως προοδευτικής διαδικασίας εξακολουθούμε να επιζητούμε το νεωτερικά ρηξικέλευθο; Εισερχόμαστε άραγε σε μια μετα-νεωτερική φάση ή απλώς βιώνουμε τις συνέπειες της νεωτερικότητας καθώς γίνονται καθολικές και πιο έντονες από πριν;

Η μάχη με την παράδοση
Αν η αποσπασματικότητα είναι το κυρίαρχο γνώρισμα της τέχνης του εικοστού αιώνα, άλλο τόσο και η νοσταλγία για την οργανικότητα του παρελθόντος ή η απαισιοδοξία για την αναρχία της σύγχρονης ζωής εκδηλώνονται έντονα σε αρκετά μοντερνιστικά έργα. Η υπέρβαση της νεωτερικής αυτής αθυμίας για τη χαμένη ολότητα οδηγεί σε μια μετα-νεωτερική αντίληψη για την αποσύνθεση της ιστορίας, της αναπαράστασης ή της αφήγησης ως απελευθερωτικής και ανανεωτικής πράξης. Η νεωτερικότητα μπορεί να θρηνεί για την αποσπασματικότητα αλλά η μετα-νεωτερικότητα την επευφημεί. Η καθιέρωση της ιδέας της νεωτερικότητας στον εικοστό αιώνα έγκειται ακριβώς στην κρίση της και στην εξακολουθητική της υπέρβαση.

Η νεωτερικότητα θεσμοποιεί την αμφιβολία και επιμένει ότι όλη η γνώση αποκτά τη μορφή υπόθεσης. Σύμφωνα με τον Αντονι Γκίντενς είναι η κουλτούρα του ρίσκου και του lifestyle, ενός όρου που δεν συναντάται σε παραδοσιακές κοινωνίες γιατί προϋποθέτει πολλαπλότητα επιλογής και όχι απαράβατη αποδοχή. Η νεωτερικότητα ως ιδέα οφείλει τη διάρκειά της στην παιγνιώδη αυτο-αμφισβήτησή της, στη διαρκή εφεύρεση του παρελθόντος και της ιστορίας. Κατάφερε να κερδίσει τη μάχη από την παράδοση από τη στιγμή που έγινε ευρύτερα αποδεκτή η ιδέα ότι το παρελθόν δεν μας προσφέρεται μνημειακά και τελεσίδικα αλλά πάντοτε υπόκειται σε ανακατασκευή, αναθεώρηση και επινόηση. Η νεωτερικότητα ως ιδέα επικράτησε γιατί ενσωμάτωσε το παρελθόν στη δικαιοδοσία της και νεωτερικοποίησε την παράδοση υποβάλλοντάς την σε διαρκή ανασυγκρότηση. Ανακατασκευάζοντας το παρελθόν έχουμε την αίσθηση ότι προεξοφλούμε το μέλλον και ενδεχομένως αυτή η ιδέα συνοψίζει τη σχέση της νεωτερικότητας με την ταυτότητά μας.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ,24 Δεκεμβρίου 2000
Reblog this post [with Zemanta]

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

Η παρακμή των διανοουμένων

του Θανάση Γιαλκέτση

image Γιούργκεν Χάμπερμας:

«Η τηλεόραση προσφέρει στα πρόσωπα φήμη, και αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με την παθολογική ματαιοδοξία πολλών διανοουμένων»

Ο γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας τιμήθηκε με το βραβείο «Μπρούνο Κράισκι» σε ειδική εκδήλωση που έγινε στη Βιέννη στις 10 Μαρτίου 2006. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα της ομιλίας που εκφώνησε ο Χάμπερμας σε αυτή την εκδήλωση.

"Είναι εύκολο να σκιαγραφήσουμε τον ιδεατό τύπο ενός διανοουμένου ο οποίος συλλαμβάνει σημαντικά θέματα, διατυπώνει καρποφόρες θέσεις και διευρύνει το φάσμα των συζητούμενων επιχειρημάτων, για να βελτιώσει το άθλιο επίπεδο της δημόσιας συζήτησης. Από την άλλη μεριά δεν πρέπει να αποσιωπήσω τη δραστηριότητα που αγαπούν περισσότερο οι διανοούμενοι: να παίρνουν πρόθυμα μέρος στον τελετουργικό θρήνο για την παρακμή του «διανοουμένου». Δραστηριότητα η οποία, το παραδέχομαι, δεν μου είναι εντελώς ξένη. Μήπως δεν νιώθουμε την έλλειψη των μεγάλων συνελεύσεων και των μανιφέστων της «Ομάδας 47», των παρεμβάσεων του Αλεξάντερ Μίτσερλιχ και του Χέλμουτ Γκολβίτσερ, των πολιτικών τοποθετήσεων του Φουκό, του Ντεριντά και του Μπουρντιέ, των αιχμηρών κειμένων του Εριχ Φριντ ή του Γκίντερ Γκρας; Εξαρτάται άραγε από τη φήμη του Γκρας το ότι σήμερα οι φωνές τους σχεδόν δεν βρίσκουν ακροατήριο; Ή μήπως στην κοινωνία μας, την κυριαρχούμενη από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, επιβεβαιώνεται εκ νέου μια δομική μεταβολή της δημόσιας γνώμης, η οποία δεν ευνοεί την κλασική μορφή του διανοουμένου;
Από τη μια μεριά η μετάβαση της επικοινωνίας από το βιβλίο και τον τύπο στην τηλεόραση και στο Ιντερνετ προκάλεσε μιαν απρόβλεπτη επέκταση της σφαίρας των ΜΜΕ και μιαν εξαιρετική πύκνωση των δικτύων επικοινωνίας.
Η κοινή γνώμη, στην οποία οι διανοούμενοι κινούνται όπως τα ψάρια μέσα στο νερό, έχει γίνει πιο περιεκτική και η ανταλλαγή των ιδεών πιο έντονη από κάθε άλλη φορά.
Από την άλλη μεριά, με αυτή τη μεγάλη διεύρυνση του ζωτικού τους στοιχείου οι διανοούμενοι φαίνεται να ασφυκτιούν εξαιτίας μιας υπερβολικής δόσης. Η ευλογία μοιάζει να μετατρέπεται σε κατάρα. Η αιτία γι' αυτό είναι ο άτυπος χαρακτήρας της δημόσιας συζήτησης και η έλλειψη διάκρισης των ρόλων (...).
Θα ήταν, ωστόσο, επιπόλαιο να υποστηρίξουμε ότι η ηλεκτρονική επανάσταση βλάπτει τις εμφανίσεις ματαιόδοξων διανοουμένων στην πνευματική σκηνή. Γιατί με την τηλεόραση η ράμπα του τύπου, των περιοδικών και της λογοτεχνίας έχει μόνον διευρυνθεί. Ταυτόχρονα, η τηλεόραση έχει τροποποιήσει την σκηνή. Αυτή οφείλει να δείχνει με εικόνες αυτό που θέλει να πει, επιταχύνοντας τη στροφή από το λόγο προς την εικόνα. Και καθώς η τηλεόραση είναι ένα μέσο που καθιστά κάποιον ορατό, προσφέρει στα πρόσωπα φήμη με την έννοια της διασημότητας, προσκαλώντας τους συμμετέχοντες να επιδειχθούν. Αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με την παθολογική ματαιοδοξία των διανοουμένων. Ορισμένοι από αυτούς, μετά την πρόσκληση του τηλεοπτικού μέσου, αφέθηκαν να διαφθαρούν, εκθέτοντας στη σκηνή τούς εαυτούς τους για να αποκτήσουν φήμη. Γιατί η καλή υπόληψη ενός διανοουμένου -αν διαθέτει καλή υπόληψη- δεν βασίζεται πρωταρχικά στη φήμη αλλά στο κύρος που έχει αποκτήσει στο εσωτερικό της επιστήμης του και μάλιστα πριν κάνει δημόσια χρήση της γνώσης του και της αναγνώρισής του.
Όταν ένας διανοούμενος επιχειρηματολογώντας παίρνει μέρος σε μια συζήτηση οφείλει να απευθύνεται σε ένα κοινό το οποίο δεν αποτελείται από θεατές αλλά από δυνητικούς συνομιλητές, με τους οποίους ενδέχεται να πρέπει να αναμετρηθεί με όρους αμοιβαιότητας. Από ιδεατή σκοπιά πρόκειται για ανταλλαγή επιχειρημάτων και όχι για ένα άθροισμα σκόπιμα επινοημένων απόψεων. Ίσως αυτό εξηγεί το γιατί οι πολιτικοί, οι ειδικοί και οι δημοσιογράφοι που συναντιούνται στην τηλεόραση δεν αφήνουν κανένα κενό για να το καλύψει ένας διανοούμενος. Όλοι οι άλλοι εδώ και καιρό παίζουν καλύτερα το ρόλο του.
Η ανάμειξη λόγου και σκηνοθεσίας οδηγεί από μόνη της στην έλλειψη διαφοροποίησης και στην εξομοίωση εκείνων των ρόλων που ο διανοούμενος -ο οποίος ήδη δεν έχει πέραση- όφειλε κάποτε να διατηρεί διαχωρισμένους. Σήμερα, όμως, στα talk-shows τι θα μπορούσε να τον ξεχωρίσει από εκείνους τους πολιτικούς οι οποίοι χρησιμοποιούν την τηλεοπτική σκηνή σαν να ήταν ένας διανοητικός ανταγωνισμός για τη γνώση σημαντικών θεμάτων και εννοιών;
Ο διανοούμενος δεν προσκαλείται ούτε καν ως ειδικός. Θα έπρεπε να έχει το θάρρος να παίρνει κανονιστικές θέσεις και να διαθέτει τη φαντασία για να αναπτύσσει ευρηματικές προοπτικές, χωρίς να χάνει την επίγνωση της πιθανότητας να κάνει λάθος. Θα έπρεπε να παρεμβαίνει μόνον όταν τα γεγονότα της μέρας βγαίνουν από τη δρομολογημένη πορεία τους, αλλά τότε να το κάνει με τρόπο έγκαιρο, σχεδόν σαν ένα «σύστημα προειδοποιητικού συστήματος συναγερμού».
Ερχόμαστε, έτσι, στη μοναδική ικανότητα που θα 'πρεπε να χαρακτηρίζει καθημερινά τον διανοούμενο, την πρωτοποριακή διαίσθηση γι' αυτό που είναι σημαντικό. Αυτός πρέπει να ενδιαφέρεται για τις κριτικές αναπτύξεις ενός φαινομένου όταν οι άλλοι είναι ακόμα καθηλωμένοι στο business as usual. Αυτό δεν απαιτεί διόλου ηρωικές ιδιότητες, αλλά μια ευαισθησία που διαισθάνεται αυτό που μπορεί να βλάψει τις κανονιστικές υποδομές του κοινωνικού συνόλου, μιαν ικανότητα πρόβλεψης και κατανόησης κινδύνων που απειλούν τις διανοητικές συνθήκες της συλλογικής πολιτικής ζωής, την αίσθηση γι' αυτό που λείπει και γι' αυτό που «θα μπορούσε να είναι διαφορετικά». Λίγη φαντασία για να μπορεί να σκέφτεται εναλλακτικές λύσεις και λίγο θάρρος για να συγκεντρώνει την προσοχή, να υποκινεί σκάνδαλο, να γράφει πολεμικές (...)".

ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ ΙΔΕΩΝ),

15 - 10 - 2006

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More