Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

Κρίσεις και διακρίσεις;

του Γιάννη Πανούση

Ακόμα και στα λασπόνερα, ουρανέ, καθρεφτίζεσαι

Θ. Βαής, Ουρανός

Οι φόβοι για μετακύλιση της οικονομικής κρίσης στο κοινωνικό ή και αντικοινωνικό πεδίο είναι βάσιμοι...

Τρίτη 16 Μαρτίου 2010

Τα παιδία δεν παίζει...

του Γκαζμέντ Καπλάνι

Στην όμορφη Σπάρτη υπάρχουν κάποιοι που ζουν «σπαρτιάτικα». Δεν γεννήθηκαν στη Σπάρτη. Ήρθαν εκεί από το Μπανγκλαντές, σκαρφαλώνοντας βουνά και λαγκάδια, διασχίζοντας ηπείρους, μόνοι ή μαζί με τα παιδιά τους. Κάνουν δουλειές τις οποίες οι νέοι Σπαρτιάτες δεν κάνουν πια και έμεναν σε ένα σπίτι με αρχαίες σπαρτιάτικες προδιαγραφές, από αυτά που κατασκευάζονται μόνο με έναν πέλεκυ και ένα πριόνι. Έκαναν και κάνουν βίο λιτό. Δουλεύουν σκληρά και μετρούν και το τελευταίο τους ευρώ, σαν πωρωμένοι τσιγκούνηδες. Στη ζωή τους δεν βρήκαν τίποτα έτοιμο. Δεν είχαν το προνόμιο να συντηρούνται από τους γονείς τους. Ίσως, εκείνοι πρέπει να συντηρήσουν τους γονείς. Και δεν υπάρχει πιο δύσκολο πράγμα από το να μεγαλώνεις τους γονείς σου. Μεγαλώνουν ταυτόχρονα και παιδιά, ονειρευόμενοι ένα καλύτερο μέλλον- τουλάχιστον γι΄ αυτά...


Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/#ixzz0iLPW2rsv
Under Creative Commons License: Attribution

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Οι Αφρικανοί ήρωες της Ιταλίας

Tου Roberto Savianο, συγγραφέα του βιβλίου «Γόμορρα» (ελλ. έκδοση «Πατάκη») / International Herald Tribune




Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

Πολιτιστική υποχώρηση, ανθρωπιστική έκπτωση

του Γιάννη Χάρη

Στοίχιση  αριστερά
ΔΙΝΟΥΜΕ ΤΟ ΛΟΓΟ ΣΤΟ ΛΑΟΣ, ΓΙΑ Ν΄ ΑΚΟΥΣΤΟΥΝ
ΕΤΣΙ ΔΙΚΕΣ ΜΑΣ ΞΕΝΟΦΟΒΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ·
ΚΑΤΑΝΟΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΥΣ
ΠΟΛΙΤΕΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΑΘΩΩΣΟΥΜΕ ΔΙΚΕΣ
ΜΑΣ ΞΕΝΟΦΟΒΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ.

Φωτογραφία

Μετά βίας ανεχόμαστε τον αλλόθρησκο, τον εβραίο, τον μειονοτικό, τον φίλαθλο αντίπαλης ομάδας, τον οπαδό αντίπαλου πολιτικού κόμματος, τον γείτονα και το σκυλί του, μα ρατσιστές δεν είμαστε ή ξενοφοβικοί, και ευτυχώς μας περισσεύει η ανοχή απέναντι στους μετανάστες


Με αυτά τα λόγια έκλεινα την περασμένη επιφυλλίδα, αφήνοντας ανοιχτό ένα τεράστιο θέμα, που πας να το πιάσεις απ΄ τη μια, κι όλο σου φεύγει από την άλλη. Αναφερόμουν στα πλυντήρια βρόμικων ιδεών, τα κανάλια δηλαδή, κυρίως τα λεγόμενα σοβαρά, που με την υπερπροβολή των εκπροσώπων της άκρας δεξιάς μάς εξοικειώνουν και μας συμφιλιώνουν με το πρόσωπο του τέρατος, όπως είχα γράψει σχετικά πρόσφατα. Και προχωρούσα τώρα με τη σκέψη πως η συστηματική αυτή και άνευ αρχών προβολή ενδέχεται να κρύβει μιαν αόριστη, στην καλύτερη περίπτωση, σύμπνοια ή και ταύτιση του τηλεοικοδεσπότη με τον φιλοξενούμενο. Διαφορετικά, ο ιδεολογικός αμοραλισμός και ο πολιτικός καιροσκοπισμός με το κυνήγι της τηλεθέασης δεν φτάνουν να εξηγήσουν στάσεις παντελώς άσχετες με τα κρατούντα στον τηλεοπτικό μας κόσμο ήθη: αναφέρομαι στον γνωστό εισαγγελικό, συχνά ιταμό τρόπο των τηλεδημοσιογράφων, και μάλιστα των πιο προβεβλημένων των βραδινών δελτίων, που δεν ανέχονται μύγα στο σπαθί τους, ούτε το βήχα καν του οποιουδήποτε κοινωνικά και ταξικά παρακατιανού.

Ακόμα πιο σκεφτικός στέκεται κανείς απέναντι στην αιφνίδια ανακάλυψη του προβλήματος της μετανάστευσης και των άμεσων επιπτώσεών της, ιδίως σε υποβαθμισμένες συνοικίες κτλ. Πολλές είναι οι εύλογες-κι ωστόσο διόλου επαρκείς- ερμηνείες: η άνοδος της δύναμης του ΛΑΟΣ, η οποία οφείλεται στην οικονομική κρίση και στη δυσαρέσκεια του κόσμου που «τον εγκατέλειψε η πολιτεία», ανίσχυρο πλάι στην εξαθλίωση των μεταναστών και τη συναφή παραβατικότητα.

Πριν δούμε το μένος με το οποίο προβάλλεται ξαφνικά το πρόβλημα και η απαίτηση για την επίλυσή του, τον ζήλο με τον οποίο εκδηλώνεται η αμέριστη κατανόηση των δοκιμαζόμενων αγανακτισμένων πολιτών, ας σταθούμε λίγο στη στερεότυπη ερμηνεία της μετακίνησης στρωμάτων της εκλογικής βάσης, εν προκειμένω από τα αριστερά προς την ακροδεξιά. Έχω κι εδώ ξαναγράψει ότι η ερμηνεία με οπωσδήποτε βάσιμα οικονομικοκοινωνικά κριτήρια δεν παύει να είναι κατά βάθος πατερναλιστική, να κρύβει μια βαθύτερη υποτίμηση του «απλού λαού», που χωρίς ιδέες, χωρίς ιδεολογία δηλαδή, εξακτινώνεται από την αριστερά, ακόμα και την κομμουνιστική, στην άκρα δεξιά: φταίει, είπαμε, η παγκοσμιοποίηση και η βαθιά οικονομική κρίση, η ανασφάλεια με τους ξένους, με τον Πολωνό υδραυλικό στη Γαλλία, με τον Αλβανό οικοδόμο χτες εδώ και σήμερα με τον ανέστιο Αφγανό, κι αυτή η ανασφάλεια και ο φόβος θεωρείται όρος ικανός να μεταστρέψει όχι τους «εκλεκτούς» εμάς αλλά τον «απλό λαό» και να τον κάνει ψηφοφόρο του Καρατζαφέρη και χειροκροτητή των «παλικαριών» της Χρυσής Αυγής, στον Άγιο Παντελεήμονα φερειπείν.

Τότε τι; Είναι όλοι ρατσιστές ή ξενοφοβικοί; Κι εκείνοι και εμείς, σύμφωνα με τον εισαγωγικό συλλογισμό μου; Δεν ξέρω· οι πολιτικοϊδεολογικοί όροι σίγουρα τρομάζουν. Ας δούμε όμως τι σίγουρα είμαστε, ή πιο απλά τι σίγουρα αισθανόμαστε. Ας δούμε λοιπόν σε οποιαδήποτε συνθήκη της καθημερινής ζωής τη σχετική έως απόλυτη δυσανεξία, ενστικτώδη ώς έναν μεγάλο βαθμό ή καταστατική, δυσανεξία που κλιμακώνεται σε αποστροφή, μίσος, έχθρα κτλ., απέναντι: στον ετερόδοξο, τον αιρετικό, τον παπικό, τον παλαιοημερολογίτη, τον ιεχωβά, και ειδικά τον εβραίο, τον πάσης φύσεως μειονοτικό, τον τσιγγάνο, τον ομοφυλόφιλο, αλλά ακόμα και τον σεξουαλικά ελευθεριάζοντα (και ιδίως την-), τον φίλαθλο αντίπαλης και εν γένει διαφορετικής ομάδας, τον οπαδό αντίπαλου και εν γένει διαφορετικού πολιτικού κόμματος (και ιδίως μικρού!), τον απέναντι ή πλαϊνό ή παραδίπλα ανταγωνιστικό μαγαζάτορα, τον γείτονα με το μεγαλύτερο (ή το πολύ μικρό!) αυτοκίνητο, τον γείτονα που βάζει δυνατά μουσική, ή που βάζει διαφορετική από τα γούστα μας μουσική, τον γείτονα που ποτίζει νυχτιάτικα τα λουλούδια του, τον γείτονα με το σκυλί που γαβγίζει ασταμάτητα, τον γείτονα που κυκλοφορεί με τις κοιλιές του έξω στη βεράντα..., σελίδες θα μπορούσαμε να γεμίσουμε. Κι αν έτσι με τον γείτονα, πόσο μάλλον με τον ξένο!

Τι μας κρατάει να μη σφαζόμαστε όλη την ώρα, να μη σφαχτούμε οριστικά με τον γείτονα; Αυτό το μικρό και τεράστιο μαζί κλικ του διακόπτη, που λέγεται κοινωνικότητα, κοινωνικοποίηση, κοινοτική ζωή, πολιτισμός, η αρχικά (ή και για πάντα) αναγκαστική συνθήκη του κοινωνικού όντος που είναι υποχρεωμένο να συνυπάρξει, να συμβιώσει, μ΄ όλες του τις διαφορές, τα πάθη και τα μίση. Γίνεται όμως αυτό; Ε, άντε, με τον γείτονα, και φτάνει πια, φτάνει τόσος αυτοέλεγχος και καταπίεση εννοώ, νισάφι! όχι και με τον ξένο! Μοιάζει απλοϊκό, μα είναι, νομίζω, θεμελιώδες.

Γυρίζοντας νύχτα σπίτι, ένα αυτοκίνητο που ερχόταν σταθερά από πίσω μου με στράβωνε με τους προβολείς του· όποιος οδηγεί, ξέρει πόσο επικίνδυνο, βασανιστικό και εξοργιστικό είναι αυτό· του έκανα διάφορα νοήματα, χαμπάρι! Κάποια στιγμή, δεν άντεξα, έβγαλα το χέρι απ΄ το παράθυρο, σε μια παρατεταμένη, μεγαλόπρεπη μούντζα. Όταν πια σταμάτησα έξω απ΄ το γκαράζ, σταμάτησε κι εκείνο: κοιτάζω απ΄ το καθρεφτάκι και διακρίνω τον-συμπαθέστατο μάλιστα- γείτονα που είχε θέση στο ίδιο γκαράζ! Ν΄ ανοίξει η γη να με καταπιεί... Έκτοτε κοιτάζω καλά καλά ποιος έρχεται πίσω μου, στη γειτονιά· γιατί αλλού, ούτε λόγος, μούντζα θα πέσει και πάλι.

Κοινωνικές αναστολές, ανάμεικτες με φόβο, δέος, ανάλογα, μέσα στην ίδια οικογένεια, στην ίδια γειτονιά, στο ίδιο χωριό, ανάλογα με τη θέση, μπορεί και ανώτερη, του άλλου, ορίζουν τη συμπεριφορά μας, ολόκληρο πλέγμα συμβάσεων και μικρών ή μεγάλων καταναγκασμών. Οπότε, με την πρώτη ευκαιρία, ευχαρίστως σπάμε την άτιμη την αλυσίδα, και πάλι, ανάλογα, πουλάμε εξουσία, τσαμπουκά, ή απλούστατα αφήνουμε ελεύθερα τα συναισθήματά μας, που είναι παγίως, πάντοτε, φόβος για καθετί καινούριο ή ξένο, δυσφορία έως αποστροφή για ό,τι ξεφεύγει από τον έλεγχό μας-γνωστότατο το φαινόμενο, διέπει όλη μας τη ζωή, τη στάση μας απέναντι σε καινούριες ιδέες, σε αλλαγές στη μόδα, στη γλώσσα, γενικά απέναντι στις νεότερες γενιές κτλ.

Ο ΥΠΟΠΤΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ
Κακά τα ψέματα, το ΛΑΟΣ δεν βγήκε ενισχυμένο μόνο στον Άγιο Παντελεήμονα ή σε άλλες υποβαθμισμένες περιοχές. Αλλά και στα Βόρεια Προάστια. Ή σε αγροτικές περιοχές, όπου όλη η τοπική οικονομία στηρίζεται στους ξένους· που τους έχουν οι ντόπιοι σκλάβους, μ΄ άλλα λόγια· κι απλώς τους θέλουνε πιο σκλάβους ακόμα, και όχι να σηκώνουνε κεφάλι, ζητώντας μεγαλύτερο (μα πάντα εξευτελιστικό) μεροκάματο. Και κακά τα ψέματα, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις χωριών με ομολογημένα αρμονική συνύπαρξη από καιρό ντόπιων και ξένων, ώσπου στραβοκοιτάζει μια μέρα ο ξένος κάποιον στο καφενείο, κι αρχίζει το πογκρόμ, έφοδος στα σπίτια των ξένων, απαγόρευση κυκλοφορίας και άλλα εξίσου αδιανόητα κι ανατριχιαστικά.

Ξενοφοβία; Έστω πως όχι. Γιατί τότε θα έπρεπε να δεχτούμε πως είναι έμφυτη, εγγενής. Υποχώρηση πολιτισμού, όμως, οπωσδήποτε.

Κι εκεί αρχίζουν οι ευθύνες οι δικές μας. Που είναι ακόμα μεγαλύτερες όσο μικρότερες, ή και ανύπαρκτες, εμφανίζουμε τις ευθύνες των άλλων, του «λαού». Γιατί δεν νοείται να συμψηφίζεται η εξαθλίωση του οικονομικού μετανάστη και η όποια, παρεπόμενη, παραβατικότητα με την υποχώρηση βασικών συστατικών της ανθρώπινης συνθήκης, με λιντσαρίσματα, με σκούπες-πογκρόμ, με χώρους υποδοχής-στρατόπεδα συγκέντρωσης και άλλα αστυνομικά μέτρα. Και πάντως, ακόμα κι αν τα θεωρούσε κανείς απαραίτητα σε κάποια φάση διόγκωσης και όξυνσης του προβλήματος, το χειροκρότημα στα «παλικάρια» της Χρυσής Αυγής δείχνει ότι το πρόβλημα είναι εντέλει αλλού.

Και τότε ο λόγος: «Όποιος είναι έξω από το χορό, πολλά πολυπολιτισμικά τραγούδια ξέρει», έτσι εξάλλου επιθετικά και χλευαστικά που εκφέρεται, και μέσα στον προσχηματικό ρεαλισμό του και τη συσκοτιστική «αντικειμενικότητά» του, ακούγεται βαθύτατα ανησυχητικός. Περισσότερο κι από τις σιδερογροθιές και τα στειλιάρια των «παλικαριών».

Αλλά για τη «δική μας» στάση μένουν πολλά να πούμε.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 27 Ιουνίου 2009

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010

Κώνειο στην «Ανοιχτή κοινωνία»

του Μάριου Πλωρίτη

image ΟΤΑΝ ο Καρλ Πόππερ έγραφε το (περιλάλητο πια) βιβλίο του «H Ανοιχτή Κοινωνία και οι εχθροί της» (1938-43, α΄ έκδοση 1945)1, δεν θα φανταζόταν βέβαια πως, ύστερ' από 60 χρόνια, εχθροί της θ' αναδείχνονταν όχι μόνο οι «προφήτες» και δράστες του ολοκληρωτισμού και του ρατσισμού, αλλά και οι ηγέτες της κοινωνίας που εκείνος εξεθείαζε.





Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

Εξοστρακισμένος εαυτός


του Μισέλ Φάις

Στην Ειρήνη Β.

Για όλα φταίνε οι μετανάστες ή, το καθρέφτισμά τους, η παγκοσμιοποίηση, δηλαδή οι Αμερικάνοι. Ετσι, με δυο αφορισμούς ξεπαστρεύουμε όλο το ιδεολογικό φάσμα της τρέχουσας πολιτικής σκηνής. Για κάποιους μάλιστα είναι ένα και το αυτό. Καθώς βρίσκουν και την κρυφή ρίζα των παγκόσμιων δεινών: τον εβραιοσιωνισμό, αυτό τον αρχέγονο και δοκιμασμένο δαίμονα καταστροφής του πλανήτη - εξακολουθητική παραφυσική ή μεταφυσική βίωση του κενού της ατομικής ή της συλλογικής περιπέτειας.

Προχτές σε ταξί ένας κιτρινιάρης (όπως αποκαλούσε τους συναδέλφους του) παραληρούσε, στην αρχή σε μια Ρωσίδα και κατόπιν σ' έναν Πακιστανό, που δεν καταλάβαιναν γρυ από τον υψηλόφρονα δεκάρικό του: Βρε, ουστ. Τι σκατά θέλουν στην Ελλαδίτσα μας και τη βρωμίζουν; Στα Τίρανα έχει λιγότερους Αλβανούς από την Αθήνα, μου εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος ταρίφας, που εκ περιτροπής άκουγε στη διαπασών σκυλάδικα και Εκκλησία της Ελλάδος (μακαρίζοντας τον Χριστόδουλο και απαξιώνοντας τον νερόβραστο διάδοχό του).

Ο ρατσισμός, που ουσιαστικά είναι ο εξοστρακισμός του εξοστρακισμένου μας εαυτού, στις μέρες μας καλύπτει σαν το νερό στ' αυλάκι την υποχώρηση του δημόσιου νοήματος στο όνομα της πιο άγριας, τυφλής, ιδιόχρηστης ελευθερίας. Επειδή όμως η ετερότητα βαφτίζεται στην ενδοσκόπηση, τα παιχνίδια του ίδιου και του άλλου σκαρώνουν απίστευτες φάρσες σ' όλους αυτούς που, καραβολεμένοι στην ελευθερία της αδιαφορίας, καμώνονται ότι κόπτονται περί μιας κοινωνίας της ανοχής, της αλληλεγγύης, της συμμετοχής.

Εξού κι ένας αθέατος ρατσισμός έχει πέραση σε ανθρώπους καλού γούστου, στα πιο συνειδητοποιημένα στρώματα, σ' όλους αυτούς που αυτοχρίζονται υποψιασμένοι στα μυστικά και στα ψέματα της πολιτικής και της καθημερινότητας.

Αλήθεια, ποιος από τους ανθρώπους των πολλών επιλογών, κι όχι της ανάγκης, δεν έχει σκεφτεί να καρυδώσει κάποιον άλλο (όχι αυτόν που σέβεται εξαιτίας του άλλου χρώματος, της άλλης θρησκείας, της άλλης σεξουαλικότητας, της άλλης καταγωγής), αλλά τον άλλο, μόνο και μόνο επειδή τον βλέπει ως άλλο;
ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,7-6-2008

Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Το δίλημμα της ετερότητας


του Δ.Τζιόβα, καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας

Τους δύο τελευταίους αιώνες δύο μοντέλα εθνικής ή συλλογικής ταυτότητας κυριάρχησαν. Το ένα, εκπορευόμενο από τον γαλλικό Διαφωτισμό και το esprit general του Μοντεσκιέ, προώθησε την ιδέα των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων του πολίτη και ήταν ανεκτικό προς τους ξένους, το άλλο, βασισμένο στη γερμανική ρομαντική παράδοση και στον ορισμό του έθνους με άξονα τη φυλετική αυθεντικότητα και το απροσδιόριστο συλλογικό πνεύμα (Volksgeist), ανέπτυξε το ιδεώδες της κοινότητας ως βαθιά γειωμένης στην παράδοση με αδιαμφισβήτητες περγαμηνές ιθαγένειας και ως εκ τούτου εχθρικής σε πάσης φύσεως ετερότητα που θα μπορούσε να νοθεύσει την καθαρότητα του συλλογικού σώματος.



Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009

Αξίες και παγκοσμιοποίηση

του Ν.Μουζέλη,
καθηγητή της London School of Economics

Για να κυριαρχήσουν οι κοσμοπολιτικές αξίες, βασική προϋπόθεση είναι το πέρασμα από το νεοφιλελεύθερο σε ένα νεοσοσιαλδημοκρατικό σύστημα ελέγχου της παγκόσμιας οικονομίας και κοινωνίας

Στην ύστερη νεωτερικότητα βλέπουμε όχι μόνο την παγκοσμιοποίηση αξιών που συνδέονται με τη ραγδαία απελευθέρωση των αγορών (ανταγωνιστικότητα, παραγωγικότητα, καταναλωτισμός), αλλά και αξιών που εστιάζονται στους μη οικονομικούς χώρους του παγκόσμιου συστήματος, αξιών που έχουν να κάνουν με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία στον πολιτικό χώρο, με την αλληλεγγύη έναντι των φτωχών/περιθωριοποιημένων πληθυσμών στον κοινωνικό χώρο και με τον σεβασμό της πολιτισμικής διαφορετικότητας στον χώρο της κουλτούρας. Αυτές οι αξίες πήραν τη «νεωτερική» τους έκφανση τον 18ο και τον 19ο αιώνα, κατά τη διάρκεια της μετάβασης από την αδιαφοροποίητη παραδοσιακή/φεουδαρχική κοινότητα στο κράτος-έθνος. Σ' αυτή την περίοδο της «πρώιμης νεωτερικότητας» ο βιομηχανικός καπιταλισμός και το κράτος-έθνος οδήγησαν σε κοινωνίες που χαρακτηρίζονταν από έντονη διαφοροποίηση: δηλαδή από τη δημιουργία θεσμικών χώρων (του οικονομικού, πολιτικού, κοινωνικού, πολιτισμικού) που ο καθένας είχε - εν δυνάμει τουλάχιστον - τη δική του λογική, τη δική του ιστορική δυναμική και τις δικές του αξίες.

Στην πρώιμη νεωτερικότητα οι αξίες που ανέφερα πιο πάνω αναδύθηκαν μέσα από αγώνες που στόχευαν το ξεπέρασμα του φεουδαρχικού τοπικισμού/κατακερματισμού και τη δημιουργία ευρύτερων χώρων στο επίπεδο του κράτους-έθνους. Στην ύστερη, «παγκοσμιοποιημένη» νεωτερικότητα, οι ίδιες αξίες μετασχηματίζονται μέσα από αγώνες που στοχεύουν το ξεπέρασμα του εθνικού/κρατικού «τοπικισμού» και τη δημιουργία ενός κοσμοπολιτικού πλαισίου μέσα στο οποίο δίνεται λιγότερη έμφαση στις εθνικιστικές ιδεολογίες και περισσότερη σε προβληματισμούς και οράματα που ξεπερνούν τα στενά εθνικά/κρατικά σύνορα. Με άλλα λόγια, οι βασικές αξίες της νεωτερικότητας που αρχικά αναδύθηκαν στους διαφοροποιημένους θεσμικούς χώρους του κράτους-έθνους αποκτούν στην ύστερη νεωτερικότητα μια πλανητική διάσταση. Από αυτή την άποψη θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για έναν αναδυόμενο κοσμοπολιτισμό όχι μόνο στην οικονομική σφαίρα (όπου το ξεπέρασμα των κρατικών συνόρων από το πολυεθνικό κεφάλαιο αποτελεί μια κυρίαρχη πραγματικότητα) αλλά και στην πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική σφαίρα.

* Τα ανθρώπινα δικαιώματα

Ξεκινώ από τον πολιτικό χώρο όπου μπορεί κανείς να διακρίνει τη σταδιακή παγκοσμιοποίηση των αξιών της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτές οι αξίες πήραν μεν την πιο προχωρημένη μορφή τους στο πλαίσιο του δυτικοευρωπαϊκού κράτους-έθνους, αλλά σήμερα αποκτούν όλο και περισσότερο έναν καθολικό, παγκόσμιο χαρακτήρα. Και αυτό με την έννοια ότι τείνουν να γίνονται αποδεκτές (όχι βέβαια από όλους - αλλά) από άτομα που ζουν σε μεταπαραδοσιακά πλαίσια - είτε αυτά τα πλαίσια βρίσκονται στη δικτατορική Κίνα, στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες του Πρώτου Κόσμου, στις ψευδοδημοκρατίες του Τρίτου Κόσμου ή τέλος στις μαφιόζικες δημοκρατίες του λεγόμενου Δεύτερου Κόσμου. Παρ' όλο που στο επίπεδο των πολιτικών και κοινωνικών πρακτικών το δημοκρατικό έλλειμμα είναι τεράστιο, στο κανονιστικό, δεοντολογικό επίπεδο οι αξίες γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα παίζουν έναν όλο και πιο κεντρικό, νομιμοποιητικό ρόλο. Δηλαδή όλο και περισσότερο γίνεται αποδεκτό (από άτομα, το επαναλαμβάνω, που ζουν σε μεταπαραδοσιακά πλαίσια) ότι η μαζική καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όχι μόνο δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί αλλά ούτε και προστατεύεται πλέον στη βάση της ιδεολογίας περί εθνικής κυριαρχίας και της μη παρέμβασης στα εσωτερικά του κράτους-έθνους.

Ετσι, για παράδειγμα, αν ήταν σχετικά εύκολο στις αρχές του 20ού αιώνα για τον Κεμάλ Ατατούρκ να «ομοιογενοποιήσει» εθνοτικά το σύγχρονο τουρκικό κράτος-έθνος ακολουθώντας όχι μόνο εθνοκαθαρτικές αλλά και γενοκτονικές στρατηγικές (Πόντιοι, Αρμένιοι), ήταν πολύ πιο δύσκολο για τον Μιλόσεβιτς στα τέλη του 20ού αιώνα να κάνει το ίδιο στα πλαίσια της «Μεγάλης Σερβίας». Και αυτή η διαφορά δεν εξηγείται μόνο, όπως πολλοί νομίζουν στον τόπο μας, από το ότι ο «αμερικανικός ιμπεριαλισμός» εναντιώθηκε στα μεγαλοϊδεατικά οράματα του Μιλόσεβιτς. Εξηγείται επίσης από το ότι η παγκόσμια κοινή γνώμη όχι μόνο καταδικάζει αλλά και ενεργά υποστηρίζει την πάταξη τέτοιων πρακτικών - ακόμη και αν αυτό σημαίνει την καταπάτηση της αρχής της εθνικής κυριαρχίας. Εξηγείται, με άλλα λόγια, από το ότι σήμερα οι παγκόσμιες αξίες γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν περιορίζονται μόνο στους στενούς κύκλους μερικών φιλοσόφων, διανοουμένων, ιδεολόγων. Οπως φάνηκε καθαρά π.χ. στην περίπτωση Πινοσέτ, οι αξίες αυτές διαχέονται και προς τα κάτω (στο επίπεδο του απλού πολίτη) και προς τα πάνω (στο επίπεδο των ελίτ).

* Η κοινωνική αλληλεγγύη

Την ίδια διαδικασία παγκοσμιοποίησης των αξιών βλέπουμε και στον κοινωνικό χώρο. Οπως η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες, ενώ συγχρόνως κάνει, μέσω της επικοινωνιακής επανάστασης, πιο ορατή την εξαθλίωση των φτωχών και περιθωριοποιημένων πληθυσμών της Γης, αρχίζει σταδιακά να αναπτύσσεται η ιδέα ότι το θέμα της απόλυτης φτώχειας πρέπει να αντιμετωπισθεί όχι μόνο στο επίπεδο του κράτους-έθνους αλλά και στο επίπεδο του «παγκόσμιου χωριού». Αυτού του είδους τον κοινωνικό κοσμοπολιτισμό τον βλέπουμε κυρίως σε μια μεγάλη κατηγορία νέων ανθρώπων που ενδιαφέρονται λιγότερο για το χρηματιστήριο και την ανεγκέφαλη κατανάλωση και περισσότερο για έναν μεταϋλιστικό τρόπο ζωής (Ingelhart). Νομίζω πως το είδος των νέων κινημάτων που ξεκίνησαν από το Σιάτλ και πήραν την πιο πρόσφατη μορφή τους στη Γένοβα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του είδους του κοινωνικού κοσμοπολιτισμού. Στην τελευταία περίπτωση, παρ' όλη την ουτοπική ρητορική της αντι-παγκοσμιοποίησης, η συντριπτική πλειοψηφία των διαδηλωτών ήταν υπέρ μιας παγκοσμιοποίησης που δεν θα περιοριζόταν στην ανάπτυξη των αγορών και της παραγωγικότητας, αλλά θα επεκτεινόταν και στην ανάπτυξη της κοινωνικής αλληλεγγύης και συνοχής στο επίπεδο του πλανήτη (βλ. σχετικό άρθρο μου, «Το Βήμα», 29.7.2001).

Και βέβαια ο κοινωνικός κοσμοπολιτισμός που εστιάζεται στα ζητήματα της παγκόσμιας φτώχειας συνδέεται άρρηκτα με το αυξανόμενο ενδιαφέρον για το περιβάλλον - αφού μια βασική προϋπόθεση για μια αποτελεσματική περιβαλλοντική πολιτική είναι η ανάπτυξη του Τρίτου Κόσμου κατά τρόπο που να αποφεύγει τον σπάταλο και οικολογικά καταστρεπτικό τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκαν τα κράτη-έθνη του Πρώτου και του Δεύτερου Κόσμου. Από αυτή τη σκοπιά οι κοινωνικές αξίες που στοχεύουν στην ουσιαστική βοήθεια των φτωχών χωρών είναι στενά συνδεδεμένες με τις οικολογικές αξίες και τα παγκόσμιας εμβέλειας εθελοντικά κινήματα που τις προωθούν.

* Το πολιτισμικά διαφορετικό

Αν το πέρασμα από τη μη διαφοροποιημένη παραδοσιακή κοινότητα στο κράτος-έθνος σήμαινε την αποδιάρθρωση του πολιτισμικού τοπικισμού και την ελεύθερη διακίνηση νέων ιδεών και αξιών στην ευρύτερη πολιτισμική αρένα του κράτους-έθνους, στην ύστερη νεωτερικότητα βλέπουμε το πέρασμα από τον εθνικιστικό επαρχιωτισμό/σοβινισμό του κράτους-έθνους σε έναν παγκόσμιο προβληματισμό γύρω από την πολυπολιτισμικότητα και την αξία του σεβασμού του πολιτισμικά διαφορετικού. Οι αξίες και διαδικασίες που οδηγούν στο ξεπέρασμα των εθνικών συνόρων στον χώρο της κουλτούρας στηρίζονται στις τεράστιες πληθυσμικές ανακατατάξεις που η παγκοσμιοποίηση ενθαρρύνει - ανακατατάξεις που οδηγούν στο πέρασμα από τις πολιτισμικά ομοιογενοποιημένες στις σημερινές πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Στηρίζονται επίσης, όπως έδειξε πολύ πειστικά ο γνωστός βρετανός κοινωνιολόγος John Urry, στην παγκόσμια ανάπτυξη του μαζικού τουρισμού, που έστω και σε ένα επιφανειακό επίπεδο βοήθησε την ανάπτυξη αξιών που αποθαρρύνουν τις μισαλλοδοξίες, τους μεσσιανισμούς και τον πολιτισμικό ιμπεριαλισμό των εθνικιστικών ιδεολογιών. Ετσι δημιουργείται ένα πλαίσιο που ευνοεί το άνοιγμα προς το πολιτισμικά άλλο και τον ανοιχτό διάλογο μεταξύ διαφορετικών κοσμοθεωριών και τρόπων ζωής. Ενας τέτοιος διάλογος προϋποθέτει, όπως τονίζει ο φιλόσοφος Charles Taylor, όχι μόνο την ανοχή αλλά και τον ειλικρινή σεβασμό του πολιτισμικά «άλλου».

* Πέρα από τα όρια του κράτους

Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι όχι μόνο στον χώρο της οικονομίας αλλά και στους θεσμικά διαφοροποιημένους χώρους του πολιτικού, κοινωνικού και του πολιτισμικού γίγνεσθαι βλέπουμε στην ύστερη νεωτερικότητα την ανάδυση αξιών που έχουν έναν καθολικό, κοσμοπολιτικό χαρακτήρα: την αξία της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον πολιτικό χώρο, την αξία της αλληλεγγύης με τους φτωχούς και περιθωριοποιημένους πληθυσμούς του πλανήτη στον κοινωνικό χώρο και την αξία της ανοχής και του σεβασμού της πολιτισμικής διαφορετικότητας στον χώρο της κουλτούρας. Οι φορείς αυτών των αξιών προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα καίρια προβλήματα που η παγκοσμιοποίηση δημιουργεί κοιτώντας πέρα από τα στενά όρια του κράτους-έθνους και των εθνικιστικών/σοβινιστικών ιδεολογιών της πρώιμης νεωτερικότητας.

Οπως ήδη ανέφερα, κατά την άποψή μου, οι αξίες αυτές δεν είναι, όπως υποστηρίζουν διάφοροι μεταμοντέρνοι στοχαστές, «ευρωκεντρικές». Στη σημερινή συγκυρία αποκτούν όλο και περισσότερο έναν καθολικό, παγκόσμιο χαρακτήρα. Και αυτό όχι βέβαια με την πλατωνική έννοια του «αιώνια καθολικού», αλλά με την παρσονική έννοια του «εξελικτικά καθολικού»: δηλαδή σε μια συγκεκριμένη φάση της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών (στη φάση της ύστερης νεωτερικότητας), οι αξίες αυτές είναι ικανές να λειτουργήσουν νομιμοποιητικά και να νοηματοδοτήσουν τον βίο ατόμων που ζουν στα μεταπαραδοσιακά πλαίσια διαφόρων καθεστώτων και πολιτισμών. Και όπως σε δύο περίπου δεκαετίες τα 3/4 του πληθυσμού του πλανήτη θα ζουν σε πόλεις, η απήχηση αυτών των αξιών θα ενταθεί κατά θεαματικό τρόπο.

Περνώντας τώρα από τη μεταμοντέρνα, σχετικιστική στην - εκ διαμέτρου αντίθετη - φονταμενταλιστική κριτική του κοσμοπολιτισμού, εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι η τυχόν κυριαρχία κοσμοπολιτικών αξιών δεν σημαίνει, όπως υποστηρίζουν οι οπαδοί της εθνικιστικής περιχαράκωσης, την εξαφάνιση της εθνικής ταυτότητας. Κατά τον ίδιο τρόπο που, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, το κράτος-έθνος δεν παρακμάζει αλλά αλλάζει λειτουργίες, έτσι και η ταύτιση με το εθνικό σύνολο αλλάζει μορφή. Η ταύτιση με την πατρίδα αρχίζει σιγά σιγά να βασίζεται λιγότερο στον εθνικιστικό σοβινισμό, τη μισαλλοδοξία και την ιδέα της φυλετικής ή πολιτισμικής ανωτερότητας και περισσότερο σε έναν μη παρανοϊκό, ψυχολογικά ώριμο πατριωτισμό. Αυτός ο «ανοιχτός» προς τα έξω πατριωτισμός οδηγεί τους πολίτες να αγαπούν τον τόπο τους όπως τα ώριμα άτομα αγαπούν τους γονείς τους: τους αγαπούν και τους σέβονται όχι επειδή είναι τα πιο τέλεια και θαυμαστά ανθρώπινα όντα που παρουσιάστηκαν στον πλανήτη, αλλά επειδή μεταξύ γονιού και παιδιού δημιουργείται μια σχέση που είναι εκ των πραγμάτων μοναδική και ανεπανάληπτη. Ολα τα παραπάνω δεν σημαίνουν βέβαια ότι στο επίπεδο των κοινωνικών πρακτικών οι αξίες που ανέφερα πιο πάνω έχουν γίνει κυρίαρχες ή ότι θα γίνουν κυρίαρχες στο μέλλον. Τα εμπόδια για την επικράτησή τους είναι τεράστια και προέρχονται από δύο κατευθύνσεις:

α) Από τη σημερινή αναβίωση διαφόρων φονταμενταλιστικών κινημάτων (εθνικιστικού, θρησκευτικού, πολιτισμικού χαρακτήρα), κινημάτων που βλέπουμε να αναπτύσσονται ραγδαία όχι μόνο στον Τρίτο αλλά και στον Πρώτο Κόσμο.

β) Από την άνιση, ανισόρροπη ανάπτυξη αυτών των ίδιων των αξιών. Πιο συγκεκριμένα, από την «αποικιοποίηση» του κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού χώρου από τον οικονομικό. Μέσα στο πλαίσιο της - υπό την αμερικανική ηγεμονία - νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης οι οικονομικές αξίες της παραγωγικότητας και του ανταγωνισμού αντί να συνυπάρχουν σε κατάσταση ισορροπίας με τις αξίες της δημοκρατίας, της κοινωνικής αλληλεγγύης και του σεβασμού της πολιτισμικής διαφορετικότητας, υπερισχύουν απόλυτα και διαβρώνουν τις ιδιαίτερες λογικές των μη οικονομικών θεσμικών χώρων.

Πιο συγκεκριμένα: Αν οι διάφοροι φονταμενταλισμοί εναντιώνονται στην εξάπλωση των κοσμοπολιτικών αξιών «από τα έξω», ο οικονομικός ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών εταιρειών τη διαβρώνει από τα μέσα. Η παγκόσμια κουλτούρα του άκρατου καταναλωτισμού και η νεοφιλελεύθερη πίστη στους μηχανισμούς της αγοράς σαν τρόπο λύσης όχι μόνο των οικονομικών αλλά και των πολιτικών, κοινωνικών, πολιτισμικών και οικολογικών προβλημάτων της ανθρωπότητας έχει οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου:

- Οι αξίες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας ευτελίζονται όταν χρησιμοποιούνται από τις ηγεμονεύουσες ΗΠΑ σαν ιδεολογικό εργαλείο εναντίον των αντιπάλων τους (π.χ., η κριτική για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών ελευθεριών στην Κίνα δεν λαμβάνει υπόψη της ότι η Κίνα πέτυχε να αποφύγει τη ρωσικού τύπου καταστροφική αποδιοργάνωση ακριβώς επειδή αρνήθηκε να ανοίξει συγχρόνως και το οικονομικό και το πολιτικό της σύστημα - βλ. σχετικό άρθρο μου στο «Βήμα» τής 13.9.1998).

- Οι αξίες της κοινωνικής αλληλεγγύης και η ιδέα της ουσιαστικής βοήθειας στα θύματα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας (είτε αυτά βρίσκονται στις πλούσιες είτε στις φτωχές χώρες του πλανήτη) θεωρούνται από τους διάφορους γκουρού του νεοφιλελευθερισμού ως αφελή ιδεολογήματα που απλώς εμποδίζουν την παραπέρα εξάπλωση της αγοραίας λογικής, που είναι, σε τελευταία ανάλυση, ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος εξάλειψης της παγκόσμιας φτώχειας και περιθωριοποίησης.

- Οι αξίες της ανοχής και του σεβασμού του πολιτισμικά διαφορετικού εκφυλίζονται όταν εντάσσονται στο γενικό πλαίσιο του άκρατου καταναλωτισμού - σε ένα συγκρητικό πλαίσιο όπου κάθε πολιτισμική ιδιαιτερότητα, κάθε «ξένο» στοιχείο (στον χώρο της ενδυμασίας, της διατροφής, της σκέψης, της τέχνης) αντιμετωπίζεται «ξεκάρφωτα» και υπερφίαλα σαν εμπόρευμα προς άμεση κατανάλωση.

* Συμπέρασμα

Οι κοσμοπολιτικές αξίες που ανέλυσα σ' αυτό το άρθρο δεν είναι απλώς επιθυμητές αλλά και απαραίτητες για την επιβίωση του πλανήτη μας. Για τη στιγμή βέβαια, παρ' όλο που έχουν αρχίσει να γίνονται αισθητές στην παγκόσμια αρένα, κάθε άλλο παρά κυριαρχούν. Για να κυριαρχήσουν, η βασική προϋπόθεση είναι το πέρασμα από το νεοφιλελεύθερο σε ένα νεοσοσιαλδημοκρατικό σύστημα ελέγχου της παγκόσμιας οικονομίας και κοινωνίας. Μόνο στη βάση ενός τέτοιου ελέγχου θα μπορέσουν οι κοσμοπολιτικές αξίες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της παγκόσμιας κοινωνικής αλληλεγγύης και του σεβασμού της πολιτισμικής και εθνικιστικής ιδιαιτερότητας να ξεπεράσουν τα εμπόδια του φονταμενταλισμού και της αγοροκρατίας που αυτή τη στιγμή τις περιθωριοποιούν.

Το άρθρο αυτό βασίζεται στην εισήγηση του συγγραφέα στο διεθνές συμπόσιο «Ξανασκεφτόμαστε τον Πολιτισμό», Αθήνα, 21.9.2001.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 17 Φεβρουαρίου 2002

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

Ο Χάντινγκτον και τα «χαντάκια» του

του Παναγιώτη Νούτσου, καθηγητή Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Ο Samuel Ηuntington, ως παράδειγμα σκέψης που επηρέασε την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, προφανώς είναι ό,τι προηγήθηκε του θορυβωδώς δημοσιευμένου βιβλίου του Η σύγκρουση των πολιτισμών (1996) και ό,τι το ακολούθησε. Ετσι θα μπορούσε κανείς να σταθεί στον αναδυόμενο αστέρα της αμερικανικής δημοσιολογίας, ήδη από το 1968, με μικρότερα δημοσιεύματα για την «ordre international» και τη βία σε συνθήκες «ολοκληρωτικού πολέμου» που πιθανολογεί ακόμη και το βιολογικό «μεγαθάνατον». Οσο όμως ο Ηuntington όδευε προς τη σκιαγράφηση των όρων «σύγκρουσης των πολιτισμών», με επίσης μικρότερα δημοσιεύματα που προετοίμαζαν την πολυσέλιδη μονογραφία του που γνώρισε αρκετές επανεκδόσεις, τόσο οι αντιλήψεις του αντιμετωπίστηκαν από τη «γεω-ιστορική» στροφή της κοινωνικής ανθρωπολογίας, με μονάδα αναφοράς τα εθνικά ως «πολιτιστικά σύνολα» (στο περιοδικό που επόπτευε ο Ι. Wallerstein Review ήδη από το 1994 ο Η.R. Αlker αποτίμησε σ΄ αυτό το θεωρητικό συγκείμενο τη θεώρηση των «πολιτισμών» του Ηuntington).

Εναν χρόνο νωρίτερα, το 1993, εμφανίστηκε σειρά αντεγκλήσεων στο περιοδικό Foreign Αffairs, με την προσφυγή στο σύνδρομο «kincountry» και με περισσή «ανατολικοφοβία» στον τρόπο ανάδυσης ενός «universal civilisation». Στο φωτογραφικό συμπλήρωμα των κειμένων πέρασε και ιπτάμενος Αγιατολάχ χωρίς χαλί και σε μαύρο χάλι! Ως προς τον πυρήνα των αντιλήψεων του Ηuntington αυτό που υπογραμμίζεται είναι, ως συνέπεια των πανοραμικών κατοπτεύσεων του «μεταψυχροπολεμικού κόσμου», ότι ο «πολιτισμός» εκτιμάται ταυτόχρονα ως «διαχωριστική γραμμή» και ως «ενοποιητική δύναμη». Δηλαδή προβάλλεται ως οργανωτικό στοιχείο της συμπαγούς διαφοράς με ζύμη τη θρησκεία που συνιστά την «εκδίκηση του θεού» μετά το «τέλος των ιδεολογιών». Μ΄ αυτόν τον τρόπο συντίθεται η «διεθνής τάξη βασισμένη στους πολιτισμούς». Με δεδομένη την αντίληψη του Ηuntington την «πρωτοκαθεδρία» των Ηνωμένων Πολιτειών, που συμπυκνώνουν τον «μοναδικό» πολιτισμό που τον υπερασπίζονται «απέναντι στις μη δυτικές κοινωνίες», ποιος θα «πρέπει» να εκλαμβάνεται ως Ευρωπαίος, δηλαδή ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, του ΝΑΤΟ και των ομόλογων οργανισμών; Για τον «χειρούργο» των διεθνών σχέσεων, που διέθετε ερείσματα και εκτός αυτού του πεδίου αναφοράς, δηλαδή στους λογής ομφαλοσκόπους της «Ανατολής», η Δύση τελειώνει με τα όρια του «δυτικού Χριστιανισμού» και συνεπώς «εκεί που αρχίζει το Ισλάμ και η Ορθοδοξία».

Εκείνο που συντελέστηκε μ΄ αυτή τη δέσμη των θεωρήσεων ήταν η μετακίνηση από τον «βιολογισμό» της ιστορίας προς τον πολιτιστικό ρατσισμό, με την ίδια ακριβώς λειτουργία να κατευθύνεται στο σύνολο του πλανήτη. Αν δηλαδή ο ρατσισμός ως σχέση ανισότιμων μερών της ίδιας κοινωνίας μετατρέπει την «ετερότητα» σε εχθρότητα, με την εμπέδωση «προκαταλήψεων» και «ξενοφοβίας», με τον ίδιο τρόπο ο «πολιτισμός» ανάγεται σε χαντάκι που ξεχωρίζει και δεν ενώνει.

Ο άνωθεν κατευθυνόμενος ρατσισμός έχει υποστεί, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μετά τη γενικευμένη αντίθεση προς τις ναζιστικές θηριωδίες και παρά τις θνησιγενείς απόπειρες αποενοχοποίησης και απώθησης του «Ολοκαυτώματος», μια ορισμένη μεταλλαγή. Δηλαδή έθεσε σε δεύτερη μοίρα τη «φυλή» για να προτάξει τις πολιτιστικές διαφορές των εθνικών ή εθνοτικών ομάδων που από ιστορικό δημιούργημα αντιμετωπίζονται σαν η δεύτερη «φύση» τους. Διαφορές έτσι γλωσσών, εθίμων και ιδίως θρησκειών αποτέλεσαν το εφαλτήριο εκρατσισμού του «δικαιώματος στη διαφορά».

Αυτή ακριβώς η αξίωση, την οποία ο Ηuntington είδε από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, ως της μόνης «Υπερδύναμης» στη «μεταδιπολική εποχή», είχε λοιπόν και την άλλη όψη του ίδιου όμως νομίσματος. Οι μηχανισμοί μετασχηματισμού της «διαφορετικότητας» σε «εχθρότητα», που κάποτε ονομάστηκαν θιασώτες του «cultural absolutism», κυκλοφορούν τις ιδέες-δυνάμεις για τα «χρωμοσώματα» και τα «αρχέτυπα» του πολιτισμού που «αυθεντικά» οι ίδιοι διαχειρίζονται. Ετσι στα ίχνη του Ηuntington μεταβολίζουν το «δικαίωμα στη διαφορά» σε «περιχαράκωση στη διαφορά».

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 3 Αυγούστου 2008

Reblog this post [with Zemanta]

Κυριακή 2 Αυγούστου 2009

Ρατσισμός και πολυπολιτισμικότητα

 

του Θεόδωρου Δ. Παπαγγελή, καθηγητή του Τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Oι παραδοσιακοί ιστοριοδίφες και φιλόλογοι ανασκουμπώνονταν, βασάνιζαν πηγές και βιβλιογραφία και λάνσαραν καλοθρεμμένες μελέτες του τύπου «Ο ρατσισμός (ή: Η θρησκεία, ή: Ο έρωτας) στην Αρχαιότητα»- ας πούμε. Πολυμαθείς και πραγματολογικά εμπερίστατοι, οι παλιοί ήρωες του ιστορικοφιλολογικού ποζιτιβισμού δούλευαν με την πεποίθηση ότι οι θεματικές τους εστιάσεις (ο ρατσισμός, η θρησκεία κτλ.) αποτελούν διαχρονικές ουσίες ή δια-στορικές σταθερές εγγυημένες λίγο- πολύ από αυτό που σχηματικά θα ονομάζαμε «ανθρώπινη φύση». Με άλλα λόγια, παρ΄ όλο που αναγνώριζαν ότι οι κοινωνικοϊστορικές και ιδεολογικές παράμετροι διέφεραν από εποχή σε εποχή, έτειναν να αναγνωρίζουν στις βασικές εννοιολογικές κατηγορίες τους ένα είδος «ουσιοκρατικής» ασυλίας και  αυτόματης, «πανανθρώπινης» αναγνωρισιμότητας: το θρησκευτικό ντεκόρ μπορεί να αλλάζει δραματικά μαζί με τους πολλούς ή τον έναν και μοναδικό θεό, αλλά το υπόστρωμα και τα συστατικά της θρησκευτικής προσήλωσης είναι κάτι σαν οικουμενική και διαχρονική σταθερά· το ερωτικό πρωτόκολλο μπορεί να αναθεωρείται δραστικά από καιρού εις καιρόν, αλλά η φόρμουλα της ερωτικής ανάφλεξης και καύσης παραμένει ουσιαστικά αναλλοίωτη.
Παρηγορητική η σκέψη, και όχι εντελώς άτοπη, αλλά αξίζει να προβληματιστούμε για το αν η εσωτερική ποιότητα της θρησκευτικής προσήλωσης στον ελεύθερο από κεντρικά σωτηριολογικά αξιώματα παγανισμό είναι πραγματικά συγκρίσιμη με τον δογματικό ζήλο των μονοθεϊστικών συστημάτων· και θα πρέπει, υποθέτω, να σκεφτούμε καλά αν το ερωτικό βίωμα συγκροτείται με τον ίδιο ουσιαστικά τρόπο πριν και μετά τη χριστιανική και φροϋδική «αφήγηση». Η ιστορικά επικαθορισμένη διαπραγμάτευση και συγκρότηση της εμπειρίας δεν είναι απλώς μεταμοντέρνο γήτεμα που μπορεί άνετα να παρακαμφθεί ή να αρχειοθετηθεί μαζί με τους περαστικούς-ισμούς τής εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης Θεωρίας, αλλά οδόσημο επαγρύπνησης για όσους κινδυνεύουν (και πολλοί κινδυνεύουν) να εκτραπούν σε ανιστόρητες και ανιστορικές εκθέσεις ιδεών.
Σε αυτήν ακριβώς την προοπτική ο ρατσισμός και η αντώνυμή του πολυπολιτισμικότητα παρουσιάζουν εξαιρετικό, και επίκαιρο, ενδιαφέρον. Παλιότερες και νεότερες μελέτες τονίζουν ότι ο ρατσισμός, όπως τον καταλαβαίνουμε σήμερα, προϋποθέτει την αποικιοκρατική αλαζονεία (με τον Κολόμβο, τους «κονκισταντόρες» και τη λαμπρή τους συνέχεια στον 18ο και 19ο αιώνα), τον βιολογικό ντετερμινισμό (συχνά ως στρεβλωτική προέκταση των θεωριών του Δαρβίνου) αλλά και πιο πρόσφατες φυλετικές εμμονές εν είδει Αρίας ευγονικής, γενοκτονίας και ολοκαυτώματος. Αν είναι έτσι η Αρχαιότητα γενικά είναι αθώα του αίματος τούτου, και οι ερευνητές που μιλούν για «επινόηση» του ρατσισμού στα νεότερα χρόνια μοιάζει να έχουν πιο στέρεα επιχειρήματα από εκείνους που επιμένουν, με συνοπτικές διαδικασίες, να ταξινομούν ως ρατσισμό τα ποικίλα φαινόμενα του πολιτισμικού σοβινισμού, της ξενοφοβίας και το ιδιάζον πρόβλημα της δουλοκτησίας κατά την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα.
Ανάλογη εγρήγορση επιβάλλει και το ζήτημα της πολυπολιτισμικότητας. Οι ευσεβείς ιστορίες για τις πολυπολιτισμικές παρορμήσεις του μεγάλου Μακεδόνα, ο «κοσμοπολιτισμός» των Κυνικών και η περίφημη «ομόνοια» των Στωικών, ακόμη και μέσα στα διευρυμένα όρια της Ρax Romana, φαίνεται ότι εκκινούσαν από και ήταν προσανατολισμένα προς την αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα της ελληνικής ή ελληνορωμαϊκής κοσμοαντίληψης. Φυσικά, η παραδοχή μιας ηγεμονεύουσας κουλτούρας (Leitkultur) είναι ελάχιστα συμβατή με το σύγχρονο αίτημα της πολυπολιτισμικότητας (multiculturalism), κυρίαρχο πρόταγμα της οποίας (από τα πιο φιλελεύθερα κράσπεδα της Κεντροδεξιάς μέχρι τις λειτουργικές εκδοχές της ευρωπαϊκής Αριστεράς) είναι η σφυρηλάτηση νέας συλλογικής ταυτότητας, είτε μέσα στα όρια του παραδοσιακού εθνικού κράτους είτε στο διευρυμένο πλαίσιο υπερεθνικών σχηματισμών όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση. Παραπέμπω, για του λόγου το αληθές, σε σχετικά πρόσφατο άρθρο του βρετανικού «Guardian», όπου, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: «Είναι πλέον καιρός να επαναβεβαιώσουμε και να εορτάσουμε τις ρίζες της σημερινής βρετανικής ταυτότητας σε όλη την πλούσια ποικιλία της: το κελτικό πάθος που αρδεύει την ιρλανδική φλέβα με ποίηση και μύθο· την ουαλλική ευαισθησία για τον μη προνομιούχο· τον αγγλικό έρωτα για την ελευθερία και την ανεκτικότητα· τον νευρώδη χριστιανισμό, την ηθική στόφα και την ντομπροσύνη των Σκωτσέζων· την καρναβαλική ευφροσύνη και το φιλέορτο πνεύμα των πολιτών με καταγωγή από την Αφρική και την Καραϊβική· την αίσθηση σεβασμού και αυτοσυγκράτησης των Ασιατών».
Βρισκόμαστε πολύ πιο πέρα από τη φιλοδοξία της αμοιβαίας ανεκτικότητας και του πολιτισμένου modus vivendi. Γιατί αυτή η σύγχρονη πολυπολιτισμικότητα, στενά συναρτημένη από το τελετουργικό της πολιτικής ορθότητας, δεν αναγνωρίζει ηγεμονικό ρόλο σε καμία από τις συνιστώσες κουλτούρες, και ακριβώς επειδή το νέο συμβόλαιο που προτείνει στοχεύει στην οικοδόμηση μιας πολιτικής, δημοκρατικής κοινότητας έτοιμης να διαπραγματευθεί τα ποικίλα θρησκευτικά και εθνοτικά χαρακτηριστικά της για χάρη μιας ολοκληρωμένης ισοπολιτείαςακριβώς για αυτούς τους λόγους διακυβεύει την παραδοσιακή αίσθηση ταυτότητας και αποτελεί με τη σειρά της άλλη μια νεωτερική «κατασκευή-επινόηση», πιθανότατα ως υπεραντιστάθμισμα στον σκληρό ρατσισμό.
Και κυρίως επειδή διακυβεύει το παραδοσιακό αίσθημα συλλογικής ταυτότητας προκαλεί τόσο προβληματισμό και συζήτηση. Το ζήτημα είναι σύνθετο, και οι αντανακλάσεις του στον έγκυρο ευρωπαϊκό Τύπο δείχνουν ότι οι άνωθεν πολιτικές ρυθμίσεις βρίσκονται συχνά σε δυσαρμονία με τα ένστικτα της λαϊκής βάσης- κυρίως σε εποχές οικονομικής κρίσης. Δύσκολο, και πάντως όχι επιλύσιμο όταν, όπως εδώ σ΄ εμάς, ό,τι ακούγεται περισσότερο είναι οι κινδυνολογικές οιμωγές των ελληναράδων που εξάπτουν το ανθρωπιστικό χουβαρνταλίκι των μπάτε σκύλοι-αλέστε «προοδευτικών»- και αντιστρόφως.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 2 Αυγούστου 2009

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009

Ο νέος ακροδεξιός λαϊκισμός

Αποφεύγοντας τις θεσμικές μεσολαβήσεις και βραχυκυκλώνοντας το πολιτικό σύστημα

Του Πιερ-Αντρέ Ταγκιεφ

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, σε πολλές δυτικο-ευρωπαϊκές χώρες, πολιτικά κινήματα που χαρακτηρίζονται λαϊκιστικά, νεο-λαϊκιστικά, εθνικο-λαϊκιστικά ή δεξιά λαϊκιστικά (ακόμα και λαϊκιστικά της ριζοσπαστικής Δεξιάς) επιβλήθηκαν στην πολιτική σκηνή, εκμεταλλευόμενα την κρίση εμπιστοσύνης έναντι των θεσμών και των κυβερνωσών ελίτ στις πλουραλιστικές δημοκρατίες. Τα νέα λαϊκιστικά κόμματα, όλα προσωποπαγή -διευθυνόμενα και ενσαρκωνόμενα από ταλαντούχους και ανησυχητικούς δημαγωγούς- εκμεταλλεύονται τα «αντιπολιτικά» αισθήματα, μέχρι του σημείου να παρουσιάζονται ως «αντικομματικά κόμματα», και μεταφράζουν στον δημαγωγικό τους λόγο την απόρριψη της μετανάστευσης (στιγματιζόμενης ως φορέα απώλειας της εθνικο-περιφερειακής ταυτότητας ή της εθνικής κυριαρχίας), ένα ισχυρό αίσθημα ανασφάλειας και το αίτημα αυταρχικής αποκατάστασης της τάξης, την εχθρότητα στην Ευρώπη και την παγκοσμιοποίηση (...).

Στη ρητορική του νέου λαϊκισμού, στην καταγγελία του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος προστίθεται αυτή του «παγκοσμισμού», που ερμηνεύεται ως «συνωμοσία» κατά των λαών και των εθνών. Ο αντι-ελιτισμός και ο αντι-παγκοσμισμός συγκροτούν έναν φαύλο κύκλο, τροφοδοτώντας το συνωμοτικό φαντασιακό. Οι περισσότεροι παρατηρητές εκκινούν από μία διαπίστωση: αυτή του ρήγματος ανάμεσα στον λαό και τις εξουσιαστικές ελίτ, της αυξανόμενης απόστασης μεταξύ του λαού και του πολιτικού συστήματος. Η συνηθισμένη διάγνωση είναι αυτή μιας κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που από τους πιο αισιόδοξους ερμηνεύεται ως κρίση ανάπτυξης. Στο εξής, το ρεμέδιο θα ήταν η συρρίκνωση της απόστασης ανάμεσα στους κυβερνώντες και τους κυβερνωμένους, πράγμα το οποίο μεταφράζει η πολιτική προσφορά για «περισσότερη εγγύτητα». Ωστόσο, η κρίση θα μπορούσε να κλονίσει την ίδια τη νομιμοποίηση του δημοκρατικού-αντιπροσωπευτικού συστήματος, που προκαλεί στους πολίτες ένα αίσθημα ανικανοποίητου και το οποίο δεν μπορεί να ξεπεραστεί με προσίδια μέσα. Εκδηλώνονται αιτήματα ταυτότητας και ασφάλειας, κοινοτικής αδελφότητας και σεβασμού του περιβάλλοντος, ριζώματος στο τοπικό και άμεσης δημοκρατίας, τα οποία ούτε οι διανοητικές ελίτ ούτε οι παραδοσιακοί πολιτικοί σχηματισμοί αναγνωρίζουν στην πληρότητά τους. Εξού και η κινητοποίηση του «λαού» κατά του πολιτικού και διανοητικού κατεστημένου, και η εμφάνιση αντι-συστημικών κομμάτων.

Τα σημερινά εθνικό-λαϊκιστικά κινήματα στην Ευρώπη παρουσιάζουν όλα τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

1) Την προσωπική έγκληση που απευθύνει ο ηγέτης στον λαό.
2) Την έγκληση σε όλο τον λαό-με την εξαίρεση των απονομιμοποιημένων ελίτ, που γίνονται αντικείμενο υποψίας ως «συνωμοτούσες» -άρα, τη θέαση του εθνικού συναγερμού.
3) Την άμεση έγκληση στον αυθεντικό λαό, που παρέμεινε ο «εαυτός του», που διατήρησε δηλαδή την εθνική του ταυτότητα.
4) Την έγκληση για αλλαγή, που εμπεριέχει μια καθαρτήρια ρήξη με το παρόν (το υποτιθέμενο «διεφθαρμένο σύστημα»), αξεχώριστη από μια αντιφορολογική διαμαρτυρία, ενίοτε συνδεδεμένη με την απαίτηση δημοψηφισμάτων λαϊκής πρωτοβουλίας.
5) Την έγκληση για την «κάθαρση» της χώρας από στοιχεία θεωρούμενα «αναφομοίωτα», πράγμα το οποίο ορίζει το πρόγραμμα ενός «εθνικισμού του αποκλεισμού» με αντι-μεταναστευτική δεσπόζουσα. Η παρόξυνση αυτού του τελευταίου χαρακτηριστικού βρίσκεται στην αφετηρία μιας παρέκβασης προς έναν μεικτό τύπο ρατσισμού, περισσότερο διαφοριστικού-πολιτισμικού, παρά ανισωτικού-βιολογικού. Στον πολλαπλασιασμό αυτών των νέων κομμάτων-κινημάτων μπορούμε να δούμε τον δείκτη της ανάδυσης μιας νέας ακροδεξιάς, την οποία ο Piero Ignazi ονόμασε «μετα-βιομηχανική». Αυτά τα εθνικο-λαϊκιστικά κόμματα ενσαρκώνουν περισσότερο «μετα-φασιστικούς» παρά «νεο-φασιστικούς» σχηματισμούς (ετικέτα που τους αποδίδουν οι «αντιφασίστες» μαχητές) [...].
Η συγκριτική ανάλυση των προγραμμάτων των διαφόρων λαϊκιστικών σχηματισμών επιτρέπει να υποστηρίξουμε ότι το νεο-λαϊκιστικό φαινόμενο στην Ευρώπη δεν προϋποθέτει την ύπαρξη ιδεολογικής συνοχής στο επίπεδο του δόγματος, κάτι που θα έμοιαζε με «λαϊκιστική ιδεολογία». Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει λαϊκιστική ιδεολογία, αλλά συνθέσεις ανάμεσα στις λαϊκιστικές διαμαρτυρίες και τη μία ή την άλλη ιδεολογική κατασκευή: ο λαϊκισμός αποτελεί πολιτικό ύφος που θεμελιώνεται στην έγκληση στον λαό, καθώς και στη λατρεία και την υπεράσπιση του λαού, συμβατό με όλες τις μεγάλες πολιτικές ιδεολογίες - φιλελευθερισμός, εθνικισμός, σοσιαλισμός, αναρχισμός κ.λπ. Σε αυτές τις κινητοποιήσεις, που συνιστούν ταυτόχρονα απειλή αλλά και πρόκληση για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες, η έγκληση στον λαό από ηγέτες προικισμένους με χάρισμα και τηλεγενικές δεξιότητες, εκτός των ορίων του πολιτικού συστήματος, συμβαδίζει με την υπεράσπιση της εθνικής ταυτότητας που υποτίθεται ότι απειλείται: το λαϊκιστικό ύφος είναι αδιαχώριστο από τον εθνοτικό-εθνικιστικό προσανατολισμό. Αυτός ο «λαϊκισμός αποκλεισμού» παίρνει είτε το πρόσωπο μιας κινητοποίησης διαμαρτυρίας (στα αριστερά ή στα δεξιά, κατά προτίμηση στα άκρα) είτε αυτό μιας ταυτοτικής κινητοποίησης, η οποία αναφέρεται στην εθνική κυριαρχία-ανεξαρτησία ή στη συλλογική ταυτότητα που πρέπει να συντηρηθεί από κάθε απομάγευση (η αντίδραση είναι είτε περισσότερο «εθνικοκυριαρχική» είτε περισσότερο εθνοτικο-ρατσιστική). Ζήτημα δοσολογίας των συνιστωσών αντίστοιχα, διαμαρτυρίας (αντιφορολογισμός, αντιελιτισμός, «αντικομματισμός» κ.λπ.) και ταυτότητας (κλασικοί ξενόφοβοι εθνικισμοί, αποσχιστικοί μικροεθνικισμοί, εθνοτισμοί και εθνοτικοεθνικισμοί, κ.λπ.). Ο νέος ευρωπαϊκός λαϊκισμός παρουσιάζεται είτε με τη μορφή ενός μαχητικού εθνοτικο-εθνικο-λαϊκισμού, όταν προκρίνει την ταυτοτική διάσταση, είτε με αυτή ενός σχεδόν αποϊδεολογικοποιημένου νεο-λαϊκισμού, όταν σε αυτόν κυριαρχεί η προσφυγή στους πόρους της μιντιακής επικοινωνίας, προκειμένου να εγγυηθεί τα προσωπικά συμφέροντα του ηγέτη.

Η έγκληση στον λαό είναι λαϊκιστική όταν αποφεύγει θεσμικές μεσολαβήσεις και βραχυκυκλώνει το πολιτικό σύστημα. Αυτό που είναι αποφασιστικό στη συγκαιρινή αντιπολιτική πολιτική είναι ότι παράγεται στον μιντιακό χώρο: οι νέες τεχνολογίες της επικοινωνίας ευνόησαν την εφαρμογή νέων τελετουργιών στον πολιτικό αγώνα, όπου η προσωπικότητα του ηγέτη-δημαγωγού μετριέται από τη δημοτικότητα της τηλεοπτικής του εικόνας. Ο νεο-λαϊκισμός, τόσο στην Ευρώπη όσο και εκτός Ευρώπης, είναι ένας τηλε-λαϊκισμός. Στο εξής, ο δημόσιος χώρος τείνει να τοποθετείται εκτός του κοινοβουλευτικού πεδίου (...).

Εκφραση της δυσφορίας των πολιτών στο εσωτερικό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, το νέο λαϊκιστικό κύμα μαρτυρά και την επανεπινόηση του εθνικισμού, ως προς το ότι οι εθνικο-λαϊκιστές ηγέτες πέτυχαν να μονοπωλήσουν την πολιτική μετάφραση των ταυτοτικών ανησυχιών συχνά με όρους εθνοτικούς και σε μια αυταρχική προοπτική. Απόδειξη γι' αυτό είναι ο πολλαπλασιασμός των προγραμμάτων που επικεντρώνονται στον αγώνα κατά της «μετανάστευσης-εισβολής» από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, και η αυξανόμενη ισλαμοφοβία, ριζοσπαστικοποιημένη μετά τις αντιαμερικανικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Ο «σοβινισμός της ευημερίας» εκφράζει την αφοσίωση των διαμαρτυρόμενων πολιτών στο κράτος-πρόνοιας, επομένως την παρουσία στο «λαϊκιστικό» ακροατήριο ενός προστατευτικού φαντασιακού, ενώ οι αντιφορολογικές κινητοποιήσεις βαίνουν προς την κατεύθυνση μιας ορισμένης αποδοχής των κανόνων του οικονομικού φιλελευθερισμού.

Στις κλασικές μορφές του λαϊκισμού, η «αντι-στάτους κβο» στάση θεμελίωνε το σύνολο των διαμαρτυριών και των διεκδικήσεων, οι οποίες περιλάμβαναν την απαίτηση αναγνώρισης της αξιοπρέπειας των «απλών ανθρώπων», που μπορούσε να πάρει τη μορφή εξιδανίκευσης των απόκληρων μαζών. Ο παλιός λαϊκισμός ήταν ένας ηθικισμός, δομημένος μέσω ενός μανιχαϊκού δυϊσμού που αντιπαρέθετε τους φορείς του Καλού και της Αρετής, τους «έντιμους ανθρώπους» που συγκροτούν την «ενάρετη κοινότητα των εργαζομένων» απέναντι στα ενεργούμενα του Κακού και της Διαστροφής, τους «καρπωτές», τα «παράσιτα» ή τους «πλουτοκράτες», οι οποίοι «πίνουν το αίμα των φτωχών», κοντολογίς τους εκπροσώπους της εκμεταλλεύτριας τάξης, ανήθικης και τρυφηλής. Στον νέο λαϊκισμό φαίνεται να κυριαρχεί η υπεράσπιση του στάτους κβο: οι προνομιούχοι κύκλοι ή οι μέχρι τώρα μάλλον ευνοημένοι εκφράζουν την ισχυρή τους προσήλωση στα κεκτημένα πλεονεκτήματα ή στην κοινωνική τους θέση, που απειλούνται από τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης (απώλεια κυριαρχίας των κρατών, άνοιγμα των συνόρων κ.λπ.), χωρίς να ενδιαφέρονται για την κατάσταση εκείνων οι οποίοι αποκλείονται από το σύστημα. Η διάκριση που εισήγαγε ο Γκι Ερμέ ανάμεσα στον «λαϊκισμό των αρχαίων» και τον «λαϊκισμό των συγχρόνων» είναι πολύ διαφωτιστική, αποτελώντας αναλυτική κατηγορία: οι σχηματισμοί και οι παρατηρούμενες λαϊκιστικές κινητοποιήσεις παρουσιάζονται ως υβρίδια παλαιο- και νεο-λαϊκισμού (...).


*

Απόσπασμα από το βιβλίο του Pierre-Andre Taguieff (επιμ.), «Le retour du populisme. Un defi pour les democraties europeennes», Παρίσι, «Le tour du sujet/Universalis», 2004. Μετάφραση: Ανδρέας Πανταζόπουλος.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - ένθετο ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 05/09/2008

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

Από τον βιολογικό στον διαφοριστικό ρατσισμό

του Ανδρέα Πανταζόπουλου,

διδάσκοντος στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Οι επιστημονικές επεξεργασίες του Γάλλου φιλόσοφου, πολιτολόγου και ιστορικού των ιδεών Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ για το ζεύγος ρατσισμός /αντιρατσισμός συνιστούν μία από τις σημαντικότερες, και κοινά αναγνωρισμένες πλέον, συνεισφορές του στον χώρο της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας, της ιστορίας των ιδεών αλλά και της πολιτικής δράσης. Μαζί με το καινοτόμο θεωρητικό του μοντέλο για τον (ακροδεξιό) εθνικο-λαϊκισμό και τον ρηξικέλευθο στοχασμό του για τις σημερινές μεταποιήσεις του αντισημιτισμού (νέα εβραιοφοβία), χωρίς βέβαια να παραγνωρίζουμε τις ιδιαίτερα διεισδυτικές αναλύσεις του για τον εθνικισμό και τον ευγονισμό, τον πολυκοινοτισμό, τον ρεπουμπλικανισμό, τη βιοηθική και τη φύση της πολιτικής και του πολιτικού στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες, αυτός ο ασυμβίβαστος και πλούσιος ερευνητικός στοχασμός του τον εντάσσει επάξια στον κύκλο των κριτικών των σκοτεινών όψεων της νεωτερικότητας, στις ιδρυτικές αξίες της οποίας παραμένει πιστός. Ελεύθερο κριτικό πνεύμα, που δεν βολεύεται με μοδάτες στρατεύσεις στο «πολιτικά ορθό», αντι-ουτοπιστής διανοούμενος που αντιστρατεύεται την ιδεολογικοποίηση του πραγματικού, ρεαλιστής και δημοκράτης που εχθρεύεται όλους τους δογματισμούς, διαλύει, με το ερευνητικό του διάβημα και την πραγματικά απίστευτη ευρυμάθειά του, τις ψευδαισθήσεις όλων εκείνων που σκέφτονται και δρουν «καθώς πρέπει».


Ο νέος διαφοριστικός ρατσισμός
Σύμφωνα με τον Π.-Α Ταγκιέφ, ο ιδεότυπος του σημερινού νέου ρατσισμού, σε αντίθεση με τον παλιό βιολογικό/ανισωτικό ρατσισμό, μπορεί να αναλυθεί στα ακόλουθα τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά:
α) Στη μετατόπιση του ρατσιστικού λόγου από τη «φυλή» στην «κουλτούρα». Υποκατάσταση, δηλαδή, του «επιχειρήματος» για τη λεγόμενη φυλετική καθαρότητα από αυτό της υπεράσπισης μιας «αυθεντικής» πολιτισμικής ταυτότητας.
β) Στη μετατόπιση από την «ανισότητα» στη «διαφορά». Η παλιά υποτίμηση των «κατώτερων» («φυλών») δίνει σήμερα τη θέση της στη φοβία της ανάμειξης των πολιτισμών.
γ) Στην προσφυγή μάλλον σε «ετερόφιλες» φόρμουλες («δικαίωμα στη διαφορά»), παρά σε «ετερόφοβες».
δ) Το τελευταίο χαρακτηριστικό θα μπορούσε να αποδοθεί μέσα από τη διατύπωση του «έμμεσου» ή «συμβολικού ρατσισμού»: ο νεο-ρατσιστικός λόγος δύσκολα συλλαμβάνεται ως «ρατσιστικός» γιατί ρίχνει όλο του το βάρος στο άρρητο, στο υπονοούμενο. Οι αντισημίτες σήμερα παρουσιάζονται ως «αντισιονιστές», ο αντι-μεταναστευτικός λόγος υποστασιοποιεί, καθολικεύει και δαιμονοποιεί τους «ανεπιθύμητους» ξένους («οι Αραβες»). Ετσι, η αντιμεταναστευτική στάση παρουσιάζεται ως ομαλή αντίδραση μιας κοινωνίας η οποία θεωρεί ότι βρίσκεται σε κατάσταση νόμιμης άμυνας έναντι μιας «εισβολής»: η επίκληση της «εθνικής προτίμησης» («πρώτα οι εθνικοί πολίτες») αποτελεί τη «λογική» αποκορύφωση μιας έμμεσης αλλά πανίσχυρης πολιτικής αποκλεισμού από το εθνικό-κοινωνικό σώμα των «άλλων».
Στο επίκεντρο της νεο-ρατσιστικής σκέψης βρίσκεται το αξίωμα περί του «αναφομοίωτου» ορισμένων ομάδων: η διαφορά στην καταγωγή θεωρείται ανυπέρβλητη. Με την έννοια αυτή, η ρατσιστική κατηγοριοποίηση σήμερα θα μπορούσε κάλλιστα να προσδιορισθεί μέσα από το φαινομενικά και μόνο λιγότερο σκληρό δίπολο (σε σχέση με το παλιό βιολογικό/ανισωτικό ζεύγος) ανάμεσα στους αφομοιώσιμους και τους μη αφομοιώσιμους (π.χ. τους «Ευρωπαίους» στην καταγωγή και τους «άλλους»). Μέσα σε ένα τέτοιο ευέλικτο νεο-ρατσιστικό πλαίσιο, η ετεροφιλία διαδέχεται την ετεροφοβία, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη τη «σύλληψη» των ρατσιστικών συμπεριφορών. Οπως επισημαίνει ο Ταγκιέφ, υπάρχουν καθαρά ετερόφιλες μορφές ρατσισμού. Η αποστασιοποίηση που εμπερικλείει κάθε φυλετοποίηση (άρνηση επαφής, κοινωνική περιθωριοποίηση, έμμονη ιδέα της ανάμειξης, πανικός για τους «μεικτούς γάμους» κ.λπ.), μπορεί να μεταφράζεται τόσο σε μια ετερόφιλη γλώσσα («δικαίωμα στη διαφορά», «σεβασμός της ετερότητας»...) όσο και σε μια ετερόφοβη γλώσσα. Στον διαφοριστικό ρατσισμό μπορούν, έτσι, να συνυπάρχουν η εξύμνηση με την απόρριψη της «διαφοράς», χωρίς οι συνεπαγόμενες ετερόφιλες και ετερόφοβες εγκλήσεις να αλληλοακυρώνονται.
Γιατί ο εκθειασμός της διαφοράς λειτουργεί και ως εργαλείο αποτελεσματικότερης φυλετοποίησης του άλλου. Ο νεο-ρατσισμός εργαλειοποιεί το ηθικό αίτημα του «δικαιώματος στη διαφορά» (Λεβινάς), στρέφοντάς το ενάντια στους αντιπάλους του αγωνιστές του αντιρατσισμού. Ενας τέτοιος εκθειασμός της διαφοράς, από την πλευρά του νεο-ρατσισμού, προϋποθέτει ότι οι πολιτισμικές διαφορές είναι απόλυτες, και έτσι οφείλουν να παραμείνουν. Γι' αυτόν τον λόγο οι φορείς τους, άτομα και ομάδες, πρέπει να μην αναμειγνύονται. Αυτή η νεο-ρατσιστική αναγνώριση των διαφορών δεν ιεραρχεί απλώς ό,τι διαφέρει, αλλά ουσιαστικά απαιτεί τον διαχωρισμό ή τον αποκλεισμό αυτού που θεωρείται ότι διαφέρει απόλυτα. Η πολιτισμική διαφορά, η διαφορά στην κουλτούρα εκλαμβάνεται και πλασάρεται από τον νεο-ρατσισμό ως «φυσική διαφορά»: η έτσι κατανοούμενη απόλυτη πολιτισμική διαφορά γίνεται, για τους νεο-ρατσιστές, «δεύτερη φύση» ατόμων και ομάδων.
Τα ακόλουθα δύο αποσπάσματα εικονίζουν με παραδειγματικό τρόπο τη μετατόπιση της νεο-ρατσιστικής σκέψης από τη βιολογία στην κουλτούρα: «Η αλήθεια είναι ότι οι λαοί πρέπει να διατηρούν και να καλλιεργούν τις διαφορές τους. (...) Η μετανάστευση είναι καταδικαστέα, τόσο γιατί προσβάλλει την ταυτότητα της κουλτούρας υποδοχής όσο και την ταυτότητα των μεταναστών» (σύμφωνα με τον διανοούμενο της γαλλικής «νεο-Δεξιάς» Αλέν ντε Μπενουά, 1983). Και το δεύτερο απόσπασμα: «Οι λαοί δεν μπορούν να χαρακτηρίζονται με συνοπτικό τρόπο ανώτεροι ή κατώτεροι, και πρέπει να παίρνουμε υπόψη μας αυτές τις φυσικές ή πολιτισμικές διαφορές» (Λε Πεν, 1984). Οι θέσεις αυτές δείχνουν ότι η έννοια του όρου ρατσισμός δεν παραμένει σταθερή, απρόσβλητη από την ιστορική εξέλιξη. Η ρατσιστική επιχειρηματολογία μετασχηματίζεται ταχύτερα από την αντιρατσιστική, και μετατοπίζεται αλλού (στην «πολιτισμική διαφορά») από εκεί που την αναζητούν για να την καταπολεμήσουν οι αντιρατσιστές. Εχουμε κι εμείς το «δικαίωμα στη διαφορά», δήλωνε «αγανακτισμένος» ο ακροδεξιός Λε Πεν το 1982, έχουμε και εμείς το δικαίωμα να υπερασπίζουμε την «εθνική μας προσωπικότητα».
Διεκδικώντας έναν απόλυτο πολιτισμικό πλουραλισμό και κραδαίνοντας έναν ταυτοτικό αντι-οικουμενισμό ως το μοναδικό θεμέλιο της θετικής ανεκτικότητας, ο νέος ρατσισμός της πολιτισμικής διαφοράς μπορεί με αυτό τον τρόπο να πλασάρεται ως ένας «αυθεντικός αντιρατσισμός» που σέβεται όλες τις ταυτότητες. Μπροστά σε μια τέτοια μεταμόρφωση των ρατσιστικών αναπαραστάσεων, ο παραδοσιακός, ο αναμνηστικός αντιρατσισμός βρίσκεται σε τρομακτική υστέρηση, σκιαμαχεί: αρκείται στο να καταγγέλλει την «αναβίωση» του ναζισμού, να επικαλείται την «οικονομική κρίση», και να προσφεύγει στις επιστημονικές γνώμες των βιολόγων για να κατακεραυνώσουν την αντιεπιστημονική ρατσιστική προπαγάνδα. Με αυτόν όμως τον τρόπο παραμένει ξένος και αναποτελεσματικός ως προς τις αιτίες του ρατσισμού και ως προς τα σημερινά, εξελισσόμενα «επιχειρήματα» των νεο-ρατσιστών.


Μεταρρύθμιση του αντιρατσισμού
Οι αντιρατσιστές πρέπει να κατανοήσουν, σύμφωνα με τον Ταγκιέφ, ότι ο νεο-ρατσισμός μαζί με την υπέρβαση του βιολογικού/ανισωτικού επιχειρήματος, έχουν υιοθετήσει μια διαφοριστική θεματική, η οποία σε πολλά σημεία παραμένει κοινή με τη δική τους. Κατά έναν ορισμένο τρόπο, και από διαφορετικές βέβαια ηθικές αφετηρίες, οι νεο-ρατσιστές καθώς και πολλοί αντιρατσιστές συμπίπτουν σε μια κοινή κοινοτιστική προβληματική, υπερασπίζοντας το «δικαίωμα στη διαφορά», τις κλεισμένες στον εαυτό τους πολιτισμικές, εθνοτικές, θρησκευτικές κ.λπ. κοινότητες. Εκλαμβάνοντας την κοινωνικο-πολιτική ζωή μέσα σε μια εθνική κοινότητα ως το σύνολο των διαδράσεων ανάμεσα σε έτσι συγκροτημένες κοινότητες που ταυτίζουν τα άτομα με την καταγωγική τους κουλτούρα, δεν κάνουν άλλο από το να τα φυλακίζουν μέσα σε αυτή τη μη αναγώγιμη διαφορά τους. Το αποτέλεσμα στην αρνητική του εκδοχή, δηλαδή στη νεο-ρατσιστική επένδυση/παραφθορά της «διαφοράς», είναι ο έμμεσος και διαρκής στιγματισμός των θεωρούμενων αναφομοίωτων «άλλων».
Σχηματοποιώντας, θα μπορούσε κανείς να κατατάξει σε δύο βασικές κατηγορίες τις λογικές που διατρέχουν τον σημερινό αντιρατσιστικό λόγο:
1) Τη «δεξιά» λογική, σύμφωνα με την οποία ο ρατσισμός είναι μια στερεοτυπική αρνητική απάντηση στο πρόβλημα της παρουσίας στο εθνικό έδαφος ενός μεγάλου αριθμού ξένων που δεν «αφομοιώνονται». Αυτή η λογική προβάλλει ως λύση το μέτρο του λεγόμενου «ορίου ανεκτικότητας», δηλαδή του περισσότερο ή λιγότερο δραστικού περιορισμού της παρουσίας των ξένων. Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα με αυτή τη «λογική» είναι τούτο: ποιος αποφασίζει, και στη βάση ποιων κριτηρίων, για τη μη δυνατότητα αφομοίωσης των ξένων από μια εθνική κοινωνία;
2) Την «αριστερή» λογική, που εξηγεί τον ρατσισμό ως το αποτέλεσμα της «κοινωνικής κρίσης» ή μιας γενικευμένης και βαθύτατης «κοινωνικής δυσφορίας». Στη μαρξιστική της εκδοχή αυτή η λογική ανατρέχει στην ταξική πάλη, στην ανισωτική δομή κυρίαρχοι/κυριαρχούμενοι, που εξισώνεται βέβαια με το ζεύγος εκμεταλλευτές/εκμεταλλευόμενοι. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο ρατσισμός δεν είναι τίποτε άλλο από «τρόπος νομιμοποίησης μιας κοινωνικο-οικονομικής πρακτικής κυριαρχίας που εμπεριέχει ένα σύστημα εκμετάλλευσης. Συνεπάγεται ότι ο πραγματικός αγώνας κατά του ρατσισμού ταυτίζεται με τη στράτευση, μέσα στο πεδίο της ταξικής πάλης, στο πλευρό των κυριαρχούμενων και των εκμεταλλευόμενων». Αλλά μια τέτοια κατανόηση του ρατσισμού, μέσω της αναγωγής του στην πάλη των τάξεων που αποφασίζει για τα πάντα, «ο μετα-ρατσιστικός ορίζοντας δεν μπορεί να διακρίνεται από τον μετα-καπιταλιστικό ορίζοντα: η αντιρατσιστική πίστη συνίσταται στη δρώσα ελπίδα της έλευσης μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις, άρα χωρίς ρατσισμό». Αυτή η αναγωγιστική λογική αφαιρεί από τον ρατσισμό κάθε ιδιαιτερότητα. Στην ουσία, ο αντιρατσιστικός αγώνας χάνει το προσίδιο περιεχόμενό του, δεν μπορεί να οριστεί διακριτά από άλλες κοινωνικο-πολιτικές πρακτικές και, κυρίως, αποπολιτικοποιείται, αφού αδυνατεί να συλλάβει τις νέες ρατσιστικές αναπαραστάσεις που εκδηλώνονται μέσα στο πολιτικό πεδίο.
Ο αναγκαίος αντιρατσιστικός αγώνας, σύμφωνα με τον Ταγκιέφ, οφείλει να υποστεί σήμερα μια απολύτως απαραίτητη «ηθική και διανοητική μεταρρύθμιση». Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα των αιτίων που ωθούν προς την υιοθέτηση των νέων ρατσιστικών συμπεριφορών. Ο αντιρατσισμός δεν μπορεί να αντιπαρατάσσει το δικό του «δόγμα» στο δόγμα του ρατσισμού: η κατανόηση προηγείται, τρόπον τινά, της αντιρατσιστικής δράσης, η αναγκαία επιχειρηματολογική πειθώ που στηρίζεται σε ορθολογικά θεμέλια πρέπει πάντα να παίρνει υπόψη της τον «ανορθολογισμό» που δομεί κάθε ιδεολογία, επομένως και τη ρατσιστική. Δυστυχώς, ποτέ δεν θα μπορέσουμε να «ξεριζώσουμε» τον ρατσισμό, όλο το πρόβλημα για τους αντιρατσιστές αγωνιστές συνίσταται στο να κατανοήσουν τις μεταμορφώσεις του ρατσισμού, μακριά από κληρονομημένες βεβαιότητες που λειτουργούν ως ιδεολογικά ηρεμιστικά, προκειμένου να αντιμετωπίσουν με τη μεγαλύτερη δυνατή δραστικότητα τις ενίοτε και φονικές συνέπειές του.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 05/09/2008

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More