του Γιάννη Πανούση
Ακόμα και στα λασπόνερα, ουρανέ, καθρεφτίζεσαι
Θ. Βαής, Ουρανός
του Γιάννη Πανούση
Ακόμα και στα λασπόνερα, ουρανέ, καθρεφτίζεσαι
Θ. Βαής, Ουρανός
Στην όμορφη Σπάρτη υπάρχουν κάποιοι που ζουν «σπαρτιάτικα». Δεν γεννήθηκαν στη Σπάρτη. Ήρθαν εκεί από το Μπανγκλαντές, σκαρφαλώνοντας βουνά και λαγκάδια, διασχίζοντας ηπείρους, μόνοι ή μαζί με τα παιδιά τους. Κάνουν δουλειές τις οποίες οι νέοι Σπαρτιάτες δεν κάνουν πια και έμεναν σε ένα σπίτι με αρχαίες σπαρτιάτικες προδιαγραφές, από αυτά που κατασκευάζονται μόνο με έναν πέλεκυ και ένα πριόνι. Έκαναν και κάνουν βίο λιτό. Δουλεύουν σκληρά και μετρούν και το τελευταίο τους ευρώ, σαν πωρωμένοι τσιγκούνηδες. Στη ζωή τους δεν βρήκαν τίποτα έτοιμο. Δεν είχαν το προνόμιο να συντηρούνται από τους γονείς τους. Ίσως, εκείνοι πρέπει να συντηρήσουν τους γονείς. Και δεν υπάρχει πιο δύσκολο πράγμα από το να μεγαλώνεις τους γονείς σου. Μεγαλώνουν ταυτόχρονα και παιδιά, ονειρευόμενοι ένα καλύτερο μέλλον- τουλάχιστον γι΄ αυτά...
Tου Roberto Savianο, συγγραφέα του βιβλίου «Γόμορρα» (ελλ. έκδοση «Πατάκη») / International Herald Tribune

του Μάριου Πλωρίτη
ΟΤΑΝ ο Καρλ Πόππερ έγραφε το (περιλάλητο πια) βιβλίο του «H Ανοιχτή Κοινωνία και οι εχθροί της» (1938-43, α΄ έκδοση 1945)1, δεν θα φανταζόταν βέβαια πως, ύστερ' από 60 χρόνια, εχθροί της θ' αναδείχνονταν όχι μόνο οι «προφήτες» και δράστες του ολοκληρωτισμού και του ρατσισμού, αλλά και οι ηγέτες της κοινωνίας που εκείνος εξεθείαζε.
του Δ.Τζιόβα, καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας
Τους δύο τελευταίους αιώνες δύο μοντέλα εθνικής ή συλλογικής ταυτότητας κυριάρχησαν. Το ένα, εκπορευόμενο από τον γαλλικό Διαφωτισμό και το esprit general του Μοντεσκιέ, προώθησε την ιδέα των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων του πολίτη και ήταν ανεκτικό προς τους ξένους, το άλλο, βασισμένο στη γερμανική ρομαντική παράδοση και στον ορισμό του έθνους με άξονα τη φυλετική αυθεντικότητα και το απροσδιόριστο συλλογικό πνεύμα (Volksgeist), ανέπτυξε το ιδεώδες της κοινότητας ως βαθιά γειωμένης στην παράδοση με αδιαμφισβήτητες περγαμηνές ιθαγένειας και ως εκ τούτου εχθρικής σε πάσης φύσεως ετερότητα που θα μπορούσε να νοθεύσει την καθαρότητα του συλλογικού σώματος.
του Θεόδωρου Δ. Παπαγγελή, καθηγητή του Τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Oι παραδοσιακοί ιστοριοδίφες και φιλόλογοι ανασκουμπώνονταν, βασάνιζαν πηγές και βιβλιογραφία και λάνσαραν καλοθρεμμένες μελέτες του τύπου «Ο ρατσισμός (ή: Η θρησκεία, ή: Ο έρωτας) στην Αρχαιότητα»- ας πούμε. Πολυμαθείς και πραγματολογικά εμπερίστατοι, οι παλιοί ήρωες του ιστορικοφιλολογικού ποζιτιβισμού δούλευαν με την πεποίθηση ότι οι θεματικές τους εστιάσεις (ο ρατσισμός, η θρησκεία κτλ.) αποτελούν διαχρονικές ουσίες ή δια-στορικές σταθερές εγγυημένες λίγο- πολύ από αυτό που σχηματικά θα ονομάζαμε «ανθρώπινη φύση». Με άλλα λόγια, παρ΄ όλο που αναγνώριζαν ότι οι κοινωνικοϊστορικές και ιδεολογικές παράμετροι διέφεραν από εποχή σε εποχή, έτειναν να αναγνωρίζουν στις βασικές εννοιολογικές κατηγορίες τους ένα είδος «ουσιοκρατικής» ασυλίας και αυτόματης, «πανανθρώπινης» αναγνωρισιμότητας: το θρησκευτικό ντεκόρ μπορεί να αλλάζει δραματικά μαζί με τους πολλούς ή τον έναν και μοναδικό θεό, αλλά το υπόστρωμα και τα συστατικά της θρησκευτικής προσήλωσης είναι κάτι σαν οικουμενική και διαχρονική σταθερά· το ερωτικό πρωτόκολλο μπορεί να αναθεωρείται δραστικά από καιρού εις καιρόν, αλλά η φόρμουλα της ερωτικής ανάφλεξης και καύσης παραμένει ουσιαστικά αναλλοίωτη.
Παρηγορητική η σκέψη, και όχι εντελώς άτοπη, αλλά αξίζει να προβληματιστούμε για το αν η εσωτερική ποιότητα της θρησκευτικής προσήλωσης στον ελεύθερο από κεντρικά σωτηριολογικά αξιώματα παγανισμό είναι πραγματικά συγκρίσιμη με τον δογματικό ζήλο των μονοθεϊστικών συστημάτων· και θα πρέπει, υποθέτω, να σκεφτούμε καλά αν το ερωτικό βίωμα συγκροτείται με τον ίδιο ουσιαστικά τρόπο πριν και μετά τη χριστιανική και φροϋδική «αφήγηση». Η ιστορικά επικαθορισμένη διαπραγμάτευση και συγκρότηση της εμπειρίας δεν είναι απλώς μεταμοντέρνο γήτεμα που μπορεί άνετα να παρακαμφθεί ή να αρχειοθετηθεί μαζί με τους περαστικούς-ισμούς τής εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης Θεωρίας, αλλά οδόσημο επαγρύπνησης για όσους κινδυνεύουν (και πολλοί κινδυνεύουν) να εκτραπούν σε ανιστόρητες και ανιστορικές εκθέσεις ιδεών.
Σε αυτήν ακριβώς την προοπτική ο ρατσισμός και η αντώνυμή του πολυπολιτισμικότητα παρουσιάζουν εξαιρετικό, και επίκαιρο, ενδιαφέρον. Παλιότερες και νεότερες μελέτες τονίζουν ότι ο ρατσισμός, όπως τον καταλαβαίνουμε σήμερα, προϋποθέτει την αποικιοκρατική αλαζονεία (με τον Κολόμβο, τους «κονκισταντόρες» και τη λαμπρή τους συνέχεια στον 18ο και 19ο αιώνα), τον βιολογικό ντετερμινισμό (συχνά ως στρεβλωτική προέκταση των θεωριών του Δαρβίνου) αλλά και πιο πρόσφατες φυλετικές εμμονές εν είδει Αρίας ευγονικής, γενοκτονίας και ολοκαυτώματος. Αν είναι έτσι η Αρχαιότητα γενικά είναι αθώα του αίματος τούτου, και οι ερευνητές που μιλούν για «επινόηση» του ρατσισμού στα νεότερα χρόνια μοιάζει να έχουν πιο στέρεα επιχειρήματα από εκείνους που επιμένουν, με συνοπτικές διαδικασίες, να ταξινομούν ως ρατσισμό τα ποικίλα φαινόμενα του πολιτισμικού σοβινισμού, της ξενοφοβίας και το ιδιάζον πρόβλημα της δουλοκτησίας κατά την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα.
Ανάλογη εγρήγορση επιβάλλει και το ζήτημα της πολυπολιτισμικότητας. Οι ευσεβείς ιστορίες για τις πολυπολιτισμικές παρορμήσεις του μεγάλου Μακεδόνα, ο «κοσμοπολιτισμός» των Κυνικών και η περίφημη «ομόνοια» των Στωικών, ακόμη και μέσα στα διευρυμένα όρια της Ρax Romana, φαίνεται ότι εκκινούσαν από και ήταν προσανατολισμένα προς την αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα της ελληνικής ή ελληνορωμαϊκής κοσμοαντίληψης. Φυσικά, η παραδοχή μιας ηγεμονεύουσας κουλτούρας (Leitkultur) είναι ελάχιστα συμβατή με το σύγχρονο αίτημα της πολυπολιτισμικότητας (multiculturalism), κυρίαρχο πρόταγμα της οποίας (από τα πιο φιλελεύθερα κράσπεδα της Κεντροδεξιάς μέχρι τις λειτουργικές εκδοχές της ευρωπαϊκής Αριστεράς) είναι η σφυρηλάτηση νέας συλλογικής ταυτότητας, είτε μέσα στα όρια του παραδοσιακού εθνικού κράτους είτε στο διευρυμένο πλαίσιο υπερεθνικών σχηματισμών όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση. Παραπέμπω, για του λόγου το αληθές, σε σχετικά πρόσφατο άρθρο του βρετανικού «Guardian», όπου, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: «Είναι πλέον καιρός να επαναβεβαιώσουμε και να εορτάσουμε τις ρίζες της σημερινής βρετανικής ταυτότητας σε όλη την πλούσια ποικιλία της: το κελτικό πάθος που αρδεύει την ιρλανδική φλέβα με ποίηση και μύθο· την ουαλλική ευαισθησία για τον μη προνομιούχο· τον αγγλικό έρωτα για την ελευθερία και την ανεκτικότητα· τον νευρώδη χριστιανισμό, την ηθική στόφα και την ντομπροσύνη των Σκωτσέζων· την καρναβαλική ευφροσύνη και το φιλέορτο πνεύμα των πολιτών με καταγωγή από την Αφρική και την Καραϊβική· την αίσθηση σεβασμού και αυτοσυγκράτησης των Ασιατών».
Βρισκόμαστε πολύ πιο πέρα από τη φιλοδοξία της αμοιβαίας ανεκτικότητας και του πολιτισμένου modus vivendi. Γιατί αυτή η σύγχρονη πολυπολιτισμικότητα, στενά συναρτημένη από το τελετουργικό της πολιτικής ορθότητας, δεν αναγνωρίζει ηγεμονικό ρόλο σε καμία από τις συνιστώσες κουλτούρες, και ακριβώς επειδή το νέο συμβόλαιο που προτείνει στοχεύει στην οικοδόμηση μιας πολιτικής, δημοκρατικής κοινότητας έτοιμης να διαπραγματευθεί τα ποικίλα θρησκευτικά και εθνοτικά χαρακτηριστικά της για χάρη μιας ολοκληρωμένης ισοπολιτείαςακριβώς για αυτούς τους λόγους διακυβεύει την παραδοσιακή αίσθηση ταυτότητας και αποτελεί με τη σειρά της άλλη μια νεωτερική «κατασκευή-επινόηση», πιθανότατα ως υπεραντιστάθμισμα στον σκληρό ρατσισμό.
Και κυρίως επειδή διακυβεύει το παραδοσιακό αίσθημα συλλογικής ταυτότητας προκαλεί τόσο προβληματισμό και συζήτηση. Το ζήτημα είναι σύνθετο, και οι αντανακλάσεις του στον έγκυρο ευρωπαϊκό Τύπο δείχνουν ότι οι άνωθεν πολιτικές ρυθμίσεις βρίσκονται συχνά σε δυσαρμονία με τα ένστικτα της λαϊκής βάσης- κυρίως σε εποχές οικονομικής κρίσης. Δύσκολο, και πάντως όχι επιλύσιμο όταν, όπως εδώ σ΄ εμάς, ό,τι ακούγεται περισσότερο είναι οι κινδυνολογικές οιμωγές των ελληναράδων που εξάπτουν το ανθρωπιστικό χουβαρνταλίκι των μπάτε σκύλοι-αλέστε «προοδευτικών»- και αντιστρόφως.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 2 Αυγούστου 2009
Αποφεύγοντας τις θεσμικές μεσολαβήσεις και βραχυκυκλώνοντας το πολιτικό σύστημα
Του Πιερ-Αντρέ Ταγκιεφ
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, σε πολλές δυτικο-ευρωπαϊκές χώρες, πολιτικά κινήματα που χαρακτηρίζονται λαϊκιστικά, νεο-λαϊκιστικά, εθνικο-λαϊκιστικά ή δεξιά λαϊκιστικά (ακόμα και λαϊκιστικά της ριζοσπαστικής Δεξιάς) επιβλήθηκαν στην πολιτική σκηνή, εκμεταλλευόμενα την κρίση εμπιστοσύνης έναντι των θεσμών και των κυβερνωσών ελίτ στις πλουραλιστικές δημοκρατίες. Τα νέα λαϊκιστικά κόμματα, όλα προσωποπαγή -διευθυνόμενα και ενσαρκωνόμενα από ταλαντούχους και ανησυχητικούς δημαγωγούς- εκμεταλλεύονται τα «αντιπολιτικά» αισθήματα, μέχρι του σημείου να παρουσιάζονται ως «αντικομματικά κόμματα», και μεταφράζουν στον δημαγωγικό τους λόγο την απόρριψη της μετανάστευσης (στιγματιζόμενης ως φορέα απώλειας της εθνικο-περιφερειακής ταυτότητας ή της εθνικής κυριαρχίας), ένα ισχυρό αίσθημα ανασφάλειας και το αίτημα αυταρχικής αποκατάστασης της τάξης, την εχθρότητα στην Ευρώπη και την παγκοσμιοποίηση (...).
Στη ρητορική του νέου λαϊκισμού, στην καταγγελία του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος προστίθεται αυτή του «παγκοσμισμού», που ερμηνεύεται ως «συνωμοσία» κατά των λαών και των εθνών. Ο αντι-ελιτισμός και ο αντι-παγκοσμισμός συγκροτούν έναν φαύλο κύκλο, τροφοδοτώντας το συνωμοτικό φαντασιακό. Οι περισσότεροι παρατηρητές εκκινούν από μία διαπίστωση: αυτή του ρήγματος ανάμεσα στον λαό και τις εξουσιαστικές ελίτ, της αυξανόμενης απόστασης μεταξύ του λαού και του πολιτικού συστήματος. Η συνηθισμένη διάγνωση είναι αυτή μιας κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που από τους πιο αισιόδοξους ερμηνεύεται ως κρίση ανάπτυξης. Στο εξής, το ρεμέδιο θα ήταν η συρρίκνωση της απόστασης ανάμεσα στους κυβερνώντες και τους κυβερνωμένους, πράγμα το οποίο μεταφράζει η πολιτική προσφορά για «περισσότερη εγγύτητα». Ωστόσο, η κρίση θα μπορούσε να κλονίσει την ίδια τη νομιμοποίηση του δημοκρατικού-αντιπροσωπευτικού συστήματος, που προκαλεί στους πολίτες ένα αίσθημα ανικανοποίητου και το οποίο δεν μπορεί να ξεπεραστεί με προσίδια μέσα. Εκδηλώνονται αιτήματα ταυτότητας και ασφάλειας, κοινοτικής αδελφότητας και σεβασμού του περιβάλλοντος, ριζώματος στο τοπικό και άμεσης δημοκρατίας, τα οποία ούτε οι διανοητικές ελίτ ούτε οι παραδοσιακοί πολιτικοί σχηματισμοί αναγνωρίζουν στην πληρότητά τους. Εξού και η κινητοποίηση του «λαού» κατά του πολιτικού και διανοητικού κατεστημένου, και η εμφάνιση αντι-συστημικών κομμάτων.
Τα σημερινά εθνικό-λαϊκιστικά κινήματα στην Ευρώπη παρουσιάζουν όλα τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
1) Την προσωπική έγκληση που απευθύνει ο ηγέτης στον λαό.
2) Την έγκληση σε όλο τον λαό-με την εξαίρεση των απονομιμοποιημένων ελίτ, που γίνονται αντικείμενο υποψίας ως «συνωμοτούσες» -άρα, τη θέαση του εθνικού συναγερμού.
3) Την άμεση έγκληση στον αυθεντικό λαό, που παρέμεινε ο «εαυτός του», που διατήρησε δηλαδή την εθνική του ταυτότητα.
4) Την έγκληση για αλλαγή, που εμπεριέχει μια καθαρτήρια ρήξη με το παρόν (το υποτιθέμενο «διεφθαρμένο σύστημα»), αξεχώριστη από μια αντιφορολογική διαμαρτυρία, ενίοτε συνδεδεμένη με την απαίτηση δημοψηφισμάτων λαϊκής πρωτοβουλίας.
5) Την έγκληση για την «κάθαρση» της χώρας από στοιχεία θεωρούμενα «αναφομοίωτα», πράγμα το οποίο ορίζει το πρόγραμμα ενός «εθνικισμού του αποκλεισμού» με αντι-μεταναστευτική δεσπόζουσα. Η παρόξυνση αυτού του τελευταίου χαρακτηριστικού βρίσκεται στην αφετηρία μιας παρέκβασης προς έναν μεικτό τύπο ρατσισμού, περισσότερο διαφοριστικού-πολιτισμικού, παρά ανισωτικού-βιολογικού. Στον πολλαπλασιασμό αυτών των νέων κομμάτων-κινημάτων μπορούμε να δούμε τον δείκτη της ανάδυσης μιας νέας ακροδεξιάς, την οποία ο Piero Ignazi ονόμασε «μετα-βιομηχανική». Αυτά τα εθνικο-λαϊκιστικά κόμματα ενσαρκώνουν περισσότερο «μετα-φασιστικούς» παρά «νεο-φασιστικούς» σχηματισμούς (ετικέτα που τους αποδίδουν οι «αντιφασίστες» μαχητές) [...].
Η συγκριτική ανάλυση των προγραμμάτων των διαφόρων λαϊκιστικών σχηματισμών επιτρέπει να υποστηρίξουμε ότι το νεο-λαϊκιστικό φαινόμενο στην Ευρώπη δεν προϋποθέτει την ύπαρξη ιδεολογικής συνοχής στο επίπεδο του δόγματος, κάτι που θα έμοιαζε με «λαϊκιστική ιδεολογία». Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει λαϊκιστική ιδεολογία, αλλά συνθέσεις ανάμεσα στις λαϊκιστικές διαμαρτυρίες και τη μία ή την άλλη ιδεολογική κατασκευή: ο λαϊκισμός αποτελεί πολιτικό ύφος που θεμελιώνεται στην έγκληση στον λαό, καθώς και στη λατρεία και την υπεράσπιση του λαού, συμβατό με όλες τις μεγάλες πολιτικές ιδεολογίες - φιλελευθερισμός, εθνικισμός, σοσιαλισμός, αναρχισμός κ.λπ. Σε αυτές τις κινητοποιήσεις, που συνιστούν ταυτόχρονα απειλή αλλά και πρόκληση για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες, η έγκληση στον λαό από ηγέτες προικισμένους με χάρισμα και τηλεγενικές δεξιότητες, εκτός των ορίων του πολιτικού συστήματος, συμβαδίζει με την υπεράσπιση της εθνικής ταυτότητας που υποτίθεται ότι απειλείται: το λαϊκιστικό ύφος είναι αδιαχώριστο από τον εθνοτικό-εθνικιστικό προσανατολισμό. Αυτός ο «λαϊκισμός αποκλεισμού» παίρνει είτε το πρόσωπο μιας κινητοποίησης διαμαρτυρίας (στα αριστερά ή στα δεξιά, κατά προτίμηση στα άκρα) είτε αυτό μιας ταυτοτικής κινητοποίησης, η οποία αναφέρεται στην εθνική κυριαρχία-ανεξαρτησία ή στη συλλογική ταυτότητα που πρέπει να συντηρηθεί από κάθε απομάγευση (η αντίδραση είναι είτε περισσότερο «εθνικοκυριαρχική» είτε περισσότερο εθνοτικο-ρατσιστική). Ζήτημα δοσολογίας των συνιστωσών αντίστοιχα, διαμαρτυρίας (αντιφορολογισμός, αντιελιτισμός, «αντικομματισμός» κ.λπ.) και ταυτότητας (κλασικοί ξενόφοβοι εθνικισμοί, αποσχιστικοί μικροεθνικισμοί, εθνοτισμοί και εθνοτικοεθνικισμοί, κ.λπ.). Ο νέος ευρωπαϊκός λαϊκισμός παρουσιάζεται είτε με τη μορφή ενός μαχητικού εθνοτικο-εθνικο-λαϊκισμού, όταν προκρίνει την ταυτοτική διάσταση, είτε με αυτή ενός σχεδόν αποϊδεολογικοποιημένου νεο-λαϊκισμού, όταν σε αυτόν κυριαρχεί η προσφυγή στους πόρους της μιντιακής επικοινωνίας, προκειμένου να εγγυηθεί τα προσωπικά συμφέροντα του ηγέτη.
Η έγκληση στον λαό είναι λαϊκιστική όταν αποφεύγει θεσμικές μεσολαβήσεις και βραχυκυκλώνει το πολιτικό σύστημα. Αυτό που είναι αποφασιστικό στη συγκαιρινή αντιπολιτική πολιτική είναι ότι παράγεται στον μιντιακό χώρο: οι νέες τεχνολογίες της επικοινωνίας ευνόησαν την εφαρμογή νέων τελετουργιών στον πολιτικό αγώνα, όπου η προσωπικότητα του ηγέτη-δημαγωγού μετριέται από τη δημοτικότητα της τηλεοπτικής του εικόνας. Ο νεο-λαϊκισμός, τόσο στην Ευρώπη όσο και εκτός Ευρώπης, είναι ένας τηλε-λαϊκισμός. Στο εξής, ο δημόσιος χώρος τείνει να τοποθετείται εκτός του κοινοβουλευτικού πεδίου (...).
Εκφραση της δυσφορίας των πολιτών στο εσωτερικό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, το νέο λαϊκιστικό κύμα μαρτυρά και την επανεπινόηση του εθνικισμού, ως προς το ότι οι εθνικο-λαϊκιστές ηγέτες πέτυχαν να μονοπωλήσουν την πολιτική μετάφραση των ταυτοτικών ανησυχιών συχνά με όρους εθνοτικούς και σε μια αυταρχική προοπτική. Απόδειξη γι' αυτό είναι ο πολλαπλασιασμός των προγραμμάτων που επικεντρώνονται στον αγώνα κατά της «μετανάστευσης-εισβολής» από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, και η αυξανόμενη ισλαμοφοβία, ριζοσπαστικοποιημένη μετά τις αντιαμερικανικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Ο «σοβινισμός της ευημερίας» εκφράζει την αφοσίωση των διαμαρτυρόμενων πολιτών στο κράτος-πρόνοιας, επομένως την παρουσία στο «λαϊκιστικό» ακροατήριο ενός προστατευτικού φαντασιακού, ενώ οι αντιφορολογικές κινητοποιήσεις βαίνουν προς την κατεύθυνση μιας ορισμένης αποδοχής των κανόνων του οικονομικού φιλελευθερισμού.
Στις κλασικές μορφές του λαϊκισμού, η «αντι-στάτους κβο» στάση θεμελίωνε το σύνολο των διαμαρτυριών και των διεκδικήσεων, οι οποίες περιλάμβαναν την απαίτηση αναγνώρισης της αξιοπρέπειας των «απλών ανθρώπων», που μπορούσε να πάρει τη μορφή εξιδανίκευσης των απόκληρων μαζών. Ο παλιός λαϊκισμός ήταν ένας ηθικισμός, δομημένος μέσω ενός μανιχαϊκού δυϊσμού που αντιπαρέθετε τους φορείς του Καλού και της Αρετής, τους «έντιμους ανθρώπους» που συγκροτούν την «ενάρετη κοινότητα των εργαζομένων» απέναντι στα ενεργούμενα του Κακού και της Διαστροφής, τους «καρπωτές», τα «παράσιτα» ή τους «πλουτοκράτες», οι οποίοι «πίνουν το αίμα των φτωχών», κοντολογίς τους εκπροσώπους της εκμεταλλεύτριας τάξης, ανήθικης και τρυφηλής. Στον νέο λαϊκισμό φαίνεται να κυριαρχεί η υπεράσπιση του στάτους κβο: οι προνομιούχοι κύκλοι ή οι μέχρι τώρα μάλλον ευνοημένοι εκφράζουν την ισχυρή τους προσήλωση στα κεκτημένα πλεονεκτήματα ή στην κοινωνική τους θέση, που απειλούνται από τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης (απώλεια κυριαρχίας των κρατών, άνοιγμα των συνόρων κ.λπ.), χωρίς να ενδιαφέρονται για την κατάσταση εκείνων οι οποίοι αποκλείονται από το σύστημα. Η διάκριση που εισήγαγε ο Γκι Ερμέ ανάμεσα στον «λαϊκισμό των αρχαίων» και τον «λαϊκισμό των συγχρόνων» είναι πολύ διαφωτιστική, αποτελώντας αναλυτική κατηγορία: οι σχηματισμοί και οι παρατηρούμενες λαϊκιστικές κινητοποιήσεις παρουσιάζονται ως υβρίδια παλαιο- και νεο-λαϊκισμού (...).
*
ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - ένθετο ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 05/09/2008
του Ανδρέα Πανταζόπουλου,
διδάσκοντος στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ
Οι επιστημονικές επεξεργασίες του Γάλλου φιλόσοφου, πολιτολόγου και ιστορικού των ιδεών Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ για το ζεύγος ρατσισμός /αντιρατσισμός συνιστούν μία από τις σημαντικότερες, και κοινά αναγνωρισμένες πλέον, συνεισφορές του στον χώρο της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας, της ιστορίας των ιδεών αλλά και της πολιτικής δράσης. Μαζί με το καινοτόμο θεωρητικό του μοντέλο για τον (ακροδεξιό) εθνικο-λαϊκισμό και τον ρηξικέλευθο στοχασμό του για τις σημερινές μεταποιήσεις του αντισημιτισμού (νέα εβραιοφοβία), χωρίς βέβαια να παραγνωρίζουμε τις ιδιαίτερα διεισδυτικές αναλύσεις του για τον εθνικισμό και τον ευγονισμό, τον πολυκοινοτισμό, τον ρεπουμπλικανισμό, τη βιοηθική και τη φύση της πολιτικής και του πολιτικού στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες, αυτός ο ασυμβίβαστος και πλούσιος ερευνητικός στοχασμός του τον εντάσσει επάξια στον κύκλο των κριτικών των σκοτεινών όψεων της νεωτερικότητας, στις ιδρυτικές αξίες της οποίας παραμένει πιστός. Ελεύθερο κριτικό πνεύμα, που δεν βολεύεται με μοδάτες στρατεύσεις στο «πολιτικά ορθό», αντι-ουτοπιστής διανοούμενος που αντιστρατεύεται την ιδεολογικοποίηση του πραγματικού, ρεαλιστής και δημοκράτης που εχθρεύεται όλους τους δογματισμούς, διαλύει, με το ερευνητικό του διάβημα και την πραγματικά απίστευτη ευρυμάθειά του, τις ψευδαισθήσεις όλων εκείνων που σκέφτονται και δρουν «καθώς πρέπει».
Ο νέος διαφοριστικός ρατσισμός
Σύμφωνα με τον Π.-Α Ταγκιέφ, ο ιδεότυπος του σημερινού νέου ρατσισμού, σε αντίθεση με τον παλιό βιολογικό/ανισωτικό ρατσισμό, μπορεί να αναλυθεί στα ακόλουθα τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά:
α) Στη μετατόπιση του ρατσιστικού λόγου από τη «φυλή» στην «κουλτούρα». Υποκατάσταση, δηλαδή, του «επιχειρήματος» για τη λεγόμενη φυλετική καθαρότητα από αυτό της υπεράσπισης μιας «αυθεντικής» πολιτισμικής ταυτότητας.
β) Στη μετατόπιση από την «ανισότητα» στη «διαφορά». Η παλιά υποτίμηση των «κατώτερων» («φυλών») δίνει σήμερα τη θέση της στη φοβία της ανάμειξης των πολιτισμών.
γ) Στην προσφυγή μάλλον σε «ετερόφιλες» φόρμουλες («δικαίωμα στη διαφορά»), παρά σε «ετερόφοβες».
δ) Το τελευταίο χαρακτηριστικό θα μπορούσε να αποδοθεί μέσα από τη διατύπωση του «έμμεσου» ή «συμβολικού ρατσισμού»: ο νεο-ρατσιστικός λόγος δύσκολα συλλαμβάνεται ως «ρατσιστικός» γιατί ρίχνει όλο του το βάρος στο άρρητο, στο υπονοούμενο. Οι αντισημίτες σήμερα παρουσιάζονται ως «αντισιονιστές», ο αντι-μεταναστευτικός λόγος υποστασιοποιεί, καθολικεύει και δαιμονοποιεί τους «ανεπιθύμητους» ξένους («οι Αραβες»). Ετσι, η αντιμεταναστευτική στάση παρουσιάζεται ως ομαλή αντίδραση μιας κοινωνίας η οποία θεωρεί ότι βρίσκεται σε κατάσταση νόμιμης άμυνας έναντι μιας «εισβολής»: η επίκληση της «εθνικής προτίμησης» («πρώτα οι εθνικοί πολίτες») αποτελεί τη «λογική» αποκορύφωση μιας έμμεσης αλλά πανίσχυρης πολιτικής αποκλεισμού από το εθνικό-κοινωνικό σώμα των «άλλων».
Στο επίκεντρο της νεο-ρατσιστικής σκέψης βρίσκεται το αξίωμα περί του «αναφομοίωτου» ορισμένων ομάδων: η διαφορά στην καταγωγή θεωρείται ανυπέρβλητη. Με την έννοια αυτή, η ρατσιστική κατηγοριοποίηση σήμερα θα μπορούσε κάλλιστα να προσδιορισθεί μέσα από το φαινομενικά και μόνο λιγότερο σκληρό δίπολο (σε σχέση με το παλιό βιολογικό/ανισωτικό ζεύγος) ανάμεσα στους αφομοιώσιμους και τους μη αφομοιώσιμους (π.χ. τους «Ευρωπαίους» στην καταγωγή και τους «άλλους»). Μέσα σε ένα τέτοιο ευέλικτο νεο-ρατσιστικό πλαίσιο, η ετεροφιλία διαδέχεται την ετεροφοβία, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη τη «σύλληψη» των ρατσιστικών συμπεριφορών. Οπως επισημαίνει ο Ταγκιέφ, υπάρχουν καθαρά ετερόφιλες μορφές ρατσισμού. Η αποστασιοποίηση που εμπερικλείει κάθε φυλετοποίηση (άρνηση επαφής, κοινωνική περιθωριοποίηση, έμμονη ιδέα της ανάμειξης, πανικός για τους «μεικτούς γάμους» κ.λπ.), μπορεί να μεταφράζεται τόσο σε μια ετερόφιλη γλώσσα («δικαίωμα στη διαφορά», «σεβασμός της ετερότητας»...) όσο και σε μια ετερόφοβη γλώσσα. Στον διαφοριστικό ρατσισμό μπορούν, έτσι, να συνυπάρχουν η εξύμνηση με την απόρριψη της «διαφοράς», χωρίς οι συνεπαγόμενες ετερόφιλες και ετερόφοβες εγκλήσεις να αλληλοακυρώνονται.
Γιατί ο εκθειασμός της διαφοράς λειτουργεί και ως εργαλείο αποτελεσματικότερης φυλετοποίησης του άλλου. Ο νεο-ρατσισμός εργαλειοποιεί το ηθικό αίτημα του «δικαιώματος στη διαφορά» (Λεβινάς), στρέφοντάς το ενάντια στους αντιπάλους του αγωνιστές του αντιρατσισμού. Ενας τέτοιος εκθειασμός της διαφοράς, από την πλευρά του νεο-ρατσισμού, προϋποθέτει ότι οι πολιτισμικές διαφορές είναι απόλυτες, και έτσι οφείλουν να παραμείνουν. Γι' αυτόν τον λόγο οι φορείς τους, άτομα και ομάδες, πρέπει να μην αναμειγνύονται. Αυτή η νεο-ρατσιστική αναγνώριση των διαφορών δεν ιεραρχεί απλώς ό,τι διαφέρει, αλλά ουσιαστικά απαιτεί τον διαχωρισμό ή τον αποκλεισμό αυτού που θεωρείται ότι διαφέρει απόλυτα. Η πολιτισμική διαφορά, η διαφορά στην κουλτούρα εκλαμβάνεται και πλασάρεται από τον νεο-ρατσισμό ως «φυσική διαφορά»: η έτσι κατανοούμενη απόλυτη πολιτισμική διαφορά γίνεται, για τους νεο-ρατσιστές, «δεύτερη φύση» ατόμων και ομάδων.
Τα ακόλουθα δύο αποσπάσματα εικονίζουν με παραδειγματικό τρόπο τη μετατόπιση της νεο-ρατσιστικής σκέψης από τη βιολογία στην κουλτούρα: «Η αλήθεια είναι ότι οι λαοί πρέπει να διατηρούν και να καλλιεργούν τις διαφορές τους. (...) Η μετανάστευση είναι καταδικαστέα, τόσο γιατί προσβάλλει την ταυτότητα της κουλτούρας υποδοχής όσο και την ταυτότητα των μεταναστών» (σύμφωνα με τον διανοούμενο της γαλλικής «νεο-Δεξιάς» Αλέν ντε Μπενουά, 1983). Και το δεύτερο απόσπασμα: «Οι λαοί δεν μπορούν να χαρακτηρίζονται με συνοπτικό τρόπο ανώτεροι ή κατώτεροι, και πρέπει να παίρνουμε υπόψη μας αυτές τις φυσικές ή πολιτισμικές διαφορές» (Λε Πεν, 1984). Οι θέσεις αυτές δείχνουν ότι η έννοια του όρου ρατσισμός δεν παραμένει σταθερή, απρόσβλητη από την ιστορική εξέλιξη. Η ρατσιστική επιχειρηματολογία μετασχηματίζεται ταχύτερα από την αντιρατσιστική, και μετατοπίζεται αλλού (στην «πολιτισμική διαφορά») από εκεί που την αναζητούν για να την καταπολεμήσουν οι αντιρατσιστές. Εχουμε κι εμείς το «δικαίωμα στη διαφορά», δήλωνε «αγανακτισμένος» ο ακροδεξιός Λε Πεν το 1982, έχουμε και εμείς το δικαίωμα να υπερασπίζουμε την «εθνική μας προσωπικότητα».
Διεκδικώντας έναν απόλυτο πολιτισμικό πλουραλισμό και κραδαίνοντας έναν ταυτοτικό αντι-οικουμενισμό ως το μοναδικό θεμέλιο της θετικής ανεκτικότητας, ο νέος ρατσισμός της πολιτισμικής διαφοράς μπορεί με αυτό τον τρόπο να πλασάρεται ως ένας «αυθεντικός αντιρατσισμός» που σέβεται όλες τις ταυτότητες. Μπροστά σε μια τέτοια μεταμόρφωση των ρατσιστικών αναπαραστάσεων, ο παραδοσιακός, ο αναμνηστικός αντιρατσισμός βρίσκεται σε τρομακτική υστέρηση, σκιαμαχεί: αρκείται στο να καταγγέλλει την «αναβίωση» του ναζισμού, να επικαλείται την «οικονομική κρίση», και να προσφεύγει στις επιστημονικές γνώμες των βιολόγων για να κατακεραυνώσουν την αντιεπιστημονική ρατσιστική προπαγάνδα. Με αυτόν όμως τον τρόπο παραμένει ξένος και αναποτελεσματικός ως προς τις αιτίες του ρατσισμού και ως προς τα σημερινά, εξελισσόμενα «επιχειρήματα» των νεο-ρατσιστών.
Μεταρρύθμιση του αντιρατσισμού
Οι αντιρατσιστές πρέπει να κατανοήσουν, σύμφωνα με τον Ταγκιέφ, ότι ο νεο-ρατσισμός μαζί με την υπέρβαση του βιολογικού/ανισωτικού επιχειρήματος, έχουν υιοθετήσει μια διαφοριστική θεματική, η οποία σε πολλά σημεία παραμένει κοινή με τη δική τους. Κατά έναν ορισμένο τρόπο, και από διαφορετικές βέβαια ηθικές αφετηρίες, οι νεο-ρατσιστές καθώς και πολλοί αντιρατσιστές συμπίπτουν σε μια κοινή κοινοτιστική προβληματική, υπερασπίζοντας το «δικαίωμα στη διαφορά», τις κλεισμένες στον εαυτό τους πολιτισμικές, εθνοτικές, θρησκευτικές κ.λπ. κοινότητες. Εκλαμβάνοντας την κοινωνικο-πολιτική ζωή μέσα σε μια εθνική κοινότητα ως το σύνολο των διαδράσεων ανάμεσα σε έτσι συγκροτημένες κοινότητες που ταυτίζουν τα άτομα με την καταγωγική τους κουλτούρα, δεν κάνουν άλλο από το να τα φυλακίζουν μέσα σε αυτή τη μη αναγώγιμη διαφορά τους. Το αποτέλεσμα στην αρνητική του εκδοχή, δηλαδή στη νεο-ρατσιστική επένδυση/παραφθορά της «διαφοράς», είναι ο έμμεσος και διαρκής στιγματισμός των θεωρούμενων αναφομοίωτων «άλλων».
Σχηματοποιώντας, θα μπορούσε κανείς να κατατάξει σε δύο βασικές κατηγορίες τις λογικές που διατρέχουν τον σημερινό αντιρατσιστικό λόγο:
1) Τη «δεξιά» λογική, σύμφωνα με την οποία ο ρατσισμός είναι μια στερεοτυπική αρνητική απάντηση στο πρόβλημα της παρουσίας στο εθνικό έδαφος ενός μεγάλου αριθμού ξένων που δεν «αφομοιώνονται». Αυτή η λογική προβάλλει ως λύση το μέτρο του λεγόμενου «ορίου ανεκτικότητας», δηλαδή του περισσότερο ή λιγότερο δραστικού περιορισμού της παρουσίας των ξένων. Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα με αυτή τη «λογική» είναι τούτο: ποιος αποφασίζει, και στη βάση ποιων κριτηρίων, για τη μη δυνατότητα αφομοίωσης των ξένων από μια εθνική κοινωνία;
2) Την «αριστερή» λογική, που εξηγεί τον ρατσισμό ως το αποτέλεσμα της «κοινωνικής κρίσης» ή μιας γενικευμένης και βαθύτατης «κοινωνικής δυσφορίας». Στη μαρξιστική της εκδοχή αυτή η λογική ανατρέχει στην ταξική πάλη, στην ανισωτική δομή κυρίαρχοι/κυριαρχούμενοι, που εξισώνεται βέβαια με το ζεύγος εκμεταλλευτές/εκμεταλλευόμενοι. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο ρατσισμός δεν είναι τίποτε άλλο από «τρόπος νομιμοποίησης μιας κοινωνικο-οικονομικής πρακτικής κυριαρχίας που εμπεριέχει ένα σύστημα εκμετάλλευσης. Συνεπάγεται ότι ο πραγματικός αγώνας κατά του ρατσισμού ταυτίζεται με τη στράτευση, μέσα στο πεδίο της ταξικής πάλης, στο πλευρό των κυριαρχούμενων και των εκμεταλλευόμενων». Αλλά μια τέτοια κατανόηση του ρατσισμού, μέσω της αναγωγής του στην πάλη των τάξεων που αποφασίζει για τα πάντα, «ο μετα-ρατσιστικός ορίζοντας δεν μπορεί να διακρίνεται από τον μετα-καπιταλιστικό ορίζοντα: η αντιρατσιστική πίστη συνίσταται στη δρώσα ελπίδα της έλευσης μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις, άρα χωρίς ρατσισμό». Αυτή η αναγωγιστική λογική αφαιρεί από τον ρατσισμό κάθε ιδιαιτερότητα. Στην ουσία, ο αντιρατσιστικός αγώνας χάνει το προσίδιο περιεχόμενό του, δεν μπορεί να οριστεί διακριτά από άλλες κοινωνικο-πολιτικές πρακτικές και, κυρίως, αποπολιτικοποιείται, αφού αδυνατεί να συλλάβει τις νέες ρατσιστικές αναπαραστάσεις που εκδηλώνονται μέσα στο πολιτικό πεδίο.
Ο αναγκαίος αντιρατσιστικός αγώνας, σύμφωνα με τον Ταγκιέφ, οφείλει να υποστεί σήμερα μια απολύτως απαραίτητη «ηθική και διανοητική μεταρρύθμιση». Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα των αιτίων που ωθούν προς την υιοθέτηση των νέων ρατσιστικών συμπεριφορών. Ο αντιρατσισμός δεν μπορεί να αντιπαρατάσσει το δικό του «δόγμα» στο δόγμα του ρατσισμού: η κατανόηση προηγείται, τρόπον τινά, της αντιρατσιστικής δράσης, η αναγκαία επιχειρηματολογική πειθώ που στηρίζεται σε ορθολογικά θεμέλια πρέπει πάντα να παίρνει υπόψη της τον «ανορθολογισμό» που δομεί κάθε ιδεολογία, επομένως και τη ρατσιστική. Δυστυχώς, ποτέ δεν θα μπορέσουμε να «ξεριζώσουμε» τον ρατσισμό, όλο το πρόβλημα για τους αντιρατσιστές αγωνιστές συνίσταται στο να κατανοήσουν τις μεταμορφώσεις του ρατσισμού, μακριά από κληρονομημένες βεβαιότητες που λειτουργούν ως ιδεολογικά ηρεμιστικά, προκειμένου να αντιμετωπίσουν με τη μεγαλύτερη δυνατή δραστικότητα τις ενίοτε και φονικές συνέπειές του.
ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 05/09/2008