Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

Μαρία Πολυδούρη, "Μόνο γιατί μ'αγάπησες"


I found this fascinating quote today:

Η βιωματική ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη αντανακλά, ως ένα βαθμό, τη "νεορομαντική σχολή", που αναπτύσσεται στον αστερισμό του μεσοπολέμου, περιόδου αναζητήσεως πολιτικής ισορροπίας στην Ελλάδα. Μικρασιατική καταστροφή, εθνική κρίση, οικονομικό χάος, κοινωνική ρευστότητα, συνθέτουν μία βασική υπαρξιακή αβεβαιότητα. Η ποίηση και, κυρίως, το βίωμα που την τροφοδοτεί, δέχονται το εξωτερικό ερέθισμα και το μετουσιώνουν σε λογοτέχνημα. Αυτό θα συμβαίνει όσο υπάρχουν άνθρωποι...spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius

You should read the whole article.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

Κ. Καρυωτάκης: Ο ελληνικός νεορομαντισμός μεταξύ του Spleen και του σαρκασμού. Και το κορυφαίο σημείο του


του Μ.Γ.Μερακλή

Οι ιστορικοί της νεοελληνικής λογοτεχνίας επισημαίνουν ότι η εποχή του Μεσοπολέμου υπήρξε μια εποχή ανανέωσης της ελληνικής ποίησης: καλλιεργήθηκε τότε μια «νέα ευαισθησία». Ειδικά στην Αθήνα υπάρχει μια ομάδα, που ονομάστηκε «αθηναϊκή σχολή του νεορομαντισμού και του νεοσυμβολισμού». Την αποτελούν, κυρίως, οι Ρώμος Φιλύρας (1888-1942), Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944), Κώστας Ουράνης (1890-1953), Κλέων Παράσχος (1896-1964), Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928), Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης (1899-1950), Τέλλος Άγρας (1899-1944), Μήτσος Παπανικολάου (1900-1943), Μαρία Πολυδούρη (1902-1930), Μίνως Ζώτος (1905-1932).



Όπως έχει παρατηρηθεί, πραγματοποιείται τότε «μια αλλαγή γλώσσας και κλίματος, που φέρνει τους τελευταίους τούτους ανανεωτές του παραδοσιακού στίχου σε αισθητή αντίθεση με το παλαιό παραδοσιακό πνεύμα. Η τέχνη τους εκφράζει μια γενική κόπωση και απαισιοδοξία, συνδυασμένη με την αίσθηση του ανικανοποίητου και του αδιέξοδου». Αυτά δεν είναι χωρίς ανταπόκριση προς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Αν υπάρχουν οι νικηφόροι για την Ελλάδα Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913) πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, υπάρχει εντούτοις και η ολέθρια Μικρασιατική Καταστροφή (1922) μετά τον πόλεμο, ένα ιστορικό γεγονός, που σφράγισε κοινωνικά όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου. Άλλωστε οι Βαλκανικοί Πόλεμοι είχαν έλθει και σαν ένα διάλειμμα σε μια ιστορική και κοινωνική καχεξία, που εκδηλωνόταν ήδη από τον προηγούμενο αιώνα (ήττα του 1897) και εξακολουθούσε να υφίσταται σε ολόκληρη την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας (1909: κίνημα των αστικών δυνάμεων και άνοδος του Βενιζέλου· 1910: εξέγερση αγροτών στη Θεσσαλία). Αν και αμέτοχος σε συλλογικότερες αγωνίες ο ενδοστρεφής μάλλον και πάντως ευκατάστατος Κώστας Ουράνης, εντούτοις εκφράζει κάτι από τις διαθέσεις της εποχής του, όταν δημοσιεύει το 1912 την ποιητική συλλογή του Spleen, που είναι και η πρωιμότερη της νεορομαντικής «σχολής», και η οποία μάλιστα ευστοχεί με τον τίτλο της ήδη, κατά μίαν ωραία σύμπτωση (που δεν πρέπει να είναι μόνο σύμπτωση), ως προς την προέλευση των τάσεων της σχολής αυτής. Αυτό το Spleen, που εγκαινιάζει τον ελληνικό νεορομαντισμό, είναι πράγματι εύστοχο, γιατί εκφράζει κάτι αμφίσημο η διφυές, που είναι και πραγματικό: η διάθεση του Spleen είναι και ένα φιλολογικό, εισαγόμενο προϊόν (ο Ουράνης, πολυταξιδεμένος και ευρωπαϊκά ενημερωμένος, μεταφέρει από εκεί τον όρο και ό,τι σημαίνει ο όρος), αλλά συγχρόνως και ένα εγχώριο, εθνικό προϊόν. Πέρα από τα μεγάλα γεγονότα, που ορίζουν αυτό το διφυές Spleen με τη διπλή προέλευση (την εσωτερική και την εξωτερική), μπορώ να χρησιμοποιήσω, για να το στηρίξω ακόμα, και μια περιπτωσιολογία σχετιζόμενη με τα πρόσωπα των ίδιων των ποιητών. Αν η φυματίωση, από την οποία προσβλήθηκε και ο Ουράνης (και θεραπεύτηκε, προσωρινά έστω, στο Νταβός), αλλά και άλλοι της γενιάς αυτής (που θεραπεύτηκαν -ή πέθαναν- στη «Σωτηρία»), δεν μπορεί να θεωρηθεί κάτι εισαγόμενο, αλλά ντόπιο, εντούτοις άλλες παθήσεις (ή απλώς πάθη), από τις όποιες δοκιμάστηκαν επίσης μέλη της ίδιας ομάδας, πρέπει να δεχθούμε ότι -τουλάχιστον για την εποχή εκείνη- ήλθαν απ’ έξω· λ.χ. η χρήση ναρκωτικών και άλλα συμπτώματα του δυτικοευρωπαϊκού αισθητισμού, που επηρέασε, καθώς γνωρίζουμε, λογοτέχνες της γενιάς εκείνης.

Οι νεορομαντικοί ποιητές είναι σύγχρονοι του Καβάφη (1862-1932). Και υποστηρίζεται πως αυτοί πρωτοανακάλυψαν τον Αλεξανδρινό ποιητή (προϋπήρξε βέβαια η μεμονωμένη φωνή του Ξενόπουλου, από το 1903). Είχαν, πράγματι, κοινά σημεία. Εν πρώτοις το αντιρητορικό και αντιηρωικό ύφος. Και πιο γενικά το απαισιόδοξο πνεύμα, που τους έφερνε στους αντίποδες του Κωστή Παλαμά (1859-1943), που μεσουρανούσε ως τότε, μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής παρουσίας και δράσης των δύο μεγάλων αστών ηγετών: του Χαρίλαου Τρικούπη και του Ελευθέριου Βενιζέλου. Εντούτοις ο ίδιος ο Καβάφης, μιλώντας για τους ποιητές της Αθήνας συλλήβδην (συμπεριελάμβανε και τον Παλαμά και τους νεορομαντικούς), δεν ήθελε να συσχετισθεί μαζί τους· έλεγε, με έκδηλη την κριτική του στάση: «Είναι ρομαντικοί! Ρομαντικοί! Ρομαντικοί!». Κάτι τέτοιο άλλωστε πιστεύεται γενικότερα: «Η Αθήνα υπήρξε ανέκαθεν ρομαντική (...). Ολόκληρη η αθηναϊκή ποιητική σχολή, από το 1830 και πέρα, έκτος από σπάνιες εξαιρέσεις, βρίσκεται μέσα στο κλίμα του ρομαντισμού και συνεχίζει τη ρομαντική παράδοση. Ο ρομαντισμός υποφώσκει λίγο ως πολύ σ’ όλες της τις εκδηλώσεις, μετασχηματισμένος ανάλογα με τις αλλαγές των καιρών και παρουσιασμένος σε διαδοχικά στάδια» (Κώστας Στεργιόπουλος). Αλλά και ο κριτικός αυτός, που θέλει ολόκληρη την Αθήνα ρομαντική, επισημαίνει ωστόσο τους ανάλογους «μετασχηματισμούς», όπως βλέπουμε. Ο ίδιος μιλάει για ρομαντική ακμή (στην πρώτη εμφάνιση του ρομαντισμού), για ρομαντική παρακμή (στην περίοδο του Μεσοπολέμου)· οι νεορομαντικοί «είταν, “χωρίς αστείαν αιδώ”, αυτόχειρες, εραστές της ηδονής και των τεχνητών παραδείσων, άλλοι παραδομένοι στο δαίμονα του άγχους και της φυγής και άλλοι στη διαλυτική γοητεία της αναπόλησης και της μνήμης. Οι παλαιότεροι είχαν διδαχτεί τους ποιητικούς τους τρόπους από τη Γαλλία του Ουγκό καί του Βερανζέρου, από τους μεγαλόστομους γάλλους ρομαντικούς. Οι νεότεροι από τη Γαλλία του Baudelaire και του Verlaine, από τους συμβολιστές και τους “poètes maudits”. Ο αισθητισμός από τη μια, ο γαλλικός κι ο γαλλόφωνος συμβολισμός από την άλλη, ήταν γι’ αυτούς ό,τι χρειαζόταν εκείνη την ώρα». Έτσι κι αλλιώς βρισκόμαστε, πάντα, στο κλίμα του Spleen. Ως μια κορυφαία περίπτωση μπορούμε (η οφείλουμε) να δούμε τον Καρυωτάκη. Η πρώτη συλλογή του επιγράφεται ήδη: Ο πόνος του ανθρώπου και των πραμάτων. Είναι ένα μικρό δεκαεξασέλιδο, που τυπώνεται το 1918. Ο Τέλλος Άγρας (που δεν είναι μόνο μέλος της ποιητικής συντροφιάς, αλλά και ο σημαντικότερος κριτικός που αυτή είχε) χαρακτηρίζει τα ποιήματα της συλλογής «τρυφερά, μουσικά, γνήσια συμβολιστικά». Το 1919 τυπώνεται η δεύτερη συλλογή· τα Νηπενθή. Και ύστερα από δέκα σχεδόν χρόνια (1927) η τρίτη και τελευταία: Ελεγεία και σάτιρες. Είναι το βιβλίο που κυρίως επηρέασε τους νέους ποιητές: «είναι, πραγματικώς, σχεδόν αδύνατο, ποιήματα νεοτέρων του να μην έχουν, από τότε, ζωηρήν ή ισχνή την επίδρασή του», γράφει ο Άγρας, ο οποίος βεβαιώνει επίσης ότι αυτό καταδεικνυόταν και στα χειρόγραφα που έπαιρνε (και δεν τα δημοσίευε, ως ανώριμα), ως υπεύθυνος συντάκτης της Νέας Εστίας.

Ο Άγρας αναζητεί τη βαθύτερη ουσία της ποίησης του Καρυωτάκη. Και κάνει τις εξής διαπιστώσεις: «Αυτό λοιπόν είναι που τον κατατρώγει· η απουσία των ωραίων πραγμάτων, η απουσία των σπάνιων πραγμάτων, η απουσία των μεγάλων πραγμάτων, η απουσία -έστω- των τραγικών. Η μονοτονία και η πεζότης της ζωής. Μ’ άλλους λόγους, είναι ρομαντικός. Εφαντάσθηκε την αλήθεια, την ομορφιά, την καθαυτό πραγματικότητα -έξω από τη ζωή. Πέρα από τη ζωή. Αφηρημένην». Με βάση αυτή τη ρομαντική καταβολή ο Άγρας εξηγεί (κάπως, θα έλεγα, ρομαντικά) την πορεία και την εξέλιξη του Καρυωτάκη προς τη σάτιρα. Μπορούσε, λέει, να πλάσει, απογοητευμένος από τα πραγματικά, την ψευδαίσθησή του: μιαν Εδέμ, ένα Ελντοράντο, μιαν Ουτοπία, τον ελεφάντινο πύργο του· αντ’ αυτού, έγινε ρεαλιστής. Μπορούσε να γίνει, όπως άλλοι ρομαντικοί, μελαγχολικός· αυτός έγινε τραγικός. Μπορούσε να φιλοσοφήσει, να γίνει φιλόσοφος· έγινε σατιρικός· έτσι, αντί να εξιδανικεύσει λ.χ. τη γυναίκα, ο Καρυωτάκης τη σαρκάζει. Ο Άγρας ρωτάει καταλήγοντας και απαντάει: «Ποιο συναίσθημα περιμένει τον άνθρωπο, αν εξακολουθήσει να ζει και δεν συντριβεί, ύστερ’ από την απογοήτευση την πλέον οριστική; Η σάτιρα». (Η σάτιρα αυτή, κατά τον Άγρα, ασκείται εκείνα τα χρόνια από το νέο τόπο του λογοτέχνη, που είναι υπάλληλος. Στο σημείο αυτό ο Άγρας κάνει μια πολύ σημαντική, όπως νομίζω, διαίρεση των περιόδων της νεοελληνικής λογοτεχνίας, με βάση μια τέτοια τυπολογία: σε μια πρώτη περίοδο ο λογοτέχνης είναι ευγενής, ευπατρίδης [επτανησιακή περίοδος]· σε μια δεύτερη [«την αθηναϊκή-κλασική και ρομαντική»] είναι λόγιος· σε μια τρίτη [την «προπολεμική»· εννοεί βέβαια τον πρώτο πόλεμο] δημοσιογράφος· και στην τελευταία [τη μετά τον πόλεμο] ο λογοτέχνης είναι υπάλληλος). Η σάτιρα του Καρυωτάκη, που ολοένα εντεινόμενη γίνεται σαρκασμός, ολοένα επίσης διευρύνεται: βγαίνει από τον περιορισμένο κύκλο ενός προσωπικού δράματος, γίνεται και πολιτική σάτιρα ή σαρκασμός: «“Στο άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο”, “Ο Μιχαλιός”, “Ωδή εις Ανδρέαν Κάλβον”, “Η πεδιάς και το νεκροταφείον”, -ιδού τέσσερα ποιήματα του Καρυωτάκη εμπνευσμένα από την πολιτική». Ο Άγρας, στον οποίον ανήκει η προηγούμενη φράση, δεν αγνοεί διόλου βέβαια τις φιλολογικές επιδράσεις που δέχθηκε ο Καρυωτάκης· μάλιστα δίπλα στον Μπωντλαίρ τοποθετεί, ειδικά ως προς τον Καρυωτάκη, και τον Laforgue. Εντούτοις επιμένει και στο προσωπικό πεπρωμένο του ποιητή, όπως το είχε ορίσει η οικογενειακή παράδοσή του και οι συνθήκες που επικρατούσαν στον τόπο. Αυτά συγκροτούν και την πολλαπλότητα των αιτίων που διαμόρφωσαν την ποιητική προσωπικότητα του Καρυωτάκη, αλλά και τη σάτιρά του. Για πολλούς κριτικούς του η σάτιρά του είναι μάλλον ένας σαρκασμός: χτυπάει ο ποιητής ό,τι θα χτυπούσε κι ένας σατιρικός, όμως όχι προγραμματικά, συστηματικά, αλλά ανάλογα με τις καθαρά υποκειμενικές παρορμήσεις του. Εντούτοις η ολοένα πιο πολύ εξακριβωμένη και ασφαλέστερα τεκμηριωμένη συνδικαλιστική δραστηριότητα του Καρυωτάκη κατά την αμέσως πριν από την αυτοκτονία του εποχή (όπως γνωρίζουμε πλέον, ηγήθηκε της πανελλήνιας ένωσης των δημόσιων υπαλλήλων) επιβάλλει, νομίζω, και κάποια τροποποίηση της ερμηνείας της σάτιράς του και του σαρκασμού του. Ειδικά τον Καρυωτάκη, κατ’ εξαίρεση από τους άλλους νεορομαντικούς, μπορούμε να τον τοποθετήσουμε στο μεταίχμιο του υποκειμενικού νεορομαντισμού και του προγενέστερου κοινωνικού ρομαντισμού (ο ελληνικός ρομαντισμός της πρώτης φάσης, αυτός που τον λένε, ίσως και γι’ αυτό, ρομαντισμό της ακμής, είναι έντονα “κοινωνικοποιημένος”, ενδιαφέρεται για τα κοινωνικά και εθνικά -προπάντων- προβλήματα). Αυτός ο ενδιάμεσος χώρος στη λογοτεχνία, τον οποίο καλύπτει, όπως λέω, ο Καρυωτάκης, πιστεύω πως είναι και ο χώρος, που αντιστοιχεί ακριβέστερα στην εποχή, στην πραγματικότητα της εποχής. Ας το δούμε πάλι λίγο αυτό. Οι δεκαετίες του ’20 και του ’30 είναι γεμάτες αντιφάσεις και αντιθέσεις. Κατακλύζουν την υπανάπτυκτη Ελλάδα 1.500.000 πρόσφυγες, ενώ η μεγάλη ύφεση της ευρωπαϊκής οικονομίας, ήδη στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, θα συντελέσει στην εισροή κεφαλαίων που έμεναν αργά στην Ευρώπη· πρόκειται για κεφάλαια είτε ξένα είτε Ελλήνων που ζουν στις παροικίες του ευρωπαϊκού χώρου. Αλλά τα κεφάλαια αυτά, στο δεδομένο κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο, πιο πολύ όξυναν τις αντιθέσεις και την κοινωνική αναταραχή, έστω κι αν έδιναν συγχρόνως, αναπόφευκτα, και μιαν αποφασιστική ώθηση για κάποια βιομηχανική ανάπτυξη. «Μεταξύ του 1924 και του 1928 μεσολάβησαν δέκα πρωθυπουργίες, τρεις γενικές εκλογές και έντεκα στρατιωτικά κινήματα ή τελεσίγραφα. Επιβλήθηκε μια στρατιωτική δικτατορία που κατόπιν την ανέτρεψε ένα στρατιωτικό κίνημα. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας επαύθη μια φορά και παραιτήθηκε δύο». Οι εργάτες, ως τάξη, γίνονται περισσότεροι και περισσότερο ανήσυχοι. Το 1917 έχει ήδη ιδρυθεί το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο θα τεθεί εκτός νόμου το 1929, και μάλιστα από τη φιλελεύθερη κυβέρνηση του Βενιζέλου. Πόσο αδιάφορο μπορούσαν ν’ αφήσουν όλα αυτά τον Καρυωτάκη; Εννοώ: έναν άνθρωπο, που δεν ήταν μόνο ποιητής, αλλά και δραστήριος συνδικαλιστικός παράγοντας; Τα εξωποιητικά κείμενά του είναι εντυπωσιακά πολιτικοποιημένα: κείμενα ενός μαχόμενου συνδικαλιστή, που γνωρίζει και χρησιμοποιεί σ’ αυτά την ανάλογη γλώσσα. Όσο κι αν θέλει, λοιπόν, υπό το κράτος μιας οπωσδήποτε χωρίζουσας αντίληψης για τη γλώσσα της ποίησης - την οποία πάντως συχνά αναιρεί, εισάγοντας στοιχεία από την καθημερινή, ιδιωτική και δημόσια ζωή- να μη συγχέει τη γλώσσα της συνδικαλιστικής και πολιτικής δράσης με τη γλώσσα της ποίησης, δεν ήταν εντούτοις δυνατό να μη λειτουργήσει διόλου ο νόμος της διαπίδυσης, να μην εισδύσει η μια γλώσσα στην άλλη -και προπάντων η πρώτη στη δεύτερη. Το ποίημά του π.χ. για την Αμερική μπορεί και σήμερα (περιέργως μάλιστα σήμερα ακόμα πιο πολύ) να διαβαστεί και να ακουστεί ως ένα καθαρά πολιτικό ποίημα. Από την άλλη βέβαια μεριά ο άνθρωπος αυτός κάνει κάτι που, καταρχήν, δεν θα έκανε ένας πολιτικός: αυτοκτονεί από αηδία. Άσχετο μ’ αυτό το τελευταίο δεν είναι το γεγονός ότι ο γνωστός τότε σοσιαλιστής Γιαννιός είχε επικρίνει όσους επαινούσαν τον Καρυωτάκη για τον ηρωισμό της αυτοχειρίας του. Την ωραιότερη ερμηνεία του θανάτου του Καρυωτάκη, γιατί συνδυάζει έξοχα το ατομικό και το κοινωνικό -και στηρίζει δυνατά τον ισχυρισμό μου για τη θέση μεταιχμίου ανάμεσα στους δύο ρομαντισμούς, που κατέχει ο ποιητής- έδωσε τελικά ο Τέλλος Άγρας, απαντώντας στις αιτιάσεις του Γιαννιού: «...όχι μόνον στην ποίηση, αλλά και σε κάθε εκδήλωση του ανθρώπινου πνεύματος, πώς ημπορεί κανείς να χάσει την υποκειμενικότητά του, εξαφανίζοντάς την μέσα στην αντικειμενικότητα; Ας παραδεχθούμε ότι η ποίηση πρέπει να κάνει τη ζωή αισιόδοξη, ότι το πνεύμα έχει την πρακτικήν ηθική του· ας παραδεχθούμε ότι η αρχαία ελληνική δημιουργία εσκόπευε συνειδητά να κάμει ευτυχισμένο τον άνθρωπο και ότι η σύγχρονη ατμόσφαιρα της ιστορικής εθνικής μας ήττας, της ασφυξίας και της μιζέριας όπου ζούμε, κυκλοφορεί ρεύματα αισιοδοξίας δημιουργικής. Θα μας μείνει όμως πάντοτε ο υποκειμενικός παράγων -οι προσωπικές συνθήκες του ποιητού [...]· Ο Καρυωτάκης δεν ήθελε να είναι ευτυχισμένος: ήθελε να ζει μια ζωή αντάξια του ανθρώπου, μια ζωή προσωπική. Πώς να την ζήσει όμως, όταν ήταν υπάλληλος; δηλαδή άνθρωπος νοικιασμένος από το πρωί ως το βράδυ, άνθρωπος υποχρεωμένος να υποκαταστήσει -για να ζήσει απλώς!- στη συνείδησή του, τη συνείδηση ενός μορίου της “κρατικής μηχανής”; Πώς να ζήσει προσωπικά; [...] Χίλιες φορές βέβαια εμίσησε ένα τέτοιο ψωμί -γιατί δεν πρόκειται, παρά απλώς για το ψωμί- και χίλιες φορές θέλησε να φτύσει, με αηδία και αγανάκτηση, απάνω σε παρόμοια ζωή που εζούσε [...]. Δεν φταίει ο ποιητής, αν αισθάνεται πολύ ζωηρότερα, παρά η ανώνυμη μάζα, την απόσπαση αυτή από τον ίδιον τον εαυτό του, το σκότωμα του εγώ του, τον ατομικό του θάνατο. Τι να γίνει! Οι “Καρυωτάκηδες νέοι”, όπως τους αποκαλεί ο κ. Γιαννιός, δεν ημπορούν να συμβιβασθούν εύκολα μ’ ένα φλερτ ή μ’ ένα κουστούμι...». Ομολογώ πως βρίσκω εδώ -άσχετα, από το πόσο συνειδητοποιούσε κάτι τέτοιο ο ίδιος ο Άγρας- μιαν από τις καλύτερες και αισθαντικότερες προσεγγίσεις της μαρξικής Entfremdung! Αν ο Καρυωτάκης αντιστάθηκε σ’ αυτή την αποξένωση και την αλλοτρίωση με την αυτοκτονία του, είναι επιτέλους αυτό μια αντίσταση, σε αντίθεση με την παθητικότητα του εργαζόμενου εκείνου, που είναι αποξενωμένο και αλλοτριωμένο προϊόν της εργασίας του.

ΠΗΓΗ: περ. Η Λέξη, τεύχος 79-80 , Νοέμ-Δεκ 1988

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

Το συναισθηματικό εκκρεμές της καρυωτακικής ποίησης

της  Χριστίνας Ντουνιά,

καθηγήτριας νεοελληνικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

image

ΠΗΓΗ: image , 07/8/2009

Διαβάστε το στο: www.spoudasterion.pblogs.gr

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009

Τάσος ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ Κώστας ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Δυο διαφορετικές ποιητικές εκδοχές

Δύο ποιητές, διαφορετικής γενιάς και διαφορετικών συνθηκών, ο ένας της νεορομαντικής και νεοσυμβολιστικής σχολής, ο άλλος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, διαφορετικής ποιητικής φιλοσοφίας, αλλά ποιητές και οι δύο, οραματιστές της ζωής, «χτυπούν την πόρτα» του Οκτώβρη. Ο Κώστας Καρυωτάκης με τη γέννησή του (30 Οκτώβρη 1896) και ο Τάσος Λειβαδίτης με το θάνατό του (30 Οκτώβρη 1988). Ο πρώτος, με το στίχο του, το σαρκασμό του, προσεγγίζει την πραγματικότητα και τον άνθρωπο μέσα στην κοινωνία της αδικίας χωρίς να μπορεί να δει διέξοδο. Ο δεύτερος, στην εποχή της κατοχής και των μεταπολεμικών χρόνων, μάχεται με την ποίησή του στο πλευρό του λαού.

image

 

Ποιητικά σύμβολα κοινωνικής «ανταρσίας»

Η ανταρσία της ποίησης έχει την ανάγκη και τη δύναμη να χτυπάει την πόρτα του παρόντος κυοφορώντας πάντα τα σημάδια μελλοντικών εικόνων. Ποιητικά σύμβολα γεννημένα στο παρελθόν αναγνωρίζουν καινούρια πάντα μηνύματα. Αδέσμευτα και οικουμενικά τα ποιητικά μηνύματα εξελίσσονται με κάθε ανάγνωση, σε κάθε εποχή, μέσα σε νέες ή διαφορετικές συνθήκες από εκείνες που ενέπνευσαν, που επηρέασαν τους φορείς, τους οραματιστές της ζωής, τους ποιητές. Δύο τέτοιοι ποιητές, διαφορετικής γενιάς και διαφορετικών συνθηκών, ο ένας της νεορομαντικής και νεοσυμβολιστικής σχολής, ο άλλος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, διαφορετικής ποιητικής φιλοσοφίας, αλλά ποιητές και οι δύο, «χτυπούν την πόρτα» του Οκτώβρη, ο Κώστας Καρυωτάκης με τη γέννησή του (30 Οκτώβρη 1896) και ο Τάσος Λειβαδίτης με το θάνατό του (30 Οκτώβρη 1988) και μας παρηγορούν με την πρόσκληση ενός άλλου ποιητή: «Κράτησε τα όνειρά σου· οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς!» (CHARLES BAUDELAIRE, μετάφραση Κ.Γ. Καρυωτάκη).

Παρεξηγημένος από τους συγχρόνους του

Ο Κ.Γ. Καρυωτάκης, βιωματικός και αντιπροσωπευτικός της εποχής του, μπορεί να χαρακτηρίστηκε ποιητής του μηδενισμού και της απαισιοδοξίας, και να έχει περισσότερο ίσως από κάθε άλλον τις ρίζες του στην ιστορική στιγμή και τα περιστατικά που δημιουργούσαν την ασφυκτική ατμόσφαιρα, όμως ταυτόχρονα προεκτείνει ως την εποχή μας. Μπορεί οι σύγχρονοί του εντυπωσιασμένοι από την αυτοκτονία του και βιώνοντας και οι ίδιοι το καταθλιπτικό περιβάλλον, αλλά χωρίς τη δική του ένταση και αδιαλλαξία, στάθηκαν στην απαισιοδοξία του, χωρίς να μπορούν να αντιληφθούν ότι ο Καρυωτάκης κατάφερε να φτάσει ως τη σάτιρα, για να εξευτελίσει, να ελεεινολογήσει, να ξεσπάσει, να καθορίσει την ιδεολογική του στάση. Γιατί ο Καρυωτάκης δεν ταίριαζε μόνο ευχάριστες ομοιοκαταληξίες, έκανε μάχη, με τον τρόπο του, με το στίχο του, το σαρκασμό του, χωρίς ποτέ να παραμερίζει την πραγματικότητα και τον αμετακίνητο στόχο του, τον άνθρωπο μέσα στις αμείλικτες κοινωνίες και κάτω από τη Μοίρα.

«Σε κάποιο κείμενο είδα πάλι επαναλαμβανόμενο τον όρο "καρυωτακισμός"» - γράφει ο Μίλτος Σαχτούρης (1988). «"Καρυωτακισμός" σήμερα το 1988, δε σημαίνει τίποτα. Και τότε γύρω στα 1930 ήταν μια άτυχη λέξη προερχόμενη από την παρεξήγηση ότι ο Καρυωτάκης ήταν τάχα μισάνθρωπος, πεισιθανάτιος κλπ. Ο Καρυωτάκης δεν ήταν τίποτε από όλα αυτά. Ηταν απλώς επαναστατημένος ενάντια στην Ελλάδα του 1928 με τους λασπωμένους δρόμους το χειμώνα, τη σκόνη το καλοκαίρι, με το χαμηλό επίπεδο ζωής, τη δυστυχία των δημοσίων υπαλλήλων που τους έκανε οκνηρούς και αδιάφορους, ριζωμένους στις καρέκλες τους με τους ατέλειωτους καφέδες. Επαναστατημένος για τη δική του καταδίωξη, επειδή αυτός ήταν υπάλληλος υπεύθυνος, γλωσσομαθής, έξω από την εποχή του. Και ήταν ακόμα παρεξηγημένος από όλους τους συγχρόνους του. Ο Καρυωτάκης δεν ήταν minor ποιητής, ήταν μεγάλος ποιητής όπως τον βλέπει τώρα η νέα γενιά κι όπως άλλαξαν γνώμη περί το τέλος της ζωής τους και τον είδαν μεγάλο, οι άλλοτε αρνητές του, Εμπειρίκος και Εγγονόπουλος. Ο πρώτος μάλιστα σε τελευταίο ποίημά του, έτσι τον αποκαλεί, "μεγάλο": "Είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης". Οσο για τον Σεφέρη, δύσκολα κρυβόταν η εκτίμησή του».

Γιατί όπως έγραφε, το 1938, ο Γιάννης Ρίτσος: «Κάποιες βραδινές ώρες, που η πικρία και η μοναξιά δεσπόζουν στην ψυχή μας, τα Ελεγεία και Σάτιρες, μας περιμένουν κάτω από την αρχαία λάμπα. Τέτοιες στιγμές δε θα λείψουν απ' τη ζωή μας. Μαζί μ' αυτές θα ζει για πάντα και ο Καρυωτάκης».

«Γράφω για εκείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν(...)»

Από την άλλη ο Τάσος Λειβαδίτης ανήκει στη γενιά εκείνη που διαμορφώνεται πνευματικά στα χρόνια της κατοχής, τα οποία δρουν στο έργο του ως τραυματικές εμπειρίες. Ανήκει σε εκείνους τους ποιητές που στον εμφύλιο εξορίστηκε, ενώ μετά τον εμφύλιο δικάστηκε αλλά τελικά αθωώθηκε γιατί ένα ποιητικό του έργο θεωρήθηκε επικίνδυνο. Ανήκει σε εκείνους τους ποιητές που αμφισβήτησαν και εναντιώθηκαν στην αστική ιδεολογία, εκφραζόμενοι σε νεωτερική γραφή.

Και οι δύο, ο καθένας από το δικό του χωροχρόνο, μας «επισκέπτονται», συνυφασμένος ο καθένας με τον κοινωνικό χαρακτήρα του έργου του, που βγαίνει μεν από το βίωμα και την προσωπική τους τοποθέτηση, αλλά προσανατολίζονται στο παρόν και το μέλλον των εραστών της ποίησης, γιατί:

«Κάποτε, καθώς φεύγεις/

πηγαίνοντας σε μια μεγάλη μάχη/

θα σου 'τυχε ν' ακούσεις ξαφνικά από 'να παράθυρο/

ένα πιάνο να παίζει./

Ισως ένα κορίτσι με άσπρα δάχτυλα/

ή ένας άντρας με δυνατά χέρια/

να παίζουν αυτόν τον λυπημένο σκοπό/

που σου θυμίζει τα παιδικά σου χρόνια, τους χαμένους έρωτες/

όλα όσα ονειρεύτηκες χωρίς να τα ζήσεις/

τα γιασεμιά που σου γυρίσανε/

την καρδιά σου που την ποδοπατήσαν./

Εσύ στέκεσαι με το στόμα ανοιγμένο/

ακούγοντας κάτω απ' τη βροχή-/

μα πρέπει να βιαστείς, προχωράνε οι άλλοι/

χάθηκαν κιόλας στη στροφή του δρόμου./

Κι όπως ξεκινάς με πλατύ βήμα/

τα παιδικά σου χρόνια/

οι χαμένοι έρωτες/

όλα όσα ονειρεύτηκες χωρίς να τα ζήσεις/

τα γιασεμιά που σου γυρίσανε/

η καρδιά σου που την ποδοπατήσαν/

ξεκινάνε κι αυτά πλάι σου -/

να πολεμήσουν/

μαζί σου.» (Τάσος Λειβαδίτης)

 

Ενας επαναστατημένος αυτόχειρας

Στις 21 Ιουλίου του 1928, με τον ίδιο πυροβολισμό που η Αικατερίνη Καρυωτάκη έχανε τον γιο της, αναγγελλόταν στην Ελλάδα το πέρασμα ενός ποιητή.

Ο Κωνσταντίνος Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη, αλλά ποτέ δεν έζησε εκεί. Το επάγγελμα του πατέρα του ήταν η αιτία που πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε διάφορες επαρχιακές πόλεις, για να καταλήξει στα Χανιά, όπου φοίτησε στις τελευταίες γυμνασιακές τάξεις. Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής της Αθήνας, αρχικά, επιχείρησε να ασκήσει το δικηγορικό επάγγελμα, ελλείψει, όμως, πελατείας, ζήτησε δημόσιο διορισμό. Αρχικά υπουργικός γραμματέας στη Θεσσαλονίκη, στη συνέχεια στις Νομαρχίες Σύρου, Αρτας και Αττικής. Στην Αθήνα γνωρίζεται με την Μαρία Πολυδούρη, με την οποία δημιουργεί το δεύτερο άτυχο ερωτικό του δεσμό. Ακολουθούν διάφορες αποσπάσεις και μεταθέσεις, με προτελευταίο την Πάτρα. Στο μεταξύ, έχει ταξιδέψει στη Γερμανία, στη Ρώμη, στη Ρουμανία, στη Βενετία. Επιστρέφοντας το Μάη του 1928 από το τελευταίο του ταξίδι στο Παρίσι, πήρε νέα μετάθεση για την Πρέβεζα, όπου αυτοκτόνησε στις 21 Ιουλίου του ίδιου χρόνου.

Ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση και τις ποιητικές μεταφράσεις, αλλά έγραψε και κάποια πεζά, σημαντικό συμπλήρωμα του έργου του. Στα Γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1913 από τα λαϊκά περιοδικά «Ελλάς» και «Εικονογραφημένος Παρνασσός», ενώ λίγους μήνες νωρίτερα είχε δημοσιευτεί συνεργασία του στον «Παιδικό Αστέρα» και είχε βραβευτεί στο διαγωνισμό διηγήματος με το πεζό «Ο Αζώρ και ο λωποδύτης». Την επίσημη, όμως, εμφάνισή του την έκανε με την πρώτη ποιητική του συλλογή το 1919 «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων». Ακολούθησαν «Νηπενθή» (1921) και «Ελεγεία και Σάτιρες» (1927).

Η απαισιοδοξία ως διέξοδος

Η καλλιτεχνική δημιουργία, όπως και η απαισιοδοξία, είναι η διέξοδος από την εσωτερική σύγκρουση του ατόμου με τον κόσμο ή με το άμεσο περιβάλλον του. Η δημιουργία του είναι η πρόσκαιρη κατάργηση ενός κλίματος και η μετάβαση σ' ένα άλλο, που κατασκευάζει ο δημιουργός, όπου και καταφεύγει για να ανασαίνει άνετα μέσα του. Όσο κι αν με τις Σάτιρες και κυρίως με τα πεζά του προβάλει οξύτατα τη διαμαρτυρία και την αγανάκτησή του για τις τερατώδεις δυνατότητες του κοινωνικού μηχανισμού, την τελευταία στιγμή στρέφει την πλάτη στη ζωή και την κοινωνία, εξουθενωμένος από ένα βαθύ αίσθημα ματαιότητας. Με την αυτοχειρία του, επισφραγίζει τη γνησιότητα και την ειλικρίνεια του έργου του.

ΠΡΕΒΕΖΑ

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια, θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται, καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους, ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει για να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα, θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι, κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης. Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα. Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία, «Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!» Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία. Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία... Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους, θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

 

Τραγούδησε γι' αυτούς που κουβαλούν «την ισότητα του κόσμου»

«H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Μαρξ», έγραφε στον «Αιώνα εμπορίου» ο Τάσος Λειβαδίτης. «Ενα μικρό, ανήθικο εμπόριο κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα, μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους λαχειοπώλες διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις, τα αισθήματα στο Χρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση, ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές, χρεόγραφα κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τι σημασία έχει; "ζούμε σε μια μεγάλη εποχή", οι παπαγάλοι δεν κάνουν ποτέ απεργία μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές περηφάνιες, γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ' όλη τη βέβαιη νιότη σου, βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελοί να τα μαζέψουν, νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Βαβυλώνας, δολάρια ασημένια, η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται, πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα - θα χρειαστούν μεθαύριο σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της "μεγάλης μας εποχής", κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω απ' τη φιλάργυρη αιωνιότητα...».

Ο Τάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1922. Μεγάλωσε στην καρδιά της πρωτεύουσας, στο Μεταξουργείο. Από πολύ νεαρή ηλικία, από το Γυμνάσιο της οδού Αγησιλάου κιόλας, είναι και δηλώνει ποιητής. Η νύχτα της Κατοχής τον βρίσκει στο Πανεπιστήμιο Αθήνας, στη Νομική Σχολή, που δεν την τέλειωσε. Μετά την Κατοχή εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Το 1940 γνωρίζει τον Γιάννη Ρίτσο και του δίνει να διαβάσει ποίησή του. Ο Τάσος Λειβαδίτης έγινε και παρέμεινε μέχρι το θάνατό του ο πιο αγαπημένος, ο αδελφικός φίλος του Γ. Ρίτσου.

Η πρώτη εμφάνιση του Τ. Λειβαδίτη στα Γράμματα έγινε το 1946, από τα «Ελεύθερα Γράμματα» του Δημήτρη Φωτιάδη (τεύχος 55, 15/11/1946). Μεταπολεμικά, εκτός από τα «Ελεύθερα Γράμματα», συνεργαζόταν και με τη «Νέα Εστία». Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του περιοδικού «Θεμέλιο», το οποίο όμως εξέδωσε μόνο δύο τεύχη. Το 1947 συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο Μούδρο, στη Μακρόνησο και στον Αϊ-Στράτη, όπου, όπως όλοι οι συνεξόριστοι δημιουργοί, μαθητεύει στην ποίηση του αγώνα ενάντια στα κολαστήρια. Το 1952 εκδίδει τη «Μάχη στην άκρη της νύχτας», την πρώτη από τις 21 μεγάλες ποιητικές συλλογές που κατέλιπε, εκτός από διηγήματα. Το 1953 του απονεμήθηκε το Διεθνές Βραβείο Ποίησης του Παγκόσμιου Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία, για τη συλλογή «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» - το «λαϊκό ανάγνωσμα» της Αριστεράς, το οποίο το 1955 θα απαγορευτεί και ο δημιουργός του θα δικαστεί αλλά τελικά θα αθωωθεί. Το 1954 ήταν μέλος της ιδρυτικής ομάδας του περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης». Από το 1954 έως το 1967 έγραφε κριτική ποίησης στην «Αυγή». Το 1957 του απονέμεται το Α΄ Βραβείο Ποίησης του Δήμου Αθηναίων. Το 1977 το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, για το «Βιολί για έναν μονόχειρα». Το 1979 ξανακερδίζει το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το «Εγχειρίδιο ευθανασίας». Εγραψε επίσης μέγιστα, αθάνατα τραγούδια: «Σαββατόβραδο», «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», «Δραπετσώνα», «Μάνα μου και Παναγιά», «Εχω μια αγάπη», «Λυρικά», με προορισμό πάντα:

«...Τραγουδάω εσάς που ξεκινάτε κάθε αυγή /

κουβαλώντας κάτω απ' το τρύπιο πουκάμισό σας ένα κομμάτι ψωμί /

κι ολάκερη την ισότητα του κόσμου».

_________________

ΠΗΓΗ: εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ - ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ", 20 Οχτώβρη 2002

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009

Το παράδοξο του Καρυωτάκη Εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή

του Νάσου Βαγενά,

καθηγητή της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

image

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, φ. 15-9-1996

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

KΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ & "ΜΙΚΡΗ ΑΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΙΣ Α ΜΕΙΖΟΝ"




1.Βιογραφία


Γεννήθηκε στην Τρίπολη και ήταν γιός του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη, από τη Συκιά Κορινθίας και της Αικατερίνης Σκάγιαννη, από την Τρίπολη. Ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας. Είχε μια αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, που παντρεύτηκε τον δικηγόρο Παναγιώτη Νικολετόπουλο και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος. Λόγω της εργασίας του πατέρα του, η οικογένεια του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα και το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και στα Χανιά όπου έμειναν ως το 1913. Από νεαρή ηλικία, περίπου δεκαέξι ετών, δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος της Διαπλάσεως των παίδων.


Το 1913, γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας και στα τέλη του 1917 απέκτησε το πτυχίο του. Για ένα διάστημα επιχείρησε να ασκήσει το επαγγέλμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε υπουργικός γραμματέας Α' στην Νομαρχία Θεσσαλονίκης ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον ελληνικό στρατό, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Στο τέλος για ν' αποφύγει τις μεταθέσεις, απ' τη μια νομαρχία στην άλλη, μεταπήδησε στο Υπουργείο Προνοίας και μάλιστα στην κεντρική του υπηρεσία, στην Αθήνα.


Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων, δημοσιεύτηκε το 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο, εξέδωσε το σατιρικού περιεχομένου περιοδικό Η Γάμπα, του οποίου η δημοσίευση όμως απαγορεύτηκε μετά από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο Νηπενθή, εκδόθηκε το 1921. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, η οποία εργαζόταν μαζί με τον Καρυωτάκη στη Νομαρχία Αττικής. Τον Δεκέμβριο του 1927, εκδόθηκε η τελευταία του ποιητική συλλογή, με τίτλο Ελεγεία και Σάτιρες.


Τον Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην πόλη της Πάτρας και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή, αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και την μικρότητα της τοπικής κοινωνίας. Στις 20 Ιουλίου αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα, αφού επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας, λίγες ώρες αργότερα αυτοκτόνησε με περίστροφο κάτω από έναν ευκάλυπτο, έχοντας πάνω του ένα σημείωμα, το οποίο έγραφε:


"Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς, τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περσότεροι, μαζύ με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τ' αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ημουν άρρωστος.Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.Κ.Γ.Κ.Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι αν επιχειρήσουνε να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης να δέσουν και μια πέτρα στο λαιμό τους. Ολη νύχτα απόψε, επί 10 ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ηπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθή ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.Κ.Γ.Κ."


Ένας λόγος που φαίνεται να ώθησε τον Καρυωτάκη στην αυτοκτονία είναι και η σύφιλη από την οποία πιθανολογείται ότι έπασχε. Ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Σαββίδης, ο οποίος διέθετε το μεγαλύτερο αρχείο για τους Νεοέλληνες Λογοτέχνες, ερχόμενος σε επαφή με τους φίλους και συγγενείς του ποιητή αποκάλυψε ότι ο Καρυωτάκης ήταν συφιλιδικός, και, μάλιστα, ο αδερφός του, Θανάσης Καρυωτάκης, θεωρούσε ότι η ασθένεια συνιστούσε προσβολή για την οικογένεια). Ο Γιώργος Μακρίδης, στη μελέτη του για τον Καρυωτάκη, διατυπώνει την άποψη ότι ο ποιητής αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα, όχι πιεζόμενος από τη μετάθεσή του εκεί, αλλά φοβούμενος να νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, όπως συνέβαινε με όλους τους συφιλιδικούς στο τελικό στάδιο της νόσου την περίοδο εκείνη. Θέλοντας, μάλιστα, να ισχυροποιήσει το επιχείρημά του, τονίζει ότι δεν είναι δυνατόν ένας βαριά καταθλιπτικός ασθενής να αστειεύεται στο επιθανάτιο γράμμα του.
Εκτός από το ποιητικό του έργο, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά ενώ έδωσε και μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών, όπως του Φρανσουά Βιγιόν.


[ΠΗΓΗ: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ, http://www.el.wikipedia.org/ ]


2. Γενικά χαρακτηριστικά του ποιητή

Α) Απογοήτευση. Επηρεασμένος από τη γαλλική ποίηση και κυρίως από τον Μπωντλαίρ. (Είχε μεταφράσει και άλλους Γάλλους ποιητές). Στα Νηπενθή κυριαρχούν τα μοτίβα του χαμένου Ονείρου και του Χρόνου. Ο Καρυωτάκης δέχεται ότι στον κόσμο επικρατεί η υποκρισία και η μοχθηρία και ότι ο ποιητής δεν μπορεί να βρει θέση πουθενά σ’ αυτόν τον «χαμηλό» κόσμο. Οι πραγματικοί ποιητές είναι «καταραμένοι» να δημιουργούν μέσα σ’ αυτήν τη δυστυχία. Αντιτιθέμενοι στις κοινωνικές συμβάσεις προσπαθούν να ανακαλύψουν με την τέχνη τους έναν κόσμο μαγικό και ιδανικό. Γι’ αυτό και βιώνουν την μετριότητα της ανθρώπινης κοινωνίας, αισθάνονται ξένοι και εξόριστοι, γιατί βλέπουν ότι ο κόσμος δεν μπορεί ν’ ακολουθήσει τα οράματά τους. Έτσι κι ο Καρυωτάκης διακρίνεται από απογοήτευση, διάθεση φυγής, πικρία και απαισιόδοξη στάση.


Β) Σαρκασμός και αυτοσαρκασμός. Στην ποιητική συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες παρατηρείται μια στροφή. Όσα έχει θρηνήσει θα γίνουν αντικείμενο σαρκασμού. Ο Καρυωτάκης επηρεασμένος από τους Fantaisistes του Βιγιόν , του ποιητή που γελούσε κλαίγοντας, αφήνει το θρήνο για το χαμένο όνειρο, αποδέχεται το αναπότρεπτο και ως τελευταίο όπλο κρατά τον σαρκασμό και κυρίως τον αυτοσαρκασμό


Γ) Κοινωνική κριτική. Μέσα σ’ αυτή τη βιοθεωρία εντάσσεται και η κοινωνική κριτική που περνάει στα ποιήματά του. Στο στόχαστρό του βρίσκεται η υποκρισία, ο αριβισμός, η κακία, η εκμετάλλευση, η μοχθηρότητα. Ο ποιητής νιώθει πνιγμένος σ’ αυτά τα πλαίσια, επαναστατεί μέσω της ποίησής του. Είναι βέβαια και συνδικαλιστής αλλά με μικρή καριέρα.
Εξέφρασε με ενάργεια την αδυναμία του απαιτητικού ανθρώπου να προσαρμοσθεί σε έναν κόσμο ηλίθιο και πληκτικό, όπως ήταν η κοινωνία της εποχής του -- και όπως εξακολουθεί βεβαίως να είναι. «αισθάνομαι την πραγματικότητα με σωματικό πόνο» «κάθε πραγματικότητα μου είναι αποκρουστική».


Δ) Καταφύγιο η ποίηση. Ο Καρυωτάκης είναι ένας αυτοαναφορικός ποιητής. Τα μισά σχεδόν ποιήματά του έχουν σχέση με την ποιητική πράξη και γενικότερα την καλλιτεχνική δημιουργία. Γι’ αυτόν η ποίηση είναι «το καταφύγιο που φθονούμε» Αναζητά στην ποίηση τη λύτρωση από τους εφιάλτες του αλλά τελικά κεντρικός άξονας της ποίησής του θα γίνει ο θάνατος.

Ε) Βασικά μοτίβα : απογοήτευση, πικρία, ειρωνεία, αυτοσαρκασμός, πεζολογική διάθεση, ρεαλιστική ματιά.


Στ) Μορφή. Τα ποιήματά του διακρίνονται από μετρική αρτιότητα. Χρησιμοποιεί τις περισσότερες φορές την ομοιοκαταληξία. Δουλεύει πάρα πολύ τον στίχο του, προσπαθεί να συνδυάσει περιεχόμενο και μορφή.






3.Το ποίημα



Γενικά

Μπροστά μας έχουμε έναν ποιητικό αγώνα. Έναν διαγωνισμό.

«ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει»
«μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο»
από τη μια μεριά να βάλει της ζυγαριάς»


Υπάρχει μια παράδοση στη λογοτεχνία τέτοιων αγώνων. Από την αρχαιότητα ξέρουμε τον αγώνα Ομήρου Ησιόδου, αλλά ο πιο γνωστός , που αυτόν σίγουρα έχει στο μυαλό του ο Καρυωτάκης (από τη σκηνή της ζυγαριάς) είναι ο αγώνας Αισχύλου Ευριπίδη που σκηνοθετεί ο Αριστοφάνης στην κωμωδία του Βάτραχοι. Εκεί ο Διόνυσος γίνεται ο κριτής μεταξύ των δύο ποιητών.

Στο δικό μας ποίημα ο αγώνας δίνεται από τη ματιά του ενός διαγωνιζόμενου, του Καρυωτάκη. Ενώ ο κριτής τελικά αποδεικνύεται ο Χρόνος, ο οποίος θα επιτρέψει στο κοινό να ξεκαθαρίσει ποιος είναι ο πραγματικός ποιητής. Για την ώρα αυτός που κρίνει και κατατάσσει τους ποιητές είναι η κοινωνική τους συμπεριφορά και η αποδοχή που έχουν στον κόσμο εξαιτίας των δημοσίων σχέσεων και όχι της ποιητικής τους ικανότητας.

Ο τίτλος.


Μικρή Ασυμφωνία εις Α μείζον


Βασικό μοτίβο του ποιήματος είναι η ειρωνεία. Ο τίτλος δε θα μπορούσε να ξεφύγει απ’ αυτή τη διάθεση του ποιητή.


"Μικρή": ο Καρυωτάκης αν και θεωρεί τη διαφορά μεταξύ του ιδίου και του Μαλακάση μεγάλη , την αποκαλεί μικρή ,γιατί γνωρίζει ότι για τους υπόλοιπους τα σημεία της διαφοράς που αυτός προβάλλει αυτοί τα θεωρούν αμελητέα.


"Ασυμφωνία": πράγματι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ασυμφωνία, με την έννοια της αντιδιαστολής των δύο ποιητών. Από τη μια μεριά έχουμε τη δόξα, την κοινωνική σύμβαση, τον καθωσπρεπισμό και από την άλλη ο Καρυωτάκης είναι συνδεδεμένος με το περιθώριο, την ειλικρίνεια και την πραγματική τέχνη.


Η ασυμφωνία όμως θυμίζει και το μεγάλο σε έκταση (άλλη μια ειρωνική νύξη σε συνδυασμό με το επίθετο «μικρή») μουσικό έργο : τη συμφωνία. Σ’ αυτήν τη μουσική οπτική γωνία μας οδηγεί και το σχόλιο «εις Α μείζον» που είναι μουσικός όρος. Το α το στερητικό (στο α-συμφωνία) έρχεται κι αυτό να ανατρέψει τα καθιερωμένα. Να μην συμφωνήσει σε όσα γίνονται κοινωνικώς αποδεκτά.


Εξάλλου η πρώτη κρίση : μεγάλος ο Μαλακάσης και μικρός ο Καρυωτάκης θα έρθουν σε ασυμφωνία με την τελική κρίση που θα κάνει ο χρόνος που θα καταξιώσει τον ποιητή μας.


"Εις Α μείζον": το ποίημα είναι στιχουργημένο ολόκληρο σε ομοιοκαταληξία που ξεκινά από α: -άση, -άλο, -άσας, -άει….. . μπορούμε βέβαια να υπογραμμίσουμε και το επιφώνημα Α που κυριαρχεί στο ποίημα. Η λέξη «μείζον» έρχεται και αυτή σε αντίθεση με το «μικρή» επιτείνοντας τον σαρκασμό.


Η Α μείζον είναι στην μουσική ορολογία η μείζον κλίμακα του Λα.


Γενικά. Από τον τίτλο ο ποιητής μας κατευθύνει ότι θα παρακολουθήσουμε μια «ασυμφωνία» , μια διαφορά , μια σύγκρουση δυο μελών που δεν συμφωνούν σε τίποτα μεταξύ τους. Μια διαφωνία όμως όχι πολύ σημαντική , όχι γιατί δεν «είναι» αλλά γιατί δεν «φαίνεται» τέτοια στο πλατύ κοινό.


Η ασυμφωνία


Α) Ο Μιλτιάδης Μαλακάσης
Αυτό που προβάλλεται ως χαρακτηριστικό του Μαλακάση είναι η κοινωνική του στάση και πρακτική. Από μόνη της αυτή η επιλογή είναι δείγμα της στάσης που κρατά ο Καρυωτάκης απέναντι στην ποίηση του Μαλακάση: δεν είναι άξια ούτε καν αναφοράς. Μάλιστα ο Καρυωτάκης πιστεύει ότι ο ίδιος ο Μαλακάσης δίνει μεγαλύτερη σημασία στην εικόνα του ως κοινωνικού προσώπου παρά ως ποιητή. Και αυτήν την υποκρισία και την ψευτιά έρχεται να στηλιτεύσει με το ποίημά του. Έτσι τον αποκαλεί δυο φορές «κύριε, κύριε» , ίσως για να ειρωνευτεί τις προσφωνήσεις προς τους επισήμους που γίνονται στις κοινωνικές εκδηλώσεις. Απομονώνει τον επίπλαστο καθωσπρεπισμό του «τους τρόπους, το παράστημά σας, το θελκτικό μειδίαμά σας» , τους τρόπους δηλαδή που υιοθετούμε για να γίνουμε αρεστοί στον κοινωνικό περίγυρο. Προβάλλει ακόμα και το monocle του ποιητή , αντικείμενο που δίνει την εντύπωση ενός αριστοκράτη αλλά και μορφωμένου ανθρώπου, για να τονίσει τη σημασία που έδινε ο Μαλακάσης στο φαίνεσθαι, στην εικόνα του. Γι’ αυτό και η «περιποιημένη φάτσα». Και τέλος αναφέρεται στην προσπάθεια που κάνουν όλοι αυτοί οι κοσμικοί κύριοι να απομονωθούν από τον απλό λαό. Γι’ αυτό και η «υπεροπτική γκριμάτσα» και η συναναστροφή με όσους «μοιάζουν αριστοκράται». Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι το ποίημα γράφτηκε με αφορμή ένα επεισόδιο μεταξύ του Καρυωτάκη και του Μαλακάση: σε μια εκδήλωση με ομιλητή τον δεύτερο ο Καρυωτάκης προσπάθησε να τον χαιρετήσει, να τον συγχαρεί αλλά ο Μαλακάσης δεν του έδωσε σημασία.

Η ειρωνική διάθεση του ποιητή που είναι ευδιάκριτη φανερώνει και την πραγματική στάση του Καρυωτάκη απέναντι στον Μαλακάση. Πίσω από την εμφάνιση κρύβεται το κενό. Ο Μ. είναι ένας αλαζονικός, ακατάδεχτος, φιλάρεσκος, υποκριτής, προσκολλημένος στην εμφάνιση. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται ένας κενός άνθρωπος και επομένως και ένας κενός ποιητής. Η ποίησή του ασχολείται με εντυπωσιακά , επιφανειακά θέματα, εύπεπτα που στόχο έχουν την αποδοχή του κοινού και όχι την έκφραση της πραγματικής συναισθηματικής ανησυχίας του ποιητή.

Β) Ο Καρυωτάκης
Από την άλλη μεριά της ζυγαριάς ο Κ. τοποθετεί τον εαυτό του, ένα άλλο ποιητή. (άλλη μια ένδειξη για τον ποιητικό χαρακτήρα της αναμέτρησης). Φαινομενικά μπροστά μας έχουμε έναν αυτοεξευτελισμό του ποιητή. Φαίνεται να μην έχει καθόλου εκτίμηση στο πρόσωπο και στο έργο του. Όμως, ο ειρωνικός χαρακτήρας του ποιήματος και η μέχρι τώρα στάση απέναντι στον Μαλακάση καθώς και ο τελευταίο ερώτημα: «ποιος τελευταίος θα γελάσει;» δείχνουν ότι ο Καρυωτάκης έχει επίγνωση της ποιητικής του δεινότητας, της υπεροχής του απέναντι στον Μαλακάση και ότι πίσω από τους χαρακτηρισμούς που αποδίδει στον εαυτό του « μισητό σκήνωμα, κύμαβαλον, βάζον» κρύβονται οι απόψεις για τον ίδιο που είχαν η κοινωνία αλλά και η κριτική εκείνη την εποχή, τις οποίες ο Καρυωτάκης ειρωνεύεται για την έλλειψη διορατικότητας αλλά και για την προσκόλλησή τους στην επιφάνεια. Έτσι ο ποιητής μας χαρακτηρίζεται ως:


«σκήνωμα μισητό» δεν είναι γνωστός και αποδεκτός. Μάλιστα η ποίησή του έχει σχέση με το θάνατο (σκήνωμα)
«θανάτου άθυρμα» , παιχνίδι του θανάτου: η ποίησή του είναι πεσιμιστική
«συντριμμένο βάζον» , άχρηστος, κομματιασμένος. Λέγεται ότι η έκφραση είναι παρμένη από το ποίημα του Γάλλου ποιητή Πρυντόμ «La vase brize», «το ραγισμένο βάζο». Αν είναι έτσι, και εδώ τα χαρακτηριστικά του Καρυωτάκη δίνονται με ποιητικούς όρους κάτι που κάνει τη σύγκριση των δύο ανδρών περισσότερο ποιητική.
«Κύμβαλον αλαλάζον», μουσικό κρουστό όργανο, που εκπέμπει εντυπωσιακούς ήχους χωρίς νόημα= ένας ποιητής που μόνο φωνάζει τα συναισθήματά του αλλά στην πραγματικότητα είναι κενός.

Το κριτήριο


Ο Καρυωτάκης δέχεται στην αρχή ειρωνικά ότι δεν μπορεί να βρεθεί ένα κριτήριο για τους δύο , «μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο, ίδια τον ένα και τον άλλο;». Είναι τέτοια η διαφορά τους που δεν μπορεί να βρεθεί ένα μέτρο σύγκρισης. Η ασυμφωνία τους όμως είναι κοινωνική και εκεί πράγματι τα μεγέθη είναι ανόμοια και επομένως και η σύγκριση περιττεύει. Έτσι λοιπόν με κριτήριο την κοινωνική αποδοχή ο αγώνας είναι μάταιος. Υπάρχει όμως κάτι κοινό και αυτό είναι η ποίηση. Μόνο που τώρα η ποίηση έχει χαθεί γιατί ο κόσμος δίνει σημασία στο φαίνεσθαι και όχι στην ουσία. Ο Χρόνος λοιπόν που θα είναι ο τελικός κριτής θα αναδείξει την αξία του νικητή. Γιατί με τον χρόνο θα ξεχαστούν όλα τα υπόλοιπα και το μόνο που θα μείνει από τους ποιητές είναι το έργο τους.

Το αποτέλεσμα

Νικητής σίγουρος βγαίνει ο Καρυωτάκης. Το τελευταίο ερώτημα «ποιος τελευταίος θα γελάσει;» δείχνει ξεκάθαρα ότι τα πράγματα θα αλλάξουν στο μέλλον και αυτός που γνωρίζει τώρα τη δόξα θα πέσει στην αφάνεια ενώ ο άγνωστος ποιητής εκείνης της εποχής θα αναγνωριστεί και από τους ομότεχνούς του αλλά και από το κοινό. Ο Καρυωτάκης είναι σίγουρος για την ικανότητά του αλλά και με διορατικότητα ξέρει ότι τελικά αυτός θα κερδίσει και όχι ο Μαλακάσης.


Μορφικά στοιχεία


Γλώσσα : το λεξιλόγιο του Καρυωτάκη χαρακτηρίζεται καθημερινό, πεζολογικό.
Δείγμα της ρεαλιστικής του ποίησης. ( γκριμάτσα, monocle, βροντήσω, πλάστιγγα). Απ’ την άλλη μεριά έχουμε αρκετές λόγιες λέξεις (κύμβαλον, αλαλάζον, αριστοκράται, άθυρμα) και λόγιες καταλήξεις (βάζον) που ενισχύουν τον ειρωνικό τόνο του ποιήματος. Εξάλλου η καθαρεύουσα εκείνη την εποχή ήταν ένα ακόμα δείγμα καθωσπρεπισμού.


Επίσης μπορούμε να διακρίνουμε το ποίημα και γλωσσικά σε δύο μέρη. Το κομμάτι που αναφέρεται στον ίδιο το Καρυωτάκη (στιχ 16-18) αυτονομείται από το υπόλοιπο και γλωσσικά. Στο ένα μέρος τύποι καθαρευουσιάνικοι και της δημοτικής συμπλέκονται με κωμικά αποτελέσματα , ακόμα και τύποι της λαϊκής αργκό «φάτσα», και ξένες λέξεις που γράφονται με λατινικούς χαρακτήρες (η γνώση μιας ξένης γλώσσας και μάλιστα της γαλλικής ήταν και αυτό απόδειξη κοινωνικής ανέλιξης). Αυτό το συνονθύλευμα θέλει να δείξει την προσπάθεια όλων αυτών που χωρίς πραγματικές βάσεις προσπαθούν να αποδείξουν ακόμα και με τη γλώσσα που χρησιμοποιούν το κοινωνικό τους ύψος , που βέβαια μπορούν να κοροϊδέψουν μόνο τους ανίδεους. Στο δεύτερο μέρος , το οποίο είναι πιο λακωνικό, τέσσερις χαρακτηρισμοί χωρίς φλυαρίες, η γλώσσα αποκτά ένα σοβαρό τόνο που της προσδίδουν οι ευαγγελικές ρήσεις (σκήνωμα, κύμβαλον αλαλάζον) ,ένδειξη και αυτή της σημασίας του Καρυωτάκη έναντι του φλύαρου Μαλακάση.


Στίχος


Εισαγωγικά


Ιαμβικό μέτρο: άτονη- τονισμένη συλλαβή, ( υ - / υ -)
Α κύ / ριε κύ/ ριε Μα/ λα κά/ ση
Τροχαϊκό μέτρο: τονισμένη – άτονη συλλαβή ( - υ / - υ)
Ό σοι / μοιά ζουν/
Μεσοτονικό μέτρο: άτονη – τονισμένη – άτονη, άτονη – τονισμένη- άτονη (υ – υ, υ- υ)
Να βλ έπε, τε μ όνο, στο πλά ι

Το ποίημα είναι γραμμένο σε μια στροφή σε ιαμβικούς εννεασύλλαβους.
Όμως μπορούμε να ανιχνεύσουμε τόσο τροχαϊκά μέτρα στιχ 10 και μεσοτονικά στιχ 8. Αυτό το γεγονός μαζί με τους συνεχείς διασκελισμούς αλλά και τα χασοτονίσματα {τονίζονται με γραμματικό τόνο δυο συνεχόμενες συλλαβές , έτσι ώστε στο μέτρο ο ένας τόνος να χάνεται} ( π.χ. μισητό σκήνωμα) έχει σαν αποτέλεσμα το σπάσιμο του στίχου , το άκουσμα πολλών παρατονισμών βοηθώντας έτσι και στην ακουστική εντύπωση της ασυμφωνίας.
Ομοιοκαταληξία: ζευγαρωτή , πάντοτε αρχίζει από -α


Μορφική αρτιότητα


_Δεν υπάρχουν χασμωδίες
_Πλούσια στίξη
_Πλούσια ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία
_Στίχος ιαμβικός εννεασύλλαβος
( οι παρατονιμσοί είναι εσκεμμένοι)
_Το λεξιλόγιο καθημερινό με λόγια στοιχεία που έχουν στόχο και τα δύο να προβάλλουν την ειρωνική διάθεση του ποιητή


[ΠΗΓΗ: Κόλιας Χρήστος, Φιλόλογοι όλου του κόσμου ... δικτυωθείτε]

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More