Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΤΥΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΤΥΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

Η δική μας ζωή ή των άλλων;

του Γιάννη Πανούση

Η ανεκτική κοινωνία

δεν είναι κοινωνία

Μιχ. Μοδινός, Επιστροφή



Εχουμε άπαντες επ-αναπαυθεί στην εύκολη δικαιολογία. Για όλα τα στραβά και τ' ανάποδα η μοναδική υπεύθυνη είναι η τηλεόραση ή εν πάση περιπτώσει τα media. Δεν διαβάζει το παιδί, φταίει η τηλεόραση. Βλέπει σαπουνόπερες η γιαγιά, φταίει η τηλεόραση. Είναι κολλημένος στο ποδόσφαιρο ο πατέρας, φταίει η τηλεόραση. Η ακριβή κολόνια της κόρης, τα όνειρα για μαγευτικά ταξίδια της μητέρας, οι τσόντες, οι σπόντες, οι πολιτικές φιγούρες, όλοι και όλα είναι «παιδιά» και προϊόντα μιας οθόνης. Μοιάζει σαν τίποτα να μην υπάρχει γύρω από το τραπεζάκι της συσκευής. Δεν υπάρχει οικογένεια, δεν υπάρχει σχολείο, δεν υπάρχει γειτονιά, δεν υπάρχει κοινωνία, τελικά ούτε κράτος υπάρχει. Η τηλεόραση τα έχει καταβροχθίσει (ενώ κοιμόντουσαν;) και τώρα «παίζει» μόνη της...

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Η δικτατορία της ομορφιάς



της ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΣΧΙΝΑ

Το 1998, 2,1 εκατομμύρια Αμερικανοί κατέφυγαν στο νυστέρι της αισθητικής χειρουργικής. Το 2001, σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, ο αριθμός των «αποκατασταθέντων αισθητικά» είχε τριπλασιαστεί. Από το 1970 ώς σήμερα, ενάμισι εκατομμύριο Αργεντινές έκαναν προσθετικές επεμβάσεις στο στήθος τους· στη γειτονική Βραζιλία, δύο εκατομμύρια γυναίκες ξάπλωσαν στο χειρουργικό τραπέζι για να το μικρύνουν σε όγκο. Στην Ευρώπη, οι «υπηρεσίες αισθητικής» κάνουν χρυσές δουλειές· στον τόπο μας τα «ινστιτούτα καλλονής», τα γυμναστήρια, τα «spa» όλο και πληθαίνουν, όλο και διευρύνουν τον κύκλο των εργασιών τους -ενώ η πλαστική χειρουργική γνωρίζει μέρες μοναδικής ευφορίας.

Το σώμα -τι τρώμε, πώς ντυνόμαστε, οι καθημερινές τελετουργίες μέσα από τις οποίες το υπηρετούμε- είναι ένα διάμεσο πολιτισμού. Μία παντοδύναμη συμβολική φόρμα (για να χρησιμοποιήσω τον ορισμό της ανθρωπολόγου
Mary Douglas), μία επιφάνεια όπου εγγράφονται οι βασικοί κανόνες, οι ιεραρχίες, ακόμη και οι μεταφυσικές ανησυχίες ενός πολιτισμού. Ταυτόχρονα, όμως, το σώμα μπορεί να λειτουργήσει και ως μια μεταφορά για τον πολιτισμό. Από τον Πλάτωνα ώς τον Χομπς και από τον Φουκό ώς τη Γαλλίδα φεμινίστρια Λις Ιριγκαρέ οι στοχαστές συναινούν: το αποτύπωμα που επιτρέπει είτε να φανταστούμε είτε να διαγνώσουμε την παθολογία μιας κοινωνίας, είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτή προσλαμβάνει τη μορφολογία του σώματος.

Το σώμα δεν είναι μόνο ένα κείμενο πολιτισμού. Είναι επίσης, όπως έχουν καταδείξει ο Πιερ Μπουρντιέ και ο Μισέλ Φουκό, ένα συγκεκριμένο και άμεσο locus κοινωνικού ελέγχου. Οι συνειδητές μας πολιτικές επιλογές, η κοινωνική μας στράτευση, η δημιουργικότητα, ο ερωτισμός μας μπορούν και να υποβαθμιστούν ή να προδοθούν από τη ζωή του σώματός μας -που, ωστόσο, δεν είναι το διελαυνόμενο από την επιθυμία σώμα (το ενστικτώδες σώμα ενός Πλάτωνα, ενός Αυγουστίνου, ενός Sigmund Freud), αλλά το σώμα που ο Michel Foucault ονομάζει «πειθήνιο» -ένα σώμα ευάγωγο, που υπακούει, που μπορεί να τελειοποιείται και να μεταπλάθεται, για να υποταχθεί και να χρησιμοποιηθεί.

Στα ύστερα «γενεαλογικά» του έργα («Ιστορία της σεξουαλικότητας», «Επιτήρηση και τιμωρία»), ο Φουκό συνεχώς μας θυμίζει πόσο συχνά τα σώματά μας εκπαιδεύονται, σχηματίζονται και σφραγίζονται από τις κυρίαρχες, ανά εποχή, αντιλήψεις περί ταυτότητας, επιθυμίας, ανδρισμού, θηλυκότητας, όχι μέσω της ιδεολογίας, αλλά κυρίως μέσω της οργάνωσης και της ρύθμισης του χρόνου, του χώρου και των δραστηριοτήτων της καθημερινότητάς μας. Σκοτεινή, ανησυχητική άποψη· η σκιά της βαραίνει δυσοίωνα πάνω στη σύγχρονη ζωή. Γιατί οι γυναίκες, όπως μαρτυρούν οι αριθμοί, περνούν σήμερα πολύ περισσότερες ώρες ασχολούμενες με την οργάνωση και την πειθάρχηση των σωμάτων τους απ' ό,τι παλιότερα. Και ενώ η δημόσια αρένα ανοίγει για να συμπεριλάβει τις ίδιες και τις φιλοδοξίες τους, η αγωνία τους για το σώμα εμφανίζεται σαν υπονομευτικός αντιπερισπασμός. Μέσα από την αναζήτηση ενός συνεχώς μεταβαλλόμενου, ομογενοποιημένου και συνάμα φευγαλέου ιδανικού θηλυκότητας -μία καταδίωξη μάλλον χωρίς τέλος, που απαιτεί συστηματική παρακολούθηση της μόδας- τα γυναικεία σώματα γίνονται «πειθήνια» σώματα -σώματα των οποίων οι δυνάμεις και η ενεργητικότητα υποτάσσονται σε εξωτερική ρύθμιση, εξάρτηση, μεταμόρφωση, «βελτίωση». Μέσα από την καταναγκαστική και κανονιστική πειθαρχία της δίαιτας, του μέικ απ, του ρούχου -βασικές οργανωτικές αρχές του χρόνου και του χώρου στη μέρα πολλών γυναικών- απομακρυνόμαστε από τον κοινωνικό μας εαυτό, για να αφοσιωθούμε σε μία κεντρομόλο και σολιψιστική αυτοβελτίωση. Υποβάλλοντας τους εαυτούς μας στη δοκιμασία της ομορφιάς, απλώς επιβάλλουμε στο σώμα μας το αίσθημα και τη βεβαιότητα της έλλειψης, της ανεπάρκειας. Ποτέ δεν είμαστε όσο όμορφες επιτάσσουν τα κυρίαρχα πρότυπα· ποτέ δεν επιδεικνύουμε την αυτοπειθαρχία που απαιτείται για να τα πλησιάσουμε.

«Ιδωμένες ιστορικά, οι δοκιμασίες πειθαρχίας που επιβάλλουν οι γυναίκες στο σώμα τους σήμερα -ίσως η μόνη φυλετική καταπίεση που ασκείται, αν και σε διαφορετικό βαθμό και με διαφορετικές μορφές, διαταξικά, διαφυλετικά, διηλικιακά- πρέπει να αναγνωριστούν ως μια εκπληκτικά ανθεκτική και ευπροσάρμοστη στρατηγική κοινωνικού ελέγχου», γράφει η Αμερικανίδα κριτικός Susan Bordo. «Στην εποχή μας είναι δύσκολο να μην αναγνωρίσουμε ότι η αδιάκοπη μέριμνα για την εμφάνιση, η οποία προσβάλλει τις γυναίκες πολύ περισσότερο από ό,τι τους άνδρες ακόμη και στο σημερινό ναρκισσιστικό και εικονολαγνικό μας πολιτισμό, μπορεί να λειτουργήσει σαν ένα φαινόμενο παλινδρόμησης -επανεπιβεβαιώνοντας τις υπάρχουσες διακρίσεις των φύλων ενάντια στη ρητορική περί ισότητας και στην προσπάθεια μετατόπισης ή αλλαγής των σχέσεων εξουσίας».

Ο ρόλος του φύλου, οι κανόνες της θηλυκότητας: ένα προκρούστειο κρεβάτι που εξαρθρώνει το γυναικείο σώμα και στο οποίο όλο και περισσότερες γυναίκες αισθάνονται υποχρεωμένες να ξαπλώσουν. Κανόνες που διαδίδονται κυρίως οπτικά (μέσω του κινηματογράφου και της τηλεόρασης) μέσω όλο και πιο στερεότυπων εικόνων. Το αποτέλεσμα; Η ίδια η θηλυκότητα καταντά περισσότερο ζήτημα κατασκευής (με τον τρόπο που περιέγραψε ο Erving Goffman, ήδη από το 1959, στο βιβλίο του «The Presentation of Self in Everyday Life»): η ορθή, αποδεκτή παρουσίαση/ παράσταση του εγώ. Δεν χρειάζονται πια λεκτικές περιγραφές ή παραδείγματα για το τι είναι μια γυναίκα ή για το ποια στοιχεία συνιστούν τη θηλυκότητα: μαθαίνουμε τους κανόνες κατευθείαν μέσω των εικόνων που υποδεικνύουν ποια ρούχα, ποια σιλουέτα, ποια έκφραση του προσώπου, ποιες κινήσεις και ποια συμπεριφορά είναι απαιτητή, για να μη νιώθουν οι γυναίκες ντροπή για το σώμα τους.

Εξού και οι παράλογες ιστορίες που αφηγούνται οι πλαστικοί χειρουργοί: γυναίκες που προσέρχονται σ' αυτούς με φωτογραφίες μοντέλων, απαιτώντας να αλλάξουν τη μύτη, το πιγούνι, τα ζυγωματικά, τη θέση των αυτιών και το πλάτος του μετώπου, έτσι που να τους μοιάζουν. Απαιτώντας να γίνουν άλλες· άλλες που (αλίμονο!) δεν θα είναι ποτέ οι «άλλες» της φωτογραφίας. Και φυσικά, οι ωδίνες και τα οιδήματα, οι αιμορραγίες και τα αιματώματα δεν αποτελούν, καθώς φαίνεται, ανασχετικό παράγοντα.

Οι προασπιστές του «δικαιώματος στην ομορφιά», ωστόσο, θα μας θύμιζαν τη λαϊκή σοφία: «Μπρος στα κάλλη τι είν' ο πόνος». Και την ιστορία. Δεν είναι, ασφαλώς, η πρώτη φορά που το σώμα γίνεται αντικείμενο επιτακτικών και πιεστικών επενδύσεων· σε κάθε κοινωνία το σώμα περιζώνεται από εξουσίες πολύ σφιχτές, που του επιβάλλουν καταναγκασμούς, απαγορεύσεις και υποχρεώσεις. Τουλάχιστον σήμερα η πειθαρχία έχει σχέση με την αυτοβελτίωση -με την ομορφιά- και η ομορφιά είναι αξία. Υπήρχαν εποχές αδιάφορες προς το κάλλος; Ασφαλώς όχι. Οσο για τη φαινομενικότητα, σ' αυτήν δεν ομνύει μονάχα ο σύγχρονος κόσμος: η επιτυχία ήταν ανέκαθεν προνόμιο των ωραιότερων. Οι λίγες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν το δυναστευτικό κανόνα: κρινόμαστε από την εξωτερική μας εμφάνιση· άρα η δυνατότητα να την αλλάξουμε ή να την ταυτίσουμε με την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας είναι απελευθερωτική.

Αυτά, τουλάχιστον, λέει ο καθηγητής Σάντερ Γκίλμαν, που υπογράφει την πρώτη εκτεταμένη (και άκρως ενδιαφέρουσα) ιστορία της αισθητικής χειρουργικής. Στο βιβλίο του «Making the body beautiful» κεντρική θέση κατέχει η έννοια του «passing» - της «πέρασης», όπως θα λέγαμε στη γλώσσα μας. Η τρομερή δημοτικότητα της πλαστικής χειρουργικής, ακόμη και, ή μάλλον κυρίως, ανάμεσα σε ανθρώπους με μέσο εισόδημα, οφείλεται στο ότι τους βοηθά να έχουν πέραση στο κοινωνικό περιβάλλον με το οποίο ταυτίζονται συναισθηματικά. Η πλαστική χειρουργική δεν θα είχε διανύσει τόσο δρόμο, επαναλαμβάνει ο Γκίλμαν, αν τα τέλη του αιώνα μας δεν μαρτυρούσαν μία «καταιγιστική αλλαγή στην εικόνα που έχει ο άνθρωπος για το ποιος είναι και τι είναι το σώμα του». Από το 1901, όταν ο χειρουργός και αισθητικός του πολιτισμού Ευγένιος Χολάντερ αποτόλμησε την πρώτη επέμβαση στο πρόσωπο μιας Πολωνέζας αριστοκράτισσας, η εξέλιξη ήρθε ραγδαία, σαν χιονοστιβάδα: όλο και περισσότεροι άνθρωποι, με όλο και πιο ανεπαίσθητες ατέλειες στα χαρακτηριστικά του προσώπου ή του σώματος, αναζητούν χειρουργική διόρθωση των ελαττωμάτων τους· ως αποτέλεσμα, «η αυτοεκτίμηση και η εμπιστοσύνη στον εαυτό τους ανεβαίνει κατακόρυφα», σύμφωνα με τον Γκίλμαν. Αν όμως, ήδη από το 1891, ένας ψυχίατρος, ο Ενρίκο Μορτσέλι, αξιολογούσε ως σοβαρό ψυχολογικό πρόβλημα την εμμονή που σχετιζόταν με τη σωματική εμφάνιση, βαφτίζοντάς την μάλιστα «δυσμορφοφοβία», η σύγχρονη ψυχανάλυση θα υπερθεμάτιζε. Αρκεί να σκεφτούμε διατροφικές διαταραχές, όπως τη νευρική ανορεξία, που φτάνει να οδηγεί ώς και στο θάνατο.

Μήπως, λοιπόν, η νέα εμφάνιση, όχι μόνο δεν λύνει το πρόβλημα της αυτοεκτίμησης, αλλά απλώς το επικαλύπτει; Μήπως επωφελούμενοι από όσα μπορεί να προσφέρει η πλαστική χειρουργική στενεύουμε απελπιστικά τις προσδοκίες μας σε ανθρώπινη ποικιλία και στερούμαστε την ευτυχία να γερνάμε αξιοπρεπώς; Μήπως, τέλος, για να ξαναγυρίσω από εκεί που ξεκίνησα, η τυφλή προσήλωση στα κυρίαρχα πρότυπα ομορφιάς χειραγωγεί το γυναικείο σώμα και στομώνει την επιθυμία του;

Το γυναικείο κίνημα θα απαντήσει σ' αυτά τα ερωτήματα με κατηγορηματικό τρόπο: η αισθητική χειρουργική είναι αποτέλεσμα μιας καπιταλιστικής ανδρικής συνωμοσίας ενάντια στο γυναικείο φύλο. Τη σκληρότερη γλώσσα θα μεταχειριστεί η Νάομι Γουλφ στο περίφημο βιβλίο της «Ο μύθος της ομορφιάς: Πώς οι εικόνες της ομορφιάς χρησιμοποιούνται εναντίον των γυναικών» (1991), όπου θα υποστηρίξει ότι το πολιτισμικό κλίμα που υποβάλλει στις γυναίκες την εντύπωση ότι είναι άσχημες και ανεπαρκείς και ως εκ τούτου χρειάζονται θεραπεία, καλλιεργείται αποκλειστικά από τη βιομηχανία της ομορφιάς. «Η βιομηχανία ξεφουρνίζει διαφημίσεις, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης τις μεταδίδουν και οι γυναίκες κατακρεουργούνται», γράφει χαρακτηριστικά. Η εναλλακτική φεμινιστική άποψη, ωστόσο, είναι πιο ήπια: βλέπει την αισθητική χειρουργική ως διαδικασία χειραφέτησης, μέσα από την οποία η γυναίκα αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη του σώματός της: μπορεί να το επιδιορθώσει, αν θελήσει, μπορεί να αποτινάξει, όπως γράφει η Αλισον Λιούρι στο βιβλίο της «Η γλώσσα των ρούχων» (1981) «τη μάσκα των γηρατειών που παραμορφώνει το νεανικό εσώτερο εαυτό της». Η Κάθι Ντέιβις στο βιβλίο της «Σμιλεύοντας το γυναικείο σώμα από την αρχή: το δίλημμα της αισθητικής χειρουργικής» (1995) επιμένει ότι η λιποαναρρόφηση είναι πολιτικώς ορθή. Οσο για την ψυχολόγο Νάνσι Ετκοφ, εκείνη στο βιβλίο της «Επιβιώνει η ομορφότερη: η επιστήμη της ομορφιάς» (1999) απαντάει ευθέως στη Γουλφ: «Οχι, η ομορφιά δεν είναι μύθος, δεν είναι κοινωνικά κατασκευασμένη έννοια, ούτε δημιούργημα των χειραγωγών διαφημιστών». Για να υπερασπιστεί τις απόψεις της τσιτάρει τον Οβίδιο, τον Χένρι Τζέιμς, τον Πλάτωνα («οι τρεις επιθυμίες του ανθρώπου: υγεία, πλούτος αποκτημένος με έντιμα μέσα, ομορφιά») και το φιλόσοφο Τζορτζ Σανταγιάνα- George Santayana(«Μέσα στην ίδια μας τη φύση υπάρχει μία ριζική και ευρύτατα διαδεδομένη τάση να προσέχουμε την ομορφιά και να την εκτιμάμε»), τονίζει ότι η Λεωφόρος Μάντισον μπορεί να εκμεταλλεύεται, δεν δημιουργεί όμως τις αισθητικές μας προτιμήσεις και επιστρατεύει μία τελευταία έρευνα, που αποδεικνύει ότι οι γονείς δείχνουν μεγαλύτερη τρυφερότητα στα νεογέννητα μωρά τους που τυχαίνει να είναι όμορφα και τα μωρά ανταποκρίνονται αναλόγως: σε ηλικία τριών μηνών κοιτάζουν επίμονα τα ωραία πρόσωπα, ενώ όταν πλησιάσει κάποιος λιγότερο ελκυστικός, αποστρέφουν το βλέμμα.

Ωστόσο, οι διαπιστώσεις της Νάνσι Ετκοφ είναι αυτονόητες: ο πόθος για την ομορφιά αναλύθηκε από στοχαστές πολύ σημαντικότερους. Οταν μάλιστα σκεφτεί κανείς πόσοι άνθρωποι στον κόσμο ξαπλώνουν οικειοθελώς στο χειρουργικό τραπέζι για να σκίσουν και να κάψουν το δέρμα τους, να αναρροφήσουν το λίπος του, να εμφυτεύσουν στο σώμα τους παράξενα και ύποπτα υλικά, καταλαβαίνει πόσο επιτακτικός είναι αυτός ο πόθος. Ομως, το ζήτημα δεν είναι η ομορφιά, αλλά η διαδικασία κατάκτησής της· το συνεχές ανικανοποίητο, όπου είναι καταδικασμένη να σκοντάφτει, πάλι και πάλι. Ασφαλώς και δεν είναι εύκολο να γερνάς, ούτε να συμφιλιώνεσαι μ' ένα πρόσωπο που σε προδίδει· όμως πιστεύω ότι στο βάθος όλες εμείς οι γυναίκες θα προτιμούσαμε να μας επιτρέψουν να γεράσουμε ήσυχες και ευχαριστημένες, όπως οι γιαγιάδες μας.

ΠΗΓΗ: εφημ.ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ένθετο ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 27/09/2002
Reblog this post [with Zemanta]

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Τα πρότυπα ομορφιάς αλλάζουν συνέχεια

MCCALL STYLE & BEAUTYImage by George Eastman House via Flickr

Τα γυναικεία πρότυπα φυσικής ομορφιάς και εμφάνισης εξελίσσονται και αλλάζουν με τις δεκαετίες, ανεξάρτητα από τα επαγγέλματα και τις καταστάσεις.
«Η νέα ανδροκρατούμενη βιομηχανική κοινωνία προσδιορίζει με σαφήνεια», όπως επισημαίνει η επίκουρη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, ψυχολόγος-κοινωνιολόγος, Χριστίνα Αντωνοπούλου, «ως αποφασιστική ποιότητα και μοναδικό περιεχόμενο της γυναικείας προσωπικότητας την ομορφιά και το καλλίγραμμο σώμα με τις αναλογίες που αυτή θεωρεί ώς τις πιο ιδεώδεις.

Ετσι όπως παρουσιάζεται τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από τον Τύπο, περιοδικά κ.λπ., η ομορφιά κρίνεται με βάση τις διαστάσεις που έχει το τέλειο στήθος, η μέση, οι γοφοί και γενικά οι υπόλοιπες αναλογίες, με βασικό επιστέγασμα για τη συνολική εμφάνιση το κλασικό παρθενικό πρόσωπό της».


«Η συστηματική προβολή της ανατομικής παρουσίας της γυναίκας τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από τις βιομηχανίες καλλυντικών ως πρωταρχικό-κοινωνικό στοιχείο επιτυχίας και αποδοχής έχει αποτέλεσμα», αναφέρει η κ. Αντωνοπούλου, «τη δημιουργία και την ανάπτυξη άσβεστου ανταγωνισμού ανάμεσα στις γυναίκες στο επίπεδο της εμφάνισής τους, των ρούχων, των κοσμημάτων και στην απόκτηση υπεροχής, αλλά κυρίως αποδοχής, θαυμασμού και αναγνώρισης. Ιστορίες όπως του Πάρη που πρόσφερε το μήλο στην πιο όμορφη, την Ελένη, ή του Ιουστινιανού, που δεν διάλεξε την Κασσιανή, βρίθουν κατά χιλιάδες στην ιστορία και στην παγκόσμια βιβλιογραφία».

«Γνωρίζουμε πλέον», προσθέτει η ίδια, «ότι μια όμορφη γυναίκα σύμφωνα με τα ισχύοντα πρότυπα έχει εξασφαλισμένες σημαντικές προϋποθέσεις για κοινωνική και οικονομική άνοδο. Η γυναικεία ομορφιά εξακολουθεί και στις μέρες μας να έχει πανίσχυρη και απαρασάλευτη ανταλλακτική αξία, που δεν κλονίζεται μάλιστα από τις διακυμάνσεις του χρηματιστηρίου και το ανεβοκατέβασμα των υλικών αγαθών της παγκόσμιας αγοράς.

Τόσο η ανδροκρατική εξουσία όσο και τα ΜΜΕ ανακαλύπτουν νέες μορφές και νέα σχήματα για να ανασυνθέτουν τους καθιερωμένους ρόλους και να υποτάσσουν ιεραρχώντας πολλές άλλες ανάγκες τους, προκειμένου να επιβιώσει η ανδρική νοοτροπία. Η εκμετάλλευση της γυναίκας -εκμετάλλευση σωματική, πνευματική και σεξουαλική- δημιουργεί και την ανάπτυξη έντονου ανταγωνισμού ανάμεσα στις γυναίκες στην προσπάθειά τους να ανταποκριθούν όσο καλύτερα μπορούν στα μοντέρνα πρότυπα που προωθούνται από τα ΜΜΕ, σύμφωνα με τις ανδροκρατικές προδιαγραφές.

Η σύγχρονη κοινωνία, που έχει διαμορφώσει τα πρότυπα της γυναικείας εμφάνισης, επιμελημένα και συστηματικά έχει καλλιεργήσει το συσχετισμό της εμφάνισης με την ποιότητα του μυαλού της γυναίκας».

Οπως τονίζει η κ. Αντωνοπούλου, «η μυθολογία, η ιστορία και η λογοτεχνία, αλλά και τα διάφορα έντυπα, καθώς επίσης και τα ΜΜΕ, εμφανίζουν τη γυναικεία ομορφιά ως ακαταμάχητο κοινωνικό όπλο για ανέλιξη και επιτυχία, άρα και τη συνακόλουθη σεξουαλικότητα της γυναίκας, που σε τελευταία ανάλυση επισημαίνει το σημαντικότερο ρόλο της. Με λίγα λόγια, η δύναμη της γυναίκας είναι η σεξουαλικότητά της. Δεν της χρειάζεται μυαλό, αλλά ομορφιά για να πετύχει -πού να πετύχει;- στην αποδοχή και αναγνώριση από έναν άνδρα. Ετσι οι γυναίκες, οι νέες κοπέλες που δεν πληρούν τα προβαλλόμενα πρότυπα και μοντέλα, κατατρύχονται από τα ζητήματα της φυσικής τους εμφάνισης και αυτοαξιολογούνται από κεκτημένη ταχύτητα και αταβισμό με βάση τα ισχύοντα σεξουαλικά πρότυπα».

Οσον αφορά τις συνέπειες, η κ. Αντωνοπούλου υπογραμμίζει ότι «σήμερα μεγάλος αριθμός νέων γυναικών βιώνει χαμηλή αυτοεκτίμηση και ανασφάλεια, συναισθήματα που έχουν ψυχοσωματικές παρενέργειες και εμμονές. Πολλές γυναίκες, για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στα πρότυπα, ιδιαίτερα κατά την εφηβική ηλικία, αυτοϋποβάλλονται σε εξαντλητικές δίαιτες και παντός είδους στερήσεις, για να μπορέσουν να πλησιάσουν ή και να ξεπεράσουν τα προτεινόμενα διαστασιολογικά σταθερότυπα του σώματος.

Η λεπτή και κομψή γυναίκα, έτσι όπως παρουσιάζεται από τα ΜΜΕ, είναι ένας κοινωνικός όρος που αφορά το γυναικείο φύλο σε τέτοιο βαθμό, που συσχετίζεται με την κοινωνική αποδοχή του ατόμου, τη συναισθηματική του αποδοχή ή απόρριψη και τη συνακόλουθη κοινωνική περιθωριοποίηση που οδηγεί στη συναισθηματική απομόνωση, νεύρωση και χαμηλή αυτοεκτίμηση». ΠΗΓΗ:εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 09/07/2005
Reblog this post [with Zemanta]

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2009

Το αντίδοτο στα Big Brother - Bar

Photoillustration: Big BrotherImage by adobemac via Flickr

I found this fascinating quote today:

Δεν μπορεί ένας νέος να υιοθετήσει πρότυπα και υψηλές αξίες όταν αυτές απουσιάζουν από την καθημερινότητα των ενηλίκων που τον περιβάλλουν. Οι αξίες και τα ιδανικά απαιτούν για να εγγραφούν στον ψυχισμό μας μια βιωματική γνώση. Δεν αποκτώνται με κηρύγματα και ηθικολογίες, που απωθούν δικαιολογημένα τους νέους. Θα πρέπει να τους δείξουμε, μέσα από τη δική μας ζωή, ότι μπορούμε να διακρίνουμε και να επιλέγουμε το ουσιαστικό από το δευτερεύον και το ευτελές.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius


Reblog this post [with Zemanta]

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More