Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και οι έφηβοι

Greek writer Aleksandros Papadiamantis photogr...Image via Wikipediaτης Mαριαννας Tζιαντζη

Μια μικρή παρέα μαθητών λυκείου συζητά για τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη. Η εικόνα αυτή μοιάζει βγαλμένη από μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, όμως είναι αληθινή, αφού την είδαμε στο «Σκοτεινό τρυγόνι» της περασμένης Δευτέρας. Στην Ελλάδα του 2011 υπάρχουν έφηβοι που διαβάζουν Παπαδιαμάντη και συζητούν γι’ αυτόν.

Το «Σκοτεινό τρυγόνι» είναι μια σειρά 12 εκπομπών 15λεπτης διάρκειας, που προβάλλονται κάθε Δευτέρα βράδυ στην ΕΤ1 με αφορμή τα 100 χρόνια από το θάνατο του Παπαδιαμάντη. Σε κάθε επεισόδιο αναπτύσσονται κάποιες πτυχές του έργου του συγγραφέα. Λόγιοι μιλούν, ηθοποιοί διαβάζουν, όμως αυτή τη φορά το λόγο τον είχαν οι έφηβοι.

Είναι αυτονόητο ότι το ενδιαφέρον των μαθητών για τον Παπαδιαμάντη δεν γεννήθηκε αυθόρμητα, αλλά προηγήθηκε η ενθάρρυνση από το σχολείο, την Ελληνογερμανική Σχολή Αθηνών. Σημασία επίσης έχει ότι οι μαθητές δεν το έπαιζαν μικροί σοφοί, δεν παπαγάλιζαν τα όσα είχαν ακούσει από τους καθηγητές τους, δεν έκαναν copy-paste από τα ετοιματζίδικα του Ιντερνετ. Αντίθετα, διατύπωναν τις δικές τους σκέψεις με όλη την αμεσότητα, ίσως και τη δροσερή αδεξιότητα της ηλικίας τους, μια αδεξιότητα που συχνά είναι πιο ενδιαφέρουσα και ζωογόνα από τον στεγνό ξερολισμό πολλών ενηλίκων.

«Τα 15–16 είναι η μικρότερη ηλικία που μπορεί κανείς να διαβάσει και να εκτιμήσει τον Παπαδιαμάντη», λέει ένας μαθητής. Φέτος η τάξη του διάβασε το «Ονειρο στο κύμα» και τη «Φόνισσα» (full text, όπως θα έλεγαν οι πρόγονοί μας) ενώ την αρχική απροθυμία και τη δυσκολία προσαρμογής των παιδιών στο ύφος του συγγραφέα διαδέχτηκε το ενδιαφέρον τους για την πλοκή, τους χαρακτήρες και τις κοινωνικές συνθήκες εκείνης της εποχής.

Οι ίδιοι οι μαθητές παρατήρησαν ότι η γραφή του Παπαδιαμάντη «δεν αποδίδεται ακριβώς στα νέα ελληνικά», αν και η μετάφραση είναι απαραίτητη για τους μαθητές του δημοτικού. Και αν η πλοκή, το περιεχόμενο προσελκύσει τα παιδιά, είναι πολύ πιθανό, λίγα χρόνια αργότερα, να ενδιαφερθούν να διαβάσουν Παπαδιαμάντη στο πρωτότυπο, παρατήρησαν οι μαθητές. Λαϊκά αναγνώσματα ήταν τα διηγήματα και τα μυθιστορήματα του Παπαδιαμάντη, αφού πρωτοδημοσιεύονταν σε εφημερίδες και περιοδικά. Εγγράμματοι βιοπαλαιστές ήταν πολλοί από τους πρώτους αναγνώστες τους, όπως βιοπαλαιστής της πένας ήταν και ο συγγραφέας τους.

Αυτό που ήταν κάποτε λαϊκό και απευθυνόταν σε όλο τον κόσμο, έχει γίνει σήμερα σχεδόν αριστοκρατικό, όμως το «Σκοτεινό τρυγόνι» έδειξε ότι και οι σημερινοί έφηβοι μπορούν να κολυμπήσουν σ’ αυτά τα νερά, που δεν είναι βαθιά και σκοτεινά αλλά γάργαρα και γεμάτα εκπλήξεις.

ΠΗΓΗ: εφημ.ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 11-6-2011
Enhanced by Zemanta

Πέμπτη 29 Απριλίου 2010

Για τη γλώσσα των Βιζυηνού - Παπαδιαμάντη

image
Γεώργιος Βιζυηνός

image
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
ΠΗΓΗ: Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου (Κατεύθυνσης) , Βιβλίο Καθηγητή

Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Φάκελος, παραλογοτεχνία


της Μικέλας Χαρτουλάρη

Η παραλογοτεχνία δίπλα στη λογοτεχνία. Ούτε χαμηλότερα ούτε εναντίον της. Δύο κόσμοι, δύο κώδικες, δύο τρόποι γραφής παράλληλοι και συμπληρωματικοί. Η πρώτη, πεζή, ταπεινή, ξενόφερτη, σέρνεται στα καταγώγια υποταγμένη σε εφήμερες ανάγκες, πραγματικές ή πλασματικές. Η δεύτερη, σοβαρή ή (συχνότερα) σοβαροφανής, ανεβαίνει στους αιθέρες. Η Γυφτοπούλα και η Φόνισσα. Διότι «ο Παπαδιαμάντης-μυθιστοριογράφος ανήκει στην παραλογοτεχνία ενώ ο Παπαδιαμάντης-διηγηματογράφος ανήκει στη λογοτεχνία», παρατηρεί χωρίς φόβο και πάθος ο Παναγιώτης Μουλλάς. Χάρη σ΄ αυτόν τον εκλεκτό μελετητή των νεοελληνικών γραμμάτων, που από το ΄60, όντας στο Παρίσι, μετείχε στον διεθνοποιημένο διάλογο για τη λαϊκή λογοτεχνία, έχουμε σήμερα ένα πολύτιμο (και συναρπαστικό) βιβλίο, ελεύθερο από ιδεολογήματα: τον Χώρο του Εφήμερου με τα Στοιχεία για την παραλογοτεχνία του 19ου αιώνα (Εκδ. Σοκόλη). Όπου η «παραλογοτεχνία» αντιμετωπίζεται δικαιότερα απ΄ ό,τι συνηθίζουν οι φιλόλογοι, κριτικοί και ιστορικοί της λογοτεχνίας, σαν «προστάδιο και προεικόνισμα» για τη λεγόμενη και σήμερα, «μαζική κουλτούρα». Μιλάμε δηλαδή για ένα είδος διαφορετικό από τα προεπαναστατικά λαϊκά αναγνώσματα του τύπου Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου, τα συνδεδεμένα με την αγροτική ύπαιθρο, τη συλλογική δημιουργία και την προφορικότητα · για ένα «παιδί» των αστικών κέντρων, απότοκο των νέων όρων και τρόπων ζωής του 19ου αι. Εννοούμε εδώ την αστικοποίηση, τη βιομηχανική επανάσταση, τις τεχνολογικές καινοτομίες, την υποχώρηση του αναλφαβητισμού. Και ειδικότερα τη θεαματική ανάπτυξη του Τύπου, που από το 1830 εισέρχεται, πρώτα στη Γαλλία, σε μια νέα εποχή: την εποχή του μεγάλου μη προνομιούχου κοινού, το οποίο είναι έτοιμο να καταναλώνει σε καθημερινή βάση μια «λογοτεχνία για όλους»....

Όπως τα λαϊκά μυθιστορήματα σε συνέχειες (επιφυλλιδικά), που γεννιούνται σ΄ αυτό το εφήμερο πλαίσιο, και μοιάζουν με τις επίκαιρες και δημοφιλείς αφηγήσεις των ειδήσεων του αστυνομικού δελτίου... Εμβληματικό έργο, τα Μυστήρια των Παρισίων του Ευγένιου Σύη, και, στα ελληνικά πράγματα, καμιά 200αριά τίτλοι. Πρόκειται για ένα φαινόμενο συνολικό και συλλογικό, μας λέει ο Μουλλάς, ο οποίος ξεχωρίζει επειδή αντιμετωπίζει την παραλογοτεχνία στην ουσία της και στις πολλαπλές μορφές και διασυνδέσεις της. Όχι για να επανεκτιμήσει γνωστά ή «αγνοημένα» μυθιστορήματα του 19ου αι. αλλά για να φωτίσει τις γενικές συνθήκες παραγωγής τους. Έτσι το βιβλίο του δεν είναι θεωρητική διατριβή, ιστορική μελέτη, βιβλιογραφία ή διακήρυξη, αλλά ένας «φάκελος» που μας δίνει άγνωστες πληροφορίες για την ελληνική κοινωνία, και που μακάρι να εγκαινιάσει μια συζήτηση.

Σαν τα δημοφιλή τηλεοπτικά σήριαλ και όχι σαν τα σημερινά μπεστσέλερ. Έτσι λειτουργούσαν τα λαϊκά μυθιστορήματα του 19ου αι. Εναρμονίζονταν με τις μαζικές προσδοκίες και δυνατότητες. Γραμμένα χωρίς αισθητικές αξιώσεις από δημοσιογράφους, φοιτητές, δικηγόρους, στρατιωτικούς- ανθρώπους όχι λόγιους (αν και υπάρχουν εξαιρέσεις λ.χ.Μπαλζάκ, Δουμάς, Παπαδιαμάντης κ.ά.), αναπαρήγαγαν την πραγματικότητα αντί να δημιουργούν μια νέα (όπως κάνει η λογοτεχνία), λειτουργώντας συναινετικά και επαναλαμβάνοντας τα ιδεολογικά, κοινωνικά, γλωσσικά στερεότυπα. (Ενώ λ.χ. οι λόγιοι μετά το 1880 είναι δημοτικιστές, αυτά είναι γραμμένα στην καθαρεύουσα των σχολείων). Παρ΄ ότι όμως ήταν γεμάτα αφέλειες και κοινοτοπίες, είναι λάθος να τα αγνοούμε. Διότι «ενώ στη λογοτεχνία προβάλλεται η εικόνα του (ατομικού) συγγραφέα, στην παραλογοτεχνία προβάλλεται η εικόνα του (συλλογικού) αναγνώστη». Αυτά τα μυθιστορήματα συμπληρώνουν δηλαδή την εικόνα του κόσμου, φωτίζοντας το συλλογικό φαντασιακό και δείχνοντάς μας πώς λειτουργούσε ο μέσος άνθρωπος τον 19ο αιώνα. Εκεί λ.χ. μπορεί κανείς να ανιχνεύσει «το αντι-δυτικό του πνεύμα, τον εθνικισμό του, τις μισαλλόδοξες θρησκευτικές απόψεις του» κ.ο.κ.

Εκατόν πενήντα τρία λαϊκά πεζογραφήματα από το 1853 ώς το 1900. Τόσα καταλογογραφούνται για πρώτη φορά στον Χώρο του εφήμερου, γραμμένα όχι από τους Κονδυλάκηδες αλλά από τους Παπακαλιάτηδες της εποχής- όπως ο υπολοχαγός Νικόλαος Βωτυράς- και από κάποιες Μιρέλλες όπως η Αγγελική Λούβαρη, η Αικατερίνη Καλαφάτη, η Μαρία Μηχανίδου ή η Ευγενία Ζωγράφου. (Το είδος επιβίωσε στην Ελλάδα ώς τις αρχές του 20ού αι. με την Ιωάννα Μπουκουβάλα- Αναγνώστου). Ο Π. Μουλλάς τα ανακάλυψε σε ιδιωτικές κυρίως συλλογές και παρουσιάζει τα πιο αντιπροσωπευτικά με γλαφυρότητα, χωρίς ξερή θεωρητικολογία, ερμηνεύοντάς τα μέσα από το ιστορικο-κοινωνικό πρίσμα του νεαρού ελληνικού κράτους. Τα κριτήριά του δεν είναι ποιοτικά αλλά ποσοτικά, και δεν έχει διάθεση αξιολόγησης. «Έχει σημασία» μου έλεγε, «να τα μελετήσουμε για να ξέρουμε πού ήταν η βάση, ποιο ήταν το μέσο γούστο. Μόνο έτσι μπορούμε να καταλάβουμε λ.χ. τι σημαίνει να εμφανίζεται σ΄ αυτόν τον χώρο ένας Βιζυηνός, ή αργότερα ένας Σεφέρης ή ένας Τσίρκας...». Ενώ όμως υπάρχει μια πλουσιότατη διεθνής βιβλιογραφία για το παραλογοτεχνικό φαινόμενο (ο όρος καθιερώθηκε το 1967), από τον Γκράμσι, τους Αντόρνο-Μαρκούζε, τον Μπαρτ ώς τον σημειολόγο Έκο κ.ά., η μελέτη του στον τόπο μας κατακερματίζεται και παραμένει ανεπαρκής, αμήχανη και σπασμωδική. Κρίμα γιατί τέτοια σύνθετα φαινόμενα θέτουν εκ νέου το ερώτημα, «Τι είναι η λογοτεχνία;»...

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 29 Σεπτεμβρίου 2007
Reblog this post [with Zemanta]

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: Όνειρο στο κύμα (ερμηνευτικά)

Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται στην αρχική μας σελίδα.

Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009

Γιορτινές ιστορίες

Christmas in IndonesiaImage via Wikipedia

I found this fascinating quote today:

Η γαλοπούλα- και η χήνα και η πάπια και το γουρουνόπουλο- είναι μέσα στην παράδοση των Χριστουγέννων, ακόμη και μέσα στην παράδοση εκείνων των φτωχοηρώων του Παπαδιαμάντη, που μας κάνουν, σαν υπνωτισμένους, να διαβάζουμε τον «Χριστό στο Κάστρο», τον «Αμερικάνο» ή «Της Κοκκώνας το σπίτι». Αυτά είναι τα Χριστούγεννα της συνήθειας, της επανάληψης, της μνήμης. Ολα τα άλλα έρχονται από το λαϊφστάιλ, από το χριστουγεννιάτικο μάρκετινγκ της ψεύτικης νοσταλγίας, της λάμψης του συμβολικού πλαστικού. Ας ζήσουμε λοιπόν με τις συνήθειες των παραδομένων Χριστουγέννων κι ας απορρυθμίσουμε όλα τα άλλα Χριστούγεννα.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius,Dec 2009



You should read the whole article.


Reblog this post [with Zemanta]

Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ 1880: ΒΙΖΥΗΝΟΣ - ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ - ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ

Mε τον όρο ηθογραφία εννοούμε γενικά την αναπαράσταση, περιγραφή και απόδοση των ηθών, των εθίμων, της ιδεολογίας και της ψυχοσύνθεσης ενός λαού, όπως αυτά διαμορφώνονται υπό την επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος και των ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Η αναπαράσταση αυτή, που επιχειρείται ειδικότερα στη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και τη γλυπτική, προϋποθέτει μια περισσότερο ή λιγότερο ρεαλιστική αντίληψη για την τέχνη, αφού στηρίζεται στην παρατήρηση και στοχεύει στην αντικειμενική απεικόνιση. Ειδικότερα, ως όρος της Ιστορίας της λογοτεχνίας η ηθογραφία δηλώνει την τάση της πεζογραφίας να αντλεί τα θέματά της από κοινωνίες της υπαίθρου κι από την κοινωνία και το περιβάλλον της αστικής γειτονιάς. Η τάση αυτή διαμορφώθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και επομένως εντάσσεται στο ρεύμα του ρεαλισμού και αργότερα του νατουραλισμού, χωρίς να λείπουν -από την ελληνική ιδίως ηθογραφία- τα λυρικά και ποιητικά στοιχεία.
... ... ...

Διαβάστε το στο:www.spoudasterion.pblogs.gr

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2009

Θρησκευτικότητα, γλώσσα, ηθογραφία...

  Απάντηση του Χριστόφορου Μηλιώνη στην αρνητική κρίση για το έργο του Παπαδιαμάντη από τον Κ.Θ.Δημαρά

ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - ένθετο ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – φ. 28/12/2001

http://www.spoudasterion.pblogs.gr

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, "Πάσχα Ρωμέϊκο"

Ἀπό περιοδ. «Ἑλληνικὴ Δημιουργία», ἔτος Β’ τόμος Τρίτος, τεῦχος 29

250px-Papadiamantis_Aleksandros_by_Nirvanashttp://www.philomusos.blogspot.com/
Ὁ μπάρμπα-Πύπης, γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργα, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου τοῦ κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἑνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δυὸ ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκον του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, ἐσυνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ' ἐμειδία πρὸς αὐτούς.
Ὅταν ἐμειδία ὁ μπάρμπα-Πύπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ' ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκος του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κ' ἐπικληνὴς πρὸς τὸ οὕς, ὅλα παρ' αὐτῶ ἐμειδίων.
Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ• ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῇ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἥν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν ἡ ἐφτακρατόρισσα τῆς Ἀούστριας. Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδιν, μὰ δότο, δοτίσσιμο κὲ ταλέντο! Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο! τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον, μὰ μπράβο! τὸν Σιορπιέρρο, κὲ γκρὰν φιλόζοφο! Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράϊλαν, διὰ τὸν τίτλον ὅν τοῦ εἶχαν ἀπονείμει, φαίνεται οἱ Ἄγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).
Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν Σόλωμο (κὲ ποέτα!), τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα:
Ὡσὰν τὴ σπίθα κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;
Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι' ἀνάφτει
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.
Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσιν ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κ' ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλε πότε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον ἔκτεσι, διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴ τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.
«Ἲλ τραδιτόρε νὸν ἃ κομπασσιόν» -ὁ ἀπατεώνας δὲν ἔχει λύπησι. Ἐνίοτε πάλι ἐμαλάττετο κ' ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνας ἀτελείας. «Οὐδ' ἡ γῆς ἀναμάρτητος -ἄγκε λὰ τέρρα νὸν ἒ ἰμπεκάμπιλε.» Καὶ ὕστερον, ἀφ' οὗ ἡ γῆ δὲν εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τὶς ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκάμπιλε, ἀλλὰ ἰνφαλίμπιλε, δὲν ἤθελε ν' ἀναγνωρίσει τὴν διαφοράν.
Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δυὸ ἢ τρεῖς προσευχάς, ἅς εἴξευρεν τὰς εἴξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του εἴξευρε ρωμέϊκα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος κύριος Σαβαώθ... ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις» Ὅταν μὲ ἐρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο, τὸ ὡς ἐνάντιος, προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πράγμα. Ἀλλὰ μετὰ δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος... ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!»
Ἕν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν' ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἄγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν Δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν' ἀκούση τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου...
Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188... περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιόν τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνη τὶς εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ' Ἀθηνῶν εἰς Πειραιὰ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη ἡ σελήνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν' ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦτο ἴσως πτωχός, δὲν θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώση τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου ἢ θὰ τὰ εἶχε κ' ἔκαμνεν οἰκονομίαν.
Ἀλλ' ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβὴς καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνη κατ' ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, ν' ἀκούη τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην Ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ν' ἀναβαίνη πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.
Ἦτο ὁ μπάρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς τὸν Πειραιὰ διὰ ν' ἀκούση τὸ Χριστὸς Ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ' εὐφρανθῇ ἡ ψυχή του.
Καὶ ὅμως ἦτο... δυτικός!
Ὁ μπάρμπα-Πύπης, Ἰταλοκερκυραῖος, ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός. Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α' «εἶχε μεταλάβει ρωμέϊκα» ὅταν ἐκινδύνευσε ν' ἀποθάνη, ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διά τινων συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς, τοῦ ἔλεγε τίς: «Διατὶ δὲν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» ἡ ἀπάντησίς του ἦτο ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.
Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης μὲ τὴν συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπονεμομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήση τις τὴν ἑβδομάδα τοῦ Ποντίφηκος• τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.
Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον Ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτὲ νὰ ἰδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ὅτε ὁ Ἅγιος ἐπιφανὴς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ, κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον, ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε. Ἀφοῦ εὐρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ὁ μπάρμπα-Πύπης ποτὲ δὲν θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.
Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ὄτε κατέβαινεν εἰς Πειραιὰ πεζός, κρατῶν εἰς τὴν χείρα τὴ λαμπάδα του, ἢν ἔμελλε ν' ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάσῃ εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ, ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίσῃ ἐπ' ὀλίγον ν' ἀναπαυθῆ. Εὗρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν μιᾶς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴν μεσημβρινὴν γωνίαν, κ' ἐκεῖ ἐκάθησεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ἐπέστρωσε τὸ εἰς πολλᾶς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σιγαροθήκην του, ἤναψεν σιγαρέττον κ' ἐκάπνιζεν ἠδονικῶς.
Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης καί, πρὶν προφθάση νὰ στραφῇ νὰ ἴδῃ, ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὗτος κρότος τοῦ κάστηκε ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.
Ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ' ἀνέτελλε μετ' ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὅπου ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδε ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην καὶ τείνουσαν ἐγκαρσίως μακρὸν τί ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.
Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῆ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴν χείρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κ' ἔκραξεν ἐναγωνίως.
-Φίλος! Καλός! μὴ ρίχνεις...
Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερεν τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν οὐδὲ καταβίβασε τὴν σκανδάλην.
-Φίλος! καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.
-Τί θέλω; ἐπανέναβεν ὁ μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι νὰ φουμάρο τὸ τσιγάρο μου.
-Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρης, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὖρες τὸν τόπο, ρέ, νὰ φουμάρης τὸ τσιγάρο σου!
-Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπάρμπα-Πύπης. Τί σας ἔβλαψα;
-Δὲν ξέρω 'γω ἀπ' αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης• ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι' ἄλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ. Ἐγελάστηκες.
Ἦτο πρόδηλον ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸν γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῆ τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῶ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὡπλίσθη μὲ τὴν καραβίναν του.
Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.
-Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν• ἐγὼ κόττες δὲν κλέφτω, οὔτε λωποδύτης εἶμαι• ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιὰ ν' ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.
Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.
-Στὸν Πειραιά; στὸν Ἀϊ-Σπυρίδωνα; κι' ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;
-Ἀπ' τὴν Ἀθήνα.
-Ἀπ' τὴν Ἀθήνα; καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίαις, ν' ἀκούσης Ἀνάσταση;
-Ἔχει ἐκκλησίαις, μὰ ἐγὼ τώχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπάρμπα-Πύπης.
Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν, εἴτα ἐπανέλαβε.
-Νὰ φχαριστᾶς, καϋμένε...
Καὶ τότε μόνον κατεβίβασε τὴν σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμον του.
-Νὰ φχαριστᾶς καϋμένε, τὴν ἡμέρα ποὺ ξημερώνει αὔριον, εἰ δὲ μή, δὲν τώχα γιὰ τίποτες νὰ σὲ ξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!
Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἠτοιμάζετο νὰ ἀπέλθη, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώση τελευταίαν ἀπάντησιν.
-Κάνεις ἄδικα καὶ συχωρεμένος νἆσαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ' εὐχαριστῶ ὡς τόσο ποὺ δὲ μ' ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε.., δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνεις γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης, κ' ἐπήγαινα, σοῦ λέω στὸν Πειραιά.
-Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ...
Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβολιοῦ, κ' ἔγινεν ἄφαντος.
Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.
Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἠμπόδισε τὸν μπάρμπα-Πύπην νὰ ἐξακολουθῇ κατ' ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνει πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμει Πάσχα ρωμέϊκο.
Ἐφέτος τὸ μισοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα νὰ τὸν συνοδεύσω εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴν συνήθειαν νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ Ἅγιον Πάσχα.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2009

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (4 Μαρτίου 1851 - 3 Ιανουαρίου 1911) ήταν κορυφαίος Έλληνας λογοτέχνης, επονομαζόμενος ο "Άγιος των ελληνικών γραμμάτων". Έγραψε ηθογραφικά διηγήματα και μυθιστορήματα, τα οποία κατέχουν περίοπτη θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία και έχουν αναγνωριστεί διεθνώς ως συγγραφικά αριστουργήματα.

...

Μέσα στα περισσότερα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, του συγγραφέα και ύμνητή του ρόδινου νησιού του", θρασσομανάν οι ρεματιές, οι χαράδρες, οι αναβασιές, τα υψώματα, με διαφορετική το καθένα βλάστηση, όσο και η θαλασσινή του διαμόρφωση, με τ'αμέτρητα λιμανάκια, τους κόρφους και τους κάβους, τους γκρεμούς, τις σπηλιές, τα νησάκια, τις αμμουδιές, τ' ακρογιάλια, με διαφορετική το καθένα μορφή, αλλού χαλίκια, αλλού χοντρά βότσαλα, αλλού χρυσαφένια δαντελώματα, αλλού αμμουδερά ονειρεμένα ακρογιάλια, οπως οι περίφημες κουκουναριές, που τα δέντρα τους περπατούν πάνω στο διάπλατο ασημένιο γιαλό και θαρρείς πως είναι έτοιμα να βουτήξουν μέσα στη θάλασσα. Αυτές οι αλησμόνητες παιδικές μνήμες περνοδιαβαίνουν στη σκέψη του Παπαδιαμάντη ασταμάτητα και του κρατούν συντροφιά στην ατελείωτη μοναξιά του. Κι όταν πια ο καημός του γίνει στοιχειό και άλλο δε βαστιέται, ο Παπαδιαμάντης τα κάνει διηγήματα, κεντημένα με ποιητικό μαγνάδι, ντύνοντας τα με τα θρησκευτικά βιώματα του ή τη ζωή, τα βάσανα, τους καημούς και τις μικροχαρές της σκιαθίτικης φτωχολογιάς. Οι ήρωες του είναι ψαράδες, αγρότες, ιερωμένοι, μετανάστες, πολυφαμελίτες, εργένηδες, αναξιοπαθούσες χήρες, όμορφες ορφανές ή κακομούτσουνες μάγισσες και λογής-λογιών αγύρτισσες.

Και όταν δεν κάνει τέχνη τις παιδικές του αναμνήσεις, τότε παίρνει τα θέματα του από τη ζωή των φτωχογειτονιών της Αθήνας, Το υπόστρωμα, συνήθως, είναι θρησκευτικό. Το εξωτερικό περιβάλλον περιγράφεται με αληθινή λατρεία προς τη φύση. Υπάρχει όμως καί μια οξύτατη ψυχολογική περιγραφή, μια εύστοχη διείσδυση στα κατάβαθα του ψυχικού κόσμου των ηρώων του, που έκανε τόση εντύπωση και στην εποχή του, που πολλοί τον παρομοίωσαν με τον Ντοστογιέφσκι.

Ολόκληρη η ουσία της πεζογραφίας του περικλείεται μέσα σε μια φράση που ο ίδιος μας άφησε : "Το έπ έμοι, ενόσω ζω, και αναπνέω καί σωφρονώ, δεν θα παύσω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου, να περιγράφω μετ' έρωτος την φύσιν, καί να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά ήθη".

Στενότερα ηθογράφος στην αρχή, πλάτυνε με τον καιρό την ηθογραφία του και την τεχνική του, ώστε να θεωρείται οτι αύτός εγκαινίασε τη διηγηματογραφία στον τόπο μας. Ο ρακένδυτος μάγος της Σκιάθου διαχύνει στο έργο του μια πλούσια σπατάλη ταλέντου, πού τον κσθιερώνει ως πρωθιεράρχη της πεζογραφίας μας. Ενα απόθεμα μνήμης τροφοδοτεί αείροα τις εμπνεύσεις του, ένας ποιητικός οίστρος τις διαποτίζει, μια μαγεία του λόγου τις μετουσιώνει. Οι ήρωες του απλοί, ταπεινοί, γραφικοί καί βασανισμένοι, γίνονται οι πυρήνες των δραματικών συγκρούσεων τους με τη ζωή, γίνονται χαρακτήρες και άνθρωποι. Η καθαρεύουσα πού χρησιμοποιεί, σπάνια γίνεται δυσνόητη, γιατί διαπνέεται από τον κραδασμό και τη θέρμη του πλέον ευσυγκίνητου ανθρωπισμού. Σιγά-σιγά όμως απλοποιούσε τη γλώσσα, βάζοντας περισσότερα λαϊκά στοιχεία, και λίγο πρίν το θάνατο του έγραψε και διηγήματα στη δημοτική γλώσσα. Τον διακρίνει ποιητικό ύφος και γόνιμη φαντασία. Σκορπάει στις σελίδες του το απόθεμα της θρησκευτικής του κατάνυξης, που τον συγκλόνισε από την παιδική του ηλικία. Δεν περιορίζεται στην περιγραφική γοητεία, αλλά εισχωρεί στο δράμα της ανθρώπινης ψυχής. Στίς εικόνες του, πού έχουν την ίδια ζωγραφική γοητεία, είτε αναφέρονται στο ηλιοπλημμυρισμένο Αιγαίο είτε στη φτωχογειτονιά της Αθήνας, εμφυσά την πνοή της λυρικής του έξαρσης, ενσταλάζει το βυζαντινό ημίφως του μυστικισμού του και αποθέτει την τρυφερότητα της χριστιανικής του αγάπης.

(ΠΗΓΗ: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More