Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Καθ' οδόν: Στη Λέσβο


Μόλυβος. Η γειτονιά του αρχοντικού Γιαννάκου (κόκκινο σπίτι)
Απίστευτη ομορφιά, απέραντοι ελαιώνες, χιλιάδες καμαρωτά πεύκα, ατέλειωτες αμμουδιές και με ένα εκπληκτικό απολιθωμένο δάσος, η Λέσβος, το νησί με το καλό κλίμα, τους φιλικούς κατοίκους, ο τόπος με το πολύ «χτες», αλλά και το σημαντικό «σήμερα», συνεχίζει να μοιάζει με μια παραμυθένια, προκλητικά ανοιχτή, βεντάλια.






Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/#ixzz0w6iabbgN
Under Creative Commons License: Attribution

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Ποιοι οι διεφθαρμένοι

του Γιώργου Κακουλίδη



Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Τρίτη 2 Μαρτίου 2010

Για τη δημιουργική διάσταση του ανθρώπου

του ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΔΑΡΑΔΗΜΟΥ

image



Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Ο Μεγάλος Αδελφός, η παθητικότητα των πολιτών και η λατρεία της τεχνολογίας

image

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι κοινός τόπος ότι οι περισσότερες κυβερνήσεις, στον έναν ή στον άλλο βαθμό, επιδιώκουν την παθητικότητα των πολιτών τους, έστω και με διαφορετική μεθοδολογία και πιο εκλεπτυσμένους (;) τρόπους από αυτήν του Μεγάλου Αδελφού στο «1984».

Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται στην αρχική μας σελίδα.

Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

Οι δύο ελευθερίες




Μια αριστοκράτισσα, που έζησε στα χρόνια της γαλλικής επανάστασης και έμεινε στην ιστορία με το περιγραφικό όνομα μαντάμ Ρολάν, αναφώνησε όταν πληροφορήθηκε τον αποκεφαλισμό του επαναστάτη φίλου της με απόφαση του Ροβεσπιέρου «ω Ελευθερία, πόσα εγκλήματα διαπράττονται στο όνομά σου». Φυσικά, η διαπίστωση αυτή της Γαλλίδας αριστοκράτισσας είναι ένα γενικό σχόλιο. Θα μπορούσα να πω πως είναι μια συνοπτική κριτική μιας ιστορικής εποχής. Εάν προσπαθήσουμε όμως να αναλύσουμε αυτό το σχόλιο θα διαπιστώσουμε, ότι η κριτική που εμπεριέχεται μέσα σε αυτό αφορά ολόκληρη την αγωνία του ανθρώπου να διεκδικήσει και να διατηρήσει την ελευθερία του...


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Αλλοτρίωση: Η βάση της ψευδούς συνείδησης

Karl Marx as a teenagerImage via Wikipedia

Ο κυριότερος λόγος, για τον οποίο αξίζει να ασχοληθεί κανείς με τη μαρξιστική έννοια της αλλοτρίωσης -(σύμφωνα με ορισμένους θεωρητικούς καταλληλότερος όρος είναι η αποξένωση)- είναι ότι οι ίδιοι οι κλασικοί την είχαν αναδείξει ως το θεμέλιο της ψευδούς συνείδησης, δηλαδή της ιδεολογίας που σε συνδυασμό με τη βία (κρατική εξουσία) στηρίζει την κυριαρχία της άρχουσας τάξης. Η ηγεμονία της υπάρχει και ενισχύεται, διότι κυριαρχεί η αποξένωση που γεννιέται στη βάση της κεφαλαιοκρατικής εμπορευματικής παραγωγής, αγκαλιάζει όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής.

Η κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας οφείλεται πρωτίστως στην κυριαρχία της εμπορευματικής παραγωγής και πιο συγκεκριμένα στη μορφή της αφηρημένης εργασίας και της ανταλλακτικής αξίας. «Το σύνολο της ανθρώπινης υποδούλωσης περιλαμβάνεται στη σχέση του εργάτη προς την παραγωγή, και όλες οι σχέσεις της υποδούλωσης δεν είναι τίποτα άλλο παρά τροποποιήσεις και συνέπειες αυτής της σχέσης» γράφει ο Κ. Μαρξ στα «Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα» (σελ.104).

Η αποξένωση εμφανίζεται όταν το αποτέλεσμα της δραστηριότητας του ανθρώπου αντιστρατεύεται τον άνθρωπο σαν κάτι αλλότριο, σαν μια δύναμη ανεξάρτητη από τον παραγωγό της, όταν ο αντικειμενικός κόσμος εμφανίζεται σαν μια δύναμη που υποτάσσει τον άνθρωπο αντί να αποτελεί την αυτοεπιβεβαίωσή του. «Η παραγωγή δεν παράγει τον άνθρωπο μόνο σαν εμπόρευμα, το ανθρώπινο εμπόρευμα, τον άνθρωπο με τη μορφή εμπορεύματος. Παράγει, επίσης, τον άνθρωπο πνευματικά και φυσικά σαν απανθρωποιημένη ύπαρξη... » (οπ.σελ. 109).

Η υποδούλωση και ο εξευτελισμός που δημιουργούνται από την αλλοτριωμένη εργασία στο καπιταλιστικό καθεστώς πλήττουν όχι μόνο την εργατική τάξη, αλλά γενικά όλη την κοινωνία.

Η αλλοτρίωση είναι ένα ιστορικό φαινόμενο. Δεν είναι μεταφυσική οντότητα ούτε φυσικός νόμος. Δεν είναι η ανθρώπινη φύση. Είναι μια στιγμή της ιστορικής εξέλιξης του ανθρώπου. Φυσικά, δεν μπορεί να ξεπεραστεί με τη θεωρία αλλά με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και τελικά της εμπορευματικής παραγωγής. Και όπως οραματιζόταν ο Τσε Γκεβάρα: «Η τελική και η πιο σημαντική επαναστατική φιλοδοξία είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από την αποξένωσή του».

Με τη διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις, ο άνθρωπος που εργάζεται είναι χωρισμένος από τα εργαλεία του και από το προϊόν της εργασίας του, που ανήκουν στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής και όχι σε αυτόν. Αυτό είναι το φαινόμενο που ο Μαρξ ονομάζει αλλοτρίωση και το περιγράφει στη «Γερμανική Ιδεολογία»: «Η κοινωνική δύναμη, δηλαδή η πολλαπλασιασμένη παραγωγική δύναμη, που γεννιέται από τη συνεργασία διαφόρων ατόμων, όπως αυτή καθορίζεται από τον καταμερισμό εργασίας, παρουσιάζεται σε αυτά τα άτομα, μια που η συνεργασία τους δεν είναι εθελοντική, αλλά έχει προκύψει φυσικά, όχι σαν δική τους ενωμένη δύναμη, αλλά σαν ξένη δύναμη που υπάρχει έξω από αυτά, που αγνοούν την προέλευση και το σκοπό της, που επομένως δεν μπορούν να την ελέγχουν, που αντίθετα περνάει από μια ιδιόμορφη σειρά φάσεων και σταδίων τόσο ανεξάρτητη από τη θέληση και την πορεία των ανθρώπων, ώστε να διευθύνει στην πραγματικότητα αυτή τη θέληση και την πορεία των ανθρώπων» (Τόμος πρώτος, σελ.80).
Η αλλοτρίωση της εργασίας

«Σε τι συνίσταται η αλλοτρίωση της εργασίας;». Το ερώτημα αυτό έθεσε ο ίδιος ο Μαρξ και ιδού η απάντηση που δίνει: «Πρώτα - πρώτα στο ότι η εργασία είναι εξωτερική για τον εργάτη, δηλαδή δεν ανήκει στη βαθύτερη ύπαρξή του, ότι επομένως ο εργάτης δεν επιβεβαιώνει τον εαυτό του στην εργασία, αλλά αρνείται το εαυτό του, νιώθει μίζερος και καθόλου ευτυχισμένος, δεν αναπτύσσει ελεύθερα την πνευματική του και φυσική του ενεργητικότητα, αλλά απονεκρώνει τη σάρκα του και καταστρέφει το πνεύμα του. Ετσι, ο εργάτης βρίσκει τον εαυτό του μόνο έξω από την εργασία του. Την ώρα της εργασίας του αισθάνεται έξω από τον εαυτό του. Νιώθει άνετα όταν δε βρίσκεται στη δουλιά του και δε νιώθει άνετα όταν βρίσκεται στη δουλιά του. Ετσι η εργασία του δεν είναι εθελοντική, αλλά καταναγκαστική, είναι καταναγκαστική εργασία. Για το λόγο αυτό η εργασία δεν είναι ικανοποίηση μιας ανάγκης, αλλά ένα μέσο να ικανοποιήσει ανάγκες έξω από αυτήν. Ο αλλότριος χαρακτήρας της φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι μόλις πάψει να υπάρχει φυσικός ή άλλος εξαναγκασμός η εργασία αποφεύγεται σαν μάστιγα. Εξωτερική εργασία, εργασία στην οποία ο άνθρωπος αλλοτριώνει τον εαυτό του, είναι εργασία αυτοθυσίας, απονέκρωσης...».

Από τα παραπάνω έχουμε το αποτέλεσμα ότι «ο άνθρωπος (ο εργάτης) αισθάνεται πια ότι ενεργεί ελεύθερα, μόνο στις κτηνώδεις λειτουργίες του, δηλαδή να τρώει, να πίνει και να τεκνοποιεί, πολύ λίγο στο να στεγάζεται, να στολίζεται, κλπ. και ότι στις ανθρώπινες λειτουργίες δεν αισθάνεται πια παρά σαν ζώο. Το κτηνώδικο γίνεται ανθρώπινο και το ανθρώπινο γίνεται κτηνώδικο. Να τρώει, να πίνει, να τεκνοποιεί κλπ. είναι, βέβαια, επίσης λειτουργίες γνήσια ανθρώπινες. Αλλά όταν αποσπαστούν από άλλες πλευρές της ανθρώπινης δραστηριότητας και μετατραπούν σε τελικούς και αποκλειστικούς σκοπούς, είναι ζωώδεις λειτουργίες». (Κ. Μαρξ Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, σελ. 95-96).

Χρειάζεται μάλλον να προστεθεί μία ακόμα αναφορά του Μαρξ για την αλλοτρίωση της εργασίας: «Η εργασία σίγουρα παράγει θαύματα για τον πλούσιο. Για τον εργάτη, όμως, παράγει αποστέρηση. Παράγει παλάτια, αλλά μόνο τρώγλες για τον εργάτη. Μπορεί οι μηχανές να αντικαθιστούν χειρωνακτική εργασία, αλλά δεν παύουν να στέλνουν άλλους εργάτες πίσω σε βάρβαρους τρόπους δουλιάς και άλλους τους μετατρέπουν σε εξαρτήματά τους. Η εργασία παράγει ευφυία αλλά επίσης παράγει και ηλιθιότητα και αποβλάκωση για τους εργάτες. (στο ίδιο σελ. 94).

Η αποξενωμένη εργασία όχι μόνο αποξενώνει τη φύση από τον άνθρωπο και αποξενώνει τον άνθρωπο από τον εαυτό του, από τη δική του δραστήρια λειτουργία, από τη δική του ζωτική δραστηριότητα, αλλά εξαιτίας αυτού αποξενώνει επίσης τον άνθρωπο από το είδος του. Η ίδια η ζωή εμφανίζεται μόνο ως μέσο για τη ζωή.

Αυτή η αλλοτρίωση του ανθρώπου στον καπιταλισμό είναι η πηγή όλων των υποδουλώσεων. Αφαιρεί από τη δράση του ανθρώπου τον ανθρώπινο και δημιουργικό χαρακτήρα της, γιατί εμποδίζει τον άνθρωπο να αναγνωρίζει τον εαυτό του και να εκφράζει την προσωπικότητά του και εξαπατά τη σκέψη του ανθρώπου οδηγώντας τον σε μια παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικότητας.

Ηδη, όμως, στο πλαίσιο της παραγωγής που κυριαρχείται από την ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, κατά την αφετηρία κιόλας της παραγωγής με την πώληση της εργατικής δύναμης του εργάτη στον κεφαλαιοκράτη, η διαδικασία της εργασίας εμφανίζεται σαν μια διαδικασία ανάμεσα σε πράγματα- μέσα παραγωγής και εργατικής δύναμης- που αγόρασε ο κεφαλαιοκράτης και του ανήκουν.

Η μισθωτή εργασία είναι αποξενωμένη εργασία, γιατί γίνεται με σκοπό την επιβίωση και όχι την επιβεβαίωση του ανθρώπου, διότι είναι μέσο και όχι αυτοσκοπός, διότι είναι μερική εργασία, διότι είναι ξένη προς τον εργάτη, δεν του ανήκει, διότι την πραγματοποιεί υπό την κυριαρχία του κεφαλαιοκράτη στον οποίο ανήκει.

Η μισθωτή εργασία είναι διπλά αποξενωμένη και αποξενωτική, με την έννοια ότι ο οικονομικός εξαναγκασμός οδηγεί στην υποδούλωση στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής και στην πώληση της εργατικής δύναμης.

Ο μισθός δεν είναι παρά μια αναγκαία συνέπεια της αποξένωσης της εργασίας. Η εργασία εμφανίζεται, όχι σαν ένας αυτοσκοπός, αλλά σαν υπηρέτης του μισθού...

Οι μισθοί είναι μια άμεση συνέπεια της αποξενωμένης εργασίας, και η αποξενωμένη εργασία είναι άμεση αιτία της ατομικής ιδιοκτησίας. Η πτώση του ενός συνεπάγεται την πτώση του άλλου.

Ο καταμερισμός εργασίας, ο οποίος συνδέεται με την ιδιωτική ιδιοκτησία και την ανταλλαγή εμπορευμάτων ανάμεσα σε μεμονωμένους ιδιοκτήτες έχει ως βασική συνέπεια ο παραγωγός να εξειδικεύεται σε μια δραστηριότητα, η οποία στα πλαίσια της κεφαλαιοκρατικής εμπορευματικής παραγωγής περιορίζεται ακόμη παραπέρα.

Με τον καταμερισμό της εργασίας ο άνθρωπος αντί να λειτουργεί ως ένα καθολικό ον, περιορίζεται σε μια αποσπασματική, επιμέρους δραστηριότητα.

Ο Φρ. Ενγκελς εύστοχα διαπιστώνει στο «Αντι-Ντύρινγκ»: «Στη σημερινή κοινωνία οι άνθρωποι κυριαρχούνται από τις οικονομικές σχέσεις που οι ίδιοι δημιούργησαν και από τα μέσα παραγωγής που οι ίδιοι παρήγαγαν σαν από μια ξένη δύναμη».

Αντίθετα, στην ανώτερη κομμουνιστική κοινωνία, «όταν θα έχει εξαφανιστεί η υποδουλωτική υποταγή των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας και μαζί της η αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική και σωματική δουλιά, όταν η εργασία θα έχει γίνει όχι μόνο μέσο ζωής, αλλά και η πρώτη ανάγκη της ζωής, όταν με την ολόπλευρη ανάπτυξη των ατόμων θα έχουν αναπτυχθεί οι παραγωγικές δυνάμεις που θα αναβλύζουν πιο άφθονα από τις πηγές του κοινωνικού πλούτου, τότε μόνο (...) θα γράφει η κοινωνία στη σημαία της: Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του!». («Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», σελ. 15).

Ο φετιχισμός του εμπορεύματος και του χρήματος

Η αλλοτριωμένη εργασία, που χωρίζει τον άνθρωπο από τον καρπό της δραστηριότητάς του, μεταβάλλει πραγματικά τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους σε σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα (αντικείμενα). Με τη διαδικασία αυτή της αντικειμενοποίησης, όπου το ανθρώπινο στοιχείο μετατρέπεται σε υλικό αντικείμενο, ξένο προς τον άνθρωπο, δηλαδή σε εμπόρευμα, όλες οι σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους καταντούν λειτουργία του χρήματος.

Στο σύγχρονο κόσμο η παραγωγή εμπορευμάτων εμφανίζεται ως τελικός σκοπός του ανθρώπου και ο πλούτος, το χρήμα, ως τελικός σκοπός της παραγωγής. Το εμπόρευμα και το χρήμα επιβεβαιώνονται ως αυθύπαρκτες δυνάμεις και αξίες μέσω του ανθρώπου.

Το εμπόρευμα εξουσιάζει τον άνθρωπο και όλες οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων εμφανίζονται με τη μορφή σχέσεων ανάμεσα σε εμπορεύματα, ανάμεσα σε πράγματα, δηλαδή με τη μορφή δυνάμεων όχι ανθρώπινων αλλά φυσικών και υπερφυσικών, δυνάμεων τυφλής αναγκαιότητας.

Ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» ονομάζει αυτό το φαινόμενο φετιχισμό του εμπορεύματος:

«Είναι μόνο μια καθορισμένη κοινωνική σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους, που, γι' αυτούς, παίρνει εδώ τη φανταστική μορφή μιας σχέσης των πραγμάτων ανάμεσά τους. Για να βρούμε ένα ανάλογο φαινόμενο, πρέπει να το αναζητήσουμε στη σκοτεινή περιοχή του κόσμου της θρησκείας. Εδώ τα προϊόντα του ανθρώπινου εγκεφάλου φαίνονται σαν είναι ανεξάρτητα, προικισμένα με δική τους ζωή, που επικοινωνούν με τους ανθρώπους και μεταξύ τους. Το ίδιο γίνεται και με τα προϊόντα του ανθρώπινου χεριού στον κόσμο των εμπορευμάτων. Αυτό το ονομάζω φετιχισμό, που κολλάει στα προϊόντα της εργασίας μόλις αρχίσουν να παράγονται σαν εμπορεύματα και που γι' αυτό είναι αχώριστος από την εμπορευματική παραγωγή. Αυτός ο φετιχικός χαρακτήρας του κόσμου των εμπορευμάτων πηγάζει από τον ιδιόμορφο κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας που παράγει εμπορεύματα». (Τόμος πρώτος, σελίδα 86).

Ο Μαρξ προσδιόρισε το εμπόρευμα ως μια αντιφατική ενότητα αξίας χρήσης και (ανταλλακτικής) αξίας. Αυτή η διπλή φύση του εμπορεύματος είναι απόρροια της διπλής φύσης της ίδιας της εργασίας. Η διπλή φύση της εργασίας: Από τη μια είναι συγκεκριμένη εργασία και πηγή της αξίας χρήσης των εμπορευμάτων και από την άλλη είναι αφηρημένη εργασία και η πηγή της αξίας των εμπορευμάτων.

Χρήμα: «Η αλλοτριωμένη ικανότητα του ανθρώπινου γένους»


Το χρήμα, το «γενικό ισοδύναμο όλων των εμπορευμάτων», διπλασιάζει το φετιχισμό του εμπορεύματος. Αντί άλλης ανάλυσης αξίζει να αναφερθεί το απόσπασμα από τον Μαρξ στα «Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα», με βάση αποσπάσματα έργων του Σαίξπηρ και του Γκαίτε (Τίμων ο Αθηναίος και Φάουστ), το οποίο δείχνει με έξοχο και παραστατικό τρόπο πώς μέσω του χρήματος η κοινωνική δύναμη μετατρέπεται σε ατομική δύναμη των κατόχων του χρήματος. Πώς το χρήμα μεταμορφώνει κάθε μια από τις ουσιαστικές δυνάμεις του ανθρώπου στα αντίθετά τους: «Αυτό που υπάρχει για μένα και μέσα από το σύνδεσμο του χρήματος, αυτό που μπορεί να πληρώσει το χρήμα, αυτό ακριβώς είμαι εγώ, ο κάτοχος του χρήματος. Οι ιδιότητες του χρήματος είναι δικές μου, εμένα του κατόχου, ιδιότητες και ουσιαστικές δυνάμεις. Ετσι, αυτό που είμαι και αυτό που μπορώ να κάνω, σε καμία περίπτωση δεν καθορίζεται από την ατομικότητά μου. Είμαι άσχημος, αλλά μπορώ ν' αγοράσω την πιο όμορφη γυναίκα. Αυτό σημαίνει ότι δεν είμαι άσχημος, γιατί το αποτέλεσμα της ασχήμιας, η απωθητική της δύναμη, εξουδετερώνεται από το χρήμα. Είμαι κουτσός, αλλά το χρήμα μού προμηθεύει 24 ποδάρια, κατά συνέπεια δεν είμαι κουτσός. Είμαι κακός, ανυπόληπτος, ασυνείδητος και κουτός άνθρωπος. Το χρήμα όμως, είναι ευυπόληπτο και το ίδιο και ο κάτοχός του... Είμαι άμυαλος, αν όμως το χρήμα είναι ο πραγματικός νους όλων των πραγμάτων, πως είναι δυνατό ο κάτοχός του να είναι άμυαλος; Κάτι περισσότερο, ο κάτοχος του χρήματος μπορεί να εξαγοράσει έξυπνους ανθρώπους για λογαριασμό του. Συνεπώς έχει εξουσία πάνω σε έξυπνους ανθρώπους, εξυπνότερους απ' αυτόν. Με το χρήμα μπορώ να έχω το καθετί που επιθυμεί η ανθρώπινη καρδιά. Δεν είμαι έτσι κάτοχος όλων των ανθρώπινων ικανοτήτων; Δεν αντιστρέφει λοιπόν το χρήμα όλες μου τις ανικανότητες σε ικανότητες;».

Η θεία δύναμη του χρήματος βρίσκεται στη φύση του, σαν αποξενωμένη και αλλοτριωτική ειδολογική ουσία του ανθρώπου που αλλοτριώνεται η ίδια πουλώντας τον εαυτό της. Το χρήμα, συμπέραινε ο Μαρξ, είναι η αλλοτριωμένη ικανότητα του ανθρώπινου γένους!

Καταναλωτισμός: Κυριαρχία των πραγμάτων στους ανθρώπους

Στη σφαίρα της κατανάλωσης επιβεβαιώνεται η κυριαρχία των πραγμάτων πάνω στους ανθρώπους και ταυτόχρονα ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας των κοινωνικών σχέσεων.

Τα προϊόντα (είτε με τη μορφή υπηρεσιών είτε με τη μορφή αντικειμένων) δεν καταναλώνονται μόνο και συχνά καθόλου σαν αξίες χρήσης, αλλά για να ικανοποιήσουν την αίσθηση «του έχειν» και ακόμα να αναβαθμίσουν τη θέση του καθενός στα πλαίσια της ανταγωνιστικής κοινωνίας. Η κατοχή πραγμάτων γίνεται μέσο για κοινωνική καταξίωση και προβολή.

«Με την πληθώρα των αντικειμένων μεγαλώνει το βασίλειο των αλλότριων δυνάμεων προς τις οποίες ο άνθρωπος είναι υποκείμενος και κάθε νέο προϊόν είναι μια νέα δυνατότητα αμοιβαίας απάτης και αμοιβαίας διαρπαγής. Ο άνθρωπος γίνεται ακόμα φτωχότερος σαν άνθρωπος και χρειάζεται όλο και περισσότερο χρήματα... Η ποσότητα του χρήματος γίνεται ολοένα και περισσότερο η μοναδική του σημαντική του ιδιότητα...». (Οικ. και Φιλ. Χειρόγραφα, σελ.141).

Ετσι η κατανάλωση αναπαράγει και διευρύνει την αποξένωση και καθιστά ακόμα πιο δύσκολη τη διαδικασία απεγκλωβισμού από τις κυρίαρχες αξίες, παρά τη διεύρυνση των δυνατοτήτων που προκαλεί η ανάπτυξη της παραγωγής.

Επιπλέον, το πιστωτικό σύστημα και το πλαστικό χρήμα στενεύουν όλο και περισσότερο τις δυνατότητες απεγκλωβισμού από τις κυρίαρχες αξίες και ανάγκες. Η ίδια η ζωή μετατρέπεται σε «ζωή επί πιστώσει» και καθυποτάσσεται στην ευτυχία ικανοποίησης ψευτοαναγκών ή στη δυστυχία της μη ικανοποίησής τους.

Η κατανάλωση για την κατανάλωση λειτουργεί συχνά σαν μοναδική διέξοδος και ικανοποίηση. Αγοράζονται, συχνά, προϊόντα -γνωστών πολυεθνικών γιατί έτσι πιστεύουν αυτοί που τα αγοράζουν ότι αναδεικνύουν την προσωπικότητά τους!. Τα πράγματα αποκτούν έτσι μια αξία συμβόλου, γοήτρου και επίδειξης. Ο άνθρωπος παύει να είναι ο εαυτός του και είναι το αυτοκίνητό του, το κινητό του, η κολόνιά του, το ρολόι, κ.ο.κ.

Ο καταναλωτής δεν είναι παρά ένας κυνηγός συμβόλων που υποτάσσεται στις κυρίαρχες αξίες, στο φετιχισμό του χρήματος και στη λογική του ανταγωνισμού, ο οποίος αναδεικνύεται, μέσω της ψευτοατομικότητάς του. Οι άνθρωποι αυτοαναγνωρίζονται και αναγνωρίζονται από τους άλλους μέσα από τα προϊόντα που καταναλώνουν.

Την αποξενωμένη εργασία ακολουθεί μια αποξενωμένη κατανάλωση.

Η αποξένωση (αλλοτρίωση) επεκτείνεται και στον «ελεύθερο χρόνο». Η αστική τάξη «έσπασε χωρίς οίκτο όλους τους πολυποίκιλους φεουδαρχικούς δεσμούς, που συνδέανε τον άνθρωπο με τους φυσικούς ανωτέρους του και δεν άφησε κανέναν άλλο δεσμό ανάμεσα στον άνθρωπο και τον άνθρωπο, εκτός από το γυμνό συμφέρον, από τη χωρίς συναίσθημα "πληρωμή τοις μετρητοίς"... Μετέτρεψε την προσωπική αξιοπρέπεια σε ανταλλακτική αξία και στη θέση των απειράριθμων διασφαλισμένων και κεκτημένων ελευθεριών έβαλε τη μοναδική ασυνείδητη ελευθερία του εμπορίου» (Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς «Το Μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος» (σελ. 19).

Πέρα από τη μετατροπή της εργατικής δύναμης σε εμπόρευμα και τη μετατροπή σε μισθωτού εργάτη «του γιατρού, του νομικού, του παπά, του ποιητή, του ανθρώπου της επιστήμης» (στο ίδιο σελίδα 12), η εμπορευματοποίηση διευρύνεται και σήμερα θεωρείται συνηθισμένο φαινόμενο η πώληση μελών του ανθρώπινου σώματος, του ίδιου του ανθρώπινου σώματος (μαζική πορνεία) ακόμα και βρεφών.

Τα πάντα εμπορευματοποιούνται: η υγεία, η παιδεία, το σύνολο της κουλτούρας, του αθλητισμού, της πληροφόρησης. Ακόμα και τα φυσικά αγαθά που μέχρι πρόσφατα έμειναν έξω από την εμπορευματική παραγωγή: Ο χρόνος, ο καθαρός αέρας, ο ήλιος, η θάλασσα, τα δάση, κ.ο.κ.

Ετσι, διευρύνεται ο κύκλος των πραγμάτων και των αντικειμένων που, ενώ υποτίθεται ότι δημιουργούνται για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του ανθρώπου, τον χρησιμοποιούν ως μέσο και κυριαρχούν πάνω του.

Η στρεβλή συνείδηση, προϊόν αυτής της κατάστασης γενικευμένης αποξένωσης, καθιερώνεται ως κυρίαρχο σύστημα αξιών, ως κυρίαρχη ιδεολογία. Στο πλαίσιο αυτής της ιδεολογίας και της ενσωμάτωσης στις κυρίαρχες αξίες της αλλοτρίωσης και αποξένωσης, πλασάρονται ως προσωποποίηση της επιτυχίας οι πιο «απάνθρωπες» εικόνες ανθρώπων, όπως ο πλήρως ενσωματωμένος γιάπις, τα μοντέλα, ο ψευτοστάρ, ο δίκαιος βιομήχανος, ο επιτυχημένος τζογαδόρος στο Χρηματιστήριο, κ.ο.κ. Ταυτόχρονα, η κατοχή των πραγμάτων από τον καθένα (τα κυβικά και η μάρκα του αυτοκινήτου, το κινητό τηλέφωνο, κ.ο.κ) γίνεται καθοριστικός παράγοντας της ατομικότητας και της προσωπικότητάς του!

«Το έχειν», όμως, σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να αντισταθμίσει την απώλεια σε ανθρωπιά, την αποξένωση από την ουσία του ανθρώπου. Οσο λιγότερο είσαι εσύ ο ίδιος, τόσο λιγότερη είναι η έκφραση που δίνεις στη ζωή σου, όσο περισσότερα έχεις τόσο περισσότερο αλλοτριώνεται η ζωή σου και τόσο περισσότερο αποθηκεύεις την αποξενωμένη ζωή σου.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 9 Ιούλη 2000.

Reblog this post [with Zemanta]

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

ΦΩΤΑ: Το ξανάνιωμα της φύσης


«Φεύγατε να φύγουμε!/ Ερχετ' ο ζουρλόπαπας/ με την αγιαστούρα του/ και με τη βρεχτούρα του!».

Με αυτό το τετράστιχο περιγράφει η λαϊκή μας παράδοση τον τρόμο των καλικάντζαρων από την έλευση των Θεοφανείων, την τελευταία γιορτή του Δωδεκαήμερου. Την παραμονή λοιπόν αυτής της μέρας, ο παπάς γύριζε από σπίτι σε σπίτι κι έκανε αγιασμό έτσι ώστε να φύγουν τα κακά πνεύματα και βέβαια τους καλικάντζαρους, ψάλλοντας το «Εν Ιορδάνη...». Αλλωστε, οι καλικάντζαροι ήταν αυτοί που σε όλη τη διάρκεια του Δωδεκαήμερου «μαγάριζαν» τα νερά και τα φαγητά των ανθρώπων, έτσι, για να κρυφτούν από την τρομερή αγιαστούρα του παπά, επέστρεφαν τρομαγμένοι από κει που ήρθαν: Από τον Κάτω Κόσμο. Από όπου, βέβαια, θα επέστρεφαν και πάλι στο τέλος της χρονιάς.

Η αγιαστούρα και... η μαγκούρα!

Μάλιστα στα Μέθανα, ο παπάς κυνηγούσε τα καλικαντζάρια ακόμη κι έξω από το χωριό, γιατί μια χρονιά βαρέθηκε να κάνει αγιασμό και όταν επέστρεψε στην εκκλησία ήταν μαζεμένα όλα τα καλικαντζάρια, ρίχτηκαν πάνω του και άρχισαν να τον χτυπούν. Τότε ο παπάς προτίμησε πιο αποτελεσματικά και... επίγεια «καθαρτήρια» μέσα, άφησε την αγιαστούρα, άρπαξε τη μαγκούρα του και... τους άλλαξε τα φώτα.

Αλλά επειδή ο λαός ήξερε πως τα κακά πνεύματα και τα καλικαντζάρια δε βρίσκονταν μόνο στα σπίτια του, αλλά και σε χαλάσματα, ρεματιές και ακατοίκητα σπίτια, «έδιναν» ένα χεράκι στον εκπρόσωπο του Θεού, δημιουργώντας τελετές, κατά τις οποίες οι φωνές και τα κουδούνια τρόμαζαν τους ανεπιθύμητους επισκέπτες από τον Κάτω Κόσμο, τους ανάγκαζαν να βγουν από τις κρυψώνες τους και να εξαφανιστούν. Την παραμονή των Φώτων, επίσης, ο κόσμος άδειαζε το παλιό νερό από τα δοχεία για να βάλει «αγιασμένο» την επόμενη, αφού πίστευαν ότι τα καλικαντζάρια είχαν κατουρήσει το παλιό, άρα δεν ήταν πόσιμο. Αν δεν ήθελε να «κορακιάσει» κάποιος από τη δίψα εκείνο το βράδυ, θα έπρεπε να πάει μέχρι τη βρύση του χωριού, γιατί στα σπίτια δεν υπήρχε ούτε σταγόνα...

Μάλιστα, ο λαός μας ήταν τόσο σίγουρος πως τα καλικαντζάρια εξαφανίζονταν εκείνη τη μέρα, που ετοιμάζονταν για τα Φώτα κάνοντας μπάνιο και πλένοντας τα ρούχα. Δραστηριότητες που επί δώδεκα μέρες απαγορεύονταν, αφού, όπως είπαμε, το νερό ήταν «μαγαρισμένο», άρα θα λέρωνε τον άνθρωπο αντί να τον καθαρίσει. Ακόμη και τα λουκάνικα άρχιζαν να τρώνε, αφού μέχρι να περάσει ο παπάς και να κάνει αγιασμό δεν τα αγγίζανε, επειδή τα είχαν κατουρήσει τα καλικαντζάρια! Ηταν οι εποχές που ακόμη και οι παπάδες περίμεναν εκείνη τη μέρα να τους προσφέρει ο κόσμος λουκάνικα και άλλα φαγώσιμα, γιατί οι ίδιοι ήταν άμισθοι. Εκτός των άλλων, ο κόσμος έδινε στους παπάδες και σιτάρι, το οποίο το ονόμαζαν «χρονιάτικο», επειδή το πρόσφεραν μια φορά το χρόνο, αλλά και «στεφανιάτικο» γιατί το υπολόγιζαν στα στεφανωμένα ζευγάρια κάθε σπιτιού.

Βέβαια, υπήρχαν και παπάδες που δεν έμεναν ευχαριστημένοι με αυτά που τους πρόσφερε ο λαός από το λιγοστό βιος του και ήθελαν κι άλλα. Σαν απάντηση, ο λαός τους «στόλιζε» με σατυρικά τραγούδια: «Φωτίζω, ραντίζω, τσέργες και βελέντζες/ σταφύλια κρεμασμένα, συτζιούκια αραδιασμένα/ δερμάτια φουσκωμένα, με τυριά γεμάτα. Δώ' μ' κι εμένα ένα»! `Η «φωτίζω, ραντίζω, σκόρδα, λάχανα, κρομμύδια/ συτζιούκια μουστωμένα, να 'χα να 'τρωγα κανένα»!

Η γιορτή της κάθαρσης


Να σημειωθεί ότι για τους ορθόδοξους τα Φώτα έρχονται πρώτα σε σημασία από τις γιορτές του Δωδεκαήμερου, γιατί «βαφτίζονται», καθαγιώνονται και «καθαρίζονται» από το κακό τα πάντα γύρω. Ανθρωποι, ζώα, πράγματα και όλη η φύση. Πίστευαν μάλιστα πως το βράδυ πριν τα Φώτα «ανοίγουν οι ουρανοί» και όποιος κατάφερνε να ζητήσει κάτι από τον Θεό εκείνη τη στιγμή, αυτό θα γινόταν. Το αποτέλεσμα ήταν να μην κοιμάται σχεδόν κανείς εκείνο το βράδυ. Πίστευαν επίσης πως εκτός από το νερό, «βαφτίζονται» και οι άνεμοι. Συνεπώς, όποιος αέρας φυσούσε τη μέρα των Φώτων, θα ήταν αυτός που θα κυριαρχούσε όλη την επόμενη χρονιά. Για τους ορθόδοξους, η γέννηση ενός παιδιού, αποτελεί μεν ένα χαρμόσυνο γεγονός, αλλά η βάπτιση είναι αυτή για την οποία προβλέπεται ολόκληρο τελετουργικό που γιορτάζεται με τη συμμετοχή πολλών γνωστών και συγγενών. Ετσι, η βάπτιση του Χριστού είχε περισσότερη σημασία από τη γέννησή του, σε αντίθεση με τους καθολικούς που ρίχνουν το περισσότερο βάρος στη γέννηση. Μάλιστα, τα πρωτοχριστιανικά χρόνια, μέχρι το τέλος του 4ου αιώνα, η βάπτιση και η γέννηση του Χριστού γιορτάζονταν μαζί. Για πολλούς αιώνες μετά, οι Μακεδόνες και οι Θεσσαλοί γιόρταζαν τα Φώτα σαν τη μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου.

Τα Φώτα ήταν και η εποχή που προτιμούσαν οι άνθρωποι να φτιάχνουν καινούρια ρούχα, έτσι ώστε να «φωτιστούν» κι αυτά. Το ρίξιμο του σταυρού στο νερό, σε συνδυασμό με το «ξανάνιωμα» των πάντων λόγω του καθαγιασμού τους, ήταν και μια καλή εποχή για να ξεκινούν τα ταξίδια τους οι έμποροι και οι ναυτικοί. Μέσα σε αυτά τα «πάντα» που «ξανανιώνουν» περιλαμβάνονται ακόμη και οι εικόνες της εκκλησίας, αφού, όπως πιστευόταν παλιά, αλλά και σήμερα, με την αλλαγή του χρόνου χάνουν την αρχική τους δύναμη όλα τα πράγματα, άρα πρέπει να καθαρίζονται για να την ξαναβρούν.

Το «μπάνιο» των θεών


Οσο κι αν μοιάζει «τραβηγμένο από τα μαλλιά», ακόμη κι αυτό το πλύσιμο των εικόνων αποτελεί επιβίωση αρχαίας τελετουργίας. Οι αρχαίοι αφιέρωναν ειδικές γιορτές και τελετουργίες, που ονόμαζαν «Πλυντήρια», στο πλύσιμο των αγαλμάτων των θεών. Μάλιστα, οι Αθηναίοι κατέβαζαν με πομπή το άγαλμα της Αθηνάς από την Αθήνα στο Φάληρο για να το πλύνουν με θαλασσινό νερό και με αυτό το τρόπο να ανανεωθούν οι δυνάμεις της θεάς. Το έθιμο παρέλαβαν οι βυζαντινοί και με αυτό τον τρόπο έφτασε μέχρι τις μέρες μας. Υπάρχουν και έθιμα των Φώτων που κρατούν ακόμη και από τη Μινωική εποχή. Σε ορισμένες περιοχές της πατρίδας μας, μετά το πλύσιμο των εικόνων επέστρεφαν με πομπή στην εκκλησία. Την πομπή οδηγούσε μια νιόπαντρη γυναίκα που είχε γίνει και μητέρα για πρώτη φορά. Στο κεφάλι της κρατούσε το δοχείο με τον αγιασμό. Κατά διαστήματα, η γυναίκα ράντιζε με αγιασμό το δρόμο, για να γίνει το καλαμπόκι. Ο συμβολισμός παραπέμπει στη μινωική λατρεία της «Μητέρας Θεάς». Η γυναίκα, γεμάτη γάλα, παραπέμπει στον καρπό του καλαμποκιού, που έπρεπε να είναι γεμάτος και πλούσιος όπως η κοπέλα. Με αγιασμό ράντιζαν επίσης τα βόδια και τα άλογα. Οταν η πομπή έφτανε στην εκκλησία, οι άντρες άρχιζαν το χορό.

Ετσι, τα Φώτα, ο λαός μας πλένει και καθαρίζει τις εικόνες της εκκλησίας και του σπιτιού. Οπου μάλιστα υπήρχε η δυνατότητα έπλεναν τις εικόνες με θαλασσινό νερό. Τέτοια δυνατότητα υπήρχε φυσικά στα νησιά. Ετσι, στη Λήμνο και την Ικαρία, όταν ο παπάς έριχνε το σταυρό στη θάλασσα και έπεφταν οι βουτηχτάδες να τον βρουν, οι νοικοκυρές έπαιρναν θαλασσινό νερό για να πλύνουν τις εικόνες. Το νερό το μάζευαν σε τενεκέδες ή νεροκολοκύθες κομμένες από πάνω και βέβαια δεν έπρεπε να μιλούν καθ' όλη τη διαδικασία, αφού το νερό έπρεπε να ήταν «αμίλητο».

Οπου η θάλασσα ήταν μακριά, οι εικόνες «βαφτίζονταν» στα ποτάμια και τις ρεματιές. Στα Γρεβενά έπλεναν ακόμη και τις ξύλινες αγιογραφίες του ιερού των εκκλησιών που της κουβαλούσαν μέχρι το ποτάμι. Μάλιστα, στα χωριά της Θεσσαλίας και της Δ. Μακεδονίας οι εικόνες γίνονταν αντικείμενο... «δημοπρασίας», για το ποιος θα τις πάρει και θα τις πλύνει. Ο παπάς, μετά τη λειτουργία, έβγαινε από το ιερό, κρατώντας την εικόνα της «Βάφτισης» και ρωτούσε ποιος θα την πάρει. Ο κόσμος άρχιζε τότε να τάζει από χρήματα, μέχρι λάδι και κατσίκια. Οποιος έδινε τα πιο πολλά, έπαιρνε και την εικόνα. Ανάλογη ήταν η διαδικασία και για τις άλλες εικόνες.

Τα κάλαντα της λευτεριάς


Αξίζει τελειώνοντας να πούμε πως στην πολυτάραχη ιστορία του, ο λαός μας, στις σκοτεινές εποχές, χρησιμοποιούσε τέτοιου είδους γιορτές για να εκφράσει - εμμέσως πλην σαφώς - την αντίστασή του. Ετσι, επί τουρκοκρατίας, στην Ηπειρο είχαν επινοήσει τα παρακάτω κάλαντα των Φώτων, έτσι ώστε να εκφράζουν μέσω συμβολισμών, άρα άφοβα, τον πόθο για λευτεριά:

«Σήμερα είν' τα Φώτα/ καρκαλιέται η κότα (δηλαδή ο υπόδουλος Ρωμιός)/ πίσω από την πόρτα/ τη φωνάζει ο πέτος (συμβολικά ο Τούρκος)/ δεν απολογιέται/ παίρνει ένα λιθάρι/ τσίγκι το ποδάρι/ Ωι λελέ το πόδι μου/ και το παραπόδι μου!/ Φέρτε μου τη σέλα/ να καβαλικέψω/ να πανώ στα Γιάννινα/ να φωνάζω ντριμιτζή (εδώ εννοείται ο επίσκοπος Τρίκκης και Σταγών Διονύσιος, πρωτεργάτης της επανάστασης των Ηπειρωτών το 1612)/ ντριμιτζή καλόγερε/ και ντραγκατζιοκέφαλε (με κεφάλι δράκου)/ τα παιδιά που βάφτισες/ στην κυρά την Παναγιά/ πο 'χει ανήλια και καντήλια/ και κλειδιά στα παραθύρια/ έσκασαν και πλάνταξαν».

Σ.Σ.: Τα στοιχεία είναι παρμένα από τα βιβλία του Κώστα Καραπατάκη «Παλιά χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα», (εκδόσεις Παπαδήμας) και της Γιάννας Σεργή «Να τα πούμε;» (εκδόσεις Φιλιππότη).

ΠΗΓΗ
:εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 6-1-2001

Reblog this post [with Zemanta]

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

Παγανά και Καρκαντζέλια


I found this fascinating quote today:


"Ο φόβος και η προκατάληψη των αμόρφωτων ανθρώπων είναι εκείνο που γεννά τις φαντασίες των δαιμονικών", έγραφε ο Μιχαήλ Ψελλός , σε μικρή μελέτη του για τους Καλικαντζάρους, που οι Βυζαντινοί τους λέγανε Βαβουτσικάριους. Οι Καλικάντζαροι, σύμφωνα με τις διάφορες δοξασίες που υπάρχουν σε πολλές περιοχές της χώρας, βρίσκουν την ευκαιρία να ανέβουν στον επάνω κόσμο τις μέρες του Δωδεκαήμερου και να αρχίσουν τις σκανταλιές τους.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius
You should read the whole article.

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

Kαλικάντζαροι

I found this fascinating quote today:

Το Δωδεκαήμερο, από τα Χριστούγεννα ως την παραμονή των Φώτων, σ' ολόκληρη την Ελλάδα, πιστεύουν πως βγαίνουν οι Καλικάντζαροι . Όπως τους φαντάζεται ο λαός, είναι «μαυριδεροί με κόκκινα μάτια, με τρίχινα πόδια, με χέρια σαν της μαϊμούς κι έχουν όλο το κορμί τους τριχωτό. Έρχονται τα δωδεκαήμερα και μπαίνουν στα σπίτια. Τους αρέσουν οι τηγανίτες και τ' αϊ-βασιλιάτικα γλυκά».spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius
You should read the whole article.

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

Η Πρωτοχρονιά στο χρόνο & τον κόσμο

Coca-Cola Santa 1942Image by coolz0r via Flickr

I found this fascinating quote today:
Η Πρωτοχρονιά, αν και δεν είχε τόσο έντονο θρησκευτικό χαρακτήρα, για το βυζαντινό και το νεότερο ελληνισμό, ως τη σύγχρονη επέλαση του αγγλοσαξονικού πολιτισμού, ήταν η μεγαλύτερη γιορτή. Σήμερα, κυριαρχούν η θρησκευτικότητα των Χριστουγέννων, η λατρεία της φάτνης και των αγγέλων και τα αμερικανικά καταναλωτικά και θρησκευτικά έθιμα που εκτοπίζουν σιγά σιγά έθη, ήθη και μορφές της ελληνικής και λαϊκής παράδοσης.

spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius,Dec2009


You should read the whole article.
Reblog this post [with Zemanta]

Πρωτοχρονιάτικα έθιμα


Ο Αϊ - Βασίλης και ο «ρουγκατσιάρης»

Πανάρχαιες γιορτές για το νέο χρόνο

Η αισιοδοξία και η συγκίνηση της αναμονής του άγνωστου που εύχεσαι να είναι κάτι καλύτερο από το χρόνο που φεύγει, καθιστούν την Πρωτοχρονιά γιορτή - σταθμό του ανθρώπου μέσα στο χρόνο.

Για το λαό μας, όπως για όλους τους λαούς, όποτε κι αν γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά, η παραμονή της μέρας που καταλήγει τα μεσάνυχτα για ένα δευτερόλεπτο σε «πύλη» εξόδου και εισόδου συγχρόνως ήταν γεγονός ιδιαίτερης σημασίας και γιορταζόταν ανάλογα.


Τα «μαντέματα»

Κανείς δεν κοιμόταν το βράδυ της παραμονής, μέχρι να βεβαιωθεί για τα μελλούμενα και να κόψει τη βασιλόπιτα. Στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία γίνονταν τα μαντέματα για το πώς θα πάει η καινούρια χρονιά. Ολη η οικογένεια συγκεντρωνόταν το βράδυ στο σπίτι και ένα αγόρι έφερνε από το στάβλο σπυριά σιταριού. Ο πατέρας ή η μητέρα έδινε στο σπυρί ένα από τα ονόματα των μελών της οικογένειας και το έβαζε στην πλάκα του τζακιού. Οταν το σπυρί έσκαζε από τη θερμότητα όλοι παρακολουθούσαν την πορεία του. Αν πήγαινε προς τα πάνω, αυτό σήμαινε υγεία. Αν καιγόταν ακίνητο τότε σήμαινε αρρώστια. Αν πήγαινε μακριά, τότε αυτός που είχε δώσει το όνομά του στο σπυρί, θα ξενιτευόταν. Αν είχε βάλει το σπυρί κοπέλα και εκείνο πεταγόταν έξω σήμαινε πως θα παντρευόταν το νέο χρόνο. Κι αν το σπίτι είχε ξενιτεμένο και το σπυρί πηδούσε στο εσωτερικό του τζακιού, τότε ο ξενιτεμένος θα επέστρεφε γρήγορα.

Στα χωριά της Χαλκιδικής τη θέση του σταριού έπαιρνε η ελιά. Εβαζαν τρία φύλλα ελιάς κοντά στο τζάκι και όπως με το στάρι, αν καίγονταν ζωηρά ήταν καλό σημάδι, ενώ αν δεν είχε ζωηράδα, τότε θα έρχονταν αρρώστιες.

Η βαθιά ανάγκη όμως για αισιοδοξία δεν άφηνε τον άνθρωπο να αφεθεί μόνο στα «τερτίπια» της φύσης και έβρισκε τρόπους να «σπρώξει» κάπως την τύχη του. Ετσι, στο Βλαχόπουλο της Πυλίας, ανήμερα της Πρωτοχρονιάς πριν το ποδαρικό, κοιτούσαν από το παράθυρο στο δρόμο και αν περνούσε καλός άνθρωπος έτρεχε όλη η οικογένεια να τον δει για να πάει καλά η χρονιά, αν όμως όχι, ο «παρατηρητής» έφευγε σκυφτός και αμίλητος από το παράθυρο. Κάτι ανάλογο έκαναν και τα κορίτσια στην παλιά Αθήνα. Κάθονταν στο παράθυρο μετά τα μεσάνυχτα, μόλις που είχε ?γυρίσει? ο χρόνος και κοίταζαν έναν καθρέφτη μέχρι να ακουστεί κάποιο αντρικό όνομα στο δρόμο. Μόλις ακούγονταν έκαναν τον σταυρό τους τρεις φορές και έλεγαν «το όνομα που άκουσα/ να είναι το όνομά του/ του χρόνου να 'ναι κύρης μου/ κι εγώ να 'μαι κυρά του». Μετά άφηναν τον καθρέφτη στο παράθυρο και κοιμούνταν. Αν το πρωί ο καθρέφτης δεν ήταν θαμπός από την υγρασία τότε όλα θα πήγαιναν καλά τη νέα χρονιά.

Στα χωριά των Τρικάλων, πριν τα χαράματα, οι γυναίκες πήγαιναν «κατά μόνας» και έπαιρναν «αμίλητο νερό» από τη βρύση, αλείφοντάς τη με λίπος «για να τρέχει το βιο και το τυχερό σαν το νερό». Επιστρέφοντας, πριν μπουν στο σπίτι σταύρωναν την πόρτα με λίπος για τον ίδιο λόγο.

Το «ποδαρικό

Ο πρώτος επισκέπτης του σπιτιού την Πρωτοχρονιά έκανε το ποδαρικό. Περνούσε το κατώφλι με το δεξί και καθόταν σταυροπόδι «για να μην αφήσει η κλώσα τα αβγά και να μη φύγει έξω το τυχερό». Μετά έβαζαν μπροστά του ένα πιάτο με αλάτι και ένα δεκανίκι, εκείνος έριχνε αργά το αλάτι στη φωτιά και σκαλίζοντάς το με το δεκανίκι έλεγε: «Πώς σκάζ' τ' άλας, έτσ' να σκάζ'ν κι οι οχτροί κι να βγαίν' τα μάτια τ'ς, να σκάζ'ν τα καρυδίτσια του βαμπακιού κι να βγαιν' του βαμπάκ'». Το ίδιο εύχονταν για την αύξηση των προβάτων και για να βρεθούν γαμπροί και νύφες. Στην Αγιάσο της Λέσβου άφηναν το τραπέζι στρωμένο όλη τη νύχτα για να φάει ο Αϊ - Βασίλης.

Η βασιλόπιτα

Οι εκδοχές για την προέλευση της βασιλόπιτας είναι πολλές. Γεγονός όμως είναι πως αποτελεί αναντικατάστατο θεσμό της Πρωτοχρονιάς, όπως και το «φλουρί» που φέρνει καλοτυχία σ' όποιον το βρίσκει, ο οποίος παλιότερα έπαιρνε και το ρόλο του «αρχηγού» του γλεντιού που ακολουθούσε. Στα χωριά, έφτιαχναν πάνω στη βασιλόπιτα «μινιατούρες» από μικρά κλωνάρια που συμβόλιζαν μαντριά, ζώα, μελίσσια κλπ. Σε άλλα μέρη, αντί για φλουρί, έβαζαν ένα σταυρυδάκι που συμβόλιζε τον γαμπρό κι ένα δαχτυλίδι που συμβόλιζε τη νύφη. Για τους ανύπαντρους, αυτό σήμαινε γάμο μέσα στη χρονιά.

Τα «σούρβα»

Τα «σούρβα» ήταν πρωτοχρονιάτικη γιορτή και σύμφωνα με τον Κ. Καραπατάκη πήραν την ονομασία τους από τις κρανιές που στη Θράκη τις λένε «σούρβες». Τα αγόρια έκοβαν κλωνάρια από κρανιές και χτυπούσαν τους ανθρώπους στην πλάτη για να τους μεταδώσουν δύναμη, τραγουδώντας «Σούρβα σούρβα/ γερό κορμί/ γερό σταυρί/ σαν ασήμι». Τα σούρβα ήταν το «σύνθημα» για τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα. Οπως και στα χριστουγεννιάτικα κάλαντα, έτσι και στης Πρωτοχρονιάς, οι παραλλαγές προσαρμόζονταν στα χαρίσματα των νοικοκυραίων. Αν κάποιο σπίτι δεν άνοιγε την πόρτα για τα κάλαντα, τα παιδιά τραγουδούσαν «αφέντη μου στην κάπα σου εννιά χιλιάδες ψείρες/ Αλλες γεννούν κι άλλες κλωσούν/ κι άλλες αυγομαζώνουν/ κι άλλες τον Θιο παρακαλούν/ να μην τις ζεματίσουν». Τα σούρβα θα σβήσουν μέσα στα χρόνια της Κατοχής, χωρίς να ξανααναβιώσουν.

Η μορφή του Αϊ - Βασίλη με το «χαρτί και το καλαμάρι» είναι κυρίαρχη σε όλες τις παραλλαγές που απαντώνται στη χώρα. Ενίοτε, ο καλοσυνάτος άγιος κρατάει καλάθι όπως μας πληροφορούν κάλαντα της Μυκόνου: «Αγιος Βασίλης έρχεται από τις Κάτω Δήλες/ βαστά το καλαθάκι του γεμάτο πεταλίδες/ βαστά και την κοφίνα του γεμάτη με "μανίτες"(σ.σ. μανιτάρια)./ Αγιος Βασίλης έρχεται και στο ντουλάπι πάει/ να βρει τα ξεροτήγανα να κάτσει να τα φάει» Στα κάλαντα της Οίας κουβαλά κούτσουρα, ενώ στον νοικοκύρη εύχονται «αράβι από τη Μάλτα/ τσαι τσείνο πού 'χεις στο νησί/ να το τραβάς για βάρκα» Στην Σίφνο τα κάλαντα είχαν κι άλλους σκοπούς: «Παλικαρόπουλο κι εγώ/ έρχομαι και σας κυνηγώ/ μιαν ευχή να σας χαρίσω/ το πουγκί μου να γεμίσω./ Πού ξέρεις αν καμιά φορά/ με κάμ' η τύχη ταλαρά/ και την κόρη σου πλανέψω/ και για νύφη τη γυρέψω».
Τα «ρουγκατσιάρια»

Στη Μακεδονία, την Πρωτοχρονιά, γιορτάζονταν τα «ρουγκατσιάρια». Μια καθαρά διονυσιακή γιορτή, που κάποτε γιορταζόταν σ' όλη την Ελλάδα με παραστάσεις και οργιώδη λαϊκά γλέντια. Η γιορτή συμβόλιζε τη ζωή και το θάνατο, το ξύπνημα της φύσης και την εναλλαγή του χρόνου. Φαλλικά σύμβολα, μάσκες και κουδούνες, που φοριούνταν μόνο από άντρες περνούσαν μετά το μεσημεριάτικο κόψιμο της βασιλόπιτας για να διασκεδάσουν το κόσμο. Πίσω από τους μασκαράδες ακολουθούσαν αγόρια και άντρες τραγουδώντας «Αϊ Βασίλης έρχεται, Γενάρης ξημερώνει/ Βασίλη μ' πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;/ Από τα ξένα έρχομαι και στα δικά μου πάω/ Αν έρχεσ' απ' την ξενιτιά, πες μας ένα τραγούδι/ Εγώ τραγούδια μάθεσκνα, τραγούδια να σας λέω/ Στην πατερίτσ' ακούμπησε να πει ένα τραγούδι/ κι η πατερίτσα 'ταν χλωρή κι απόλυκε κλωνάρια/ κλωνάρια, χρυσοκλώναρα, χρυσά, μαλαματένια». Τα κύρια πρόσωπα στα «ρουγκατσιάρια» ήταν ο «ρουγκατσιάρης» που έπρεπε να είναι βαμμένος κατάμαυρος και να φοράει κουδούνες, η «Μπούλα», σύμβολο της βλάστησης που την παράσταινε ένα νέο αγόρι, οι «καπεταναίοι» με τις φουστανέλες και ο «γιατρός» με τα «γιατροσόφια» του. Για τους ανθρώπους των χωριών μας ήταν κάτι σαν τις Απόκριες, μια μοναδική ευκαιρία ξεγνοιασιάς και ελευθεριότητας.

Βιβλιογραφία: 1) Κώστα Καραπατάκη «Παλιά χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα (Το Δωδεκάμερο των Χριστουγέννων)», εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμας.

2) Γιάννα Β. Σέργη «Να τα πούμε; Παραδοσιακά κάλαντα», εκδόσεις «Φιλιππότη».

ΠΗΓΗ: εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 1-1-2000
Reblog this post [with Zemanta]

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

Καθ'οδόν:Σε λαϊκά έθιμα των ημερών

I found this fascinating quote today:
Ένα από τα ωραιότερα έθιμα των ημερών είναι τα κάλαντα. Οι παιδικές φωνές που γεμίζουν τον αέρα με αστείες επωδούς, με ευχές και μελωδίες, και τους νοικοκυραίους με παινέματα, μεταφέρουν μια πανανθρώπινη και πανάρχαια λαχτάρα. Την ευτυχία. Μια ευτυχία που φτιάχνεται από απλά υλικά, από καθημερινές ανάγκες, όπως ένα καλό μεροκάματο, ένας καλός γάμος, ένα παιδί, η καλή σοδειά... `Η από καημούς, όπως ο γυρισμός του ξενιτεμένου, η υγεία στην αρρώστια, η τύχη στη δυστυχία...spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Dec 2009
You should read the whole article.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

Μαρία Πολυδούρη, "Μόνο γιατί μ'αγάπησες"


I found this fascinating quote today:

Η βιωματική ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη αντανακλά, ως ένα βαθμό, τη "νεορομαντική σχολή", που αναπτύσσεται στον αστερισμό του μεσοπολέμου, περιόδου αναζητήσεως πολιτικής ισορροπίας στην Ελλάδα. Μικρασιατική καταστροφή, εθνική κρίση, οικονομικό χάος, κοινωνική ρευστότητα, συνθέτουν μία βασική υπαρξιακή αβεβαιότητα. Η ποίηση και, κυρίως, το βίωμα που την τροφοδοτεί, δέχονται το εξωτερικό ερέθισμα και το μετουσιώνουν σε λογοτέχνημα. Αυτό θα συμβαίνει όσο υπάρχουν άνθρωποι...spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius

You should read the whole article.

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009

Τα κυριώτερα καλλιτεχνικά ρεύματα του 20ου αιώνα

Ντανταϊστική παραποίηση της Τζοκόντας του Ντα Βίντσι με μουστάκι και γένι από τον Μαρσέλ Ντυσάν (1919)

Η ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ
Ανάμεσα στην ποίηση και την επανάσταση

Μια μικρή αναφορά στα κυριότερα καλλιτεχνικά κινήματα του 20ού αιώνα


«Για να πλουτίσει μια ομάδα Γερμανών ή Αγγλων εκατομμυριούχων ή δισεκατομμυριούχων, εξοντώθηκαν δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι και στις πιο ελεύθερες δημοκρατίες εγκαθιδρύθηκε η στρατιωτική δικτατορία της αστικής τάξης... Ακριβώς ο πόλεμος άνοιξε περισσότερο από καθετί τα μάτια των εργαζομένων, πέταξε τα ψεύτικα στολίδια της αστικής δημοκρατίας, έδειξε στο λαό τις τεράστιες διαστάσεις που πήρε η αισχροκέρδεια και ο πλουτισμός κατά τον πόλεμο και από τον πόλεμο».

Δύσκολα θα βρισκόταν πιο περιεκτική αποτίμηση του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου - ίσως και όλων των ιμπεριαλιστικών πολέμων - από αυτήν που έγραψε ο Λένιν το 1919. Ο πόλεμος ήταν το «σταυροδρόμι» όπου «συναντήθηκαν» οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες που «γεννήθηκαν» πριν, κατά τη διάρκειά του και μετά από αυτόν. Ηταν η τραγική επιβεβαίωση όλων των ιστορικών αιτιών που οδήγησαν στη χρεοκοπία της αστικής κουλτούρας, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει από το 19ο αιώνα, δηλαδή από την ανοιχτή αμφισβήτηση της αστικής εξουσίας από την Παρισινή Κομμούνα και την κυριαρχία του ρεαλισμού και του ιμπρεσιονισμού στην τέχνη. Τότε η Ευρώπη θα δει επιφανείς ζωγράφους και λογοτέχνες της με το όπλο στο χέρι να περιφρουρούν τα παρισινά οδοφράγματα πλάι στους εργάτες. Εικόνα που θα επαναληφθεί από εκπροσώπους των πρωτοποριακών κινημάτων στον 20ό αιώνα, επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη της «κόκκινης κλωστής» που ενώνει την ανατρεπτικότητα της τέχνης με τις κοινωνικές πρωτοπορίες.

Σήμερα επιχειρούμε μια συνοπτική αναφορά στις κυριότερες καλλιτεχνικές πρωτοπορίες του 20ού αιώνα, με κριτήριο όχι μόνο την καλλιτεχνική προσφορά τους αλλά και τη γενικότερη. Υπενθυμίζοντας πως, αν και δεν υπάρχουν πια ως οργανωμένα κινήματα, η προσφορά τους παραμένει ανεκτίμητη τόσο στην εξέλιξη της τέχνης όσο και στο διαχρονικό αίτημα για τον ενεργό ρόλο που καλείται να παίξει η διανόηση στον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.


Εξπρεσιονισμός








«Το προαίσθημα του Εμφυλίου» (1936). Εργο του Ισπανού σουρρεαλιστή ζωγράφου Σαλβαντόρ Νταλί





Ο εξπρεσιονισμός, ο φουτουρισμός, το νταντά, ο σουρεαλισμός, το μπάου χάουζ, οι αναρίθμητοι καλλιτεχνικοί «-ισμοί», που αναπτύχθηκαν παράλληλα με αυτά - ή και μέσα σε αυτά - καθώς και το ιδιαίτερα σημαντικό κεφάλαιο του αντικατοπτρισμού τους στην επαναστατημένη Ρωσία, που μετεξελίχθηκε σε ένα αυτόνομο ρεύμα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, έχουν συγχρόνως μικρότερες ή αγεφύρωτες διαφορές, «υπόγειες» ή εξόφθαλμες συγγένειες αλλά ένα χαρακτηριστικό κοινό: Οτι σε διαφορετικό βαθμό το καθένα αμφισβήτησε το κυρίαρχο πολιτιστικό «τοπίο» της εποχής.

Μερικά από αυτά τα κινήματα αναπτύχθηκαν συγχρόνως, άλλα γεννήθηκαν από τα προηγούμενα, άλλοτε σαν εξέλιξή τους, άλλοτε σαν αμφισβήτησή τους. Μερικά ήταν καθαρά «θεωρητικά» και άλλα αμιγώς «πρακτικά». Κάποτε αυτοϋπονομεύονταν ακόμη και ως προς την καλλιτεχνική τους διάσταση, όπως το νταντά.

Ο εξπρεσιονισμός, που εδραιώθηκε κυρίως στη Γερμανία, με τις πολλές τάσεις και εκφάνσεις του και την απόπειρά του να ισορροπήσει ανάμεσα στην κοινωνική κριτική των πρώτων χρόνων - με την ομάδα της «Γέφυρας» - και έναν κάποτε «στρυφνό» ιδεαλισμό - όπως στην περίπτωση της ομάδας του «Γαλάζιου Καβαλάρη» και ενός εκ των κυρίων εκπροσώπων του κινήματος, του Ρώσου Βασίλι Καντίνσκι- καταγράφεται ως η πρώτη σοβαρή καλλιτεχνική απόπειρα του αιώνα να αντισταθεί στην αστική επέλαση με το σύνθημα «κέρδος και μόνο κέρδος με κάθε μέσο». «Εξωστρεφής» ως κίνημα - ο όρος παραπέμπει στη λέξη «έκφραση» - θα επηρεάσει πολλούς σημαντικούς καλλιτέχνες και θα σβήσει ως κίνημα το 1920.

Φουτουρισμός


Ο φουτουρισμός θα εμφανιστεί «επισήμως» το 1909 στο Παρίσι, με ιδρυτή τον Ιταλό ποιητή και συγγραφέα Φίλιπο Τομάζο Μαρινέτι. Ως κίνημα διαπνέεται από αισιοδοξία για το μέλλον - λέξη που γέννησε και τον τίτλο του - η οποία στηρίζεται στην εμπιστοσύνη προς τις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου, έτσι όπως αυτές εκφράζονται στην επιστήμη και την τεχνολογία. Αν και ο ίδιος ο Μαρινέτι κατρακύλησε στο τέλος προς το φασισμό, το πνευματικό «παιδί» του έμελλε να εμπνεύσει την προεπαναστατική καλλιτεχνική πρωτοπορία της Ρωσίας - με εξέχοντα εκπρόσωπό της τον μεγάλο Μαγιακόφσκι - κατατάσσοντας το ρώσικο φουτουρισμό ως τον πιο ρηξικέλευθο αμφισβητία του αστικού θετικισμού.

Νταντά


Το νταντά είναι το πιο «σκανδαλιάρικο» μέλος της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Για τον όρο υπάρχουν πολλές απόψεις, με επικρατέστερη αυτή που τον «θέλει» να έχει υιοθετηθεί από την αντίστοιχη μωρουδίστικη λέξη. Από το 1916 μέχρι το 1920 και με ηγετική φυσιογνωμία του τον ρουμανικής καταγωγής ποιητή Τριστάν Τζαρά, κατάφερε ισχυρότατα πλήγματα στην αστική ηθική και κουλτούρα, οι εκδηλώσεις του είναι καταγραμμένες περισσότερο στα αστυνομικά δελτία και λιγότερο σε θεωρητικά κείμενα, ενώ ο μηδενισμός και η αθυροστομία του - χαρακτηριστικές στάσεις των πρωτοπόρων Ευρωπαίων καλλιτεχνών που γνώρισαν το σφαγείο των χαρακωμάτων - αποτελούν τα σημεία αναγνώρισής του. Ο ντανταϊσμός θα συσπειρώσει τον πιο πολιτικοποιημένο καλλιτεχνικό πυρήνα της εποχής και οι ντανταϊστές θα είναι οι πρώτοι που θα κάνουν πράξη στη Δύση το αίτημα για συστράτευση των καλλιτεχνών στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης. Πολλοί από αυτούς θα στρατευθούν στο κομμουνιστικό κίνημα και θα πάρουν ενεργό μέρος στη γερμανική επανάσταση του '19.

Σουρεαλισμός


Ο σουρεαλισμός είναι κατά κάποιο τρόπο η συνέχεια του νταντά. Ουσιαστικά, οι πρώην ντανταϊστές θα μετεξελιχθούν σε σουρεαλιστές κάτω από την καθοδήγηση του Γάλλου ποιητή Αντρέ Μπρετόν. Σε καλλιτεχνικό επίπεδο ο σουρεαλισμός θα επιχειρήσει να απελευθερώσει το καλλιτεχνικό ένστικτο από την «καταδυνάστευση» της λογικής, με στόχο την αποτύπωση της εσωτερικής πραγματικότητας του ανθρώπου, που δεν είναι λιγότερο ρεαλιστική από τη ζωή, αντίθετα έχει άμεση σχέση μαζί της. Πρόκειται δηλαδή για έναν υπερ-ρεαλισμό. Θεωρητικά οι σουρεαλιστές θα εμπνευστούν από τον Φρόιντ και τον Μαρξ, αφού για τους ίδιους είναι οι άνθρωποι που θεωρητικοποίησαν την πνευματική και κοινωνική απελευθέρωση του ανθρώπου. Οι σχέσεις του σουρεαλισμού και του κομμουνιστικού κινήματος είναι άμεσες. Σύσσωμη η ηγετική τους ομάδα θα ενταχθεί στο γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα και θα χαιρετίσει τα Σοβιέτ. Ο σουρεαλισμός αποτελεί μέχρι σήμερα αξεπέραστο φαινόμενο όσον αφορά στην εξάπλωση ενός καλλιτεχνικού κινήματος. Θα φτάσει σε όλες τις ηπείρους και θα επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα πλήθος καλλιτεχνών μέχρι και τις μέρες μας.

Μπάου χάουζ


Το μπάου χάουζ ήταν μια γερμανική σχολή βιομηχανικού σχεδίου και αρχιτεκτονικής που ιδρύθηκε από τον αρχιτέκτονα Βάλτερ Γκρόπιους. Λειτούργησε από το 1919 μέχρι το 1933 όταν και κλείστηκε από τους ναζί. Για τους εκπροσώπους της σχολής «η τέχνη δεν είναι επιστήμη» αλλά «ο καλλιτέχνης είναι ένας ευνοημένος τεχνίτης». Αν και ρομαντικοί οι θεωρητικοί προσανατολισμοί του, το μπάου χάουζ αποτέλεσε ένα ανοιχτό σχολειό γνώσης που δεχόταν σπουδαστές χωρίς ταξικές διακρίσεις. Οι δημιουργίες του χαρακτηρίζονται από τη φετιχοποίηση της χρηστικότητας. Η φιλελεύθερη πνοή του αποτέλεσε το «κόκκινο πανί» για τους ναζί, οι οποίοι το χαρακτήρισαν, μαζί με τον εξπρεσιονισμό, «εκφυλισμένη τέχνη».

«ΛΕΦ»


Το «ΛΕΦ» ήταν η καλλιτεχνική απάντηση του νεογέννητου σοσιαλισμού της ΕΣΣΔ στην αστική κουλτούρα. Τα αρχικά του στα ρωσικά σημαίνουν «Καλλιτεχνικό Μέτωπο της Αριστεράς». Στην ουσία ήταν μια κανονική οργάνωση, που συσπείρωνε ποιητές, συγγραφείς, εικαστικούς, σκηνοθέτες, από φουτουριστές μέχρι κονστρουκτιβιστές και κάθε διανοούμενο στρατευμένο στην υπόθεση της επανάστασης. Το μανιφέστο του με τίτλο «Για τι αγωνίζεται το ΛΕΦ» συντάχθηκε από τον Μαγιακόφσκι το 1923 και αποτελεί μέχρι σήμερα ένα άκρως διδακτικό κείμενο για τις σχέσεις της τέχνης με την επανάσταση.

Κύρια βιβλιογραφία: «Οι πρωτοπορίες της τέχνης του 20ού αιώνα» Μάριο Ντε Μικέλι («Οδυσσέας»), «Η ιστορία του σουρεαλισμού» Μωρίς Ναντώ («Πλέθρον»), «Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» Εκδοτική Αθηνών
ΠΗΓΗ: εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ,23 Απρίλη 2000
Reblog this post [with Zemanta]

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2009

http://spoudasterion.pblogs.gr/2009/09/513865.html

Από τη Μεγάλη Ιδέα στη Μικρασιατική Καταστροφή

Επιδράσεις στα ρεύματα και στη θεματική της ελληνικής λογοτεχνίας

http://spoudasterion.pblogs.gr/2009/09/513865.html

Shared via AddThis

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009

reBlog from spoudasterion.pblogs.gr: Ludus Literarius

NYC - AMNH: Spitzer Hall of Human Origins - Ho...Image by wallyg via Flickr

I found this fascinating quote today:


Νέες θεωρίες για την εξαφάνιση των Νεάντερταλ

Πριν από 28.000 χρόνια, στην περιοχή του Γιβραλτάρ, μια ομάδα ανθρώπων του Νεάντερταλ φυτοζωούσαν κατά μήκος της βραχώδους ακτής στην πλευρά της Μεσογείου. Πιθανότατα ήταν οι τελευταίοι του είδους τους. Αλλού στην Ευρώπη και στη δυτική Ασία, οι Νεάντερταλ είχαν εξαφανιστεί χιλιάδες χρόνια νωρίτερα, αφού παρέμειναν κυρίαρχοι επί 200.000 χρόνια. Η Ιβηρική χερσόνησος, με το σχετικά ήπιο κλίμα και την πλούσια ποικιλία (εκείνη την εποχή) ζώων και φυτών, φαίνεται ότι ήταν το τελευταίο τους οχυρό. Σύντομα κι ο μικρός πληθυσμός Νεάντερταλ του Γιβραλτάρ χάθηκε, αφήνοντας ως μόνη ανάμνηση της ύπαρξής τους τα πέτρινα εργαλεία και τα υπολείμματα από τις φωτιές που άναβαν μέσα στις σπηλιές.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More