Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010
Νίκος Εγγονόπουλος: Περισσότερο από υπερρεαλιστής
Σάββατο 27 Μαρτίου 2010
Μετά είκοσι έτη
Το έργο του Ιωάννου αποτελεί κομβικό σταθμό για την πεζογραφία μας
... ... ...
Κυριακή 21 Μαρτίου 2010
Τοπίο στην ομίχλη
Η βασικότερη διάκριση που θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς είναι εκείνη ανάμεσα στην ευρύτερη και στη στενότερη έννοια του όρου. Με την ευρύτερη έννοια διανοούμενος είναι- μιλάω πάντοτε για την Ελλάδα- εκείνος που θεωρείται διανοούμενος (είτε από τους άλλους είτε από τον εαυτό του). Με την έννοια αυτή οι διανοούμενοι είναι σήμερα τόσο πολλοί ώστε να αποτελούν μία από τις πολυπληθέστερες τάξεις στη χώρα μας. Με τη στενότερη- δηλαδή, με την ακριβέστερη- έννοια του όρου, διανοούμενοι, κατά τη γνώμη μου, είναι όσοι διαθέτουν τις εξής τρεις ιδιότητες (και τις τρεις):
α) Εχουν τις απαιτούμενες γνώσεις για τα φλέγοντα κοινωνικοπνευματικά ζητήματα της εποχής τους.
Σύμφωνα με την έννοια αυτή, οι διανοούμενοι στη χώρα μας είναι, αν δεν κάνω λάθος, τόσο λίγοι ώστε να μην μπορούν να γεμίσουν μια αίθουσα σεμιναρίου. Και τούτο γιατί οι περισσότεροι από τους διανοουμένους με την ευρεία έννοια δεν διαθέτουν τη δεύτερη- και σπουδαιότερη- από τις τρεις ιδιότητες που διακρίνουν τους διανοουμένους με την ακριβέστερη, δηλαδή με τη σωστή, έννοια του όρου (πολύ συχνά δεν διαθέτουν ούτε και την πρώτη). Είναι, πιστεύω, σπουδαιότερη η δεύτερη ιδιότητα, γιατί διανοούμαι σημαίνει στοχάζομαι, συλλογίζομαι σε βάθος, σκέφτομαι κριτικά.
Θα πρέπει να σταθούμε λίγο σε αυτή την έλλειψη. Ως συναρτώμενη με την περιφερειακή θέση της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό και στο ευρύτερο δυτικό διανοητικό γίγνεσθαι, είναι, ως έναν βαθμό, κατανοήσιμη. Λέω ως έναν βαθμό, γιατί το γεγονός ότι η νεοελληνική διανόηση υπήρξε σχεδόν πάντοτε μεταπρατική των ιδεών που παράγονται στα διανοητικά κέντρα δεν δικαιολογεί τη σημερινή έκταση της απουσίας αυτενέργειας στη σκέψη της. Ελάχιστοι είναι οι σημερινοί έλληνες διανοούμενοι που συνδιαλέγονται δημιουργικά με τις ιδέες των διανοουμένων των κέντρων, δηλαδή που παράγουν δική τους σκέψη και που θα μπορούσαν ως εκ τούτου να χαρακτηριστούν διανοούμενοι με την ουσιαστική έννοια του όρου. Οι περισσότεροι- οι συντριπτικά περισσότεροι- αναπαράγουν άκριτα τις «κεντρικές» ιδέες, ακόμη και όταν οι ιδέες αυτές είναι φανερό ότι δεν μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα την ελληνική πραγματικότητα. Από την άποψη αυτή, η ελληνική διανόηση παραμένει αφόρητα επαρχιωτική!
Τα παραπάνω ήταν, πιστεύω, απαραίτητα αν θέλουμε να απαντήσουμε με κάποια ακρίβεια στο ερώτημα αν οι έλληνες διανοούμενοι σιωπούν ή όχι σήμερα, σε μιαν εποχή που ο λόγος της διανόησης είναι στον τόπο μας ιδιαίτερα αναγκαίος. Σε ό,τι αφορά τους διανοουμένους με την ουσιαστική έννοια του όρου, θα έλεγα ότι γενικά δεν σιωπούν, με τη διευκρίνιση όμως ότι, επειδή είναι πολύ λίγοι και επειδή ορισμένοι από αυτούς μιλούν λιγότερο απ΄ ό,τι θα έπρεπε ή δεν μιλούν καθόλου, η φωνή τους διακρίνεται πολύ δύσκολα. Και αυτό γιατί χάνεται κάτω από τη φωνή των διανοουμένων με τη μη ουσιαστική έννοια του όρου, οι περισσότεροι από τους οποίους όχι μόνο μιλούν, ενίοτε ακατάσχετα, αλλά και συχνά φωνασκούν.
Εχοντας λοιπόν απεικονίσει το τοπίο των διανοουμένων μας σήμερα με τους όρους που το περιέγραψα, θα μπορούσε κανείς, ως προς την παρουσία τους στην ελληνική πραγματικότητα, να επιχειρήσει να καταρτίσει μια τυπολογία τους. Ετσι θα έλεγα ότι οι έλληνες διανοούμενοι γενικά, δηλαδή με την ευρύτερη έννοια του όρου (στην οποία περιλαμβάνονται, βέβαια, και οι διανοούμενοι με τη στενότερη έννοιά του), θα μπορούσαν να διακριθούν σήμερα σε επτά κατηγορίες, στις εξής:
1. Σε εκείνους που μιλούν όσο θα έπρεπε.
2. Σε εκείνους που, δυστυχώς, μιλούν λίγο.
3. Σε εκείνους που, δυστυχώς, σιωπούν.
4. Σε εκείνους που,ευτυχώς,μιλούν λίγο.
5. Σε εκείνους που, ευτυχώς, σιωπούν.
6. Σε εκείνους που, δυστυχώς, μιλούν πολύ.
7. Σε εκείνους που, δυστυχώς, δεν σιωπούν.
Αθροίζοντας συγκριτικά τις ποσότητες ομιλίας και σιωπής των παραπάνω κατηγοριών το εξαγόμενο (μιλώντας πάντοτε γενικά) φέρνει αναπόφευκτα στον νου τον γνωστό δεκασύλλαβο στίχο του ιρλανδού ποιητή Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς (1865-199), τον οποίο μεταφράζω στον εθνικό μας δεκαπεντασύλλαβο:
Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009
Τα τηλεοπτικά καθεστώτα
Image by just Luh. via Flickr
I found this fascinating quote today:
του Νάσου Βαγενά
Η τηλεόραση είναι μια θαυμάσια εφεύρεση που έχει προσφέρει αρκετά και που θα μπορούσε να προσφέρει πολύ περισσότερα στον άνθρωπο. Η χρήση της, όμως, στον βαθμό που υπακούει σε ολοκληρωτικά πολιτεύματα ή στους νόμους της σημερινής αγοράς, την έχει καταστήσει επιβλαβή.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius
You should read the whole article.
Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2009
Το επίτευγμα του Σολωμού
Image by RobW_ via Flickr
καθηγητή της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών
Στο τελευταίο κείμενό μου στο «Βήμα» (29 Νοεμβρίου 1998) είχα υποστηρίξει ότι, αν θέλουμε να δούμε καθαρότερα τη φύση της ποιητικής προσπάθειας του Σολωμού, θα πρέπει να απομακρυνθούμε από τις στερεότυπες εικόνες του επτανησιακού και του αθηναϊκού λογοτεχνικού τοπίου της εποχής του, οι οποίες μας έχουν παραδοθεί από την ηρωική εποχή του δημοτικισμού, να προσδιορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τα επτανησιακά λογοτεχνικά και εν γένει γραμματειακά συμφραζόμενα της σολωμικής ποίησης, και να δούμε αυτά τα συμφραζόμενα μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο των ελληνικών συμφραζομένων τους.
Μια τέτοια εξέταση θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι ο Σολωμός όχι μόνο δεν αποτελούσε για τους Επτανησίους τη μοναδική πηγή ποιητικής αλήθειας, όπως πιστεύεται, αλλά και ότι, ως πηγή αλήθειας, τους ήταν άγνωστος κατά το ωριμότερο και ουσιαστικότερο μέρος του έργου του. Θα μας παροτρύνει, ακόμη, να κοιτάξουμε προσεκτικότερα τις σχέσεις του Σολωμού με τους ποιητές του κύκλου του, εκείνους που είχαν ή που μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στο άδηλο για τους λοιπούς εγχείρημα των μειζόνων ποιητικών συνθέσεών του (Ο Κρητικός, Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας). Το νόημα της γνωστής επιστολής του στον Τερτσέτη (1833) είναι προφανές, ώστε να μη χρειάζεται να το περιγράψουμε εδώ. Αυτό που μπορούμε να πούμε μελετώντας τους στίχους των ποιητών του σολωμικού κύκλου είναι ότι ούτε και αυτοί μπόρεσαν να έρθουν σε γόνιμη επαφή με το νόημα της σολωμικής τέχνης. Τον Σολωμό δεν μπόρεσαν να τον καταλάβουν, ή τουλάχιστον να ωφεληθούν ουσιαστικά από αυτόν, ούτε οι μαθητές του. Διαφορετικά, θα είχαν δώσει έργα σημαντικότερα, διαμορφωμένα και από τα βαθύτερα στοιχεία του διδάγματός του.
Κοιτάζοντας σήμερα τα πράγματα με την οπτική καθαρότητα που μπορεί να μας προσφέρει η χρονική απόσταση, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς. Ο Σολωμός ήταν μια ποιητική μεγαλοφυΐα, από εκείνα τα σπάνια ποιητικά πνεύματα που, ενίοτε, υπερέχουν τόσο πολύ των συγχρόνων ομοτέχνων τους, ώστε αυτοί να μην μπορούν να τα ακολουθήσουν. Ετσι, ανέλαβε μόνος του και χωρίς ουσιαστική βοήθεια ένα τιτάνιο ποιητικό έργο, το οποίο ήταν έργο μιας ολόκληρης ποιητικής γενιάς: να διαμορφώσει μια κοινή νεοελληνική ποιητική γλώσσα μέσα από το πλήθος των γλωσσικών τάσεων και προτάσεων που κατετίθεντο εκείνη την εποχή. Το έργο αυτό έχει αρκετές αναλογίες με το γλωσσικό έργο που επετέλεσε η ποίηση της Κρητικής Ακμής, αλλά με δύο σημαντικές διαφορές:
1) Η κλίμακα της γλώσσας που είχαν να επεξεργαστούν οι ποιητές της Κρήτης ήταν τοπική, ενώ εκείνη του Σολωμού πανελλήνια· η διαμόρφωση της κρητικής ποιητικής γλώσσας, την οποία επέτυχαν οι ποιητές της Κρήτης, ήταν ευκολότερη, γιατί το υλικό που έπρεπε να «καθαριστεί» και να μορφοποιηθεί σε ομοιογενή ποιητική γλώσσα ήταν πολύ λιγότερο ετερόκλητο από το υλικό της ελληνικής γλώσσας της εποχής του Σολωμού, ο οποίος είχε να αντιμετωπίσει και τις κινούμενες στους αντίποδες της δικής του προσπάθειας θεσμοποιημένες γλωσσικές κατευθύνσεις του νέου κράτους.
2) Η εποχή της Κρητικής Ακμής διέθετε περισσότερους από έναν μεγάλους ποιητές (Κορνάρος, Χορτάτσης) και ελάσσονες αναλογικά σημαντικότερους από τους ελάσσονες σολωμικούς, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι η ποιητική γλώσσα της ήταν αποτέλεσμα μιας μεγαλύτερης ποιητικής αλληλεγγύης. Ετσι, δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι ο Σολωμός δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τις ποιητικές συνθέσεις της ωριμότητάς του.
Αλλά δεν ήταν μόνον οι αντικειμενικές συνθήκες που εμπόδισαν την ολοκλήρωση αυτών των συνθέσεων. Ηταν και μια προσωπική συντεταγμένη, που καθιστούσε το σολωμικό εγχείρημα ακόμη πιο δύσκολο. Και δεν εννοώ τις γλωσσικές ελλείψεις του ποιητή, τις οποίες ήταν αδύνατον να εξαλείψει πλήρως η επανασύνδεσή του με την ελληνική γλώσσα μετά την επάνοδό του από την Ιταλία (σε τελευταία ανάλυση, αυτές ενδέχεται να λειτουργούν ως ένα βαθμό και αντιστρόφως: να αποτελούν συγχρόνως, όπως στην περίπτωση του Κάλβου, και πηγή εκφραστικής γοητείας βέβαια πολύ λιγότερο ορατή στον Σολωμό). Αναφέρομαι στην παράτολμη για την ελληνική γλωσσική διαμόρφωσή του προσπάθεια του Σολωμού να κάνει τραγικού (Ο Κρητικός, Ο Πόρφυρας) και επικοτραγικού περιεχομένου ποίηση (Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι) με λυρική γλώσσα. Παρά την αποσπασματικότητα του έργου του, ο Σολωμός με τις συγχωνεύσεις του αυτές είναι ένας από τους ελάχιστους ευρωπαίους ποιητές της εποχής του που υλοποιούν πραγματικά θέλω να πω: σε βάθος το ρομαντικό όραμα της σύμμειξης των ποιητικών ειδών (μια παρόμοια λυρικοτραγική συγχώνευση επιτυγχάνει στην Ιταλία ο συνομήλικός του Λεοπάρντι) και πιστεύω ότι από αυτή πηγάζει η μεγάλη καθαρότητα της σολωμικής γλώσσας. Η καθαρότητα της γλώσσας του Σολωμού, όπως άλλωστε και του Λεοπάρντι (και οι δύο χαρακτηρίστηκαν πρόδρομοι της γαλλικής «καθαρής ποίησης»), δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη άλλων λυρικών ποιητών της εποχής τους. Ωστόσο, δίνει την αίσθηση ότι είναι μεγαλύτερη, γιατί έχει μεγαλύτερο βάθος· γιατί ο σολωμικός λυρισμός, όπως και ο λεοπαρδικός, έχει βαρύτερο περιεχόμενο: εκφράζει συναισθήματα πυκνότερα και ασύμβατα με εκείνα του συνήθους λυρισμού.
Κι εδώ βρίσκεται η διαφορά του Σολωμού από τους ξενόγλωσσους ομοτέχνους του. Ενώ ο Λεοπάρντι είχε στη διάθεσή του μια καλλιεργημένη και σε σημαντικό βαθμό ομοιογενοποιημένη γλώσσα, ο Σολωμός έπρεπε να εργαστεί με το υλικό μιας ποιητικής γλώσσας πολύ λιγότερο πρόσφορης για την επίτευξη της σύμμειξης που επεδίωκε. Αυτό εννοούσε ο Σπ. Ζαμπέλιος όταν τον επέκρινε γιατί επιχείρησε να εκφράσει πράγματα τα οποία δεν του επέτρεπε η κατάσταση της ελληνικής γλώσσας εκείνη την εποχή.
Το βάρος του έργου που ανέλαβε ο Σολωμός ήταν τόσο ώστε η «συντριβή» του να μην είναι ανεξήγητη. Η μορφή των σωζομένων ποιημάτων του δεν οφείλεται τόσο στην εφαρμογή από τον ποιητή της ιδέας του ρομαντικού αποσπάσματος, όπως έχει ειπωθεί, όσο στη φύση του εγχειρήματός του (σε κανέναν ρομαντικό ποιητή η αποσπασματικότητα δεν έχει τη «συντριμματική» μορφή με την οποία εμφανίζεται στον Σολωμό). Ο Σολωμός υπέκυψε στις δυσκολίες του εγχειρήματός του, όμως κατόρθωσε, για να χρησιμοποιήσω μια μεταφορά του Σεφέρη, να βγάλει μέσα από τα γλωσσικά νεφελώματα της εποχής του ένα άστρο για την ακρίβεια, κομμάτια ενός άστρου, τα οποία επρόκειτο να γίνουν ο κύριος οδηγητής και διαμορφωτής της κοινής ποιητικής γλώσσας μας και, ως εκ τούτου, ένας από τους κύριους διαμορφωτές της νεοελληνικής κοινής. Λέω επρόκειτο, γιατί χρειαζόταν χρόνος ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει και σε βάθος το σολωμικό δίδαγμα.
Η επεξεργασία της ελληνικής ποιητικής γλώσσας που επετέλεσε ο Σολωμός ήταν τόσο βαθιά και τόσο λεπτή ώστε, αν είχε δημοσιεύσει τα αποσπάσματα των μεγάλων ποιημάτων του, η γλώσσα τους θα φαινόταν (και θα ήταν) τότε, όχι μόνο για τους Αθηναίους αλλά και για τους Επτανησίους, σε αισθητό βαθμό τεχνητή (πράγμα που θα έπρεπε να το ένιωθαν και οι άνθρωποι του κύκλου του, που γνώριζαν τα ποιήματά του). Επρεπε να ωριμάσουν οι συνθήκες και να διαμορφωθεί με την καθοδήγηση της γλώσσας των σολωμικών αποσπασμάτων η ελληνική κοινή ποιητική γλώσσα, για να μπορέσει η γλώσσα του Σολωμού, με μιαν ανεπαίσθητη όμως ισχυρή ανάδραση, την οποία η ίδια με σοφία προετοίμασε, να
φυσικοποιηθεί πλήρως. ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 3-12-1998Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009
Κωστὴς Παλαμὰς - Κ.Π.Καβάφης: Διαφορετικοὶ ἀλλὰ πόσο;
Image via Wikipedia
* Ανόμοια εξέλιξη
* Τα κοινά στοιχεία
* Η μεταθανάτια τύχη
ΠΗΓΗ: ἐφημ. Τὸ Βῆμα,16 Μαρτίου 2003
Κυριακή 16 Αυγούστου 2009
Εμφύλια σύγκρουση πολιτισμών
καθηγητή της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Η αντιπαράθεση μεταξύ Εκκλησίας και εκσυγχρονιστών έχει μεγάλη προϊστορία
Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009
Ο συγγραφέας ως αναγνώστης
του Νάσου Βαγενά,
καθηγητή της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών
Ο συγγραφέας ως αναγνώστης είναι ένας ιδιότυπος αναγνώστης. Ο ακριβέστερος προσδιορισμός αυτής της ιδιοτυπίας μπορεί, πιστεύω, να αποδοθεί με τη λέξη ιδιοτέλεια. Ο συγγραφέας (μιλάω κυρίως για τον άνθρωπο που γράφει λογοτεχνικά έργα) είναι ένας ιδιοτελής αναγνώστης, γιατί όταν διαβάζει (όταν διαβάζει κυρίως λογοτεχνικά έργα) εκείνο που καθοδηγεί και διακρίνει την αναγνωστική προσοχή του είναι περισσότερο η επιθυμία του να ανακαλύψει στα έργα των ομοτέχνων του στοιχεία που θα τον βοηθήσουν να συνθέσει το δικό του έργο.
Αναφέρομαι βέβαια στη λειτουργία της επίδρασης η οποία ζει και υγιαίνει παρ΄ ότι η λέξη έχει αφρόνως εξοστρακιστεί από την καινοθηρία ενός υποτιθέμενου κριτικού εκσυγχρονισμού και αντικατασταθεί από τον όρο διακειμενικότητα· ο οποίος είναι μεν χρήσιμος για να δηλώσει γενικά τις σχέσεις μεταξύ των κειμένων, αλλά καθώς χρησιμοποιείται αδιακρίτως για να δηλώσει και κάθε μορφή διακειμενικής σχέσης, στην περίπτωση της λογοτεχνικής επίδρασης δεν σημαίνει τίποτε. Δεν γνωρίζω όρο ακριβέστερο από τη λέξη επίδραση για να εκφράσει, στις σχέσεις μεταξύ κειμένων, εκείνο που εννοούμε με τη λέξη επίδραση. Και καθώς η λογοτεχνική επίδραση υπάρχει ακόμη και θα εξακολουθήσει να υπάρχει, παρά τα διαθρυλούμενα περί θανάτου του συγγραφέα, θα ήμουν πρόθυμος να χρησιμοποιήσω έναν καταλληλότερο όρο, αν μου τον υπεδείκνυε κάποιος.
Η επίδραση είναι η κινητήρια δύναμη της λογοτεχνίας. Το λεγόμενο ότι η λογοτεχνία βγαίνει σε μεγαλύτερο βαθμό μέσα από τη λογοτεχνία παρά μέσα από τη ζωή είναι αληθινό, γιατί τις περισσότερες από τις θρεπτικές της ουσίες η λογοτεχνία τις παίρνει από την ίδια τη λογοτεχνία και γιατί και η λογοτεχνία και η ανάγνωση της λογοτεχνίας είναι ζωή. Η αναγνωστική εμπειρία του συγγραφέα λοιπόν είναι και αυτή μια εμπειρία ζωής, και μάλιστα ζωής συμπυκνωμένης, μέσα από την οποία δοκιμάζεται η εκτός λογοτεχνίας ζωή του και πορεύεται η λογοτεχνική του ζωή.
Διαφορετικά από εκείνη του επαρκούς και του κοινού αναγνώστη, η οποία τελείται σε δύο χρονικές διάρκειες, η αναγνωστική εμπειρία του συγγραφέα λειτουργεί σε τρεις χρόνους. Πρώτον, στον χρόνο της «πραγματικής» ανάγνωσης, σ΄ εκείνον δηλαδή κατά τον οποίο ο αναγνώστης διαβάζει ένα κείμενο. Δεύτερον, στον χρόνο εκείνης της «ανάγνωσης» που θα μπορούσε να ονομαστεί μνημική. Διότι η εμπειρία της ανάγνωσης ενός λογοτεχνικού έργου, όταν το έργο μάς έχει πει κάτι, δεν τελειώνει με την «πραγματική» ανάγνωσή του. Αυτή είναι η πράξη της γνωριμίας μας με αυτό. Η εμπειρία ενός λογοτεχνικού έργου είναι και η εμπειρία της ανάμνησής του, και αυτό δεν είναι το ίδιο με την εμπειρία της ανάγνωσής του· γιατί τα νέα βιώματά μας, που έχουν παρεμβληθεί στο μεταξύ, τροποποιούν την ανταπόκρισή μας προς αυτό. Κάθε φορά που θυμόμαστε ένα σημαντικό για μας λογοτεχνικό κείμενο το ξαναδιαβάζουμε ενδιαθέτως, με διαφορετική χρονική διάρκεια. Η ανάγνωσή του δεν τελειώνει ποτέ.
Με εσωτερικότερες διεργασίες συνεχίζεται η ανάγνωση ενός έργου κατά τον τρίτο αναγνωστικό χρόνο, που είναι χρόνος αποκλειστικά του συγγραφέα· συνεχίζεται όταν έχει γίνει με τον τρόπο του συγγραφέα (γιατί ο συγγραφέας διαβάζει ως συγγραφέας μόνο τα κείμενα που αισθάνεται ότι μπορούν να ικανοποιήσουν τη συγγραφική του ιδιοτέλεια- τις περισσότερες φορές διαβάζει σαν επαρκής ή κοινός αναγνώστης). Συνεχίζεται η ανάγνωσή του και πέρα από τη μνημική επαφή με το κείμενο, λανθανόντως, όταν το κείμενο κοιμάται μέσα του, ως ένα είδος ανεπίγνωστης κυοφορίας, η οποία εκβάλλει σε στιγμές απροσδόκητης καρποφορίας. Αυτές οι στιγμές φέρνουν στην επιφάνεια στοιχεία από τα βαθύτερα κοιτάσματα της ψυχής ενός συγγραφέα.
Επίδραση και ανάγνωση έτσι είναι έννοιες ομόσημες. Το αποτέλεσμα της συγγραφικής ανάγνωσης ενός συγκεκριμένου κειμένου λειτουργεί λοιπόν και επιδρά σε έναν συγγραφέα είτε συνειδητά (κατά τη διάρκεια της «πραγματικής» ανάγνωσης του κειμένου), είτε προσυνειδητά (διά της μνημικής ανάγνωσής του), είτε ασύνειδα (όταν το αναγνωστικό απόσταγμα δρα ενδοφλεβίως). Εννοείται ότι τα όρια ανάμεσα σε αυτά τα τρία επίπεδα είναι δυσδιάκριτα. Εννοείται επίσης ότι, όταν ερευνάμε τη σχέση της επίδρασης ενός συγγραφέα σε έναν άλλον, θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί για να μη χάνουμε από τα μάτια μας τα ευρύτερα διακειμενικά συμφραζόμενα, στο πλαίσιο των οποίων πραγματοποιείται αυτή η σχέση.
Ο χαρακτηρισμός του συγγραφέα αναγνώστη ως ιδιοτελούς δεν θα πρέπει να νοηθεί με την τρέχουσα έννοια του επιθέτου. Διότι ο συγγραφέας αποδίδει πάντοτε την οφειλή του στο έργο από το οποίο οικειοποιήθηκε ό,τι μπορούσε να τον θρέψει. Όπως η οικειοποίηση αυτή είναι μια φυσική πράξη, έτσι και η ανταπόδοση των τροφείων πραγματοποιείται φυσικά, με την ευδοκίμηση του έργου του νεότερου συγγραφέα, η οποία αναδεικνύει τη σπουδαιότητα του έργου-τροφού. Τα στοιχεία του έργου-τροφού τα οποία έχει απορροφήσει το νεότερο έργο κάνουν τον επαρκή αναγνώστη να διαβάζει το παλαιότερο έργο διαφορετικά, όχι μόνο από τον τρόπο με τον οποίο το διάβαζαν οι άνθρωποι της εποχής του- πράγμα ούτως ή άλλως αναμενόμενο- αλλά και από τον τρόπο ανάγνωσης των δικών του σύγχρονων κοινών αναγνωστών, αναγνωρίζοντας σε αυτό μια δυναμική η οποία δεν ήταν ορατή την εποχή της εμφάνισής του.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 31 Μαΐου 2009
Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009
Το παράδοξο του Καρυωτάκη Εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή
του Νάσου Βαγενά,
καθηγητή της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, φ. 15-9-1996