Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Διανοείσθε τι είναι διανοούμενος;

Books are the quietest, most constant of frien...Image by Professor Rogers via Flickr

Ο Θ. Π. Τάσιος, καθηγητής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, παραθέτει συνοπτικά ερμηνείες του όρου «διανοούμενος» και εν συνεχεία κάνει μια απόπειρα σύνθεσης και σχολιασμού των χαρακτηριστικών των διαφόρων αυτών εναλλακτικών ορισμών

1 Τα τελευταία 20-30 χρόνια ο όρος «διανοούμενος» έχει πολυσυζητηθή. Κάμποση σαφήνεια όμως χάθηκε απ' την εποχή του Ζολά ή της Ρωσικής ιντελιγκέντσιας. Οι «Νέες Εποχές», χρόνια τώρα, το φέρνουν και το ξαναφέρνουν το θέμα στην επικαιρότητα. Κονδυλοφόροι διασταυρώνονται (και λίθοι ρίπτονται ενίοτε), κι άκρη δεν βγάζουμε. Θα υποστηρίξω ότι τούτο είναι φυσικό: Οι συμφυείς με το θέμα έννοιες είναι πάντα ζωντανές, οι συνθήκες όμως και τα κοινωνικά λειτουργήματα αλλάζουν σταδιακά ­ γι' αυτό και η ορολογία-μας θέλει τροποποίηση. Ανάλογο λεκτικό απολίθωμα είναι κι εκείνο το ανεκδιήγητο «άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών» (λογοτέχνες δηλαδή και ηθοποιοί, υποθέτω) ως δηλωτικό των όσων μυριάδων δουλεύουν σήμερα με το μυαλό-τους. 

2 Δυστυχώς για τον αναγνώστη, θα χρειασθή να ξαναεπισκεφθούμε μερικές υποψήφιες ερμηνείες του όρου «διανοούμενος», δείχνοντας (πρακτικά έστω) πόσο ατελέσφορες είναι: 

* Διανοούμενος είναι τάχα ο καλός γιατρός που έχει μια εκπομπή στην τηλεόραση, όχι όμως κι ο διεθνώς γνωστός ερευνητής της καρδιολογίας που ωφελεί την ανθρωπότητα με το σιωπηρό έργο-του. Ο δεύτερος δουλεύει πιό πολύ απ' τον πρώτον στη «διανόηση», αλλά δέν δικαιούται τον τίτλο διότι δέν την εκλαϊκεύει. Μη χρησιμοποιείτε λοιπόν τον όρο διανοούμενος για τον τηλεοπτικό γιατρό-σας: Πέστε-τον στα ίσια «εκλαϊκευτή» ­ φιλοφρόνηση μέγιστη άλλωστε.

* Ονομάζετε διανοούμενους εκείνους τους τρείς συμπαθείς πρυτάνεις ελληνικών πανεπιστημίων οι οποίοι πριν απο 10-15 χρόνια συνήθιζαν πρό των εκλογών να εκδίδουν μανιφέστο, συνιστώντας να ψηφίζωμε τον Ανδρέα Παπανδρέου; Δέν αναφέρομαι στην ορθότητα της γνώμης-τους. Την εμφανή αριστοκρατικότητα της εκδηλώσεώς-τους μέμφομαι: Τί ειδική αποδεικτική βαρύτητα έχει η ατομική ψήφος ενός νομικού ή φυσικού επιστήμονα; Και γιατί πρέπει να την μιμηθή ο λαός; Εδώ, μου φαίνεται πως πρέπει να συγκρατήσωμε ενα αποθετικό χαρακτηριστικό του διανοούμενου: Δέν είναι κατ' ανάγκην κάποιος επιστήμονας που διακηρύσσει τις πολιτικές-του προτιμήσεις δημοσίως.

* Εδώ και λίγα χρόνια ο Pierre Bourdieu κήρυσσε την επιστράτευση των διανοουμένων για τη σύσταση μιας Διεθνούς, κόντρα στις οικονομικές, πολιτικές και δημοσιογραφικές εξουσίες. Οπως συνήθως, έτσι κι εδώ, η Ουτοπία πάει χέρι-χέρι με την Τεχνοκρατία ­ στο όνομα της «προόδου» πάντοτε βέβαια! Για τον αναζητούμενο ορισμό του διανοούμενου, λοιπόν, δέν νομίζω πως μπορούμε να συγκρατήσουμε τη μόνιμη «αντιεξουσιαστική» στράτευση, ερήμην του πλήθους των υποκειμένων της δημοκρατίας.

* Δέν μπορώ να κλείσω αυτήν τη συνοπτική καταγραφή εναλλακτικών ορισμών χωρίς να μνημονεύσω μια διαλυτική της εννοίας του διανοουμένου πρόταση που κατατάσσει σ' αυτήν την κατηγορία εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες του πνεύματος ­ φτάνει να πιστεύουν στον Ανθρωπο και στον Λόγο. Δέν χρειάζεται να μπλεκόμαστε όμως: Οσους εμπίπτουν σ' αυτήν την κατηγορία άς τους λέμε καλύτερα νοησιοτέχνες. Η βαρειά κληρονομιά του όρου «διανοούμενος» δέν επιτρέπει πλατειασμούς.
 
3 Ας κάνουμε τώρα μιαν απόπειρα για μια πρώτη σύνθεση των χαρακτηριστικών του διανοούμενου. Είναι σίγουρο πως ο όρος δέν θέλει να 'πή αυτό που λέει: Εκατομμύρια ανθρώπων στοχάζονται και δουλεύουν επαγγελματικά με το μυαλό-τους («διανοούνται»). Καταχρηστικά όμως, έστω, κάτι ειδικότερο θέλει ή ήθελε να 'πή ο όρος: Ας το αναζητήσομε περισσότερο μέσα στο εκατονταετές ιστορικό βάρος-του:

α) Εργάτης του πνεύματος, πετυχημένος όμως στη δουλειά-του: Πρώτον για να έχη συνέπειαν στην εν πνεύματι αναζήτηση της αληθείας και δεύτερον για νά 'χη αποχτήσει κάποια φήμη και να περνάη ο λόγος-του.

β) Να διαθέτη καλλιέργειαν κι ευαισθησία, σε κάποιο εύρος, πέραν της ειδικότητάς-του.

γ) Να πονάη τον Ανθρωπο και να παρεμβαίνη στα κοινά, ελέγχοντας (ή και ενθαρρύνοντας κριτικά) την  εξουσία ή εναντιούμενος ελλόγως στην κοινωνική συμβατικότητα.

δ) Να μήν έχη πολιτικές-στρατευτικές δεσμεύσεις που ενδεχομένως αμβλύνουν το λειτούργημα «γ».

ε) Να διαθέτη ήθος και συνέπειαν βίου.

Σάν πολλά κατηγορήματα μαζεύτηκαν, αλλά μου ήταν δύσκολο να παραλείψω κάποιο απ' αυτά χωρίς να κουτσουρέψω την έννοια.

Πρέπει όμως να τα σχολιάσωμε τώρα ετούτα τα σουσούμια, ένα-ένα: Παρα-είναι ωραία για να είναι εφικτά...
Στο πρώτο και στο δεύτερο χαρακτηριστικό παρατηρεί κανεις οτι για να είσαι τόσο σπουδαίος στη δουλειά-σου θα σου χρειαστήκαν δυο-τρείς δεκαετίες αφιέρωση και στένεμα μάλλον παρά πλάτεμα των οριζόντων-σου. Η εμβάθυνση είναι άγια για τον σκηνοθέτη ή τον εντομολόγο, αλλα δέν συμβάλλει στην ευρύτερη καλλιέργεια του προσώπου. Ετούτη η απλή αλήθεια με κάνει να κουμπώνομαι κατ' αρχήν για την εγκυρότητα της γνώμης των Ειδικών που θα το παίξουν «Γενικοί». Κι ύστερα, όσο για το «εργάτης του πνεύματος»: γιατί άραγε τη δόξα την πήρε ο Ζολά, κι όχι ο καραβανάς ο Πικάρ, που είχε το σθένος να καταγγείλη τον αληθινό ένοχο μέσα απ' τη σφηκοφωλιά ­ κι όχι απ' έξω...

Στο τρίτο χαρακτηριστικό πρέπει να σταθούμε περισσότερο, μιάς κι είναι η λυδία λίθος του σπάνιου μέταλλου που αναζητούμε: Και, πρώτα, πώς θά 'σαι σίγουρος ότι διαθέτεις τα δεδομένα της απέραντης περιπλοκότητας των σύγχρονων πολιτικών φαινομένων για να μπορής να παρέμβης; Οι εντυπώσεις συχνά απατούν ­ και εξεγείρουν τις αγνές συνειδήσεις των ηθοποιών, αλλά το μεσοπρόθεσμο συμφέρον του λαού ενδέχεται να είναι άλλο. Δεύτερον, αν είσαι ειδικός και «το ξέρεις το θέμα», δεν φοβάσαι μη τυχόν πέσεις θύμα των τεχνοκρατικών τάσεων που ο καθένας κρύβει μέσα-του; Κι ύστερα, με ποιάν συχνότητα θα σηκώνης το ανάστημά-σου; Απ' την πολλή κραυγή θα χάσης τη φωνή και την αξιοπιστία-σου (όπως λ.χ. ο ανελέητα επικριτικός Adorno προς πάντες και τα πάντα). Ασε που θα πέσης και στον στημένο ιστό των ΜΜΕ (κι αντίο ανεξαρτησία τότε). Και σε προάγουν κιόλας προς ελαφρολαϊκόν στοχασμό ή, χειρότερα, προς υψίνοη ληρηματική ακράτεια (για ν' αντιγράψω μιαν ατάκα του Ν. Βαγενά).

Στο τρίτο λοιπόν χαρακτηριστικό του «διανοούμενου» πρέπει νομίζω να προσθέσουμε «με σεμνότητα και εκτάκτως μόνο». (Στο κάτω-κάτω δέν βουλιάζει ο κόσμος κάθε βδομάδα). Το κυριότερο όμως εδώ είναι άλλο: Κοινωνική παρέμβαση δέν είναι μόνον η κατακεραύνωση της εξουσίας, αλλ' είναι (όλο και πιό πολύ) κι η συστηματική αφιέρωση στη διακονία αγάπης (ο γιατρός χωρίς σύνορα). 

Στο τέταρτο χαρακτηριστικό, με συμπαθάτε που θα πάη ο νους-μου κατευθείαν στον Σαρτρ: Μήν τα μολογάτε τα στρατόπεδα της Σοβιετίας διότι αποκαρδιώνετε τον εργάτη της Γαλλίας. Και μήν κατηγοράτε τον Στάλιν ­ αυτός μόνον κατέχει τις πληροφορίες που τον δικαιολογούν! Ετούτη η ανήκουστη αυτοαναίρεση ενός σπουδαίου διανοούμενου υπονόμευσε αφάνταστα την ιντελιγκέντσια. Η στράτευση λοιπόν σε ένα κόμμα ή σε μιαν (απο τη φύση-της απλοποιητικά δομημένη) ιδεολογία εξανεμίζει εύκολα την παρεμβατική κριτική δύναμη. Κι ήρθε νομίζω η στιγμή να πούμε οτι αυτό που (κακοζήλως) σήμερα ονομάζουν «σιγή των διανοουμένων» (ή άλλως «πού 'ν τοι; τους επάτησε το τράμ») δέν είναι παρα το καταλάγιασμα του παρελθόντος θορύβου των μαζικών παρεμβάσεων, τρίς της ημέρας πρό του φαγητού. Τούτο όμως καθόλου δεν σημαίνει πως οι ανάγκες έλειψαν ή οι ουσιώδεις και διακριτές παρεμβάσεις σταμάτησαν. Απλώς είναι βολή κατα βολήν ­ κι όχι κατα ριπές. Σήμερα, βέβαια, συμβαίνει κάτι άλλο μαζικό: Η πολλαπλή συμμετοχή επιστημόνων στα ΜΜΕ. Ετούτο όμως το φαινόμενο, ενδιαφέρον καθεαυτό (κι όχι κατ' ανάγκην για πετροβόλημα), δέν υποκαθιστά το λειτούργημα της καίριας και ρηξικέλευθης παρεμβάσεως.

Φτάσαμε, τέλος, στο πέμπτο χαρακτηριστικό, την συνέπεια βίου. Και θ' αντιγράψω εδώ τον αναντικατάστατον Καστοριάδη που παίνευε τον Σωκράτη ως διανοούμενο: διότι είχε φαμελιά να θρέψη, διότι πήγε τρείς φορές στον πόλεμο, διότι ανέλαβε αξίωμα στην πόλη ­ κοντολογίς γιατί δέν ήταν «αναχωρητής» σάν τον Πλάτωνα.

Ετούτο όμως το χαρακτηριστικό του ήθους είναι κι απ' τα δυσκολότερα. Δέν ορίζεται αντικειμενικώς εύκολα, και δέν λείπουν κι οι καλοθελητές να σ' το τσαλακώσουν (ιδίως σε χώρες όπου είσαι ό,τι σε δηλώσουν). Είναι όμως εκ των ών ούκ άνευ, και δέν σ' αφήνει να γίνης κήνσωρ όταν είσαι ληίστωρ.
 
4 Ετούτα όλα τα πέντε δύσκολα χαρακτηριστικά (ιδίως όπως τα επιβαρύναμε με τον σχολιασμό που προηγήθηκε) ερμηνεύουν τη φαινομενική απουσία της φωνής της Διανόησης: Δέν είναι όμως απουσία, είναι σπάνις. Κι ακριβώς γι' αυτό, όλα όσα κάνουμε εμείς οι λοιποί, άς ονομάζονται με ειδικότερα και αμεσότερα επίθετα, όπως «προοδευτικός συγγραφέας», «φιλόλογος με πολιτικά ενδιαφέροντα», «μηχανικός συνδικαλιστής» και τέτοια. Χωρίς κατάχρηση του μείζονος όρου (*)...

Η κοινωνική ανάγκη όμως υπάρχει: Η δημοκρατία έκανε βήματα, αλλά κι ορισμένες εξουσίες γίναν πιο αδιαφανείς ­ ιδίως οι νεοπαγείς (μεγάλα κόμματα, μεγάλες επιχειρήσεις και φονταμενταλισμοί). Ο κριτικός λόγος ο διεισδυτικός των νέων πριγκήπων θα διαπερνάη αυτές τις αδιαφάνειες ως συμβολή καίρια (ριζοσπαστικά δημοκρατική θα την έλεγα). Αλλ' επώδυνη. Η απανθράκωση των 36 νεαρών διανοουμένων στη Σεβάστια της Τουρκίας (πρίν απο πέντε χρόνια) καθώς τιμούσανε τη μνήμη του αλεβίτη ποιητή του 16ου αιώνα Πιρ Αμπντάλ ας είναι υπόμνηση των αναγκών και των κινδύνων.

(*) Θα μπορούσαμε ίσως να ρίξωμε στη χρήση τον νεολογισμό «δικαιονοητής» με το ειδικό αυτό νόημα του διανοουμένου ­ μήπως κι αποφεύγομε τις συγχύσεις.

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 26 Απριλίου 1998
Reblog this post [with Zemanta]

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

Υπάρχουν τολμηρές φωνές

της Βάσως Κιντή, επίκουρης καθηγήτριας Φιλοσοφίας στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου των Αθηνών
Ρενέ Ντεκάρτ, Εμμάνουελ Καντ
Ο Ρενέ Ντεκάρτ, ήρωας του Διαφωτισμού και θεμελιωτής της νεώτερης σκέψης, μαθαίνοντας το 1633 για τη δίκη του Γαλιλαίου από την Ιερά Εξέταση αποφασίζει να μη δημοσιεύσει την πραγματεία του περί Κόσμου και γράφει στον φίλο του Μερσέν ότι οι σκέψεις του δεν του είναι τόσο προσφιλείς για να διακινδυνεύσει μια ανάλογη δοκιμασία. Το μότο μου στη ζωή, γράφει, ήταν πάντα η φράση Βene vixit,qui bene latuit («Ζει καλά ο λάθρα βιώσας», φράση του Οβίδιου που ανακαλεί το επικούρειο «λάθε βιώσας»)...

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Ελλειμμα δύο

του Δ.Μαρωνίτη

Συνεχίζω όσα υποσχέθηκα τις προάλλες με αμφίβολη διάθεση. Στοιχίζοντας το έλλειμμα της ανοικονόμητης οικονομίας μας με το έλλειμμα της φθίνουσας διανόησής μας. Προτείνοντας τρεις, λανθάνοντες μάλλον συντελεστές, που ενδεχομένως το ορίζουν και, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, το εξηγούν. Σ΄ αυτό το πλαίσιο πρότεινα μια τρίβαθμη κλίμακα, στη βάση της οποίας αναγνωρίζεται η συγκεκριμένη εμπειρία, στο μέσο η ομόλογη γνώση, και στην κορυφή η αντίστοιχη έκφραση. Η εμπειρία, όπως έγραφα, αναλογεί στον τρόπο και στον βαθμό που βιώνεται η οικονομική ασφυξία σε προσωπικό και συλλογικό, ταξικό και διαταξικό επίπεδο. Η γνώση υπονοεί την ανάγνωση της δυσανάγνωστης δημοσιονομικής κρίσης, με κριτήρια ιστορικά και πολιτικά. Η έκφραση, τέλος, καλύπτει τόσο την κυβερνητική δράση (το γνωστό «πρόγραμμα σταθερότητας», με τα προηγούμενα και τα παρεπόμενά του) όσο και τις κοινωνικές και κομματικές αντιδράσεις (ηπιότερες, έντονες, βίαιες)...

Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/#ixzz0iqCitL2N
Under Creative Commons License: Attribution

Τοπίο στην ομίχλη

του Νάσου Βαγενά, καθηγητή της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αν σιωπούν οι διανοούμενοι σήμερα στη χώρα μας θα πρέπει πρώτα να προσδιορίσουμε ποιοι είναι οι διανοούμενοι στη χώρα μας, πράγμα κάθε άλλο παρά εύκολο. Διότι η έννοια του διανοουμένου είναι στα καθ΄ ημάς τόσο συγκεχυμένη που θα έπρεπε πρώτα να επιχειρήσουμε ορισμένες βασικές διακρίσεις.

Η βασικότερη διάκριση που θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς είναι εκείνη ανάμεσα στην ευρύτερη και στη στενότερη έννοια του όρου. Με την ευρύτερη έννοια διανοούμενος είναι- μιλάω πάντοτε για την Ελλάδα- εκείνος που θεωρείται διανοούμενος (είτε από τους άλλους είτε από τον εαυτό του). Με την έννοια αυτή οι διανοούμενοι είναι σήμερα τόσο πολλοί ώστε να αποτελούν μία από τις πολυπληθέστερες τάξεις στη χώρα μας. Με τη στενότερη- δηλαδή, με την ακριβέστερη- έννοια του όρου, διανοούμενοι, κατά τη γνώμη μου, είναι όσοι διαθέτουν τις εξής τρεις ιδιότητες (και τις τρεις):

α) Εχουν τις απαιτούμενες γνώσεις για τα φλέγοντα κοινωνικοπνευματικά ζητήματα της εποχής τους
β) Σκέφτονται με το μυαλό τους, όχι με το μυαλό των άλλων. 
γ) Διατυπώνουν δημοσίως τις σκέψεις τους για τα παραπάνω ζητήματα.

Σύμφωνα με την έννοια αυτή, οι διανοούμενοι στη χώρα μας είναι, αν δεν κάνω λάθος, τόσο λίγοι ώστε να μην μπορούν να γεμίσουν μια αίθουσα σεμιναρίου. Και τούτο γιατί οι περισσότεροι από τους διανοουμένους με την ευρεία έννοια δεν διαθέτουν τη δεύτερη- και σπουδαιότερη- από τις τρεις ιδιότητες που διακρίνουν τους διανοουμένους με την ακριβέστερη, δηλαδή με τη σωστή, έννοια του όρου (πολύ συχνά δεν διαθέτουν ούτε και την πρώτη). Είναι, πιστεύω, σπουδαιότερη η δεύτερη ιδιότητα, γιατί διανοούμαι σημαίνει στοχάζομαι, συλλογίζομαι σε βάθος, σκέφτομαι κριτικά.

Θα πρέπει να σταθούμε λίγο σε αυτή την έλλειψη. Ως συναρτώμενη με την περιφερειακή θέση της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό και στο ευρύτερο δυτικό διανοητικό γίγνεσθαι, είναι, ως έναν βαθμό, κατανοήσιμη. Λέω ως έναν βαθμό, γιατί το γεγονός ότι η νεοελληνική διανόηση υπήρξε σχεδόν πάντοτε μεταπρατική των ιδεών που παράγονται στα διανοητικά κέντρα δεν δικαιολογεί τη σημερινή έκταση της απουσίας αυτενέργειας στη σκέψη της. Ελάχιστοι είναι οι σημερινοί έλληνες διανοούμενοι που συνδιαλέγονται δημιουργικά με τις ιδέες των διανοουμένων των κέντρων, δηλαδή που παράγουν δική τους σκέψη και που θα μπορούσαν ως εκ τούτου να χαρακτηριστούν διανοούμενοι με την ουσιαστική έννοια του όρου. Οι περισσότεροι- οι συντριπτικά περισσότεροι- αναπαράγουν άκριτα τις «κεντρικές» ιδέες, ακόμη και όταν οι ιδέες αυτές είναι φανερό ότι δεν μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα την ελληνική πραγματικότητα. Από την άποψη αυτή, η ελληνική διανόηση παραμένει αφόρητα επαρχιωτική!

Τα παραπάνω ήταν, πιστεύω, απαραίτητα αν θέλουμε να απαντήσουμε με κάποια ακρίβεια στο ερώτημα αν οι έλληνες διανοούμενοι σιωπούν ή όχι σήμερα, σε μιαν εποχή που ο λόγος της διανόησης είναι στον τόπο μας ιδιαίτερα αναγκαίος. Σε ό,τι αφορά τους διανοουμένους με την ουσιαστική έννοια του όρου, θα έλεγα ότι γενικά δεν σιωπούν, με τη διευκρίνιση όμως ότι, επειδή είναι πολύ λίγοι και επειδή ορισμένοι από αυτούς μιλούν λιγότερο απ΄ ό,τι θα έπρεπε ή δεν μιλούν καθόλου, η φωνή τους διακρίνεται πολύ δύσκολα. Και αυτό γιατί χάνεται κάτω από τη φωνή των διανοουμένων με τη μη ουσιαστική έννοια του όρου, οι περισσότεροι από τους οποίους όχι μόνο μιλούν, ενίοτε ακατάσχετα, αλλά και συχνά φωνασκούν.

Εχοντας λοιπόν απεικονίσει το τοπίο των διανοουμένων μας σήμερα με τους όρους που το περιέγραψα, θα μπορούσε κανείς, ως προς την παρουσία τους στην ελληνική πραγματικότητα, να επιχειρήσει να καταρτίσει μια τυπολογία τους. Ετσι θα έλεγα ότι οι έλληνες διανοούμενοι γενικά, δηλαδή με την ευρύτερη έννοια του όρου (στην οποία περιλαμβάνονται, βέβαια, και οι διανοούμενοι με τη στενότερη έννοιά του), θα μπορούσαν να διακριθούν σήμερα σε επτά κατηγορίες, στις εξής:

1. Σε εκείνους που μιλούν όσο θα έπρεπε.
2. Σε εκείνους που, δυστυχώς, μιλούν λίγο.
3. Σε εκείνους που, δυστυχώς, σιωπούν.
4. Σε εκείνους που,ευτυχώς,μιλούν λίγο.
5. Σε εκείνους που, ευτυχώς, σιωπούν.
6. Σε εκείνους που, δυστυχώς, μιλούν πολύ.
7. Σε εκείνους που, δυστυχώς,
δεν σιωπούν.
Αθροίζοντας συγκριτικά τις ποσότητες ομιλίας και σιωπής των παραπάνω κατηγοριών το εξαγόμενο (μιλώντας πάντοτε γενικά) φέρνει αναπόφευκτα στον νου τον γνωστό δεκασύλλαβο στίχο του ιρλανδού ποιητή Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς (1865-199), τον οποίο μεταφράζω στον εθνικό μας δεκαπεντασύλλαβο:
Αυτοί που ξέρουν δεν μιλούν κι όσοι μιλούν δεν ξέρουν. 

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

Σύγχρονη επιστήμη και ανοιχτή κοινωνία

του Δ. Δημητράκου, καθηγητή Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
... Στο σημείο αυτό πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας σε έναν παράγοντα που συχνά παραβλέπεται στην εκτίμηση του πολιτικού ρόλου του σύγχρονου πνευματικού ανθρώπου στον τόπο μας και που είναι το γνωσιακό ήθος του διανοουμένου. Ο σύγχρονος διανοούμενος ­ και κυρίως ο επιστήμων ­ λειτουργεί στον δημόσιο χώρο του πνεύματος. Αν σέβεται το κοινό του, θα πρέπει η δραστηριότητά του να είναι ανοιχτή και τα λεγόμενά του να είναι ελέγξιμα.
Απευθυνόμενος κατ' αρχήν στην κρίση του κοινού του, ο αυθεντικός διανοούμενος προσδοκά ότι η αποδοχή των λεγομένων του γίνεται έπειτα από κριτικό έλεγχο και όχι άνευ όρων, μέσα από κάποιο άλμα πίστης ή μέσα από τον ρητορικό εντυπωσιασμό που μπορεί να προκαλέσει ο λόγος του. Ο γνήσιος διανοούμενος απευθύνεται πάνω απ' όλα στη λογική ιδιότητα των συνανθρώπων του και βασίζεται στην κριτική τους δύναμη. Η ποιότητα του λόγου του δεν κρίνεται με βάση την τεχνική της συνθηματοποίησης ή την αποτελεσματικότητα των προπαγανδιστικών του πονηρευμάτων ή άλλων «μυστικών» της τεχνικής τής πειθούς, αλλά από τη δύναμη και το περιεχόμενο της επιχειρηματολογίας του και τη σαφήνεια της διατύπωσής της...

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Το έλλειμμα

του Δ.Μαρωνίτη
... Προσωπικά πάντως, θέλοντας και μη, κατατάσσομαι, ως πανεπιστημιακός και συγγραφέας, στην τάξη των διανοουμένων, η οποία ωστόσο από τις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα συνεχώς και πολλαπλώς υποβαθμίζεται. Στην αύξουσα αυτή υποβάθμιση ενέχονται τόσο τα υποκείμενα της φθίνουσας διανόησης όσο και το αντικειμενικό περιβάλλον (κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό, πολιτισμικό, ιδεολογικό). Με τους όρους αυτούς, η σημερινή διανόηση δεν έχει πλέον υπολογίσιμο έρεισμα στην Ελλάδα, οπότε η απαίτηση της κοινωνίας για δραστική παρέμβαση των διανοουμένων στα κρίσιμα γεγονότα των ημερών ελέγχεται λίγο πολύ ανυπόστατη...

Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

Διανοούμενοι και γελωτοποιοί


του Θ. Π. ΛΙΑΝΟΥ,
καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών


Με αφορμή την έκδοση Λεξικού γάλλων διανοουμένων, ο Δ. Ν. Μαρωνίτης θέτει το ερώτημα: Εχουμε διανοούμενους στη χώρα μας ή έχουμε απλώς γελωτοποιούς (τζουτζέδες, όπως λέει ο ίδιος) που παρουσιάζονται σαν διανοούμενοι; («Το Βήμα», 27.10.1996). Ο ίδιος απαντά αρνητικά στο πρώτο μέρος της ερώτησης και θετικά στο δεύτερο, λέγοντας ότι οι μεν διανοούμενοι σπανίζουν και πρέπει να τους αναζητήσουμε με το λυχνάρι (ή με το κερί), οι δε τζουτζέδες αφθονούν και μπορούμε εύκολα να τους βρούμε (αν θέλουμε) στον Τύπο και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, όπου καθημερινά σουλατσάρουν ανενόχλητοι.

Πώς όμως ορίζεται ο διανοούμενος; Σύμφωνα με τους συντάκτες του Γαλλικού Λεξικού διανοούμενος είναι «όποιος έχει περάσει στο πεδίο της πολιτικής δράσης ή έχει απευθυνθεί στην κοινή γνώμη» και ταυτόχρονα «όποιος κουβαλάει, με τη μορφή προστιθέμενης αξίας, τη φήμη που έχει αποκτήσει σε έναν άλλο τομέα». Τα στοιχεία αυτά είναι τόσο ασαφή, ώστε δεν αποτελούν ούτε αναγκαίες ούτε ικανές συνθήκες. Ας πάρουμε για παράδειγμα έναν επιστήμονα ή έναν καλλιτέχνη που έχει αποκτήσει φήμη στην επιστήμη του ή στην τέχνη του και ο οποίος έχει περάσει στο πεδίο της πολιτικής, αλλά όμως η δράση του στο πολιτικό πεδίο είναι ασυνεπής ή κοντόφθαλμη ή ανόητη. Μπορεί αυτός ο επιστήμονας ή καλλιτέχνης να θεωρηθεί διανοούμενος; Υπάρχουν φυσικά πιο δύσκολα ερωτήματα, π.χ. τι σημαίνει «απέκτησε φήμη»; Η απόκτηση φήμης βασίζεται στη σοφία του ή στις δημόσιες σχέσεις του ή μήπως δεν έχει σημασία; Ακόμη, ποιος αποφασίζει αν έχει πράγματι αποκτήσει φήμη; Ο εκδότης του, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι φίλοι του, το κόμμα του ή το κοινό γενικά;

Ενας γείτονάς μου πάντοτε λέει για κάποιον πανεπιστημιακό τον οποίο βλέπει συχνά στην τηλεόραση «σπουδαίος ο κ. Χ.» ενώ εγώ (και είμαι βέβαιος και ο Δ. Μαρωνίτης) τον θεωρώ γελωτοποιό. Το ερώτημα είναι: Ποιος κρίνει; Αυτό που προσπαθώ να τονίσω είναι ότι τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό κάποιου ως διανοουμένου ή ως τζουτζέ πρέπει να απορρέουν από μια αξιόπιστη διαδικασία όπως έλεγε ο Frank Ramsey.

Μια αξιόπιστη διαδικασία θα εξασφάλιζε δύο πράγματα: πρώτον, ότι όσοι μέσω αυτής κατατάσσονται στους διανοούμενους είναι πράγματι διανοούμενοι και, δεύτερον, ότι κανείς από εκείνους που είναι πράγματι διανοούμενοι δεν απορρίπτεται από τη διαδικασία κατάταξης. Αυτή η έννοια της αξιόπιστης διαδικασίας είναι εξαιρετικά αυστηρή και είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς κάποιον μηχανισμό που να την προσεγγίζει. Είναι όμως ένα κριτήριο με βάση το οποίο μπορούμε να κρίνουμε τις υπάρχουσες διαδικασίες.

Υπάρχει στη χώρα μας διαδικασία που να πλησιάζει έστω και στοιχειωδώς την αξιόπιστη διαδικασία; Οποιος απαντήσει καταφατικά θα δείξει μόνο την άγνοιά του. Ας πάρουμε μερικές από τις σημαντικότερες διαδικασίες διάκρισης, δηλαδή την ακαδημαϊκή επιτυχία, την επαγγελματική επιτυχία και την προβολή μέσω του Τύπου και των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Θα νόμιζε κανείς ότι ο πανεπιστημιακός χώρος είναι εκείνος όπου θα συναντούσε κανείς τη μεγάλη μάζα των διανοούμενων. Ισως αυτό είναι αλήθεια, αλλά η διαδικασία επιλογής στο πανεπιστήμιο δεν είναι αξιόπιστη. Δίπλα στους άξιους και σπουδαίους καθηγητές, θα βρει κανείς κάθε καρυδιάς καρύδι που καμιά ή ελάχιστη σχέση έχουν με την επιστήμη.

Η επαγγελματική επιτυχία μπορεί να συμβαδίζει με την αξία του επιστήμονα ή του καλλιτέχνη, αλλά μπορεί να βρίσκεται και σε αντίθετη πορεία. Ο Βαν Γκογκ πούλησε μόνο έναν πίνακα όσο ζούσε, ενώ ο Τζέιμς Τζόις και ο Τ.Σ. Ελιοτ δεν έχουν μπει σε λίστα των μπεστ - σέλερς.

Τέλος, η προβολή ατόμων από τον Τύπο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ουδεμία εγγύηση παρέχει για την επιστημονική ή καλλιτεχνική αξία των προβαλλομένων. Ολοι γνωρίζουμε πολύ καλά με ποια κριτήρια γίνεται η επιλογή. Τα τηλεοπτικά κανάλια διαλέγουν τους δικούς τους διανοούμενους που τις περισσότερες φορές οι προβαλλόμενοι είναι τόσο διανοούμενοι όσο και οι δημοσιογράφοι που τους προβάλλουν. Οι εφημερίδες επίσης προβάλλουν τους δικούς τους για παρόμοιους λόγους. Ομως ποια αξιόπιστη διαδικασία ακολουθείται για την ανακήρυξη των διανοουμένων; Πριν από λίγους μήνες «Το Βήμα» παρουσίασε τους δικούς του δέκα σύγχρονους έλληνες διανοούμενους. Ηταν οι επιλογές αυτές αποτέλεσμα μιας αξιόπιστης διαδικασίας;

Ελπίζω να είναι κατανοητό ότι η διαφωνία μου δεν εντοπίζεται στο αν κάποιος συγκεκριμένος επιστήμονας ή καλλιτέχνης είναι πράγματι διανοούμενος ή όχι, αλλά στη διαδικασία με την οποία ο ένας ή ο άλλος ανακηρύσσει διανοούμενο όποιον θέλει. Πράγμα, βέβαια, αναμενόμενο αφού δεν έχουμε μια αξιόπιστη διαδικασία. Συνεπώς, πολύ συχνά πραγματικοί διανοούμενοι αγνοούνται ενώ διάφοροι γελωτοποιοί καμαρώνουν σαν διανοούμενοι.
ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 10-11-1996
Reblog this post [with Zemanta]

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

Η σιωπή των διανοούμενων

Φουκό

Αραγκόν

Μπουρντιέ

Ζολά

Καμί

Σαρτρ


Ένα σταθερό χαρακτηριστικό της ιστορίας των διανοουμένων είναι το ότι δεν ασκούν αληθινή επίδραση παρά μόνον στους ίδιους τους διανοούμενους. Δεν ασκούν επίδραση στις μάζες, ενώ μικρή είναι η επιρροή τους στους πολιτικούς. Η διαφορά του σήμερα με το χθες είναι το ότι όλοι εκείνοι -ο Σαρτρ, ο Καμί, ο Μερλό-Ποντί, ο Αρόν- είχαν σημαντικό έργο. Ενώ αυτοί που βλέπουμε σήμερα στο προσκήνιο είναι "επαγγελματίες" της υπεράσπισης του καλού σκοπού (χωρίς σημαντικό έργο).


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".
Reblog this post [with Zemanta]

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

«Κουλτουριάρης» ή απλώς διανοούμενος;

Notes on Umberto Eco's lecture, "How I Wr...Image by marklarson via Flickr

Αυτοί που σήμερα είναι έτοιμοι να πυροβολήσουν τους διανοουμένους απλώς δεν διαβάζουν

του Ουμπέρτο Εκο

Πρόσφατα ξεκίνησε στην Ιταλία μια συζήτηση με μειωτικούς όρους, όπως «κουλτουριάρης» (culturame) και «σκουπίδι της διανόησης», ο οποίοι χρησιμοποιούνται πάλι ύστερα από δεκαετίες. Πολιτικοί σε πολλές κυβερνήσεις επιστρατεύουν αυτούς τους όρους για να μειώσουν τους διανοουμένους της αντιπολίτευσης.

Οπως θυμάμαι, ο όρος «κουλτουριάρης» εισήχθη από τον Μάριο Σέλμπα, τον ιταλό υπουργό Εσωτερικών στα τέλη της δεκαετίας του ΄40, άνδρα πιστό μόνο στη λογική του ροπάλου.

Ο Σπύρος Αγκνιου, ο αντιπρόεδρος του Ρίτσαρντ Νίξον, αναφερόταν σε «ξεπεσμένους υπερόπτες», φέρνοντας στο μυαλό τις παλιές, εβδομαδιαίες εφημερίδες επί φασισμού, οι οποίες γελοιοποιούσαν τους συγγραφείς ή τους διανοουμένους που δεν έλεγαν καλά το ρο, αναφερόμενες σε «γομαντικούς ποιητές». «Αβγοκέφαλοι» (eggheads) ήταν μια ανάλογη έκφραση που χρησιμοποιούνταν στα αγγλικά. Και κατά τη διάρκεια των πολιτικών αγώνων της μεταπολεμικής περιόδου, οι δεξιοί διαμορφωτές σκέψης αναβίωσαν την έκφραση «χρήσιμοι ηλίθιοι» , με την οποία ο Βλαντίμιρ Λένιν περιέγραψε τους διανοουμένους που απλώς συμπαθούσαν την Αριστερά. Ολοι αυτοί οι όροι ενισχύουν την ιδέα πως η περιφρόνηση για τους διανοουμένους είναι ένα χαρακτηριστικό της Δεξιάς. Λογικό επακόλουθο μοιάζει το να μην υπάρχουν δεξιοί διανοούμενοι, αφού όλοι οι διανοούμενοι είναι με την αντιπολίτευση.


Από τη φύση του ένας διανοούμενος είναι πάντα αντίθετος σε κάτι. Αλλά ακόμη και οι δεξιοί μπορούν να είναι αντίθετοι σε πολλά πράγματα. Εχουν υπάρξει σπουδαίοι συντηρητικοί διανοούμενοι, ορισμένοι ακόμη και αντιδραστικοί. «Αντιδραστικός» δεν είναι μια κακή λέξη. Πολλοί πνευματικοί άνθρωποι και καλλιτέχνες έχουν ονειρευτεί την επιστροφή σε μια παράδοση ή σε κάποιο «παλαιό καθεστώς».

Αντιδραστικός δεν είναι απαραιτήτως κάποιος που θέλει να πεινάσουν οι εργαζόμενοι ούτε είναι αυτομάτως φασίστας. Με αυτή τη λογική ο Δάντης ως διανοούμενος ήταν μέγας αντιδραστικός. Και στην εποχή μας πολλοί συγγραφείς δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επικρίνουν τους νεωτερισμούς, την τεχνολογία και την επαναστατική ουτοπία.

Πρόσφατα η ιταλική Δεξιά ανέδειξε ως πνευματικούς της «ήρωες» ανθρώπους που ήταν αριστεροί εξ ορισμού, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση (ίσως όχι άδικα) του ιταλού διανοουμένου και σκηνοθέτη Πιερ Πάολο Παζολίνι, δεδομένου ότι υπερασπίστηκε την επιστροφή ανθρώπων και φύσης στο προβιομηχανικό στάδιο.

Ελάχιστοι έξω από την Ιταλία (ή μέσα σε αυτήν) θα το θυμούνται αυτό, αλλά τη δεκαετία του ΄60 έγινε πολλή συζήτηση για την αναγέννηση μιας δεξιάς κουλτούρας. Κυκλοφόρησε ακόμη κι ένα περιοδικό, υπό τον τίτλο «La Destra» («Η Δεξιά»). Εκδότες όπως ο Μποργκέζε από μικροϋπερασπιστές του Αδόλφου Χίτλερ έφτασαν να εκδίδουν κείμενα του Σπύρου Αγκνιου (που κάποτε αποκλήθηκε «ο αντιδραστικότερος αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο άνδρας που λέει δυνατά ό,τι ο Ρίτσαρντ Νίξον λέει μέσα απ΄ τα δόντια του»).

Οι εκδόσεις Ρουσκόνι που είχαν εκδώσει πολλούς εκπροσώπους της «δεξιάς διανόησης», από τον ιάπωνα συγγραφέα Γιούκιο Μισίμα ως τον Ρουμάνο Βιντίλα Χορία, από τον ιταλό συγγραφέα Τζιουζέπε Πρετζολίνι ως τον συγγραφέα και πολιτικό Πανφίλο Τζεντίλε, ανακαλύπτουν και πάλι μια αληθινή, «μεγάλη» αντιδραστική φιλοσοφία, όπως αυτή του Ζοζέφ ντε Μεστρ, του γάλλου διπλωμάτη της μετεπαναστατικής εποχής, ο οποίος θεωρείται πρόδρομος του φασισμού.

Για να βρούμε μεγάλους συγγραφείς που ήταν ή είναι δεξιοί, συντηρητικοί ή αντιδραστικοί, χρειάζεται μόνο να κοιτάξουμε γύρω μας. Μπορούμε να βρούμε φασίστες ή αντισημίτες συγγραφείς, όπως ο Λουί-Φερντινάν Σελίν ή ο Εζρα Πάουντ, και εχθρούς της σύγχρονης εποχής, όπως ο αυστριακός ιστορικός της τέχνης Χανς Σεντλμαΐρ, ο γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ ή ο γάλλος διανοούμενος Ρενέ Γκενόν. Αν ψάξουμε τους καταλόγους των «δημοκρατικών» εκδοτών, μπορούμε να βρούμε προσπάθειες αριστερών να χαρακτηρίσουν «δικούς τους» δεξιούς συγγραφείς, όπως τον Ερνστ Γιούνγκερ ή τον Οσβαλντ Σπένγκλερ. Αραγε αυτοί οι δεξιοί συγγραφείς δεν είναι επίσης «κουλτουριάρηδες»;

Η αλήθεια είναι ότι αντιλαμβανόμαστε τη Δεξιά σαν να είναι κάτι ομοιογενές. Αλλά ακόμη και σε αυτούς τους κύκλους βρίσκουμε διανοουμένους που αναγνωρίζουν «τον εαυτό τους». Ακριβώς γιατί είναι διανοούμενοι, δεν κολλάνε εύκολα στους αντιπάλους τους την ταμπέλα του «σκουπιδιού της διανόησης» ή των «ξεπεσμένων υπεροπτών».

Αλλοι, πλάσματα του συστήματος των ρουσφετολογικών διορισμών, λακέδες των πολιτικών, που ενδιαφέρονται μόνο για την εξουσία (ή τα χρήματα), δεν έχουν ποτέ διαβάσει αρκετά για να γνωρίζουν ότι υπάρχουν δεξιοί διανοούμενοι. Βλέπουν μόνον τους αριστερούς της αντιπολίτευσης. Στα μυαλά τους ο διανοούμενος είναι συνώνυμο του αντίθετου. Οπως ο ναζιστής διοικητής της Λουφτβάφε Χέρμαν Γκέρινγκ, μόλις ακούν για κουλτούρα βγάζουν έξω τα ρεβόλβερ τους.

Αν και η απόδοση της φράσης στον Γκέρινγκ αμφισβητείται, η φράση ακούγεται στο φιλοναζιστικό έργο «Σλαγκέτερ» του Χανς Γιοστ: «Οταν ακούω για κουλτούρα, βγάζω το μπράουνινγκ μου». Αλλά αυτοί που σήμερα είναι έτοιμοι να πυροβολήσουν τους διανοούμενους δεν γνωρίζουν τίποτε για την προέλευση της φράσης. Δεν διαβάζουν. Απλώς δεν διαβάζουν.

Το τελευταίο βιβλίο του ιταλού συγγραφέα και δοκιμιογράφου Ουμπέρτο Εκο είναι «Η ιστορία της ασχήμιας». Εχει επίσης συγγράψει, μεταξύ άλλων, τα διεθνώς ευπώλητα βιβλία «Το όνομα του Ρόδου», «Μπαουντολίνο» και «Το εκκρεμές του Φουκώ».

© 2009 Umberto Εco/ L΄ Εspresso (Distributed by Τhe Νew Υork Τimes Syndicate)
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ,5 Δεκεμβρίου 2009
Reblog this post [with Zemanta]

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Μια καλή ιδέα

του Δ.Μαρωνίτη

Η βολική άποψη ότι όσοι κυκλοφορούν στους χώρους των γραμμάτων είναι εξ ορισμού διανοούμενοι δημιουργεί ανυπόφορη σύγχυση

Καλή ιδέα το «ΒΗΜΑ Ιδεών», που η κυκλοφορία του εγκαινιάστηκε επισήμως την περασμένη Παρασκευή, με τη μορφή σαραντασέλιδου ένθετου. Ευπρόσδεκτη και η υπότιτλη διασάφηση στο ενυπόγραφο ιδρυτικό κείμενο ότι πρόκειται για «Εκδοση Αναζήτησης και Διαλόγου», με το αιτιολογικό πως: «Σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, οι σκεπτομένοι πολίτες, και ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές, απορρίπτουν αλήθειες υπαγορευμένες και δογματικές επιταγές». Εκκρεμεί βέβαια το ερώτημα όχι μόνον πώς διακρίνονται οι δογματικές από τις αδογμάτιστες ιδέες, αλλά και πώς η διάκριση αυτή κατά περίπτωση εφαρμόζεται. Το προκείμενο τεύχος προτείνει μια δική του απάντηση στο διπλό αυτό ερώτημα, που αποτελεί γενικότερη πρόκληση, στην οποία, απρόσκλητος εγώ, ανταποκρίνομαι.

Να θυμίσω πρώτα ότι (σύμφωνα και με το «Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής» του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη) ο όρος «ιδέα» (και ο πληθυντικός του «ιδέες») γνώρισε και γνωρίζει πολλαπλές (συγκλίνουσες και αποκλίνουσες) σημασίες: φιλοσοφικές, νοητικές, πολιτικές, ηθικές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται να ενδιαφέρουν περισσότερο οι νοητικές και οι πολιτικές σημασίες. Υπόθεση που εξηγεί τη σύνοδο στο ιδρυτικό τεύχος πολλών διαθέσιμων διανοουμένων, στον ρόλο των οποίων αφιερώνονται και δύο ομόθεμα άρθρα: το «Εγκώμιο στον ανεξάρτητο διανοούμενο» του Jorge Semprun και η «Σιωπή ή φλυαρία των διανοουμένων» της Ρέας Γαλανάκη. Θα επιμείνω.

Για το πρώτο άρθρο, παρέχονται εντυπωσιακά στοιχεία ταυτότητας του συγγραφέα: ισπανική καταγωγή, γονική εξορία, σπουδές στο Παρίσι, συμμετοχή στην κατοχική αντίσταση κατά των Γερμανών, θητεία υπουργού πολιτισμού στη μεταδικτατορική Ισπανία, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας Γκονκούρ, αντιπροσωπευτικά έργα, μεταφρασμένα και στη γλώσσα μας («Εκδόσεις Εξάντας»). Η ταυτότητα όμως του συγκεκριμένου κείμενου παραμένει έκδηλα λειψή: δεν δηλώνονται η πηγή του, η αφορμή του, ο μεταφραστής του. Η εξαιρετική εξάλλου συντομία του αφήνει απορίες για την αυτοτέλειά του.

Οπως κι αν έχει το πράγμα, ύστερα από τη σαρωτική απόρριψη του «οργανικού διανοούμενου» (στην εκδοχή Γκράμσι - Λένιν), επειδή ο τύπος αυτός καθιστούσε τον διανοούμενο διαχειριστή και υποχείριο του κομμουνιστικού κόμματος, ο συγγραφέας καταλήγει στο επόμενο ανακουφιστικό συμπέρασμα: «Σήμερα, μετά την κατάρρευση της κομμουνιστικής αυταπάτης, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Ευτυχώς, θα έλεγα. Διότι, παρότι είναι πιο σύνθετη και λιγότερο μανιχαϊστική, παρότι στερούμαστε απόλυτων, καθολικών βεβαιοτήτων, η παρούσα κατάσταση μας αναγκάζει να αποφασίζουμε μόνοι μας, να σκεφτόμαστε χωρίς a priori ιδεολογικό κώδικα».

Επεται όμως και παρορμητικός επίλογος, ενμέρει ακατανόητος και ενμέρει αντιφατικός. Αντιγράφω επακριβώς: «Είναι λοιπόν ξεκάθαρο: ζήτω ο στρατευμένος και μη οργανικός αριστερός διανοούμενος!». Το ακατανόητο της ζητωκραυγής οφείλεται προφανώς σε τυπογραφικό λάθος: φαίνεται να έχει εκπέσει η άρνηση «μη» ανάμεσα στο άρθρο «ο» και στη μετοχή «στρατευμένος». Ο αντιφατικός όμως χαρακτήρας της καθιστά εύλογες κάποιες απορίες.

Εφόσον απορρίπτεται ο a priori ιδεολογικός κώδικας, τί ακριβώς προτείνεται προς αναπλήρωσή του; Μια a posteriori, ανοιχτή και εξελισσόμενη, ιδεολογία; ή μήπως αποκρούεται κάθε τύπος συλλογικής ιδεολογίας, προς όφελος της «ατομικής απόφασης»; Που πάει να πει, αν καταλαβαίνω καλά, καθένας και η ιδέα του. Τότε όμως δεν παροπλίζεται ο, εύφημος στον επίλογο του άρθρου, αριστερός διανοούμενος; Γιατί, αν όντως επιζητείται αδογμάτιστη αριστερή ιδεολογία, ως υπόσχεση μιας αδογμάτιστης αριστερής πολιτικής, είμαστε υποχρεωμένοι να την επινοήσουμε και να την υπερασπιστούμε στο πλαίσιο μιας αδογμάτιστης αριστερής κοινότητας. Στο κεφάλαιο αυτό, καλώς ή κακώς, οι ατομικές αποφάσεις δεν αρκούν, όταν δεν αποτελούν άλλοθι πολιτικής αδράνειας.

Αυτό εξάλλου υπονοεί, στο οικειότερο και διεξοδικότερο άρθρο της, η Ρέα Γαλανάκη, αποδίδοντας την ισχύουσα σήμερα «σιωπή ή φλυαρία των διανοουμένων» στην απουσία μιας «απαραίτητης συλλογικότητας», με αυτοελεγχόμενη συνοχή και αμοιβαία ευθύνη των μελών της. Θα πρόσθετα ότι η διασάλευση αυτής της συλλογικότητας στον τόπο μας και στις μέρες μας οφείλεται κυρίως στη μεταπολιτευτική αριστερά, που δεν κατόρθωσε να ορίσει και να υπερασπιστεί, με τους όποιους διανοουμένους της, μια ανανεωμένη και διακριτή συλλογική ιδεολογία. Χρειάζεται βέβαια προηγουμένως, όπως σωστά επιλέγει η Ρέα Γαλανάκη, να επαναπροσδιοριστούν ο τύπος και ο ρόλος του πραγματικού διανοουμένου. Γιατί η βολική άποψη ότι όσοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κυκλοφορούν στους χώρους των γραμμάτων, της τέχνης και της επιστήμης, είναι εξ ορισμού διανοούμενοι, δημιουργεί ανυπόφορη σύγχυση. Σ' αυτήν εξάλλου την καταναλωτική ευκολία ενέδωσε η μεταπολιτευτική ανανεωτική αριστερά, και το πλήρωσε. Αν χρειαστεί, θα επανέλθω. ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ,13 Μαΐου 2007
Reblog this post [with Zemanta]

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

Νέοι & Παράδοση


I found this fascinating quote today:

Η εκρηκτική διάχυση των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης στην παγκόσμια σφαίρα πληροφόρησης οβέλισε οτιδήποτε θύμιζε την Ελλάδα του παρελθόντος· οι δημοσιογράφοι (κυρίως) προέβησαν στο μεγαλύτερο έγκλημα, αυτό της απόκρυψης του τρόπου ζωής των γονιών. Υπηρέτησαν -και υπηρετούμε- με ζήλο έναν ξενόφερτο τρόπο ζωής, βασισμένον στην υλική ευμάρεια και στο δόγμα «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Ουδεμία ηθική αναστολή μπρος στην επίτευξη του σκοπού «που αγιάζει τα μέσα» κ.λπ.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Nov 2009

You should read the whole article.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

Η παρακμή των διανοουμένων

του Θανάση Γιαλκέτση

image Γιούργκεν Χάμπερμας:

«Η τηλεόραση προσφέρει στα πρόσωπα φήμη, και αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με την παθολογική ματαιοδοξία πολλών διανοουμένων»

Ο γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας τιμήθηκε με το βραβείο «Μπρούνο Κράισκι» σε ειδική εκδήλωση που έγινε στη Βιέννη στις 10 Μαρτίου 2006. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα της ομιλίας που εκφώνησε ο Χάμπερμας σε αυτή την εκδήλωση.

"Είναι εύκολο να σκιαγραφήσουμε τον ιδεατό τύπο ενός διανοουμένου ο οποίος συλλαμβάνει σημαντικά θέματα, διατυπώνει καρποφόρες θέσεις και διευρύνει το φάσμα των συζητούμενων επιχειρημάτων, για να βελτιώσει το άθλιο επίπεδο της δημόσιας συζήτησης. Από την άλλη μεριά δεν πρέπει να αποσιωπήσω τη δραστηριότητα που αγαπούν περισσότερο οι διανοούμενοι: να παίρνουν πρόθυμα μέρος στον τελετουργικό θρήνο για την παρακμή του «διανοουμένου». Δραστηριότητα η οποία, το παραδέχομαι, δεν μου είναι εντελώς ξένη. Μήπως δεν νιώθουμε την έλλειψη των μεγάλων συνελεύσεων και των μανιφέστων της «Ομάδας 47», των παρεμβάσεων του Αλεξάντερ Μίτσερλιχ και του Χέλμουτ Γκολβίτσερ, των πολιτικών τοποθετήσεων του Φουκό, του Ντεριντά και του Μπουρντιέ, των αιχμηρών κειμένων του Εριχ Φριντ ή του Γκίντερ Γκρας; Εξαρτάται άραγε από τη φήμη του Γκρας το ότι σήμερα οι φωνές τους σχεδόν δεν βρίσκουν ακροατήριο; Ή μήπως στην κοινωνία μας, την κυριαρχούμενη από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, επιβεβαιώνεται εκ νέου μια δομική μεταβολή της δημόσιας γνώμης, η οποία δεν ευνοεί την κλασική μορφή του διανοουμένου;
Από τη μια μεριά η μετάβαση της επικοινωνίας από το βιβλίο και τον τύπο στην τηλεόραση και στο Ιντερνετ προκάλεσε μιαν απρόβλεπτη επέκταση της σφαίρας των ΜΜΕ και μιαν εξαιρετική πύκνωση των δικτύων επικοινωνίας.
Η κοινή γνώμη, στην οποία οι διανοούμενοι κινούνται όπως τα ψάρια μέσα στο νερό, έχει γίνει πιο περιεκτική και η ανταλλαγή των ιδεών πιο έντονη από κάθε άλλη φορά.
Από την άλλη μεριά, με αυτή τη μεγάλη διεύρυνση του ζωτικού τους στοιχείου οι διανοούμενοι φαίνεται να ασφυκτιούν εξαιτίας μιας υπερβολικής δόσης. Η ευλογία μοιάζει να μετατρέπεται σε κατάρα. Η αιτία γι' αυτό είναι ο άτυπος χαρακτήρας της δημόσιας συζήτησης και η έλλειψη διάκρισης των ρόλων (...).
Θα ήταν, ωστόσο, επιπόλαιο να υποστηρίξουμε ότι η ηλεκτρονική επανάσταση βλάπτει τις εμφανίσεις ματαιόδοξων διανοουμένων στην πνευματική σκηνή. Γιατί με την τηλεόραση η ράμπα του τύπου, των περιοδικών και της λογοτεχνίας έχει μόνον διευρυνθεί. Ταυτόχρονα, η τηλεόραση έχει τροποποιήσει την σκηνή. Αυτή οφείλει να δείχνει με εικόνες αυτό που θέλει να πει, επιταχύνοντας τη στροφή από το λόγο προς την εικόνα. Και καθώς η τηλεόραση είναι ένα μέσο που καθιστά κάποιον ορατό, προσφέρει στα πρόσωπα φήμη με την έννοια της διασημότητας, προσκαλώντας τους συμμετέχοντες να επιδειχθούν. Αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με την παθολογική ματαιοδοξία των διανοουμένων. Ορισμένοι από αυτούς, μετά την πρόσκληση του τηλεοπτικού μέσου, αφέθηκαν να διαφθαρούν, εκθέτοντας στη σκηνή τούς εαυτούς τους για να αποκτήσουν φήμη. Γιατί η καλή υπόληψη ενός διανοουμένου -αν διαθέτει καλή υπόληψη- δεν βασίζεται πρωταρχικά στη φήμη αλλά στο κύρος που έχει αποκτήσει στο εσωτερικό της επιστήμης του και μάλιστα πριν κάνει δημόσια χρήση της γνώσης του και της αναγνώρισής του.
Όταν ένας διανοούμενος επιχειρηματολογώντας παίρνει μέρος σε μια συζήτηση οφείλει να απευθύνεται σε ένα κοινό το οποίο δεν αποτελείται από θεατές αλλά από δυνητικούς συνομιλητές, με τους οποίους ενδέχεται να πρέπει να αναμετρηθεί με όρους αμοιβαιότητας. Από ιδεατή σκοπιά πρόκειται για ανταλλαγή επιχειρημάτων και όχι για ένα άθροισμα σκόπιμα επινοημένων απόψεων. Ίσως αυτό εξηγεί το γιατί οι πολιτικοί, οι ειδικοί και οι δημοσιογράφοι που συναντιούνται στην τηλεόραση δεν αφήνουν κανένα κενό για να το καλύψει ένας διανοούμενος. Όλοι οι άλλοι εδώ και καιρό παίζουν καλύτερα το ρόλο του.
Η ανάμειξη λόγου και σκηνοθεσίας οδηγεί από μόνη της στην έλλειψη διαφοροποίησης και στην εξομοίωση εκείνων των ρόλων που ο διανοούμενος -ο οποίος ήδη δεν έχει πέραση- όφειλε κάποτε να διατηρεί διαχωρισμένους. Σήμερα, όμως, στα talk-shows τι θα μπορούσε να τον ξεχωρίσει από εκείνους τους πολιτικούς οι οποίοι χρησιμοποιούν την τηλεοπτική σκηνή σαν να ήταν ένας διανοητικός ανταγωνισμός για τη γνώση σημαντικών θεμάτων και εννοιών;
Ο διανοούμενος δεν προσκαλείται ούτε καν ως ειδικός. Θα έπρεπε να έχει το θάρρος να παίρνει κανονιστικές θέσεις και να διαθέτει τη φαντασία για να αναπτύσσει ευρηματικές προοπτικές, χωρίς να χάνει την επίγνωση της πιθανότητας να κάνει λάθος. Θα έπρεπε να παρεμβαίνει μόνον όταν τα γεγονότα της μέρας βγαίνουν από τη δρομολογημένη πορεία τους, αλλά τότε να το κάνει με τρόπο έγκαιρο, σχεδόν σαν ένα «σύστημα προειδοποιητικού συστήματος συναγερμού».
Ερχόμαστε, έτσι, στη μοναδική ικανότητα που θα 'πρεπε να χαρακτηρίζει καθημερινά τον διανοούμενο, την πρωτοποριακή διαίσθηση γι' αυτό που είναι σημαντικό. Αυτός πρέπει να ενδιαφέρεται για τις κριτικές αναπτύξεις ενός φαινομένου όταν οι άλλοι είναι ακόμα καθηλωμένοι στο business as usual. Αυτό δεν απαιτεί διόλου ηρωικές ιδιότητες, αλλά μια ευαισθησία που διαισθάνεται αυτό που μπορεί να βλάψει τις κανονιστικές υποδομές του κοινωνικού συνόλου, μιαν ικανότητα πρόβλεψης και κατανόησης κινδύνων που απειλούν τις διανοητικές συνθήκες της συλλογικής πολιτικής ζωής, την αίσθηση γι' αυτό που λείπει και γι' αυτό που «θα μπορούσε να είναι διαφορετικά». Λίγη φαντασία για να μπορεί να σκέφτεται εναλλακτικές λύσεις και λίγο θάρρος για να συγκεντρώνει την προσοχή, να υποκινεί σκάνδαλο, να γράφει πολεμικές (...)".

ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ ΙΔΕΩΝ),

15 - 10 - 2006

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More