Τρίτη 30 Μαρτίου 2010
Διανοείσθε τι είναι διανοούμενος;
Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010
Υπάρχουν τολμηρές φωνές
Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/#ixzz0irsSjOCO
Under Creative Commons License: Attribution
Κυριακή 21 Μαρτίου 2010
Ελλειμμα δύο
του Δ.Μαρωνίτη
Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/#ixzz0iqCitL2N
Under Creative Commons License: Attribution
Τοπίο στην ομίχλη
Η βασικότερη διάκριση που θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς είναι εκείνη ανάμεσα στην ευρύτερη και στη στενότερη έννοια του όρου. Με την ευρύτερη έννοια διανοούμενος είναι- μιλάω πάντοτε για την Ελλάδα- εκείνος που θεωρείται διανοούμενος (είτε από τους άλλους είτε από τον εαυτό του). Με την έννοια αυτή οι διανοούμενοι είναι σήμερα τόσο πολλοί ώστε να αποτελούν μία από τις πολυπληθέστερες τάξεις στη χώρα μας. Με τη στενότερη- δηλαδή, με την ακριβέστερη- έννοια του όρου, διανοούμενοι, κατά τη γνώμη μου, είναι όσοι διαθέτουν τις εξής τρεις ιδιότητες (και τις τρεις):
α) Εχουν τις απαιτούμενες γνώσεις για τα φλέγοντα κοινωνικοπνευματικά ζητήματα της εποχής τους.
Σύμφωνα με την έννοια αυτή, οι διανοούμενοι στη χώρα μας είναι, αν δεν κάνω λάθος, τόσο λίγοι ώστε να μην μπορούν να γεμίσουν μια αίθουσα σεμιναρίου. Και τούτο γιατί οι περισσότεροι από τους διανοουμένους με την ευρεία έννοια δεν διαθέτουν τη δεύτερη- και σπουδαιότερη- από τις τρεις ιδιότητες που διακρίνουν τους διανοουμένους με την ακριβέστερη, δηλαδή με τη σωστή, έννοια του όρου (πολύ συχνά δεν διαθέτουν ούτε και την πρώτη). Είναι, πιστεύω, σπουδαιότερη η δεύτερη ιδιότητα, γιατί διανοούμαι σημαίνει στοχάζομαι, συλλογίζομαι σε βάθος, σκέφτομαι κριτικά.
Θα πρέπει να σταθούμε λίγο σε αυτή την έλλειψη. Ως συναρτώμενη με την περιφερειακή θέση της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό και στο ευρύτερο δυτικό διανοητικό γίγνεσθαι, είναι, ως έναν βαθμό, κατανοήσιμη. Λέω ως έναν βαθμό, γιατί το γεγονός ότι η νεοελληνική διανόηση υπήρξε σχεδόν πάντοτε μεταπρατική των ιδεών που παράγονται στα διανοητικά κέντρα δεν δικαιολογεί τη σημερινή έκταση της απουσίας αυτενέργειας στη σκέψη της. Ελάχιστοι είναι οι σημερινοί έλληνες διανοούμενοι που συνδιαλέγονται δημιουργικά με τις ιδέες των διανοουμένων των κέντρων, δηλαδή που παράγουν δική τους σκέψη και που θα μπορούσαν ως εκ τούτου να χαρακτηριστούν διανοούμενοι με την ουσιαστική έννοια του όρου. Οι περισσότεροι- οι συντριπτικά περισσότεροι- αναπαράγουν άκριτα τις «κεντρικές» ιδέες, ακόμη και όταν οι ιδέες αυτές είναι φανερό ότι δεν μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα την ελληνική πραγματικότητα. Από την άποψη αυτή, η ελληνική διανόηση παραμένει αφόρητα επαρχιωτική!
Τα παραπάνω ήταν, πιστεύω, απαραίτητα αν θέλουμε να απαντήσουμε με κάποια ακρίβεια στο ερώτημα αν οι έλληνες διανοούμενοι σιωπούν ή όχι σήμερα, σε μιαν εποχή που ο λόγος της διανόησης είναι στον τόπο μας ιδιαίτερα αναγκαίος. Σε ό,τι αφορά τους διανοουμένους με την ουσιαστική έννοια του όρου, θα έλεγα ότι γενικά δεν σιωπούν, με τη διευκρίνιση όμως ότι, επειδή είναι πολύ λίγοι και επειδή ορισμένοι από αυτούς μιλούν λιγότερο απ΄ ό,τι θα έπρεπε ή δεν μιλούν καθόλου, η φωνή τους διακρίνεται πολύ δύσκολα. Και αυτό γιατί χάνεται κάτω από τη φωνή των διανοουμένων με τη μη ουσιαστική έννοια του όρου, οι περισσότεροι από τους οποίους όχι μόνο μιλούν, ενίοτε ακατάσχετα, αλλά και συχνά φωνασκούν.
Εχοντας λοιπόν απεικονίσει το τοπίο των διανοουμένων μας σήμερα με τους όρους που το περιέγραψα, θα μπορούσε κανείς, ως προς την παρουσία τους στην ελληνική πραγματικότητα, να επιχειρήσει να καταρτίσει μια τυπολογία τους. Ετσι θα έλεγα ότι οι έλληνες διανοούμενοι γενικά, δηλαδή με την ευρύτερη έννοια του όρου (στην οποία περιλαμβάνονται, βέβαια, και οι διανοούμενοι με τη στενότερη έννοιά του), θα μπορούσαν να διακριθούν σήμερα σε επτά κατηγορίες, στις εξής:
1. Σε εκείνους που μιλούν όσο θα έπρεπε.
2. Σε εκείνους που, δυστυχώς, μιλούν λίγο.
3. Σε εκείνους που, δυστυχώς, σιωπούν.
4. Σε εκείνους που,ευτυχώς,μιλούν λίγο.
5. Σε εκείνους που, ευτυχώς, σιωπούν.
6. Σε εκείνους που, δυστυχώς, μιλούν πολύ.
7. Σε εκείνους που, δυστυχώς, δεν σιωπούν.
Αθροίζοντας συγκριτικά τις ποσότητες ομιλίας και σιωπής των παραπάνω κατηγοριών το εξαγόμενο (μιλώντας πάντοτε γενικά) φέρνει αναπόφευκτα στον νου τον γνωστό δεκασύλλαβο στίχο του ιρλανδού ποιητή Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς (1865-199), τον οποίο μεταφράζω στον εθνικό μας δεκαπεντασύλλαβο:
Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010
Σύγχρονη επιστήμη και ανοιχτή κοινωνία
Under Creative Commons License: Attribution
Κυριακή 14 Μαρτίου 2010
Το έλλειμμα
... Προσωπικά πάντως, θέλοντας και μη, κατατάσσομαι, ως πανεπιστημιακός και συγγραφέας, στην τάξη των διανοουμένων, η οποία ωστόσο από τις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα συνεχώς και πολλαπλώς υποβαθμίζεται. Στην αύξουσα αυτή υποβάθμιση ενέχονται τόσο τα υποκείμενα της φθίνουσας διανόησης όσο και το αντικειμενικό περιβάλλον (κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό, πολιτισμικό, ιδεολογικό). Με τους όρους αυτούς, η σημερινή διανόηση δεν έχει πλέον υπολογίσιμο έρεισμα στην Ελλάδα, οπότε η απαίτηση της κοινωνίας για δραστική παρέμβαση των διανοουμένων στα κρίσιμα γεγονότα των ημερών ελέγχεται λίγο πολύ ανυπόστατη...
Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".
Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010
Διανοούμενοι και γελωτοποιοί
του Θ. Π. ΛΙΑΝΟΥ,
καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Πώς όμως ορίζεται ο διανοούμενος; Σύμφωνα με τους συντάκτες του Γαλλικού Λεξικού διανοούμενος είναι «όποιος έχει περάσει στο πεδίο της πολιτικής δράσης ή έχει απευθυνθεί στην κοινή γνώμη» και ταυτόχρονα «όποιος κουβαλάει, με τη μορφή προστιθέμενης αξίας, τη φήμη που έχει αποκτήσει σε έναν άλλο τομέα». Τα στοιχεία αυτά είναι τόσο ασαφή, ώστε δεν αποτελούν ούτε αναγκαίες ούτε ικανές συνθήκες. Ας πάρουμε για παράδειγμα έναν επιστήμονα ή έναν καλλιτέχνη που έχει αποκτήσει φήμη στην επιστήμη του ή στην τέχνη του και ο οποίος έχει περάσει στο πεδίο της πολιτικής, αλλά όμως η δράση του στο πολιτικό πεδίο είναι ασυνεπής ή κοντόφθαλμη ή ανόητη. Μπορεί αυτός ο επιστήμονας ή καλλιτέχνης να θεωρηθεί διανοούμενος; Υπάρχουν φυσικά πιο δύσκολα ερωτήματα, π.χ. τι σημαίνει «απέκτησε φήμη»; Η απόκτηση φήμης βασίζεται στη σοφία του ή στις δημόσιες σχέσεις του ή μήπως δεν έχει σημασία; Ακόμη, ποιος αποφασίζει αν έχει πράγματι αποκτήσει φήμη; Ο εκδότης του, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι φίλοι του, το κόμμα του ή το κοινό γενικά;
Ενας γείτονάς μου πάντοτε λέει για κάποιον πανεπιστημιακό τον οποίο βλέπει συχνά στην τηλεόραση «σπουδαίος ο κ. Χ.» ενώ εγώ (και είμαι βέβαιος και ο Δ. Μαρωνίτης) τον θεωρώ γελωτοποιό. Το ερώτημα είναι: Ποιος κρίνει; Αυτό που προσπαθώ να τονίσω είναι ότι τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό κάποιου ως διανοουμένου ή ως τζουτζέ πρέπει να απορρέουν από μια αξιόπιστη διαδικασία όπως έλεγε ο Frank Ramsey.
Μια αξιόπιστη διαδικασία θα εξασφάλιζε δύο πράγματα: πρώτον, ότι όσοι μέσω αυτής κατατάσσονται στους διανοούμενους είναι πράγματι διανοούμενοι και, δεύτερον, ότι κανείς από εκείνους που είναι πράγματι διανοούμενοι δεν απορρίπτεται από τη διαδικασία κατάταξης. Αυτή η έννοια της αξιόπιστης διαδικασίας είναι εξαιρετικά αυστηρή και είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς κάποιον μηχανισμό που να την προσεγγίζει. Είναι όμως ένα κριτήριο με βάση το οποίο μπορούμε να κρίνουμε τις υπάρχουσες διαδικασίες.
Υπάρχει στη χώρα μας διαδικασία που να πλησιάζει έστω και στοιχειωδώς την αξιόπιστη διαδικασία; Οποιος απαντήσει καταφατικά θα δείξει μόνο την άγνοιά του. Ας πάρουμε μερικές από τις σημαντικότερες διαδικασίες διάκρισης, δηλαδή την ακαδημαϊκή επιτυχία, την επαγγελματική επιτυχία και την προβολή μέσω του Τύπου και των μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Θα νόμιζε κανείς ότι ο πανεπιστημιακός χώρος είναι εκείνος όπου θα συναντούσε κανείς τη μεγάλη μάζα των διανοούμενων. Ισως αυτό είναι αλήθεια, αλλά η διαδικασία επιλογής στο πανεπιστήμιο δεν είναι αξιόπιστη. Δίπλα στους άξιους και σπουδαίους καθηγητές, θα βρει κανείς κάθε καρυδιάς καρύδι που καμιά ή ελάχιστη σχέση έχουν με την επιστήμη.
Η επαγγελματική επιτυχία μπορεί να συμβαδίζει με την αξία του επιστήμονα ή του καλλιτέχνη, αλλά μπορεί να βρίσκεται και σε αντίθετη πορεία. Ο Βαν Γκογκ πούλησε μόνο έναν πίνακα όσο ζούσε, ενώ ο Τζέιμς Τζόις και ο Τ.Σ. Ελιοτ δεν έχουν μπει σε λίστα των μπεστ - σέλερς.
Τέλος, η προβολή ατόμων από τον Τύπο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ουδεμία εγγύηση παρέχει για την επιστημονική ή καλλιτεχνική αξία των προβαλλομένων. Ολοι γνωρίζουμε πολύ καλά με ποια κριτήρια γίνεται η επιλογή. Τα τηλεοπτικά κανάλια διαλέγουν τους δικούς τους διανοούμενους που τις περισσότερες φορές οι προβαλλόμενοι είναι τόσο διανοούμενοι όσο και οι δημοσιογράφοι που τους προβάλλουν. Οι εφημερίδες επίσης προβάλλουν τους δικούς τους για παρόμοιους λόγους. Ομως ποια αξιόπιστη διαδικασία ακολουθείται για την ανακήρυξη των διανοουμένων; Πριν από λίγους μήνες «Το Βήμα» παρουσίασε τους δικούς του δέκα σύγχρονους έλληνες διανοούμενους. Ηταν οι επιλογές αυτές αποτέλεσμα μιας αξιόπιστης διαδικασίας;
Ελπίζω να είναι κατανοητό ότι η διαφωνία μου δεν εντοπίζεται στο αν κάποιος συγκεκριμένος επιστήμονας ή καλλιτέχνης είναι πράγματι διανοούμενος ή όχι, αλλά στη διαδικασία με την οποία ο ένας ή ο άλλος ανακηρύσσει διανοούμενο όποιον θέλει. Πράγμα, βέβαια, αναμενόμενο αφού δεν έχουμε μια αξιόπιστη διαδικασία. Συνεπώς, πολύ συχνά πραγματικοί διανοούμενοι αγνοούνται ενώ διάφοροι γελωτοποιοί καμαρώνουν σαν διανοούμενοι.
ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 10-11-1996
Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010
Η σιωπή των διανοούμενων
Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".
Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009
«Κουλτουριάρης» ή απλώς διανοούμενος;
Image by marklarson via Flickr
Οπως θυμάμαι, ο όρος «κουλτουριάρης» εισήχθη από τον Μάριο Σέλμπα, τον ιταλό υπουργό Εσωτερικών στα τέλη της δεκαετίας του ΄40, άνδρα πιστό μόνο στη λογική του ροπάλου.
Ο Σπύρος Αγκνιου, ο αντιπρόεδρος του Ρίτσαρντ Νίξον, αναφερόταν σε «ξεπεσμένους υπερόπτες», φέρνοντας στο μυαλό τις παλιές, εβδομαδιαίες εφημερίδες επί φασισμού, οι οποίες γελοιοποιούσαν τους συγγραφείς ή τους διανοουμένους που δεν έλεγαν καλά το ρο, αναφερόμενες σε «γομαντικούς ποιητές». «Αβγοκέφαλοι» (eggheads) ήταν μια ανάλογη έκφραση που χρησιμοποιούνταν στα αγγλικά. Και κατά τη διάρκεια των πολιτικών αγώνων της μεταπολεμικής περιόδου, οι δεξιοί διαμορφωτές σκέψης αναβίωσαν την έκφραση «χρήσιμοι ηλίθιοι» , με την οποία ο Βλαντίμιρ Λένιν περιέγραψε τους διανοουμένους που απλώς συμπαθούσαν την Αριστερά. Ολοι αυτοί οι όροι ενισχύουν την ιδέα πως η περιφρόνηση για τους διανοουμένους είναι ένα χαρακτηριστικό της Δεξιάς. Λογικό επακόλουθο μοιάζει το να μην υπάρχουν δεξιοί διανοούμενοι, αφού όλοι οι διανοούμενοι είναι με την αντιπολίτευση.
Από τη φύση του ένας διανοούμενος είναι πάντα αντίθετος σε κάτι. Αλλά ακόμη και οι δεξιοί μπορούν να είναι αντίθετοι σε πολλά πράγματα. Εχουν υπάρξει σπουδαίοι συντηρητικοί διανοούμενοι, ορισμένοι ακόμη και αντιδραστικοί. «Αντιδραστικός» δεν είναι μια κακή λέξη. Πολλοί πνευματικοί άνθρωποι και καλλιτέχνες έχουν ονειρευτεί την επιστροφή σε μια παράδοση ή σε κάποιο «παλαιό καθεστώς».
Αντιδραστικός δεν είναι απαραιτήτως κάποιος που θέλει να πεινάσουν οι εργαζόμενοι ούτε είναι αυτομάτως φασίστας. Με αυτή τη λογική ο Δάντης ως διανοούμενος ήταν μέγας αντιδραστικός. Και στην εποχή μας πολλοί συγγραφείς δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επικρίνουν τους νεωτερισμούς, την τεχνολογία και την επαναστατική ουτοπία.
Πρόσφατα η ιταλική Δεξιά ανέδειξε ως πνευματικούς της «ήρωες» ανθρώπους που ήταν αριστεροί εξ ορισμού, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση (ίσως όχι άδικα) του ιταλού διανοουμένου και σκηνοθέτη Πιερ Πάολο Παζολίνι, δεδομένου ότι υπερασπίστηκε την επιστροφή ανθρώπων και φύσης στο προβιομηχανικό στάδιο.
Ελάχιστοι έξω από την Ιταλία (ή μέσα σε αυτήν) θα το θυμούνται αυτό, αλλά τη δεκαετία του ΄60 έγινε πολλή συζήτηση για την αναγέννηση μιας δεξιάς κουλτούρας. Κυκλοφόρησε ακόμη κι ένα περιοδικό, υπό τον τίτλο «La Destra» («Η Δεξιά»). Εκδότες όπως ο Μποργκέζε από μικροϋπερασπιστές του Αδόλφου Χίτλερ έφτασαν να εκδίδουν κείμενα του Σπύρου Αγκνιου (που κάποτε αποκλήθηκε «ο αντιδραστικότερος αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο άνδρας που λέει δυνατά ό,τι ο Ρίτσαρντ Νίξον λέει μέσα απ΄ τα δόντια του»).
Οι εκδόσεις Ρουσκόνι που είχαν εκδώσει πολλούς εκπροσώπους της «δεξιάς διανόησης», από τον ιάπωνα συγγραφέα Γιούκιο Μισίμα ως τον Ρουμάνο Βιντίλα Χορία, από τον ιταλό συγγραφέα Τζιουζέπε Πρετζολίνι ως τον συγγραφέα και πολιτικό Πανφίλο Τζεντίλε, ανακαλύπτουν και πάλι μια αληθινή, «μεγάλη» αντιδραστική φιλοσοφία, όπως αυτή του Ζοζέφ ντε Μεστρ, του γάλλου διπλωμάτη της μετεπαναστατικής εποχής, ο οποίος θεωρείται πρόδρομος του φασισμού.
Για να βρούμε μεγάλους συγγραφείς που ήταν ή είναι δεξιοί, συντηρητικοί ή αντιδραστικοί, χρειάζεται μόνο να κοιτάξουμε γύρω μας. Μπορούμε να βρούμε φασίστες ή αντισημίτες συγγραφείς, όπως ο Λουί-Φερντινάν Σελίν ή ο Εζρα Πάουντ, και εχθρούς της σύγχρονης εποχής, όπως ο αυστριακός ιστορικός της τέχνης Χανς Σεντλμαΐρ, ο γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ ή ο γάλλος διανοούμενος Ρενέ Γκενόν. Αν ψάξουμε τους καταλόγους των «δημοκρατικών» εκδοτών, μπορούμε να βρούμε προσπάθειες αριστερών να χαρακτηρίσουν «δικούς τους» δεξιούς συγγραφείς, όπως τον Ερνστ Γιούνγκερ ή τον Οσβαλντ Σπένγκλερ. Αραγε αυτοί οι δεξιοί συγγραφείς δεν είναι επίσης «κουλτουριάρηδες»;
Η αλήθεια είναι ότι αντιλαμβανόμαστε τη Δεξιά σαν να είναι κάτι ομοιογενές. Αλλά ακόμη και σε αυτούς τους κύκλους βρίσκουμε διανοουμένους που αναγνωρίζουν «τον εαυτό τους». Ακριβώς γιατί είναι διανοούμενοι, δεν κολλάνε εύκολα στους αντιπάλους τους την ταμπέλα του «σκουπιδιού της διανόησης» ή των «ξεπεσμένων υπεροπτών».
Αλλοι, πλάσματα του συστήματος των ρουσφετολογικών διορισμών, λακέδες των πολιτικών, που ενδιαφέρονται μόνο για την εξουσία (ή τα χρήματα), δεν έχουν ποτέ διαβάσει αρκετά για να γνωρίζουν ότι υπάρχουν δεξιοί διανοούμενοι. Βλέπουν μόνον τους αριστερούς της αντιπολίτευσης. Στα μυαλά τους ο διανοούμενος είναι συνώνυμο του αντίθετου. Οπως ο ναζιστής διοικητής της Λουφτβάφε Χέρμαν Γκέρινγκ, μόλις ακούν για κουλτούρα βγάζουν έξω τα ρεβόλβερ τους.
Αν και η απόδοση της φράσης στον Γκέρινγκ αμφισβητείται, η φράση ακούγεται στο φιλοναζιστικό έργο «Σλαγκέτερ» του Χανς Γιοστ: «Οταν ακούω για κουλτούρα, βγάζω το μπράουνινγκ μου». Αλλά αυτοί που σήμερα είναι έτοιμοι να πυροβολήσουν τους διανοούμενους δεν γνωρίζουν τίποτε για την προέλευση της φράσης. Δεν διαβάζουν. Απλώς δεν διαβάζουν.
Το τελευταίο βιβλίο του ιταλού συγγραφέα και δοκιμιογράφου Ουμπέρτο Εκο είναι «Η ιστορία της ασχήμιας». Εχει επίσης συγγράψει, μεταξύ άλλων, τα διεθνώς ευπώλητα βιβλία «Το όνομα του Ρόδου», «Μπαουντολίνο» και «Το εκκρεμές του Φουκώ».
© 2009 Umberto Εco/ L΄ Εspresso (Distributed by Τhe Νew Υork Τimes Syndicate)
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ,5 Δεκεμβρίου 2009
Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009
Μια καλή ιδέα
Καλή ιδέα το «ΒΗΜΑ Ιδεών», που η κυκλοφορία του εγκαινιάστηκε επισήμως την περασμένη Παρασκευή, με τη μορφή σαραντασέλιδου ένθετου. Ευπρόσδεκτη και η υπότιτλη διασάφηση στο ενυπόγραφο ιδρυτικό κείμενο ότι πρόκειται για «Εκδοση Αναζήτησης και Διαλόγου», με το αιτιολογικό πως: «Σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, οι σκεπτομένοι πολίτες, και ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές, απορρίπτουν αλήθειες υπαγορευμένες και δογματικές επιταγές». Εκκρεμεί βέβαια το ερώτημα όχι μόνον πώς διακρίνονται οι δογματικές από τις αδογμάτιστες ιδέες, αλλά και πώς η διάκριση αυτή κατά περίπτωση εφαρμόζεται. Το προκείμενο τεύχος προτείνει μια δική του απάντηση στο διπλό αυτό ερώτημα, που αποτελεί γενικότερη πρόκληση, στην οποία, απρόσκλητος εγώ, ανταποκρίνομαι.
Να θυμίσω πρώτα ότι (σύμφωνα και με το «Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής» του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη) ο όρος «ιδέα» (και ο πληθυντικός του «ιδέες») γνώρισε και γνωρίζει πολλαπλές (συγκλίνουσες και αποκλίνουσες) σημασίες: φιλοσοφικές, νοητικές, πολιτικές, ηθικές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται να ενδιαφέρουν περισσότερο οι νοητικές και οι πολιτικές σημασίες. Υπόθεση που εξηγεί τη σύνοδο στο ιδρυτικό τεύχος πολλών διαθέσιμων διανοουμένων, στον ρόλο των οποίων αφιερώνονται και δύο ομόθεμα άρθρα: το «Εγκώμιο στον ανεξάρτητο διανοούμενο» του Jorge Semprun και η «Σιωπή ή φλυαρία των διανοουμένων» της Ρέας Γαλανάκη. Θα επιμείνω.
Για το πρώτο άρθρο, παρέχονται εντυπωσιακά στοιχεία ταυτότητας του συγγραφέα: ισπανική καταγωγή, γονική εξορία, σπουδές στο Παρίσι, συμμετοχή στην κατοχική αντίσταση κατά των Γερμανών, θητεία υπουργού πολιτισμού στη μεταδικτατορική Ισπανία, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας Γκονκούρ, αντιπροσωπευτικά έργα, μεταφρασμένα και στη γλώσσα μας («Εκδόσεις Εξάντας»). Η ταυτότητα όμως του συγκεκριμένου κείμενου παραμένει έκδηλα λειψή: δεν δηλώνονται η πηγή του, η αφορμή του, ο μεταφραστής του. Η εξαιρετική εξάλλου συντομία του αφήνει απορίες για την αυτοτέλειά του.
Οπως κι αν έχει το πράγμα, ύστερα από τη σαρωτική απόρριψη του «οργανικού διανοούμενου» (στην εκδοχή Γκράμσι - Λένιν), επειδή ο τύπος αυτός καθιστούσε τον διανοούμενο διαχειριστή και υποχείριο του κομμουνιστικού κόμματος, ο συγγραφέας καταλήγει στο επόμενο ανακουφιστικό συμπέρασμα: «Σήμερα, μετά την κατάρρευση της κομμουνιστικής αυταπάτης, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Ευτυχώς, θα έλεγα. Διότι, παρότι είναι πιο σύνθετη και λιγότερο μανιχαϊστική, παρότι στερούμαστε απόλυτων, καθολικών βεβαιοτήτων, η παρούσα κατάσταση μας αναγκάζει να αποφασίζουμε μόνοι μας, να σκεφτόμαστε χωρίς a priori ιδεολογικό κώδικα».
Επεται όμως και παρορμητικός επίλογος, ενμέρει ακατανόητος και ενμέρει αντιφατικός. Αντιγράφω επακριβώς: «Είναι λοιπόν ξεκάθαρο: ζήτω ο στρατευμένος και μη οργανικός αριστερός διανοούμενος!». Το ακατανόητο της ζητωκραυγής οφείλεται προφανώς σε τυπογραφικό λάθος: φαίνεται να έχει εκπέσει η άρνηση «μη» ανάμεσα στο άρθρο «ο» και στη μετοχή «στρατευμένος». Ο αντιφατικός όμως χαρακτήρας της καθιστά εύλογες κάποιες απορίες.
Εφόσον απορρίπτεται ο a priori ιδεολογικός κώδικας, τί ακριβώς προτείνεται προς αναπλήρωσή του; Μια a posteriori, ανοιχτή και εξελισσόμενη, ιδεολογία; ή μήπως αποκρούεται κάθε τύπος συλλογικής ιδεολογίας, προς όφελος της «ατομικής απόφασης»; Που πάει να πει, αν καταλαβαίνω καλά, καθένας και η ιδέα του. Τότε όμως δεν παροπλίζεται ο, εύφημος στον επίλογο του άρθρου, αριστερός διανοούμενος; Γιατί, αν όντως επιζητείται αδογμάτιστη αριστερή ιδεολογία, ως υπόσχεση μιας αδογμάτιστης αριστερής πολιτικής, είμαστε υποχρεωμένοι να την επινοήσουμε και να την υπερασπιστούμε στο πλαίσιο μιας αδογμάτιστης αριστερής κοινότητας. Στο κεφάλαιο αυτό, καλώς ή κακώς, οι ατομικές αποφάσεις δεν αρκούν, όταν δεν αποτελούν άλλοθι πολιτικής αδράνειας.
Αυτό εξάλλου υπονοεί, στο οικειότερο και διεξοδικότερο άρθρο της, η Ρέα Γαλανάκη, αποδίδοντας την ισχύουσα σήμερα «σιωπή ή φλυαρία των διανοουμένων» στην απουσία μιας «απαραίτητης συλλογικότητας», με αυτοελεγχόμενη συνοχή και αμοιβαία ευθύνη των μελών της. Θα πρόσθετα ότι η διασάλευση αυτής της συλλογικότητας στον τόπο μας και στις μέρες μας οφείλεται κυρίως στη μεταπολιτευτική αριστερά, που δεν κατόρθωσε να ορίσει και να υπερασπιστεί, με τους όποιους διανοουμένους της, μια ανανεωμένη και διακριτή συλλογική ιδεολογία. Χρειάζεται βέβαια προηγουμένως, όπως σωστά επιλέγει η Ρέα Γαλανάκη, να επαναπροσδιοριστούν ο τύπος και ο ρόλος του πραγματικού διανοουμένου. Γιατί η βολική άποψη ότι όσοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κυκλοφορούν στους χώρους των γραμμάτων, της τέχνης και της επιστήμης, είναι εξ ορισμού διανοούμενοι, δημιουργεί ανυπόφορη σύγχυση. Σ' αυτήν εξάλλου την καταναλωτική ευκολία ενέδωσε η μεταπολιτευτική ανανεωτική αριστερά, και το πλήρωσε. Αν χρειαστεί, θα επανέλθω. ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ,13 Μαΐου 2007
Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009
Νέοι & Παράδοση
I found this fascinating quote today:
Η εκρηκτική διάχυση των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης στην παγκόσμια σφαίρα πληροφόρησης οβέλισε οτιδήποτε θύμιζε την Ελλάδα του παρελθόντος· οι δημοσιογράφοι (κυρίως) προέβησαν στο μεγαλύτερο έγκλημα, αυτό της απόκρυψης του τρόπου ζωής των γονιών. Υπηρέτησαν -και υπηρετούμε- με ζήλο έναν ξενόφερτο τρόπο ζωής, βασισμένον στην υλική ευμάρεια και στο δόγμα «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Ουδεμία ηθική αναστολή μπρος στην επίτευξη του σκοπού «που αγιάζει τα μέσα» κ.λπ.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Nov 2009
You should read the whole article.
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009
Η παρακμή των διανοουμένων
του Θανάση Γιαλκέτση
«Η τηλεόραση προσφέρει στα πρόσωπα φήμη, και αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με την παθολογική ματαιοδοξία πολλών διανοουμένων»
Ο γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας τιμήθηκε με το βραβείο «Μπρούνο Κράισκι» σε ειδική εκδήλωση που έγινε στη Βιέννη στις 10 Μαρτίου 2006. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα της ομιλίας που εκφώνησε ο Χάμπερμας σε αυτή την εκδήλωση.
"Είναι εύκολο να σκιαγραφήσουμε τον ιδεατό τύπο ενός διανοουμένου ο οποίος συλλαμβάνει σημαντικά θέματα, διατυπώνει καρποφόρες θέσεις και διευρύνει το φάσμα των συζητούμενων επιχειρημάτων, για να βελτιώσει το άθλιο επίπεδο της δημόσιας συζήτησης. Από την άλλη μεριά δεν πρέπει να αποσιωπήσω τη δραστηριότητα που αγαπούν περισσότερο οι διανοούμενοι: να παίρνουν πρόθυμα μέρος στον τελετουργικό θρήνο για την παρακμή του «διανοουμένου». Δραστηριότητα η οποία, το παραδέχομαι, δεν μου είναι εντελώς ξένη. Μήπως δεν νιώθουμε την έλλειψη των μεγάλων συνελεύσεων και των μανιφέστων της «Ομάδας 47», των παρεμβάσεων του Αλεξάντερ Μίτσερλιχ και του Χέλμουτ Γκολβίτσερ, των πολιτικών τοποθετήσεων του Φουκό, του Ντεριντά και του Μπουρντιέ, των αιχμηρών κειμένων του Εριχ Φριντ ή του Γκίντερ Γκρας; Εξαρτάται άραγε από τη φήμη του Γκρας το ότι σήμερα οι φωνές τους σχεδόν δεν βρίσκουν ακροατήριο; Ή μήπως στην κοινωνία μας, την κυριαρχούμενη από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, επιβεβαιώνεται εκ νέου μια δομική μεταβολή της δημόσιας γνώμης, η οποία δεν ευνοεί την κλασική μορφή του διανοουμένου;
Από τη μια μεριά η μετάβαση της επικοινωνίας από το βιβλίο και τον τύπο στην τηλεόραση και στο Ιντερνετ προκάλεσε μιαν απρόβλεπτη επέκταση της σφαίρας των ΜΜΕ και μιαν εξαιρετική πύκνωση των δικτύων επικοινωνίας.
Η κοινή γνώμη, στην οποία οι διανοούμενοι κινούνται όπως τα ψάρια μέσα στο νερό, έχει γίνει πιο περιεκτική και η ανταλλαγή των ιδεών πιο έντονη από κάθε άλλη φορά.
Από την άλλη μεριά, με αυτή τη μεγάλη διεύρυνση του ζωτικού τους στοιχείου οι διανοούμενοι φαίνεται να ασφυκτιούν εξαιτίας μιας υπερβολικής δόσης. Η ευλογία μοιάζει να μετατρέπεται σε κατάρα. Η αιτία γι' αυτό είναι ο άτυπος χαρακτήρας της δημόσιας συζήτησης και η έλλειψη διάκρισης των ρόλων (...).
Θα ήταν, ωστόσο, επιπόλαιο να υποστηρίξουμε ότι η ηλεκτρονική επανάσταση βλάπτει τις εμφανίσεις ματαιόδοξων διανοουμένων στην πνευματική σκηνή. Γιατί με την τηλεόραση η ράμπα του τύπου, των περιοδικών και της λογοτεχνίας έχει μόνον διευρυνθεί. Ταυτόχρονα, η τηλεόραση έχει τροποποιήσει την σκηνή. Αυτή οφείλει να δείχνει με εικόνες αυτό που θέλει να πει, επιταχύνοντας τη στροφή από το λόγο προς την εικόνα. Και καθώς η τηλεόραση είναι ένα μέσο που καθιστά κάποιον ορατό, προσφέρει στα πρόσωπα φήμη με την έννοια της διασημότητας, προσκαλώντας τους συμμετέχοντες να επιδειχθούν. Αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με την παθολογική ματαιοδοξία των διανοουμένων. Ορισμένοι από αυτούς, μετά την πρόσκληση του τηλεοπτικού μέσου, αφέθηκαν να διαφθαρούν, εκθέτοντας στη σκηνή τούς εαυτούς τους για να αποκτήσουν φήμη. Γιατί η καλή υπόληψη ενός διανοουμένου -αν διαθέτει καλή υπόληψη- δεν βασίζεται πρωταρχικά στη φήμη αλλά στο κύρος που έχει αποκτήσει στο εσωτερικό της επιστήμης του και μάλιστα πριν κάνει δημόσια χρήση της γνώσης του και της αναγνώρισής του.
Όταν ένας διανοούμενος επιχειρηματολογώντας παίρνει μέρος σε μια συζήτηση οφείλει να απευθύνεται σε ένα κοινό το οποίο δεν αποτελείται από θεατές αλλά από δυνητικούς συνομιλητές, με τους οποίους ενδέχεται να πρέπει να αναμετρηθεί με όρους αμοιβαιότητας. Από ιδεατή σκοπιά πρόκειται για ανταλλαγή επιχειρημάτων και όχι για ένα άθροισμα σκόπιμα επινοημένων απόψεων. Ίσως αυτό εξηγεί το γιατί οι πολιτικοί, οι ειδικοί και οι δημοσιογράφοι που συναντιούνται στην τηλεόραση δεν αφήνουν κανένα κενό για να το καλύψει ένας διανοούμενος. Όλοι οι άλλοι εδώ και καιρό παίζουν καλύτερα το ρόλο του.
Η ανάμειξη λόγου και σκηνοθεσίας οδηγεί από μόνη της στην έλλειψη διαφοροποίησης και στην εξομοίωση εκείνων των ρόλων που ο διανοούμενος -ο οποίος ήδη δεν έχει πέραση- όφειλε κάποτε να διατηρεί διαχωρισμένους. Σήμερα, όμως, στα talk-shows τι θα μπορούσε να τον ξεχωρίσει από εκείνους τους πολιτικούς οι οποίοι χρησιμοποιούν την τηλεοπτική σκηνή σαν να ήταν ένας διανοητικός ανταγωνισμός για τη γνώση σημαντικών θεμάτων και εννοιών;
Ο διανοούμενος δεν προσκαλείται ούτε καν ως ειδικός. Θα έπρεπε να έχει το θάρρος να παίρνει κανονιστικές θέσεις και να διαθέτει τη φαντασία για να αναπτύσσει ευρηματικές προοπτικές, χωρίς να χάνει την επίγνωση της πιθανότητας να κάνει λάθος. Θα έπρεπε να παρεμβαίνει μόνον όταν τα γεγονότα της μέρας βγαίνουν από τη δρομολογημένη πορεία τους, αλλά τότε να το κάνει με τρόπο έγκαιρο, σχεδόν σαν ένα «σύστημα προειδοποιητικού συστήματος συναγερμού».
Ερχόμαστε, έτσι, στη μοναδική ικανότητα που θα 'πρεπε να χαρακτηρίζει καθημερινά τον διανοούμενο, την πρωτοποριακή διαίσθηση γι' αυτό που είναι σημαντικό. Αυτός πρέπει να ενδιαφέρεται για τις κριτικές αναπτύξεις ενός φαινομένου όταν οι άλλοι είναι ακόμα καθηλωμένοι στο business as usual. Αυτό δεν απαιτεί διόλου ηρωικές ιδιότητες, αλλά μια ευαισθησία που διαισθάνεται αυτό που μπορεί να βλάψει τις κανονιστικές υποδομές του κοινωνικού συνόλου, μιαν ικανότητα πρόβλεψης και κατανόησης κινδύνων που απειλούν τις διανοητικές συνθήκες της συλλογικής πολιτικής ζωής, την αίσθηση γι' αυτό που λείπει και γι' αυτό που «θα μπορούσε να είναι διαφορετικά». Λίγη φαντασία για να μπορεί να σκέφτεται εναλλακτικές λύσεις και λίγο θάρρος για να συγκεντρώνει την προσοχή, να υποκινεί σκάνδαλο, να γράφει πολεμικές (...)".
ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ ΙΔΕΩΝ),
15 - 10 - 2006