Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

Η ποινή του θανάτου στην αρχαιότητα

 

της Γιούλης Βελισσαροπούλου, Επικ.Καθηγήτριας Παν/μίου  Αθηνών

1

image

image

2

... ... ...

 

ΠΗΓΗ: image , Τεύχος 11, Μάιος 1984

 

Διαβάστε το στο: www.spoudasterion.pblogs.gr

 

Κυριακή 19 Ιουλίου 2009

Διαβάζοντας το φιλοσοφικό «χάρτη» του 20ού αιώνα

 

του Φώτη Τερζάκη

image

Tο τέλος ενός αιώνα, που συμπίπτει μάλιστα με τη μετάβαση σε μια νέα χιλιετία, προκαλεί συνήθως ένα ανομολόγητο, ιερό δέος. Το δέος αυτό συνδεόταν ανέκαθεν μέσα στη συλλογική συνείδηση με το βαθύ και αναποκρυπτογράφητο μυστήριο του μέλλοντος. Ίσως ποτέ άλλοτε η αγωνία για το μέλλον δεν είχε προσλάβει τόσο παροξυστικό χαρακτήρα όσο στο τέλος αυτού του δύσκολου αιώνα, επειδή σε καμία άλλη στιγμή της ιστορίας της η ανθρωπότητα δεν ένιωθε πως είχε χάσει όλα τα χρησμοδοτικά της μέσα στο βαθμό που το νιώθει σήμερα. Για πρώτη φορά γυμνή, χωρίς τους μάντεις και τους ιερείς της, χωρίς τους ευανάγνωστους οιωνούς και την αλάνθαστη αλφαβήτα των άστρων, χωρίς τη μυθική εγγύηση ενός μέλλοντος που θα περιέχεται κατά μαγικό τρόπο μέσα στο παρελθόν, έχει στα χέρια της μόνο μια τεχνολογία που δεν ξέρει ακόμη αν είναι ευλογία ή κατάρα, και το σκοτεινό ιδεόγραμμα της τέχνης και του στοχασμού που η ίδια γέννησε, το οποίο πρέπει με κάθε τρόπο να αποκρυπτογραφήσει. Να διαβάσουμε το φιλοσοφικό χάρτη του εικοστού αιώνα σημαίνει, σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, να μετουσιώσουμε σε ερμηνευτικό έργο ένα μέρος της αγωνίας που συνεπάγεται το να βαδίζει κάποιος μέσα στο αδιαπέραστο σκοτάδι.
1. Για λόγους που θα φανούν από την ανάπτυξη που ακολουθεί, και υπό τον όρον ότι έχει πάντα στο νου του κάποιος τον λίγο-πολύ αυθαίρετο χαρακτήρα τέτοιων περιοδολογήσεων, μπορούμε να χωρίσουμε τον εικοστό αιώνα σε δύο μεγάλες περιόδους: την πρώτη, από τις αρχές μέχρι περίπου το 1960, θα ονομάσουμε μείζονα εικοστό αιώνα· τη δεύτερη, από τη δεκαετία του '60 μέχρι και το τέλος, θα ονομάσουμε ελάσσονα εικοστό αιώνα. Αν εδώ κάνουμε μια προσπάθεια να χαρτογραφήσουμε το τοπίο της σκέψης σε τούτες τις κρίσιμες ιστορικές περιόδους, πρέπει ακόμη να θυμόμαστε πως η λεγόμενη ιστορία των ιδεών είναι επίσης μια αφαίρεση: διότι η σκέψη ποτέ και πουθενά δεν φύεται «καθαρή», έξω από το πυκνά υφασμένο δίκτυο των ιστορικών πραγματικοτήτων που την περιβάλλουν και της προσφέρουν το αναφερόμενο και τα μέσα της άσκησής της. Αυτή η ευρύτερη, ανομοιογενής και πολυπρισματική ιστορία είναι πάντοτε το πεδίο στο οποίο προβάλλεται ο φιλοσοφικός στοχασμός, και αυτής την ανασύσταση έχει ως απώτατο στόχο κάθε προσπάθεια ιστορικής κατανόησης του τελευταίου.
Για τη φιλοσοφία, ο εικοστός αιώνας αρχίζει κατά μία έννοια βαθιά μέσα στην καρδιά του δεκάτου ενάτου, με τη διάλυση του μνημειώδους φιλοσοφικού συστήματος του Χέγκελ. Καθώς έπεσε και το τελευταίο μυθικό ανάχωμα της σκέψης, η ίδια η έννοια ενός απόλυτου Λόγου ως οικουμενικού θεμελίου, νέες δυνάμεις αναδύονται στο προσκήνιο και διεκδικούν ορμητικά το πρωτείο. Ο Μαρξ μας έμαθε να αναλύουμε προσεκτικά τις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις της κοινωνίας, και να βλέπουμε στις κατηγορίες της σκέψης το αντεστραμμένο είδωλο των τελευταίων. Ο Νίτσε έδειξε ακόμη πιο δραματικά το ζωικό υπόστρωμα που κρύβεται πίσω από την απατηλή επιφάνεια του στοχασμού, σε σχέση με το οποίο ο τελευταίος μπορεί να διαβαστεί σαν προκάλυμμα ή σαν σύμπτωμα· στην ίδια γραμμή εννοήσεων, ο Φρόιντ κατασκεύασε υπομονετικά μια ολόκληρη ερμηνευτική της επιθυμίας που ακολουθεί τις διαδικασίες του λόγου μέχρι τα σκοτεινά προ-λογικά τους ριζώματα. Ο Χούσερλ από τη μεριά του, παρ' ότι ξεκίνησε από έναν νεοκαντιανό τόπο ο οποίος σταδιακά θα γινόταν μήτρα ποικίλων μορφών θετικισμού, οδηγήθηκε -άθελά του σχεδόν- σε μια προβληματική του βιώματος που θα αδρανοποιούσε ριζικά τις επιστημονικές και τις λογικές κατηγορίες προετοιμάζοντας εκείνη την αγωνιώδη αναγέννηση της οντολογίας που στον εικοστό αιώνα πήρε το όνομα του «υπαρξισμού».
Ιδού λοιπόν ο εικοστός αιώνας πάνοπλος να ξεπροβάλλει από το σχισμένο κεφάλι του πατέρα του. Τρία μεγάλα ρεύματα της σκέψης αρδεύουν το τοπίο που ονομάσαμε μείζονα εικοστό αιώνα, και από τον προσδιορισμό της δυναμικής τους, και οπωσδήποτε των πολύπλοκων διασταυρώσεών τους, μπορούμε να ανασυνθέσουμε, έστω και σχηματικά, το χάρτη του. Ο μαρξισμός είναι το ένα από αυτά τα ευδιάκριτα ρεύματα. Συνδεδεμένος με τις μεγάλες περιπέτειες του επαναστατικού κινήματος, καθώς και με τις τραγικές του οπισθοχωρήσεις, κατά ένα σημαντικό μέρος του μεταμορφώθηκε σε στρατηγική ιδεολογία την οποία δεν υπάρχει κανένας λόγος να ακολουθήσει περαιτέρω το φιλοσοφικό μάτι· ένα άλλο μέρος του όμως, συνδεδεμένο με το δύσκολο έργο της αυτοκριτικής και του ιστορικού επαναπροσανατολισμού, γονιμοποίησε κατ' εξοχήν το φιλοσοφικό προβληματισμό κι έδωσε έργα που σφράγισαν την αυτοσυνειδησία του εικοστού αιώνα. Πολλοί ονόμασαν «ευρωπαϊκό μαρξισμό» αυτό τον ετερόδοξο φιλοσοφικό του κλάδο· δεν υπάρχει κανένας λόγος να αρνηθούμε αυτό το όνομα, υπό τον όρο ότι δεν μας διαφεύγει η τεράστια ποικιλομορφία των περιπτώσεων που περιλαμβάνει. Στο έργο ειδικά της Σχολής της Φρανκφούρτης, και πιο προσωποποιημένα ίσως, του Αντόρνο, θα μπορούσε κάποιος να υποδείξει την κορυφαία στιγμή αυτού του φιλοσοφικού δρόμου που ονομάστηκε διαλεκτική: τον αγώνα της σκέψης να διατηρήσει ένα αξιακό αίτημα που έρχεται από το ριζοσπαστικό διαφωτισμό και περιέχει ένα όραμα ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, χωρίς καμία στήριξη σε «αντικειμενικές» πρώτες αρχές· την ακούραστη άσκηση της σκέψης ως εμμενούς κριτικής του ιστορικού παρόντος, των κοινωνικών του σχηματισμών και των ιδεολογιών του, με μέτρο την ίδια την αναλήθεια αυτού του παρόντος και με το βλέμμα στραμμένο προς έναν άρρητο τόπο που εκτείνεται πέρα απ' όλους τους ιστορικούς ή εννοιολογικούς καθορισμούς. Η ενσωμάτωση της φροϊδικής ψυχανάλυσης και του εννοιολογικού της εξοπλισμού στην προοπτική μιας κριτικής θεωρίας της κοινωνίας μπορεί να θεωρηθεί ένα από τα σημαντικότερα θεωρητικά επιτεύγματα της σχολής της Φρανκφούρτης - και, στην πραγματικότητα, ολόκληρου του αιώνα.
Για κάποιον ο οποίος ανασυγκροτεί πολεμικά τη δυναμική των φιλοσοφικών ιδεών, ο κύριος αντίπαλος της διαλεκτικής στον εικοστό αιώνα θα θεωρηθεί αναμφίβολα ο θετικισμός -το δεύτερο από τα τρία μεγάλα ρεύματα που αρδεύουν το τοπίο. Γεννημένος σε νεοκαντιανό έδαφος που συρρικνώθηκε σταδιακά σε ιδεολογία των θετικών επιστημονικών κλάδων, ο θετικισμός στάθηκε η ευνοούμενη «φιλοσοφία» των κυρίαρχων ομάδων στον ανεπτυγμένο αστικό κόσμο, συνδεδεμένος καταστατικά με τα κατ' εξοχήν όργανα της θεσπισμένης ισχύος: το επιστημονικό ίδρυμα και την τεχνική. Το ενδιαφέρον με το θετικισμό είναι ότι, παρά την άκρα θεωρητική του αφέλεια, που εκλαμβάνει το αληθινό ως ταυτόσημο με το θεσμικά ισχύον, και παρά τη χονδροειδή του στήριξη από σχηματισμούς ισχύος όπως τα στρατιωτικοβιομηχανικά πλέγματα που υπαγορεύουν αυστηρά τους όρους άσκησης της επιστήμης, στο πρώτο ήμισυ του αιώνα τουλάχιστον συνήργησε μ' ένα ευρύτερο πολιτισμικό-αισθητικό ρεύμα, αυτό που ονομάστηκε «νεοκλασικισμός». Ένα πλήθος φαινόμενα που κυμαίνονται από τον αισθητισμό της καθαρής φόρμας έως τη μαθηματικοποίηση της σκέψης και το πρακτικό ενδιαφέρον για τα λειτουργικά μοντέλα και τις δομές, εντάσσονται αβίαστα σε τούτο το είδος ιδεολογίας που αντιπροσωπεύει τον καπιταλιστικό κόσμο στην ύστερη ανάπτυξή του: την εποχή της μονοπωλιακής υπερσυγκέντρωσης και του παρεμβατικού κράτους. Αυτή η κρυφή «αισθητική» ροπή του θετικισμού εξηγεί υβριδικές περιπτώσεις όπως εκείνη του Wittgenstein, του ευφυέστερου αναμφίβολα πνεύματος που παρήγαγε ο συγκεκριμένος θεωρητικός χώρος, για τον οποίον πολλοί από τους οπαδούς τού αρνούνται καν την κατηγορία του θετικιστή. Αν μπει κάποιος στον κόπο να διερευνήσει προσεκτικά τις αναλογίες και τους ισομορφισμούς, θα διαπιστώσει ότι το έργο του πρώιμου Wittgenstein βρίσκεται υπό τον αστερισμό του νεοκλασικισμού όσο ακριβώς και ο κεϊνσιανισμός και οι «νεοκλασικές» οικονομικές θεωρίες, ενώ το όψιμο έργο του ακολουθεί έναν εργαλειακού χαρακτήρα εμπειρισμό που προσιδιάζει περισσότερο στη νέα στροφή προς το φιλελευθερισμό της αγοράς - και από εδώ θα αναδυθεί, μετά τη δεκαετία του '60, ολόκληρο το ιδεολόγημα που ονομάστηκε «μεταμοντερνισμός».
Το τρίτο ρεύμα του εικοστού αιώνα περνάει μέσ' από τη χουσερλιανή φαινομενολογία, γονιμοποιεί έναν οντολογικό προβληματισμό που θα γίνει γνωστός με τους όρους περσοναλισμός και υπαρξισμός, κι εν συνεχεία απολήγει στο φιλοσοφικό ύφος το οποίο, ειδικά στη Γερμανία και τη Γαλλία, έλαβε το όνομα ερμηνευτική. Ακόμη και στις κατάφωρα συντηρητικές του όψεις, το ρεύμα αυτό κρύβει ένα τεράστιο δυναμικό καταγγελίας καθώς προβληματοποιεί τις πραγμοποιημένες, ποσοτικοποιημένες και αντικειμενοποιητικές όψεις της ανεπτυγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας (οι οποίες δυστυχώς έχουν διαποτίσει κι ένα μεγάλο κομμάτι του μαρξισμού)· έτσι, ο φαινομενικός αντιμοντερνισμός του γίνεται δραστική κριτική του υπάρχοντος κόσμου και τροφοδοτεί όλες τις μορφές βολονταριστικής διαμαρτυρίας και αντιπαράθεσης. Υπήρξαν οπωσδήποτε ευρύτατες γραμμές σύγκλισης ανάμεσα στο ρεύμα αυτό και το μαρξισμό (Μαρκούζε, Σαρτρ, Μερλό-Ποντί, κ.ά.), ωστόσο ο σημαντικότερος από τους εκπροσώπους του δεν ανήκει εδώ. Ο Martin Heidegger έχει βεβαίως κριθεί στο πολιτικό πεδίο όπως του άξιζε· παρ' όλα αυτά, πίσω από την πολιτική του αφέλεια και τη μεταφυσική ακαμψία του ύφους του, πρέπει ν' αναγνωρίσουμε μία από τις μεγαλύτερες φιλοσοφικές επαναστάσεις του εικοστού αιώνα: επανάσταση που επαναφέρει -με την ίδια κίνηση- την περιοχή του Λόγου στην άρρητη μήτρα της καταγωγής της, κι έναν γερασμένο δυτικό πολιτισμό στις χαμένες πολιτισμικές παραδόσεις πάνω στον εκτοπισμό και την απώθηση των οποίων έστησε το δικό του μονοσήμαντο οικοδόμημα - τις «άλλες» φιλοσοφίες μιας μη πλατωνικής γραμμής του ελληνικού στοχασμού, όσο και μιας οικείας-απόμακρης Ανατολής. Τούτος ο κλάδος της σκέψης στον εικοστό αιώνα μπορεί και πρέπει να διαβαστεί ως επάλληλος της αισθητικής κατηγορίας του «τραγικού»: σημάδι μιας δραματικής ρήξης με ένα απολιθωμένο κοινωνικό, προάγγελος ταυτόχρονα μιας δυνητικής πολιτισμικής ενοποίησης που πρέπει κατ' ανάγκη να περάσει μέσα από ένα οδυνηρό -και παρατεινόμενο- βίωμα θανάτου.
2. Το πέρασμα σε αυτό που ονομάσαμε «ελάσσονα εικοστό αιώνα» σημαδεύεται αφενός από τη σταδιακή κατάρρευση του σχεδίου γραφειοκρατικής αναδόμησης του καπιταλισμού (το λεγόμενο παρεμβατικό κράτος ή κράτος προνοίας, όσο και τις «σοσιαλιστικές» γραφειοκρατίες της Ανατολής) που θα οδηγήσει εκ νέου σε άκρως επιθετικές μορφές οικονομίας της αγοράς, αφετέρου από τις εκτεταμένες εφαρμογές της λεγόμενης τρίτης βιομηχανικής επανάστασης: της επανάστασης των επικοινωνιών, της κυβερνητικής και της πληροφορικής που αλλάζει ραγδαία την όψη του πλανήτη. Ενα μεγάλο μέρος της σκέψης ακολούθησε αδιαμεσολάβητα τις εξελίξεις, αναλαμβάνοντας το ρόλο της απλής ιδεολογίας αυτών των κοινωνικών κρυσταλλώσεων. Η εναλλαγή ανάμεσα σε λογικό θετικισμό κι εργαλειακό εμπειρισμό (ανάμεσα στη Σχολή της Βιέννης και τον Karl Popper, ανάμεσα στον πρώιμο και τον όψιμο Wittgenstein, ανάμεσα σε στρουκτουραλισμό και μεταμοντερνισμό ή αποδόμηση) δίνει το ρυθμό της κατ' εξοχήν καπιταλιστικής ιδεολογίας σε όλο το μήκος του αιώνα, που ακολουθεί κατά πόδας τις μεταβάσεις από το γραφειοκρατικό σχεδιασμό στον άγριο ανταγωνισμό της αγοράς. Η περίφημη «γλωσσική στροφή» της φιλοσοφίας δεν ήταν στο μεγαλύτερο μέρος της τίποτε άλλο από αδιαμεσολάβητη μεταφορά των μοντέλων της ψηφιακής τεχνολογίας των επικοινωνιών στη θεωρητική σκέψη - και πράγματι, ένα από τα πιο αξιοσημείωτα φαινόμενα αυτής της περιόδου που ακόμη διανύουμε είναι ο αργός, ασφυκτικός θάνατος κάθε σκέψης, τον οποίον είχε την τιμή να εξαγγείλει από νωρίς ο επιστημονικός θετικισμός.
Αν θα έπρεπε να συνοψίσουμε κάπως σχηματικά αυτή την περίοδο σε μια νέα φιλοσοφική τριάδα, θα επιλέγαμε τρεις στοχαστές οι οποίοι συνεχίζουν, αλλά και με πολλές έννοιες ανακατανέμουν, τις παραδόσεις που είδαμε να διασχίζουν το μεγαλύτερο κομμάτι του εικοστού αιώνα: Jurgen Habermas, Κορνήλιος Καστοριάδης, Jacques Derrida. Ο Jurgen Habermas θεωρείται γενικά συνεχιστής μιας ορισμένης μεταμαρξιστικής παράδοσης, και ειδικότερα της Σχολής της Φρανκφούρτης· στην πραγματικότητα, το χάσμα που χωρίζει τον Habermas από την παλαιότερη Σχολή είναι ιλιγγιώδες, και αρχίζει από τη στιγμή τουλάχιστον που ο τελευταίος στρέφει τα νώτα στο διαλεκτικό τρόπο του σκέπτεσθαι και αναζητεί ένα θετικό κανονιστικό θεμέλιο το οποίο βρίσκει στην επικοινωνιακή θεωρία της γλώσσας, και πιο ειδικά στον αμερικανικό πραγματισμό. Αν ο Habermas δικαιούται με οποιαδήποτε έννοια τον τίτλο του μαρξιστή, οπωσδήποτε εκφράζει τη στιγμή που ο μαρξισμός ενδίδει οριστικά στο θετικιστικό πνεύμα (πράγμα που είχε δοκιμαστεί λίγο νωρίτερα, στην εκδοχή του λεγόμενου στρουκτουραλιστικού μαρξισμού): κατάφορτη με κοινωνικές σημασίες αυτή η συνθηκολόγηση, υποσημαίνει ακριβώς την ιστορική στιγμή που το εργατικό κίνημα και οι «αριστερές» ηγεσίες ανακαλύπτουν τα θέλγητρα της συμμετοχής και της συνδιαχείρισης κι εγκαταλείπουν κάθε αξίωση αυτονομίας χάριν της αποτελεσματικής ενσωμάτωσης σε ένα «κοινωνικά» μεταρρυθμισμένο καπιταλιστικό σύστημα. Η φιλοσοφία του Habermas φωτογραφίζει, όπως λέμε, την οβιδιακή μεταμόρφωση της εργατικής Αριστεράς σε σοσιαλδημοκρατία.
Το ότι, πράγματι, μια δραματική στιγμή στα μέσα αυτού του αιώνα, ο δρόμος της Αριστεράς φάνηκε να οδηγεί είτε στη σοβιετικού τύπου γραφειοκρατία είτε στη συνθηκολόγηση με τους κανόνες της καπιταλιστικής αγοράς, οδήγησε ορισμένες δυνάμεις από το ριζοσπαστικό κίνημα στο εκβιαστικό δίλημμα: ή «μαρξιστής» ή επαναστάτης. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ερχόμενος από το χώρο του επαναστατικού τροτσκισμού, αποπειράθηκε κυρίως στις δεκαετίες του '60 και '70 να επαναδιατυπώσει την επαναστατική θεωρία ως θεωρία της ριζικής αυτονομίας, διαρρηγνύοντας κάθε σχέση με τον παραδοσιακό μαρξισμό. Οπως εκ των υστέρων είμαστε σε θέση να δούμε, η σκέψη του Καστοριάδη άντλησε υπόγεια από το υπαρξιακό-φαινομενολογικό ρεύμα (και οπωσδήποτε σε κάποιο βαθμό από την ψυχανάλυση, υπό μια υπαρξιακή σκοπιά όμως ερμηνευμένη) εκείνο το στοιχείο του βολονταρισμού και μιας τραγικά χρωματισμένης εναντίωσης στο πεπρωμένο που εσφράγισε το επαναστατικό βίωμα σε όλες σχεδόν τις κρίσιμες στιγμές αυτού του αιώνα. Ο ίδιος, δυστυχώς, δεν θέλησε ποτέ να αναγνωρίσει ρητά αυτή την επιρροή· παρ' όλ' αυτά, εάν κάποιος μπει στον κόπο να αφαιρέσει από τη σκέψη του κάποιες ρητορικές ακρότητες που θέλουν να δώσουν την επίφαση μιας παρθενογένεσης, θα διαπιστώσει πως ό,τι ζωντανό και γόνιμο διατηρείται μέσα της οφείλεται στη σύζευξη των καλύτερων όψεων του (φροϊδο)μαρξισμού με τις καλύτερες όψεις της υπαρξιακής-φαινομενολογικής παράδοσης - σε έναν δρόμο που έχει και από άλλους χαρτογραφηθεί, και ο οποίος δεν έχει ακόμη εξαντλήσει όλες του τις δυνατότητες.
Θα έλεγε κανείς ότι με τον Jacques Derrida τελειώνει το φιλοσοφικό τοπίο του εικοστού αιώνα. Αυτός ο παράδοξος -κι εν πολλοίς ζοφερός- στοχαστής αντλεί ταυτόχρονα από δύο ασύμβατες μεταξύ τους παραδόσεις, τις οποίες συνδέει ακριβώς αναστρέφοντας ριζικά και τις δύο. Ο Derrida έρχεται κατά βάσιν από το χώρο της φαινομενολογίας και της ερμηνευτικής, όμως η επιθυμία του είναι να βαδίσει ενάντια στον κλασικό δρόμο κάθε φαινομενολογικής ερμηνευτικής: όχι να ξαναβρεί τις συνεχείς διαδρομές του νοήματος κάτω από τη φαινομενική ασυνέχεια των σημείων, αλλά να δείξει τη ριζική αδυνατότητα κάθε νοήματος. Αυτό τον φέρνει αμέσως στο εσωτερικό της θετικιστικής παράδοσης, η οποία, ειδικά υπό τις γαλλικές της μορφές, τον στρουκτουραλισμό και μια φορμαλιστική σημειολογία, συνιστά ήδη ακριβώς ένα πραξικόπημα κατά της σημασίας εν γένει και του βιωματικού βάθους της γλώσσας, την οποία ανασυγκροτεί σαν ένα νεκρό μηχανισμό με βάση το παράδειγμα της τεχνητής γλώσσας των υπολογιστών. Όμως ο Derrida απεχθάνεται εξίσου την τεχνική αποτελεσματικότητα στο άρμα της οποίας είναι δεμένος κάθε είδους θετικισμός· έτσι αναστρέφει επίσης τη στρουκτουραλιστική πρόθεση δείχνοντας ότι -ορθά- αν η σημασία είναι απλή λειτουργία της δόμησης, της κατασκευής, τότε κάθε σημασία είναι απεριόριστα αποδομήσιμη, αποδιαρθρώσιμη - άρα, κυριολεκτικά μιλώντας, σημασία δεν υπάρχει. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε σε ποιο βαθμό είναι ο Derrida εξαρτημένος από αυτό που ανατρέπει, προκειμένου να εξαγάγει τις «υπαρξιακές» συνέπειες αυτού το οποίο στην πραγματικότητα οφείλεται στην ίδια την επικράτηση του θετικισμού (δηλαδή των «αντικειμενικών» μορφωμάτων της τεχνολογίας, του εμπορεύματος, της πολιτικής ετερονομίας, κ.ο.κ.) στο κοινωνικό πεδίο. Σε τελευταία ανάλυση, το έργο του ματαιώνεται φιλοσοφικά από την ίδια την εγγενώς σχιζοειδή του δομή· αυτή η ματαίωση όμως, αυτή η αθεράπευτη απώλεια του νοήματος και η διαρκής και αναποφάσιστη ταλάντευση του σκέπτεσθαι πάνω από την άβυσσο της τρέλας (και παρά τη μετέπειτα υποχώρηση του Derrida από τις ακραίες συνέπειες της σκέψης του) είναι ο πιο τραγικός καθρέφτης της κόψης στην οποία βρίσκεται παγιδευμένος ο στοχασμός στο τέλος του εικοστού αιώνα.

ΠΗΓΗ: image , Παρασκευή 19 - 01 - 2001

Σάββατο 18 Ιουλίου 2009

Γιώργος Βελουδής, "O επτανησιακός, ο αθηναϊκός και ο ευρωπαϊκός Ρομαντισμός"

 

ΠΗΓΗ:  See full size image, Γιώργος Βελουδής, "O επτανησιακός, ο αθηναϊκός και ο ευρωπαϊκός Ρομαντισμός", Μονά-Ζυγά. Δέκα νεοελληνικά μελετήματα, Αθήνα, εκδ. Γνώση, 1992

www.spoudasterion.pblogs.gr

Ο Roderick Beaton για τον Κ.Καβάφη

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

ΠΗΓΗ: image Roderick Beaton, Εισαγωγή στη Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009

Τι ήταν ο “βενιζελισμός”

του  Θάνου Βερέμη, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, προέδρου του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ)

See full size image

Στις 18 Μαρτίου 1936 ο Ελευθέριος Βενιζέλος πέθανε εξόριστος στο Παρίσι. Πολιτικός ηγέτης με αδιαμφισβήτητη ακτινοβολία, τροφοδότησε διχαστικά πάθη όσο ζούσε αλλά και μετά τον θάνατό του. Όπως συμβαίνει με τέτοιες προσωπικότητες, η εικόνα του υπήρξε προϊόν μυθοποίησης με εξίσου θετικές ή αρνητικές συνδηλώσεις. Ο Παλαμάς ήδη από το 1918 τον συνέδεσε με τον Καποδίστρια και τον Τρικούπη, ορίζοντας με αυτόν τον τρόπο τους πολιτικούς «προγόνους» του. Από την άλλη μεριά, οι πολιτικοί «απόγονοι» του Βενιζέλου άρχισαν να πληθαίνουν όσο απομακρυνόμασταν από τη χρονιά του θανάτου του. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κώστας Σημίτης θα μπορούσαν να προβάλλονται κατά καιρούς ως απόγονοί του, ανάλογα αν θα τονιζόταν η εικόνα του ισχυρού ηγέτη ή του εκσυγχρονιστή της χώρας. Άλλωστε με το όνομα του Βενιζέλου ταυτίστηκε κάτι πολύ ευρύτερο από πολιτική παράταξη - ο αστικός εκσυγχρονισμός, ενώ η εξωτερική πολιτική του συνδυάστηκε με τον ρεαλιστικό και ορθολογικό σχεδιασμό. Στο σημερινό αφιέρωμα του «Βήματος» παρουσιάζονται τα βασικά χαρακτηριστικά του βενιζελισμού από τον Θάνο Βερέμη καθώς και διαφορετικές όψεις της βενιζελικής πολιτικής, η εξωτερική πολιτική από τη Λίνα Λούβη και η εργατική πολιτική από τον Κώστα Φουντανόπουλο, ενώ δύο άρθρα εστιάζουν στο ίδιο το πρόσωπο του Βενιζέλου: ο Δ. A. Σωτηρόπουλος εξετάζει το ερμηνευτικό σχήμα του χαρισματικού ηγέτη και ο Φώτος Λαμπρινός «βλέπει» τον Βενιζέλο μέσα από τον κινηματογραφικό φακό.

Στην πολιτική αυτό που μετράει είναι η έγκαιρη παρέμβαση, ακόμη και όταν κάποιες ομάδες διανοουμένων έχουν προηγηθεί της εποχής τους ή μεγάλοι αριθμοί πολιτών υπολείπονται. H Ελλάδα του 1908 βρέθηκε σε τριπλό αδιέξοδο. H διεθνής ύφεση έπληξε κυρίως τη διάθεση των αγροτικών προϊόντων και περιόρισε τα μεταναστευτικά εμβάσματα. Ο αλυτρωτισμός βρισκόταν σε περίοδο στασιμότητας και τα πολιτικά κόμματα είχαν χάσει την αξιοπιστία τους. Το στρατιωτικό προνουντσιαμέντο του 1909 ετοίμασε το σκηνικό για την είσοδο του Βενιζέλου στην ελληνική πολιτική και ο ίδιος αντιλαμβανόταν ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή για την ανανέωση του πολιτικού κόσμου, την πραγματοποίηση των αλυτρωτικών οραμάτων του δέκατου ένατου αιώνα και τη δημιουργία θεσμών που θα εκσυγχρονίσουν το ελληνικό κράτος.

Υπό την σκέπην του βασιλέως

Πρωταγωνιστής του κρητικού ζητήματος εκπροσωπούσε ένα παλιό αίτημα των αλύτρωτων αδελφών της Κρήτης. Κληρονόμος της πολιτικής πελατείας του Θεόδωρου Δηλιγιάννη που μετά τη δολοφονία του περιπλανήθηκε χωρίς άξιο ποιμένα, ο Βενιζέλος φρόντισε, αντίθετα από εκείνον, να προετοιμάσει, κατά το τρικουπικό πρότυπο, τη χώρα προτού την εκθέσει στην επόμενη εθνική εξόρμηση. Ο προσεταιρισμός τού Στέμματος εξασφάλιζε την ενότητα που είχε διασαλευθεί από το κίνημα στο Γουδί και ο ευγνώμων μονάρχης υποστήριξε τον ευεργέτη του κρητικό πολιτικό με την εντολή να σχηματίσει κυβέρνηση. Προηγήθηκε η πρόταση της Ενωσης Ελληνικών Σωματείων για τη υποψηφιότητα του Βενιζέλου στην A´ Διπλή Αναθεωρητική Βουλή. Ευτυχείς συγκυρίες όλες, ανθρώπων και θεσμών.

Στην ανακοίνωση της 2ας Οκτωβρίου 1910, ο Γεώργιος περιέβαλε τον Βενιζέλο με την απόλυτη εμπιστοσύνη του προκειμένου να εφαρμόσει το πρόγραμμά του. H διάλυση της Βουλής και η προκήρυξη νέων εκλογών στις 28 Νοεμβρίου θα εξασφαλίσουν στον Βενιζέλο την αυτοδυναμία. Οι εκλογές αυτές μετά την αποχή των παλαιών κομμάτων μετατράπηκαν σε δημοψήφισμα υπέρ του βενιζελισμού

Το κόμμα του κρητικού ηγέτη ήταν το πρώτο «κόμμα στο οποίο οι τοπικές οργανώσεις θα είχαν αποφασιστική γνώμη για την ανάδειξη των στελεχών» (Γρ. Δαφνής, Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα 1821 - 1961, Γαλαξίας, 1961, σ. 121). Το Κόμμα των Φιλελευθέρων θα αποκτήσει τοπικές οργανώσεις με τη μορφή λεσχών, κατά το αγγλικό πρότυπο, ώστε οι λέσχες αυτές να δημιουργήσουν τα νέα στελέχη. Οι περισσότεροι από τους βουλευτές του 1910 παρέμειναν στελέχη των Φιλελευθέρων ως τον θάνατο του Βενιζέλου.

«Ανόρθωση» και διχασμός

Ο βενιζελισμός ως πολιτικό κίνημα ταυτίζεται με τον εκσυγχρονισμό των θεσμών και την προσαρμογή της χώρας στα ευρωπαϊκά της πρότυπα. Παράλληλα, αποτελεί προετοιμασία για νέες αλυτρωτικές εξορμήσεις, οι οποίες θα πραγματοποιήσουν την εδαφική ολοκλήρωση της Ελλάδας. Υπάρχει η αντίληψη ότι ο Βενιζελισμός διαπερνάει την αστική τάξη του κεφαλαίου και του ιδιωτικού τομέα, δημιουργώντας αντιπάλους ανάμεσα σε κρατικοδίαιτους αστούς, τους εισοδηματίες γαιοκτήμονες και τα μονοπώλια όπως της Εθνικής Τράπεζας (Γ. Μαυρογορδάτος, Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, στο Γ. Θ. Μαυρογορδάτος - Χρήστος Χατζηισωσήφ (επιμ.), Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1988, σ. 11). Άλλοι υποστηρίζουν ότι το «κατ' εξοχήν παραγωγικό τμήμα της αστικής τάξης, οι βιομήχανοι, διαφώνησε γρήγορα με τη βενιζελική πολιτική και ήρθε σε διάστασι μαζύ του», πριν από την εκδήλωση του Εθνικού Διχασμού το 1915 (Χρ. Χατζηιωσήφ, «Εισαγωγή» στο Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.) Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, Οι απαρχές 1900 - 1922, A½ τόμος, σ. 35).

Το βέβαιο είναι ότι η αρχική συναίνεση, που εξασφάλισε η βενιζελική ανόρθωση, επρόκειτο να απολεσθεί καθ' οδόν προς τον διχασμό. Με τον διχασμό παγιώθηκαν τα γεωγραφικά ερείσματα του βενιζελισμού (νέα Ελλάδα) και διαμορφώθηκαν συμμαχίες και αντίπαλοι του βενιζελισμού ανάλογα με τη θέση ομάδων και ατόμων έναντι της βασιλικής κρατικής εξουσίας μετά τη δεύτερη παραίτηση της κυβέρνησης Βενιζέλου το 1915.

Ο μαγνητισμός του εθνάρχη

Το στοιχείο του χαρίσματος του ηγέτη, που κατέστησε τον βενιζελισμό κάτι περισσότερο από πολιτική ιδεολογία, δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Ο μαγνητισμός του Βενιζέλου υπερβαίνει τα όρια της ρασιοναλιστικής ανάλυσης, όπως και ο αντίρροπος μαγνητισμός του Κωνσταντίνου στο αντίπαλο στρατόπεδο, φαντάζει σήμερα αναχρονιστικός. Ο «κουμπάρος» βασιλιάς με τις λαϊκές συνήθειες και τον πληθωρικό χαρακτήρα αποτέλεσε πρότυπο ανδρισμού με απήχηση στους συντηρητικούς οπαδούς του. Έτσι ο ευρωπαίος εκσυγχρονιστής έγινε για τους αντιβενιζελικούς το εχθρικό σύμβολο της υποτέλειας σε ξένα συμφέροντα. Επρόκειτο ακόμη για σύγκρουση δύο μορφών εθνικισμού, του επεκτατικού και εκσυγχρονιστικού, με τον απομονωτικό - συντηρητικό.

H υιοθέτηση του... Αριστοτέλη

H πολιτική φιλοσοφία του Βενιζέλου υπήρξε, σύμφωνα με τον Γρ. Δαφνή, οπισθοδρόμηση στη δημοκρατικότητα του Χαριλάου Τρικούπη. Στην ομιλία του της 5ης Σεπτεμβρίου 1910 στην Πλατεία Συντάγματος, ο Βενιζέλος είπε μεταξύ άλλων:

«Ο Αριστοτέλης είπεν ότι όταν ο εις, ο μονάρχης δηλαδή εν τω μοναρχικώ πολιτεύματι ή οι ολίγοι εν τω αριστοκρατικώ ή οι πολλοί, τα πολιτικά δηλαδή κόμματα, εν τω δημοκρατικώ και σήμερον εν τω συνταγματικώ πολιτεύματι, άρχωσι προς το κοινό συμφέρον, η Πολιτεία είναι ορθή. Οταν δε ο εις ή οι ολίγοι, ή οι πολλοί άρχωσι προς το ίδιον συμφέρον η Πολιτεία αυτή αποτελεί παρέκβασιν Πολιτείας οδηγούσα εις την κακοδαιμονίαν των λαών.»

Με την πρόταση αυτή ο Βενιζέλος υιοθέτησε την αριστοτελική άποψη της πολιτικής, αποδίδοντας μεγαλύτερη σημασία στον τρόπο λειτουργίας του πολιτεύματος από ό,τι στη μορφή του. Ταυτίστηκε έτσι με την άποψη του Αριστοτέλη, ο οποίος πίστευε ότι υπάρχουν καλές και διεφθαρμένες όψεις των πολιτευμάτων: το αριστοκρατικό ή το ολιγαρχικό, το δημοκρατικό ή το οχλοκρατικό. Συνεπώς δεν υπάρχουν καλές και κακές μορφές πολιτευμάτων αλλά ενάρετες και διεφθαρμένες εκδοχές λειτουργίας των μορφών. Ο ρεαλισμός αυτός που διατρέχει τον βενιζελισμό είχε ένα σοβαρό μειονέκτημα, τη συγκυρία. Αν ήταν αγαθή, ο θεσμός του αρχηγού της κυβέρνησης που εκπροσωπούσε ο ίδιος ο Βενιζέλος και του αρχηγού τού κράτους που εκπροσωπούσε ο μονάρχης θα συμβίωναν αρμονικά όπως συνέβη στο βραχύ διάστημα που συνέπεσε η βασιλεία του Γεωργίου με την πρωθυπουργία Βενιζέλου (1910-1913). H άνοδος του Κωνσταντίνου στον θρόνο μετά τη δολοφονία του Γεωργίου στη Θεσσαλονίκη άλλαξε ριζικά τη σχέση των θεσμών και προκάλεσε τη σύγκρουση των εκπροσώπων τους.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 19 Μαρτίου 2006

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ, Τα μοιραία πρόσωπα της καταστροφής

του  Θαν. Αντωνόπουλου

«Οι Έλληνες, αυτό που εμείς σήμερα δεν κατορθώσαμε, αύριο αυτοί οι ίδιοι θα μας το προσφέρουν στο πιάτο» διαβεβαίωνε τα μέλη του επιτελείου του ο Κεμάλ λίγες ημέρες μετά τις μοιραίες εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920. Η πρόβλεψη του δημιουργού της νέας Τουρκίας, δυστυχώς, δύο χρόνια μετά επιβεβαιώθηκε στο ακέραιο. Η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία που διαδέχθηκε τον οραματιστή Ελευθέριο Βενιζέλο, εγκλωβισμένη στην ίδια την πολιτική της και τυφλό, σχεδόν, όργανο του Κωνσταντίνου, οδήγησε την περήφανη Στρατιά της Μικράς Ασίας στην ταπεινωτική ήττα και το Έθνος στη Μικρασιατική Τραγωδία. Η αιματηρή κάθαρση που ακολούθησε με τη δίκη και την εκτέλεση των υπευθύνων της Καταστροφής έδωσε μεν διέξοδο στη λαϊκή οργή, αλλά δεν κατόρθωσε να αποφύγει ακόμη μια σελίδα στο θλιβερό κεφαλαίο «Χαμένες Πατρίδες»...

___

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ

___

 

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΟΥΝΑΡΗΣ

___

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΑΠΟΥΛΑΣ

___

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΣΤΕΡΓΙΑΔΗΣ

___

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΤΖΑΝΕΣΤΗΣ

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, Τρίτη, 26 Αυγούστου 1997

… … …

www.spoudasterion.pblogs.gr

Αμφίδρομη σχέση οικονομίας και περιβάλλοντος

του  Ευτύχιου Σαρτζετάκη,

Αναπληρωτή καθηγητή οικονομικών του περιβάλλοντος στο πανεπιστήμιο Μακεδονίας

image

Είναι πλέον πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι ακόμη και προβλήματα πολυσύνθετα όπως οι κλιματικές αλλαγές οφείλονται στην ανθρώπινη δραστηριότητα. Για πολλά χρόνια είχαμε την ψευδαίσθηση ότι η συνεχής μεγέθυνση της οικονομικής δραστηριότητας είναι δυνατή και ως εκ τούτου θέσαμε ως πρωταρχικό στόχο τη μεγέθυνση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος. Έχοντας απορροφηθεί από αυτή την προσπάθεια παραβλέψαμε δύο σημαντικούς περιορισμούς τους οποίους θέτει το οικοσύστημα: την περιορισμένη ποσότητα φυσικών πόρων που μπορεί να μας παρέχει και την επίσης περιορισμένη δυνατότητα αφομοίωσης των ρύπων που δημιουργούνται από την παραγωγική διαδικασία και την κατανάλωση. Για πολλά χρόνια οι περιορισμοί αυτοί δεν μας ανησυχούσαν με συστηματικό τρόπο, δεν ήταν δηλαδή δεσμευτικοί και έτσι δεν λαμβάνονταν υπόψη. Τις τελευταίες όμως δεκαετίες είναι εμφανέστατοι και επιβάλλουν επαναπροσδιορισμό των στόχων.

Το περιβάλλον έχει χαρακτηριστικά κοινόκτητου πόρου, δηλαδή κανείς δεν μπορεί να αποκλειστεί και η χρήση του ως αποδέκτη ρύπων είναι σωρευτική. Ενώ είναι γνωστό ότι η λελογισμένη χρήση των κοινόκτητων πόρων από τον καθένα μας μεγιστοποιεί τη συλλογική ωφέλεια, η έλλειψη συντονισμού και εμπιστοσύνης μεταξύ των ατόμων οδηγεί τον καθένα στην όσο το δυνατόν πιο εντατική χρήση του πόρου και έτσι συνολικά στην υπερεκμετάλλευση και στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Προσπαθώντας να μεγαλώσουμε το ατομικό μας μερίδιο μικραίνουμε τη συνολική πίτα και σταδιακά και το δικό μας κομμάτι. Έχουμε ήδη εξαφανίσει κάποιες «πίτες» (όπως συγκεκριμένα αλιεύματα, δασικούς πόρους κτλ.) και συνεχίζουμε να μικραίνουμε ταχύτατα αυτές που απομένουν (υδάτινα αποθέματα, καθαρός αέρας κτλ.).

Ενώ ως παραγωγοί και ως καταναλωτές απολαμβάνουμε τα οφέλη από την παραγωγή και την κατανάλωση των προϊόντων, δεν επωμιζόμαστε αντίστοιχα και το πλήρες κοινωνικό κόστος, παραβλέποντας ότι η παραγωγική διαδικασία και η κατανάλωση δημιουργούν ρύπους. Αυτό συμβαίνει γιατί οι αγορές δεν παρέχουν τα απαραίτητα κίνητρα για την ελαχιστοποίηση της ρύπανσης. Τουναντίον κάθε επιχείρηση έχει κίνητρο να ρυπαίνει στον μέγιστο δυνατό βαθμό ελαχιστοποιώντας το κόστος της και μετακυλίοντας το κόστος από τη ρύπανση και την προσπάθεια καθαρισμού στους άλλους και στις επόμενες γενιές. Αν η χρήση του νερού είναι ελεύθερη στη γεωργία, κανείς παραγωγός δεν έχει κίνητρα να επενδύσει σε μεθόδους άρδευσης που ελαχιστοποιούν την κατανάλωση ή να στραφεί σε καλλιέργειες και μεθόδους που απαιτούν μικρότερες ποσότητες νερού. Αντίθετα, θα επενδύει σε νέες γεωτρήσεις που αντλούν νερό από ολοένα και μεγαλύτερο βάθος. Η αδυναμία ενσωμάτωσης του περιβαλλοντικού κόστους και του κόστους διαχείρισης των κοινών πόρων (εξωτερικά κόστη) οδηγεί σε στρεβλές επιλογές στην παραγωγική διαδικασία. Τα εξωτερικά κόστη δημιουργούν στρεβλώσεις και στην κατανάλωση καθώς αγαθά που δημιουργούν σχετικά μεγάλες περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις εμφανίζονται με σχετικά χαμηλή τελική τιμή και επομένως έχουν μεγαλύτερη από την κοινωνικά άριστη ζήτηση. Επομένως δημιουργούνται στρεβλώσεις τόσο στην παραγωγική διαδικασία όσο και στην κατανάλωση.

Από τα παραπάνω προκύπτει η ανάγκη παρέμβασης του κράτους ώστε να αποτραπεί η τραγωδία των κοινόκτητων πόρων και να ενσωματωθούν τα εξωτερικά κόστη. Η θεωρία προτείνει, και στην πράξη έχουν εφαρμοστεί, μια πλειάδα εργαλείων κυβερνητικής παρέμβασης. Η πλέον διαδεδομένη μορφή παρέμβασης είναι οι άμεσες νομοθετικές ρυθμίσεις που θέτουν όρια στους ρύπους ή επιτάσσουν τη χρήση συγκεκριμένων τεχνολογιών. Τις τελευταίες δεκαετίες κερδίζουν έδαφος τα εργαλεία πολιτικής που δίνουν οικονομικά κίνητρα, όπως οι περιβαλλοντικοί φόροι, οι μεταβιβάσιμες άδειες, τα φορολογικά κίνητρα, τα συστήματα κατάθεσης- επανείσπραξης και εγγυοδοσίας. Επίσης σημαντικό ρόλο μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει η περιβαλλοντική ενημέρωση- ευαισθητοποίηση των καταναλωτών. Η περιβαλλοντικά φιλική καταναλωτική συμπεριφορά μπορεί να μειώσει σημαντικά τη ρύπανση στο στάδιο της κατανάλωσης αλλά και να στρέψει τις επιχειρήσεις προς πιο φιλικά προς το περιβάλλον προϊόντα και διαδικασίες παραγωγής χωρίς άμεση κρατική παρέμβαση. Το καθένα από τα παραπάνω εργαλεία περιβαλλοντικής πολιτικής έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα και κάθε κυβέρνηση καλείται να εξετάσει τα χαρακτηριστικά των επί μέρους προβλημάτων που αντιμετωπίζει και να επιλέξει το σωστό μείγμα πολιτικών.

Επομένως τα προβλήματα είναι υπαρκτά και τεράστια, τα αίτιά τους αναγνωρισμένα και μια ευρεία γκάμα πολιτικών είναι διαθέσιμη. Όπως και η εξελισσόμενη οικονομική κρίση, η περιβαλλοντική κρίση έχει δύο επίπεδα: το παγκόσμιο και το τοπικό. Και οι δύο κρίσεις, οικονομική και περιβαλλοντική, και στα δύο επίπεδα, παγκόσμιο και τοπικό, συνδέονται άμεσα και απαιτούν ηγεσίες οι οποίες θα δεσμευτούν αξιόπιστα σε ένα στρατηγικό σχέδιο εξόδου και θα συστρατεύσουν την ευρύτερη δυνατή κοινωνική πλειοψηφία για την εφαρμογή του. Σε παγκόσμιο επίπεδο διαμορφώνεται ήδη ένα νέο οικονομικό πλαίσιο με αιχμή τα θέματα προστασίας του περιβάλλοντος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει συγκεκριμένους δεσμευτικούς περιβαλλοντικούς στόχους για το 2020, η νέα ηγεσία των ΗΠΑ έχει κάνει ήδη σοβαρά βήματα, αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Κίνα προχωρούν σε σημαντικότατες επενδύσεις στο περιβάλλον, ενώ χώρες όπως η Δανία, η Γερμανία και η Πορτογαλία έχουν τοποθετηθεί στρατηγικά στον κρίσιμο τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η ανάγκη εξόδου από τις δύο παράλληλες κρίσεις διαμορφώνει ταχύτατα ένα νέο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον στο οποίο καλείται να τοποθετηθεί και η χώρα μας.

Η θέση της χώρας μας στο νέο αυτό περιβάλλον εξαρτάται από το πόσο γρήγορα θα αναπτύξει και θα εφαρμόσει ένα ολοκληρωμένο στρατηγικό σχέδιο που θα λαμβάνει υπόψη του τις περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές παραμέτρους. Όσον αφορά την περιβαλλοντική διάσταση, η επιλογή του κατάλληλου μείγματος πολιτικών θα πρέπει να βασιστεί στη συστηματική ανάλυση των επί μέρους προβλημάτων και στην ποσοτικοποίηση του κόστους και του οφέλους που προκύπτουν από την εφαρμογή των εναλλακτικών πολιτικών. Για να γίνει αυτό εφικτό θα πρέπει πρώτα να αποτιμηθεί συστηματικά ο φυσικός πλούτος της χώρας και στη συνέχεια να καταγράφονται οι μεταβολές του. Όπως παρακολουθούμε τις μεταβολές του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος και λαμβάνουμε πολιτικές αποφάσεις με βάση αυτά τα δεδομένα, το ίδιο θα πρέπει να γίνει και με τον φυσικό μας πλούτο. Αν, π.χ., δεν έχουμε καταγράψει πλήρως τα υδατικά αποθέματα της χώρας, δεν γνωρίζουμε πώς και από ποιους χρησιμοποιούνται και πώς μεταβάλλονται διαχρονικά, πώς είναι δυνατόν να αναπτύξουμε μια δίκαιη και αποδοτική τιμολόγηση του νερού στις διάφορες χρήσεις του (οικιακή, αγροτική, βιομηχανική);

Πέρα από την οικονομική αποδοτικότητα, μεγάλη σημασία έχει και η αποτελεσματικότητα των πολιτικών η οποία εξαρτάται από την ικανότητα του κράτους να σχεδιάσει και να εφαρμόσει τις πολιτικές και από τον βαθμό αποδοχής τους από τους κοινωνικούς εταίρους. Όσον αφορά το κράτος, απαιτείται άμεσα η σύσταση ενός υπουργείου Περιβάλλοντος, η ένταξη της περιβαλλοντικής παραμέτρου σε όλα τα υπουργεία και ο κεντρικός συντονισμός σε θέματα περιβάλλοντος. Όσον αφορά την αποδοχή των περιβαλλοντικών πολιτικών, αυτή απαιτεί την ενημέρωση των πολιτών για τα περιβαλλοντικά προβλήματα, το μέγεθος και τις επιπτώσεις τους και τη διαβούλευση με όλους τους κοινωνικούς εταίρους.

Οι δύο παράλληλα εξελισσόμενες παγκόσμιες κρίσεις χτυπούν την πόρτα μας και αλλάζουν τη μορφή του παγκόσμιου χωριού. Καλούμαστε να προστατεύσουμε το σπίτι μας ελαχιστοποιώντας τη ζημιά βραχυχρόνια και κάνοντας τις απαραίτητες προσαρμογές ώστε να βελτιώσουμε τη θέση μας στο παγκόσμιο χωριό μακροχρόνια. Η πολυπλοκότητα και των δύο κρίσεων αυξάνει τις απαιτήσεις σε επίπεδο στρατηγικού σχεδιασμού, επιλογής των εργαλείων πολιτικής παρέμβασης, αξιόπιστης δέσμευσης για την εφαρμογή των πολιτικών μηχανισμών συντονισμού και εφαρμογής των πολιτικών και επίτευξης ευρείας κοινωνικής συναίνεσης. Με βάση τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας, η επίτευξη του συνδυασμού των παραπάνω προϋποθέσεων φαντάζει μακρινό όνειρο. Αλλά είναι ένα όνειρο που πρέπει και μπορούμε να κάνουμε πραγματικότητα. Όπως όλες οι κρίσεις, έτσι και οι τωρινές δημιουργούν και τεράστιες ευκαιρίες. Αυτές τις ευκαιρίες πρέπει άμεσα να εκμεταλλευτούμε κινητοποιώντας το σύνολο του κεφαλαίου της χώρας μας (ανθρώπινου, φυσικού και χρηματικού) γύρω από ένα κοινό όραμα ανάδειξης των συγκριτικών μας πλεονεκτημάτων, κύριο των οποίων είναι το φυσικό περιβάλλον.

ΠΗΓΗ: image , Τεύχος 04/4/2009

Τρίτη 14 Ιουλίου 2009

H πεζογραφία του δέκατου ένατου αιώνα

του   Δημήτρη Τζιόβα,

καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Αγγλίας.

See full size image

Τα τελευταία είκοσι χρόνια υπήρξε ένα αυξημένο εκδοτικό και φιλολογικό ενδιαφέρον για την πεζογραφία του προπερασμένου αιώνα. Ξεχασμένα μυθιστορήματα τυπώθηκαν και ανατυπώθηκαν δύο και τρεις φορές, διηγήματα συγκεντρώθηκαν σε νέες εκδόσεις, άρθρα και βιβλία γράφτηκαν από νεότερους ή παλαιότερους μελετητές και συνέδρια διοργανώθηκαν με θέμα την πεζογραφία του 19ου αιώνα. Πώς προέκυψε όμως αυτό το ενδιαφέρον; Αν θα θέλαμε να δούμε τη στροφή του ενδιαφέροντος προς την πεζογραφία του δέκατου ένατου αιώνα σε ευρύτερα συμφραζόμενα θα έλεγα ότι οφείλεται σε τρεις κυρίως λόγους.

1. Παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια τις ανθρωπιστικές επιστήμες να επηρεάζονται ολοένα και περισσότερο από τις πολιτισμικές σπουδές και από αυτή την τάση δεν είναι εύκολο να ξεφύγει ούτε η μελέτη της ελληνικής λογοτεχνίας. Αν δούμε προσεκτικά τις πρόσφατες μελέτες για την πεζογραφία του 19ου αιώνα, θα λέγαμε ότι μπορούν να ενταχθούν συνολικά στην κατηγορία των διεπιστημονικών πολιτισμικών σπουδών. Θίγουν, για παράδειγμα, ζητήματα παραγωγής και διακίνησης του βιβλίου, λαϊκού γούστου και μεταφραστικών τάσεων, κοινωνικής διαστρωμάτωσης του αναγνωστικού κοινού με έμφαση στις εμπορικές πρωτεύουσες του Ελληνισμού (Σμύρνη, Κων/λη, Ερμούπολη), την επαγγελματική δραστηριότητα των συγγραφέων ή τον πολιτικό ρόλο της πεζογραφίας, τον ρόλο του Τύπου και της Διασποράς, την απήχηση λογοτεχνικών ειδών και ρευμάτων αλλά και της αποικιοκρατικής νοοτροπίας και των προβληματισμών της βικτωριανής εποχής. Μέσα από κοινωνιολογικές, πολιτικές, λογοτεχνικές, μεταφραστικές ή δημογραφικές επισημάνσεις αναδεικνύεται σε εμβρυϊκή μορφή μια τάση πολιτισμικής (και όχι αμιγώς αισθητικής ή φιλολογικής) μελέτης της λογοτεχνίας και ως προς αυτό προσφέρεται ιδιαίτερα ο 19ος αιώνας. Αν οι μελετητές είναι διστακτικοί να επιχειρήσουν πολιτισμικές προσεγγίσεις στο σύγχρονο λογοτεχνικό ή καλλιτεχνικό γίγνεσθαι, αισθάνονται ίσως πιο άνετα να επιχειρήσουν κάτι τέτοιο σε μια εποχή που παρουσιάζει κάποιες αναλογίες με τη σημερινή.

2. Οι λογοτεχνικές εξελίξεις στον δέκατο ένατο αιώνα όντως μοιάζουν με τις σημερινές. Θέματα όπως η σχέση ποίησης και πεζογραφίας, ποια από τις δύο έχει το προβάδισμα ως πιο σοβαρή πνευματική δραστηριότητα και ποια διολισθαίνει προς την παραλογοτεχνία και την προσέλκυση μαζικότερου κοινού προέκυψαν κατά κάποιον τρόπο και στις ημέρες μας καθώς η πεζογραφία εκτοπίζει την ποίηση και κερδίζει τους αναγνώστες της από ένα διευρυμένο πεδίο. Αν η ποίηση ήταν για τους λίγους και τους λογίους και η πεζογραφία για τους πολλούς στα μέσα του 19ου αιώνα, μήπως κάτι ανάλογο συμβαίνει και σήμερα; Άραγε στις αντιθέσεις οθνείου και εθνικού, κοσμοπολίτικου και εγχώριου, οι οποίες καθόριζαν το λογοτεχνικό γίγνεσθαι τον προπερασμένο αιώνα, η εποχή μας αναγνωρίζει σημερινές καίριες αντιθέσεις ή αντιπαραθέσεις; Τα αφηγηματικά κείμενα που ήρθαν στο προσκήνιο τα τελευταία χρόνια μπορεί όλα τους να μην είναι αξιόλογα ή να μη διαβάζονται απνευστί, καλλιεργούν όμως την αίσθηση μιας πεζογραφικής παράδοσης που συνομιλεί με την Ευρώπη και την Ανατολή, εισάγει νέα ρεύματα και λογοτεχνικά είδη. Εν ολίγοις πρόκειται για μια παράδοση που δεν είναι εθνικά εσωστρεφής ή περίκλειστη αλλά ανοιχτή, μια εικόνα που προσπαθεί να φιλοτεχνήσει και για τον εαυτό της η πεζογραφία σήμερα.

3. Αντίθετα με την ποίηση, οι σχέσεις των γενεών στην πεζογραφία ήταν περισσότερο σχέσεις ρήξης παρά συνέχειας ή μαθητείας. Η γενιά του '30 καταδίκασε την προηγούμενη πεζογραφική παραγωγή και ιδιαίτερα την ηθογραφική, υποσχόμενη μια νέα αρχή, ενώ οι μεταπολεμικοί πεζογράφοι με τη σειρά τους αντιπαθούσαν τους αβροδίαιτους μεσοπολεμικούς, εκφράζοντας έντονα τη διάθεσή τους να διαφοροποιηθούν. Αν οι μεταπολεμικοί ποιητές συνδιαλέγονται με τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη ή τον Σεφέρη, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους πεζογράφους. Οι μόνοι πεζογράφοι που τις τελευταίες δεκαετίες αντιμετωπίζονται κατά κάποιον τρόπο ως πρόγονοι είναι αυτοί του δέκατου ένατου αιώνα (Ροΐδης, Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης). Αρκετοί παλαιότεροι και νεότεροι πεζογράφοι γράφουν μελέτες για τον Παπαδιαμάντη, τον Καρκαβίτσα, τον Βιζυηνό ή τη Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι (Κοτζιάς, Μηλιώνης, Παπαδημητρακόπουλος κ.ά.) ή με τα αφηγηματικά τους κείμενα συνομιλούν με συγγραφείς του 19ου αιώνα (ο Φάις με τον Βιζυηνό, ο Καλοκύρης, ο Ραπτόπουλος και η Μιχαλοπούλου με τον Ροΐδη κ.ά.).

Η πεζογραφία του προπερασμένου αιώνα φαίνεται να εξασφαλίζει τους ελλείποντες δεσμούς στην ελληνική πεζογραφία και ως εκ τούτου χρήζει αποκατάστασης και προσοχής. Από την καταδίκη της ηθογραφίας ως «ειδυλλιακού βαυκαλήματος» περνούμε σε μια πιο υποψιασμένη και πιο πολιτική ανάγνωση όλης της πεζογραφίας του 19ου αιώνα καθώς γίνεται αισθητή η ανάγκη να διερευνηθεί το ευρύτερο αφηγηματικό πλαίσιο που παρήγαγε το βαρύ πυροβολικό της (Ροΐδης, Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης) ώστε να μη μοιάζουν μεμονωμένες περιπτώσεις. Περισσότερο από κάθε άλλη εποχή η πεζογραφία του 19ου αιώνα λειτουργεί παραδειγματικά για τη σύγχρονη πεζογραφία γιατί ακριβώς θέτει επίκαιρα διλήμματα: πολιτισμικά, αισθητικά, γλωσσικά και πολιτικά. Πάνω από όλα όμως μας ωθεί να αναρωτηθούμε αν μια σύγχρονη πεζογραφία μπορεί να αποκτήσει οντότητα δίχως να επινοήσει μια παράδοση με την οποία να συνδιαλέγεται γόνιμα και να είναι σε θέση να την αναθεωρεί.

 

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 21 Αυγούστου 2005

Η εκπαίδευση των νέων στην Αθήνα της κλασικής εποχής

image

image

 image

image

image

ΠΗΓΗ: image περ. ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, τεύχος 25,Δεκέμβριος 1987

Θέατρο Σκιών: Ο Καραγκιόζης

 

image

 

 

ΠΗΓΗ: image περ. ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, τεύχος 12, Αύγουστος 1984

www.spoudasterion.pblogs.gr

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2009

Πρόσφατες αναρτήσεις στις σελίδες μαθημάτων

 

 

image α. Χώρος Μελέτης Λατινικών

Ιούλιος 2009

Ιούνιος 2009

 image β. Χώρος Μελέτης Αρχαίων Ελληνικών Γ΄ Λυκείου – Φιλοσοφικός λόγος

Ιούλιος 2009

 image γ. Χώρος Μελέτης Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου

Ιούλιος 2009

Ιούνιος 2009

 

image δ. Χώρος Μελέτης Αρχαίων Ελληνικών – Αδίδακτο Κείμενο

Ιούλιος 2009

Ιούνιος 2009

 image ε. Χώρος Μελέτης Ιστορίας Γ΄ Λυκείου

Ιούλιος 2009

Κυριακή 12 Ιουλίου 2009

Κυβερνοκουλτούρα και ελληνικός πολιτισμός

του Βαγγέλη Κάσσου, συγγραφέα και νομικού

image




ΠΗΓΗ: image , τεύχος 08/5/2009


www.spoudasterion.pblogs.gr

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2009

Ελευθέριος Βενιζέλος

του Θάνου Βερέμη, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, διευθυντή του ΕΛΙΑΜΕΠ.

image

… … …

www.spoudasterion.pblogs.gr

 

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ – ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ 20ος ΑΙΩΝΑΣ-ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ, Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 1999

Τρίτη 7 Ιουλίου 2009

Η Δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης

 

Επιβεβλημένη η συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων που τους αφορούν

image

του Διονύση  Κ.Μαγκλιβέρα,

Καθηγητή κοινωνιολογίας - δοκιμιογράφου

Κατά το τέλος του 18ου, τον 19ο και κυρίως τον 20ό αιώνα σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης καταβλήθηκε συστηματική προσπάθεια η τεχνολογική και οικονομική πρόοδος να συνδυαστεί με την πολιτική και κατ΄ επέκταση την κοινωνική δημοκρατία. Ήδη η Αμερικανική Επανάσταση (1776) είχε ως στόχο την εγκαθίδρυση μιας νέας μορφής διακυβέρνησης με προϋπόθεση τη συμμετοχή των πολιτών στον δημόσιο βίο, ώστε να δημιουργηθεί ισχυρή βάση υλικής ευημερίας. Η δε Γαλλική Επανάσταση (1789) έδωσε διέξοδο στη λαϊκή εξουσία μέσω του μοντέλου του κοινωνικού συμβολαίου που υπερέβαινε τα όρια των πολιτικών δικαιωμάτων (δημόσια ελευθερία), φτάνοντας ως τη διαχείριση της δημόσιας ευτυχίας.

Ο 20ός αιώνας, και κυρίως η «χρυσή» τριακονταετία μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, χαρακτηρίστηκε από το ιδεώδες της κοινωνικής δημοκρατίας. Η Ευρώπη είχε καταστραφεί από την επικράτηση της δικτατορίας του φασιστικού ναζιστικού κινήματος, οπότε η πολιτική δημοκρατία θεωρήθηκε το αναμφισβήτητο σύστημα διακυβέρνησης. Το αιτούμενο ήταν η σύνδεση αυτού του μοναδικού συστήματος διακυβέρνησης (το απόφθεγμα του Τσόρτσιλ διευκρίνιζε ότι η δημοκρατία είναι η χειρότερη μορφή διακυβέρνησης με εξαίρεση όλες τις άλλες) με την πολιτική ρύθμιση της οικονομίας ώστε να οικοδομηθεί το κράτος πρόνοιας των κοινωνικών παροχών, της αλληλεγγύης, της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η σοσιαλδημοκρατία που επικράτησε εκείνη την εποχή στις κυριότερες ευρωπαϊκές χώρες πέτυχε ώστε το κράτος να συμφιλιώσει την οικονομική δραστηριότητα (το κεφάλαιο) με την κοινωνική προστασία για να βελτιωθεί το ρημαγμένο από τον πόλεμο επίπεδο ζωής των πολιτών και να εδραιωθεί ένα καθεστώς ασφάλειας της εργασίας και ευημερίας μέσω της αναδιανομής του πλούτου. Το γενναιόδωρο σύστημα της κοινωνικής προστασίας λειτούργησε από τη φορολογία του κεφαλαίου, το οποίο παράλληλα- είχε ανάγκη για την ανάπτυξή του από την επαύξηση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων. Υπήρξε δηλαδή μια συλλογικότητα στην οικονομική διαχείριση που κατέληγε στην κοινωνικοπολιτική πρόοδο.

Ο ΠΟΛΙΤΗΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Το αναδιανεμητικό αυτό σύστημα λειτούργησε αλλού περισσότερο, αλλού λιγότερο αποδοτικά. Οι λαοί αισθάνθηκαν τη θαλπωρή της κοινωνικής αλληλεγγύης, τα αγαθά της ανάπτυξης της οικονομίας, οι νέες δυνάμεις που ήρθαν στην επιφάνεια προσέφεραν αναβάθμιση της ποιότητας της πολιτικής ζωής και ενίσχυσαν την έννοια του κράτους δικαίου. Το κράτος αυτό απέβλεπε σε μια κοινωνία αξιών, αρχών, ιδεών, παραδόσεων, συμπεριφορών, των στοιχείων δηλαδή που σχηματοποιούν τα διακριτικά γνωρίσματα της εθνικής ταυτότητας. Οι πολλαπλές ατομικές προσδοκίες για ειρήνη, απασχόληση και προσωπική ευτυχία εναποτέθηκαν στο κράτος, το οποίο δεν διέθετε πάντα τα αναγκαία μέσα για να τις ικανοποιήσει (κυρίως σε χώρες μη αναπτυγμένες, όπως η Ελλάδα).

Αυτή όμως η επικράτηση- έργω και λόγω- της δημοκρατίας με την ανάδειξη στην εξουσία των δυτικών χωρών νέων δεδομένων (σε αντίθεση με όσα συνέβαιναν στα παλαιού μοντέλου απολυταρχικά καθεστώτα των ανατολικών χωρών) έδωσε μεγαλύτερη κυριαρχία στα εθνικά κράτη. Το κάθε κράτος, ως έκφραση της ηθικής της δημοκρατίας και έχοντας το παρόν ως σημείο αναφοράς, έθεσε τον άνθρωπο ως προτεραιότητα της δημοκρατίας, ενίσχυσε τις δυνατότητες του πολίτη, απαίτησε ισοτιμία στις σχέσεις της διεθνούς κοινότητας.

Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΣΜΟΥ

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 αρχίζει να εκδηλώνεται η μεγάλη μεταπολεμική κρίση που οδήγησε στην περίοδο της μεταδημοκρατίας που διανύουμε. Η κρίση αυτή οφείλεται στην έκρηξη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, στην επιστροφή της μαζικής ανεργίας, στην αμφισβήτηση του παρεμβατικού ρόλου του κράτους στην οικονομία, στην αδυναμία της εξυπηρέτησης των αναγκών του κράτους πρόνοιας. Το οικονομικό εξελίσσεται σε μοναδικό στοιχείο στην οργάνωση των σύγχρονων κοινωνιών, δεδομένου ότι το άτομο μεταβάλλεται και συμπεριφέρεται αποκλειστικά ως homo economicus, αδιαφορώντας για κάθε άλλη σύζευξη με κοινωνικούς θεσμούς. Το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα στην ουσία προσέβλεψε στην αύξηση της κατανάλωσης, με αποτέλεσμα οι μεγάλες μάζες να επιδιώκουν προσανατολισμούς που στην πράξη τις ίδιες μεν τις καθιστούσαν φτωχότερες, τα δε πλούσια στρώματα πλουσιότερα. Ο καταναλωτισμός αντιπάλευε τη δημοκρατία και συνεχίζει να το πράττει με περισσότερο ενεργούς ρυθμούς.

Η μετεξέλιξη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) σε Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ) θεωρήθηκε ότι μπορούσε, πέρα από τις εθνικές πολιτικές, να δημιουργήσει- έστω μακροπρόθεσμα- ένα μοντέλο που θα οδηγούσε στην πλήρη απασχόληση, στην οικονομική επάρκεια, στην κοινωνική δικαιοσύνη. Η επικράτηση όμως των όρων της παγκοσμιοποίησης οδήγησε τελικά σε απορρύθμιση την παραπάνω συγκεκριμένη στόχευση.

Οι θεμελιακοί θεσμοί της δημοκρατίας λειτουργούν ουσιαστικά όταν οι πολίτες, λαμβάνουν ενεργό μέρος στον προσδιορισμό των πολιτικοκοινωνικών προτεραιοτήτων. Σε αντίθεση όμως με την παραπάνω αρχή, στις σύγχρονες ατροφικές μεταδημοκρατικές πρακτικές η λαϊκή συμμετοχή περιορίζεται στον παθητικό ρόλο της επαναλαμβανόμενης ανά τετραετία διαδικασίας των εκλογών, που καθοδηγείται όμως συνήθως και αυτή από τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, τα οποία, όσο περνά ο καιρός, αποκτούν παγκόσμια διάσταση. Σήμερα η δημοκρατία που γεννήθηκε από την ανάγκη να ενωθούν, να αποκτήσουν δύναμη και να εκφραστούν οι πολλοί (φτωχοί και αδύναμοι), η δημοκρατία που ως σύστημα στηρίχθηκε στις ανάγκες και τις αρετές του έθνους-κράτους, υποχωρεί προς όφελος των ισχυρών οικονομικών συμφερόντων και των προνομιούχων δυνάμεων που κινούνται κατά τρόπο ολοκληρωτικό μέσα στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης.

Και οι λαοί; Γι΄ αυτούς η ανάγκη της επικοινωνίας μεταξύ αρχόντων και αρχομένων θεωρήθηκε ότι εκφράζεται μέσω της παρεχόμενης «πληροφόρησης» που λογίστηκε ως συμμετοχή τους στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική διακυβέρνηση. Η πληροφόρηση, παρ΄ ότι κατευθυνόμενη τελικά από τα μεγάλα συμφέροντα, αναδείχθηκε «τέταρτη εξουσία», ισάξια περίπου με την καθολική ψήφο. Μάλιστα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι σήμερα η έτσι εκφραζόμενη «πληροφόρηση» μεταβλήθηκε σε πρώτη εξουσία, από την οποία εξαρτώνται όλες οι άλλες, δεδομένου ότι η κοινή γνώμη προσανατολίζεται και καθοδηγείται από τα ΜΜΕ. Τα περισσότερα όργανα του Τύπου και τα μεγαλύτερα ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά δίκτυα προωθούν, διαδίδουν, επιβάλλουν τρόπους ζωής και προσανατολισμούς. Η «πληροφόρηση», κυρίως μέσω της τηλεόρασης, κατάντησε καθοδηγούμενη ψυχαγωγία που εξάπτει τα πάθη σε απλοϊκά θέματα, όσο το δυνατόν μαζικότερα: αθλητικούς αγώνες, τηλεοπτικά παιχνίδια, άνευρο αλλά καθαρά προπαγανδιστικό προς προκαθορισμένες κατευθύνσεις συμφερόντων πολιτικό λόγο, ανεύθυνο, χαμηλού ενδιαφέροντος κουτσομπολιό, μαζικές εκδηλώσεις λαϊκής μουσικής κτλ. Η καθημερινότητα του πολίτη δεν είναι σπάνιο να βρίσκεται στο έλεος του καταναλωτισμού, του πολιτικοκοινωνικού αποπροσανατολισμού, της απομάκρυνσης από τις αρχές και το ήθος της δημοκρατίας μονοσήμαντης χειραγώγησης.

Η παγκοσμιοποίηση έχει δύο κύριες κατευθύνσεις: η πρώτη περιλαμβάνει τη διαδικασία ελέγχου της τεχνολογίας και της οικονομίας, η δεύτερη καθοδηγεί τη διάπλαση των προσωπικών μας αναγκών. Ο πολίτης δεν θεωρείται συμμετοχική πολιτική οντότητα, ο δε άνθρωπος κατευθύνεται στο να αισθάνεται- και στην ουσία είναι!- αδύναμος, απροστάτευτος ως μονάδα, με αποτέλεσμα να οδηγείται, για την προσωπική του ασφάλεια, προς τη συλλογικότητα με αντίτιμο την παραχώρηση των δικαιωμάτων της ατομικής του ελευθερίας («φάκελοι» προσωπικών στοιχείων για ταξιδεύοντες, έλεγχος του DΝΑ, συνεχής ταυτοποίηση με τον ΑΦΜ, χρήση της αστυνομικής ταυτότητας σε κάθε συναλλαγή κ.ά.). Και όλα αυτά απαιτούνται πέρα από τα σύνορα του κράτους καταγωγής ή διαβίωσης, σε διεθνές επίπεδο! Ηδη από το 1972 ο Αγγελος Τερζάκης προέβλεπε: «Πηγαίνουμε σε χάος, σ΄ έναν παγκόσμιο ακατανόμαστον συμφυρμό, που θα τον εκμεταλλευθούν οι ίδιες, προαιώνιες αποσυνθετικές δυνάμεις, οργανωμένες τώρα γύρω από μια τεχνοκρατία παντοδύναμη αλλά κι εξαγορασμένην ή υποδουλωμένη, έτσι που να μη μπορεί να υπηρετήσει την καλύτερη, την εσωτερική απελευθερωτική πλευρά του ανθρώπου» ( Το πρωτείο του πνεύματος, Οι Εκδόσεις των Φίλων).

ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΥΣΗ;

Η λύση δεν μπορεί να είναι άλλη από την επιστροφή στη λειτουργία της πραγματικής δημοκρατίας, του πολιτικοκοινωνικού συστήματος που οικοδομείται από κοινού από όλες τις δυνάμεις της πολιτικής κοινότητας. Για να γίνει αυτό, τα πολιτικά κόμματα οφείλουν να αποτελέσουν τους αντιπροσωπευτικούς σχηματισμούς που θα βοηθήσουν στην άμεση έκφραση των λαϊκών επιθυμιών, των εντολών μέσω των δημοκρατικών διαδικασιών στην καθημερινή ζωή. Η εφαρμογή αυτών των διαδικασιών (όπως, π.χ., η Συμμετοχική Δημοκρατία, η ισχυροποίηση των τοπικών αυτοδιοικητικών δυνάμεων, η υιοθέτηση της οριζόντιας ψηφοφορίας) θα αποβλέπει στο να ξαναδώσουν στον πολίτη την ιδιότητα του δημόσιου προσώπου, να τον μεταβάλουν και πάλι από απλό ψηφοφόρο ή μόνον καταναλωτή, σε άτομο με καθοριστική συμμετοχή στα μεγάλα θεσμικά προβλήματα της κοινωνίας και της πολιτείας. Ο πολίτης, πνευματικά ελεύθερο άτομο, αποτελεί κύτταρο με δύναμη ψυχής. Η δύναμη αυτή, κατάλληλα χρησιμοποιούμενη δημιουργεί ισχυρά αντισώματα στις σύγχρονες επιβουλές της παγκοσμιοποίησης.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, image ,τεύχος 04/7/2008

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More