Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Η βία στις διαπροσωπικές σχέσεις

Violence!Image by Rickydavid via Flickr

I found this fascinating quote today:


Από τα γραπτά του προσωκρατικού φιλοσόφου Εμπεδοκλή ως αυτά του σύγχρονου κοινωνιολόγου Κemper αλλά και από πλήθος ψυχολογικών και ανθρωπολογικών μελετών προκύπτει ότι η ανθρώπινη αλληλεπίδραση, παρ΄ όλη την πολυπλοκότητά της, κινείται ανάμεσα σε δύο πόλους: στη «φιλότητα» που περιλαμβάνει όλες τις δυνάμεις που ενώνουν τους ανθρώπους και στο «νείκος» που αφορά τις δυνάμεις που τους χωρίζουν. Οι δύο αυτές πτυχές αποτελούν θεμελιώδεις επεξηγηματικές παραμέτρους της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης. spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius,Nov 2009


You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Η φιλοσοφία ενάντια στα είδωλα


από τον Θανάση Γιαλκέτση

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια συνέντευξη του ιταλού φιλοσόφου Τζάνι Βάτιμο, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «La Stampa».

- Καθηγητή Βάτιμο, η φιλοσοφία γίνεται δημόσιο γεγονός, προσελκύει κοινό. Τι συμβαίνει;

«Εγώ θα ξεκινούσα λέγοντας πολύ ωμά ότι οι άνθρωποι έχουν μπουχτίσει από την τηλεόραση, επειδή η τηλεόραση έχει εκφυλιστεί. Το διαπιστώνω στον ίδιο τον εαυτό μου. Δεν την ανάβω πλέον, όχι μόνον επειδή στην Ιταλία ανήκει όλη στον Μπερλουσκόνι, αλλά και επειδή δεν βρίσκω πλέον τίποτα που να με ενδιαφέρει. Εκτός από την πλήξη που προκαλεί η τηλεόραση, νομίζω ότι η δημοτικότητα της φιλοσοφίας εξαρτάται και από τη σοβαρότητα των προβλημάτων με τα οποία ζούμε, από τη βιοηθική ώς την πολιτική, από τον πόλεμο ώς τη σχέση ανάμεσα σε πολιτισμικά διαφορετικούς κόσμους».

- Με ποιον τρόπο η φιλοσοφία μπορεί να μας βοηθήσει να επιλύσουμε τα προβλήματα της νεωτερικότητας;

«Ο Βίτγκενσταϊν έλεγε ότι "η φιλοσοφία μπορεί μόνον να μας απελευθερώσει από τα είδωλα". Στο βάθος η φιλοσοφία έχει μια λειτουργία περισσότερο αρνητική παρά θετική. Ενα άτομο που έχει διαβάσει πολλή φιλοσοφία δεν είναι πάντα ένας άνθρωπος με ισχυρές πεποιθήσεις. Κατά τούτο, παράδοξα, υπάρχει ένα είδος αμφισημίας και στη διαδεδομένη επιθυμία για φιλοσοφία. Οποιος απευθύνεται στη φιλοσοφία νομίζει αληθινά ότι θα βρει ένα υποκατάστατο της θρησκείας; Οχι, δεν το νομίζω. Εγώ έχω βιώσει άμεσα αυτή τη δημοτικότητα των "φεστιβάλ φιλοσοφίας" εδώ και πολλά χρόνια. Σε αυτούς τους χώρους οι άνθρωποι δεν περιμένουν να τους εξηγήσει κάποιος το πού βαδίζει ο κόσμος ή το ποιο είναι το νόημα της ζωής. Επιθυμούν να κινητοποιηθούν ελεύθερα οι έννοιες. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την επιτυχία των φιλοσοφικών καφενείων σε πολλές μητροπόλεις του κόσμου. Το κοινό συχνάζει εκεί περισσότερο για να μιλάει παρά για να ακούει. Ακούει στην αρχή και έπειτα αρχίζει να παρεμβαίνει. Από τη φιλοσοφία οι άνθρωποι προσδοκούν μάλλον έναν χώρο διανοητικής δραστηριότητας -και με δική τους συμμετοχή- παρά μια διδασκαλία που θα την ακούσουν και θα την αποδεχθούν».

- Φαίνεται ότι η φιλοσοφία είναι κυρίως μια δυτική γνώση.

«Πράγματι, έτσι είναι. Είναι μια γνώση που αναπτύχθηκε στον δικό μας κόσμο. Ετυχε να πάω μερικές φορές στην Ιαπωνία. Ζητούσα να μιλήσω με έναν φιλόσοφο στο ινστιτούτο που με είχε προσκαλέσει. Μου έστελναν ή έναν Ιάπωνα που είχε σπουδάσει στη Χαϊδελβέργη ή έναν βουδιστή μοναχό».

- Αν από πολλές απόψεις η φιλοσοφία είναι μια δυτική μορφή γνώσης, αυτό σημαίνει ότι οι άλλοι δεν μπορούν να την κατανοήσουν;

«Δεν το πιστεύω αυτό. Η φιλοσοφία απλώς είναι μια πολιτισμική μορφή αρκετά χαρακτηριστική της Δύσης, που προσπαθεί σοβαρά να μην ταυτιστεί με τον δυτικό τρόπο ζωής. Για παράδειγμα, η ιδέα ότι διδάσκεται φιλοσοφία σε άλλα μέρη του κόσμου δεν θα συσχετιστεί και με το γεγονός ότι και εκεί υπολογίζουν τα έτη από τη γέννηση του Χριστού, εξαρτώνται από τις αμερικανικές τράπεζες, χρησιμοποιούν τα τεχνολογικά μας εργαλεία που δημιουργήθηκαν με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή επιστήμη; Είναι αλήθεια ότι πολλή επιστήμη θεμελιώθηκε σε σχέση με το ισλάμ, αλλά από ένα ορισμένο σημείο αναπτύχθηκε εδώ.

Η "παγκοσμιοποίηση" της Δύσης είναι αμφίσημη. Δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι μόνον κακή. Σίγουρα υπάρχει μια αυτοκρατορία, υπάρχει μια κυριαρχία, αλλά υπάρχει και η διάδοση επιστημονικών και φιλοσοφικών γνώσεων. Πάρα πολλοί Ινδοί μεταναστεύουν στη Δύση, ενώ ελάχιστοι δυτικοί μεταναστεύουν στην Ινδία. Δεν λέω ότι έχουμε δίκιο εμείς, αλλά πραγματικά υπάρχει μια δυτικοποίηση του κόσμου που υλοποιεί την οικουμενικότητα του φιλοσοφικού λόγου, όπως την αντιλαμβάνονταν οι πρόγονοί μας. Και, την ίδια στιγμή που την υλοποιεί, τη θέτει υπό αμφισβήτηση. Δεν μπορούμε να έχουμε την αξίωση να σκέφτονται όλοι όπως ο Αριστοτέλης ή ο Πλάτωνας».

- Η πολιτική χρειάζεται τη φιλοσοφία;

«Ο ρόλος της φιλοσοφίας είναι να αποδογματοποιεί τις πολιτικές μας βεβαιότητες. Ας πάρουμε τους μεγάλους φιλοσόφους του εικοστού αιώνα. Ο Ντεριντά, που πέθανε πρόσφατα, ήταν ένας που ποτέ δεν θα ορκιζόταν στην απόλυτη αλήθεια των θεσμών μας. Ποτέ δεν θα είχε καταλάβει το Ιράκ για να εξαγάγει τη δημοκρατία. Οι φιλόσοφοι δεν συμπεριφέρονται όπως ο Μπους. Ισως ο Χάιντεγκερ να ήθελε να εξαγάγει τον Χίτλερ, αλλά, πέρα από αστεϊσμούς, κανένας από τους μεγάλους στοχαστές της νεωτερικότητας δεν συμμεριζόταν τις δικές μας πολιτικές βεβαιότητες. Οι διαφωτιστές ίσως να ήταν οι τελευταίοι που, παράδοξα, θα μπορούσαν να είχαν σκεφτεί να εξαγάγουν τη δημοκρατία, αλλά ούτε και αυτοί, ως διαφωτιστές, δεν θα μπορούσαν να γίνουν φανατικοί και επομένως θα σκέφτονταν ότι έπρεπε πρώτα να συζητήσουν το θέμα με τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Σε σχέση με τη δυτική πολιτική, σήμερα η φιλοσοφία έχει το μεγάλο καθήκον να μας διδάξει μία φορά πώς να νικήσουμε τις ειδωλολατρίες. Το καλύτερο στοιχείο της σύγχρονης φιλοσοφίας είναι η ερμηνευτική, ο διάλογος, η πληροφορημένη συναίνεση, η οικουμενικότητα ως γεγονός που θεμελιώνεται με τη συνεννόηση μάλλον παρά με τη φωτεινή σύλληψη μιας ιδέας».

- Η φιλοσοφία είναι και ηθική.

«Ακόμη μία φορά, η φιλοσοφία δύσκολα διδάσκει την ηθική ως σύστημα αρχών. Ας θυμηθούμε το "δαιμόνιον" του Σωκράτη. Το δαιμόνιο έλεγε στον Σωκράτη τι δεν έπρεπε να κάνει και όχι τι έπρεπε να κάνει (...)».


ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 7 - 20/02/2005
Reblog this post [with Zemanta]

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

Ο Ποντιακός Πολιτισμός

Map of the Diocese of Pontus (Dioecesis Pontic...Image via Wikipedia


του Γιώργου Χουρμουζιάδη

Ομότιμου καθηγητή του ΑΠΘ

Ολοι οι πολιτισμοί του πλανήτη μας θεμελιώθηκαν σε τέσσερις παράγοντες: στη σκέψη, στη γλώσσα (την ομιλία - επικοινωνία), στην παραγωγή της τροφής και στην κοινωνική οργάνωση. Δε θα αναπτύξω το θέμα μου ιστορικά, γιατί ο Ποντιακός Πολιτισμός δεν κινδυνεύει ως ιστορική κατηγορία ούτε ως σύνολο συγκεκριμένων πληροφοριών, γιατί αυτά έχουν καταγραφεί, έτσι κι αλλιώς όχι μόνο σε πολυάριθμες ειδικές μελέτες, αλλά και στην ίδια τη συνείδηση του Ποντιακού Ελληνισμού. Κι αυτό σημαίνει πως για να αμφισβητήσεις τον Ποντιακό Πολιτισμό είναι σαν να αμφισβητείς τον Ποντιακό Ελληνισμό. Γιατί συμβαίνει με τους Ποντίους αυτό που πολύ σπάνια το συναντάς: τα πράγματα, οι ήχοι, τα χρώματα, οι μελωδίες, οι λέξεις, οι μυρωδιές να ταυτίζονται με τους ανθρώπους. Ετσι δεν μπορείς να αμφισβητήσεις μόνο το ένα από τα δύο.

Θα αναφερθώ, με επιγραμματικό τρόπο στις προσπάθειες των ίδιων των Ποντίων για να επιζήσει ο Πολιτισμός τους, να επιζήσουν αυτοί οι ίδιοι ως πολιτιστική οντότητα κάτω από τους λεβέντικους και νοσταλγικούς μαζί ήχους του Ελματσούκ, του Εταίρε, του Κοτς, του Τερς και του πανάρχαιου Πυρρίχιου και μιλώντας στους κλειστούς κύκλους τους την ποντιακή γλώσσα.
Τα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον Ποντιακό Πολιτισμό ως ιδιαίτερη ιστορική και ανθρωπολογική οντότητα είναι τρία: Το Περιβάλλον, τα Πράγματα (φαγητό, ενδυμασία κλπ.) και η Γλώσσα.


Το Περιβάλλον: και ως φυσικό και ως ανθρωπογενές. Το φυσικό ως σύνολο γεωγραφικών στοιχείων και το ανθρωπογενές όχι μόνο ως σύνολο κατασκευών, αλλά και ως ένα απαράβατο πλέγμα παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων. Το φυσικό μέρος αυτού του στοιχείου, που έχει επηρεάσει και τα άλλα δύο στοιχεία του Ποντιακού Πολιτισμού (Πράγματα και Γλώσσα) μετά τη γενοκτονία δεν είναι δυνατό, όπως καταλαβαίνετε, να συντηρηθεί, να διασωθεί ως συγκεκριμένο αντικειμενικό στοιχείο. Υπάρχει μόνο εκεί που το άφησαν οι πρόγονοι, στον Πόντο. Και όπως είπε και ο Ρίτσος «αυτό το χώμα είναι δικό μας και δικό σας, δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει». Και φυσικά διασώζεται αναλλοίωτο μέσα στη μνήμη αυτών που το έζησαν. Αυτών που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μέσα σ' αυτό και δεν έχουν χαθεί βίαια ή δεν έχουν πεθάνει με την έντονη νοσταλγία να ξαναγυρίσουν σ' αυτό. Αυτό που ούτε οι δηλώσεις ούτε οι πολιτικές μπορούν να το αλλοιώσουν. Μπορεί οι γενοκτόνοι να αφάνισαν ζωές, να έπνιξαν μέσα στο αίμα όνειρα και ελπίδες για τη ζωή, το Φυσικό Περιβάλλον, όπου γεννήθηκε ο Ποντιακός Πολιτισμός, θα παραμένει εκεί να μας θυμίζει και οι προσκυνητές ή οι τουρίστες να το φωτογραφίζουν και να το περιγράφουν στους άλλους. Αυτό εξάλλου ταυτίζεται με το Παρελθόν, που όπως και αν το περιγράψει κανείς, από όποια γωνιά κι αν το φωτογραφίσει, θα μένει πάντα αναλλοίωτο.

Και από τα ανθρωπογενή στοιχεία του Περιβάλλοντος όμως, έχουν απομείνει πολλά. Σπίτια, γεφύρια, μοναστήρια, εκκλησιές, άλλα όρθια εκεί που τα άφησαν εκείνοι κι άλλα μισογκρεμισμένα για να μαρτυρούν ό,τι μέσα σ' αυτά έλαβε χώρα: η δουλιά, ο έρωτας, ο θάνατος και ό,τι από αυτά προέκυπτε, ως ζωή, ως πράγμα, ως μνημόσυνο, ως αντικειμενική συνθήκη της ύπαρξής τους, όπως θα έλεγε και ο Κ. Μαρξ.

Τα Πράγματα: Αυτά πρέπει να τα διακρίνουμε σε δυο μεγάλες κατηγορίες: στα πράγματα της δουλιάς και στα πράγματα της καθημερινότητας. Τα πρώτα λέγονται κι αλλιώς, μέσα παραγωγής. Από το μολύβι του λογιστή που έγραφε μέσα σε μεγάλα κατάστιχα τα τσουβάλια με τα φουντούκια που έπαιρναν το δρόμο της αγοράς και τους σχετικούς λογαριασμούς μέχρι το σκαλιστήρι του προλετάριου, το αλέτρι του γεωργού. Από αυτά λίγα έχουν διασωθεί και βρίσκονται τώρα σε λαογραφικές συλλογές και σε λαογραφικά μουσεία. Δυστυχώς όμως, όλα αυτά εκτίθενται με ένα τρόπο που δεν αποκαλύπτουν την ταξική τους προέλευση όπως έπρεπε να το κάνουν. Και έτσι δε μας λένε την αλήθεια. Δε μας λένε δηλαδή πως και η παραδοσιακή ποντιακή κοινωνία είχε και αυτούς που εμπορεύονταν φουντούκια, αλλά και αυτούς που είχαν σαν βιος τους μόνο το σκαλιστήρι. Δε μας λένε, με άλλα λόγια, πως και εκείνη η κοινωνία είχε και τους εργάτες και τα αφεντικά. Και πώς ο Πολιτισμός στο βαθμό που ταυτίζεται με την Ιστορία είναι το προϊόν της σύγκρουσης αυτών των δυο.

Αν θέλουμε να μιλήσουμε με ειλικρίνεια για έναν πολιτισμό, όποιος και αν είναι αυτός, πρέπει να το λέμε κι αυτό. Γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να εντοπίσουμε και να ερμηνεύσουμε τις εσωτερικές του διαφορές, αλλά και να κατανοήσουμε το λόγο της διάρκειάς του. Τη σημασία της επιβίωσής του από την ιστορική άποψη και όχι απλώς τη συναισθηματική.

Τα δεύτερα, τα πράγματα της καθημερινότητας, είναι όλα εκείνα που βρίσκονται έξω από τη δουλειά. Μακριά από το μολύβι του λογιστή, τα φουντούκια του έμπορα και το σκαλιστήρι του προλετάριου. Μακριά, κατά κάποιον τρόπο από την οικονομική βάση του Ποντιακού Πολιτισμού. Είναι όλα εκείνα που σχετίζονται με το κορμί μας και με την ψυχή μας. Αυτά που βάζουμε επάνω στο σώμα μας και στο τραπέζι μας και κείνα που αποθέτουμε στο εικονοστάσι ή στη βιβλιοθήκη μας: σερβίτσια, ρούχα, κεντήματα, εικόνες, θυμιατά, ζωγραφιές, κοσμήματα, βιβλία, και, φυσικά, μαζί μ' αυτά, τα τραγούδια, τα παραμύθια, οι παροιμίες, τα αινίγματα, τα νανουρίσματα και τα μοιρολόγια. Ο,τι, τελικά, συνόδευε τις νεκρώσιμες και τις αναστάσιμες στιγμές της ζωής: τους γάμους, τη γέννα, τα βαφτίσια, τα γλέντια, το θάνατο, τις κηδείες. Και απ' αυτά πολλά έχουν σωθεί και πιο πολλά έχουν καταγραφεί. Αλλα στα σπίτια, των απογόνων, άλλα στις συλλογές και τα μουσεία, και άλλα μέσα σε βιβλία πολύτιμα, που έγραψαν αξιόλογοι και ακάματοι ερευνητές του Ποντιακού Πολιτισμού.

Η γλώσσα: Οι παλαιοανθρωπολόγοι, βασισμένοι στις προτάσεις της εξελικτικής θεωρίας πιστεύουν ότι ο άνθρωπος ξεχώρισε ως είδος από τους δυο άλλους συγγενείς του, το γορίλα και τον χιμπατζή από τότε που άρχισε να μιλάει, και να επικοινωνεί. Δηλαδή, πριν από 7 εκατομμύρια χρόνια. Κι αυτό σημαίνει πως η γλώσσα χαρακτηρίζει τον άνθρωπο ως άνθρωπο. Και όσο αυτός κάτω από την επίδραση του ενός ή του άλλου περιβάλλοντος αναγκάζεται να αντιμετωπίσει προβλήματα που σχετίζονται με την επιβίωσή του αποκτάει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, αυτά που τον ξεχωρίζουν από τους άλλους, όχι φυλετικά. Και ένα από αυτά, ίσως το πιο σημαντικό είναι η γλώσσα. Μέσα σ' αυτήν αντανακλάται όλη του η προσπάθειά να δαμάσει και να οργανώσει το Περιβάλλον. Να οργανώσει, επίσης, την παραγωγή των Πραγμάτων και, τέλος, να θεσμοποιήσει την οργάνωση των κοινωνικών του σχέσεων. Κι αυτό σημαίνει πως η μελέτη της γλώσσας είναι ουσιαστικά μελέτη του πολιτισμού. Μελέτη της σκέψης και της ψυχής. Γι' αυτό και η μελέτη της ποντιακής γλώσσας δεν αποτελεί μια σχολαστική, γλωσσολογική δραστηριότητα, αλλά μια πολυεπίπεδη ανθρωπολογική προσέγγιση του Ποντιακού Πολιτισμού.

Το ερώτημα είναι, τι ακριβώς κάνουν οι Πόντιοι για να κρατήσουν ζωντανό τον πολιτισμό τους. Οι ειδικοί επιστήμονες τον μελετούν. Οι απλοί άνθρωποι τον ζουν μέσα από τα τραγούδια, τους ήχους του κεμεντζέ και την ένταση του χορού. Ιδρύουν συλλόγους, θεατρικά και μουσικά συγκροτήματα, οργανώνουν λαογραφικές συλλογές, πανηγυρίζουν, προσεύχονται στην Παναγία της Σουμελά, μαγειρεύουν χαβίτς, πλουγούρ, χασίλ λαβάσια, φελιά, φούστρον, χαψία, καρτόφια. Οσο για τους πόντιους πολιτικούς και το υπουργείο Πολιτισμού, δεν αντιμετωπίζουν τον Ποντιακό Πολιτισμό και ως μια πολύτιμη ιδεολογική πλατφόρμα, πάνω στην οποία θα μπορούσε να αναπτυχθούν τα θεωρητικά επιχειρήματα για μια πάλη ενάντια στην Παγκοσμιοποίηση, ενάντια στον Ιμπεριαλισμό (Eduard Said). Οχι. Αυτοί παρακολουθούν τον Ποντιακό Πολιτισμό σαν ένα φολκλορικό φαινόμενο και σαν ένα εύκολο τρόπο να μαζεύουν ψήφους χορεύοντας και υποσχόμενοι!

ΠΗΓΗ:εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"

Reblog this post [with Zemanta]

Άνθρωπος & Φύση

natureImage by Per Ola Wiberg (Powi) via Flickr

I found this fascinating quote today:

«Ναι, η Γη γίνεται ένα αντικείμενο που βρίσκεται απέναντί μας. Αν όχι εχθρός, σίγουρα ένα πρόβλημα. Στα ελληνικά αυτή η λέξη σημαίνει "βρίσκομαι απέναντι". Επομένως αντί να γίνει ένας εχθρός, μπορεί να γίνει σύμμαχος. Η ιδέα του "Φυσικού Συμβολαίου" ήταν ακριβώς αυτή: να σταματήσουμε να θεωρούμε τον πλανήτη ως ένα παθητικό αντικείμενο, αλλά ως έναν σύμμαχο».spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Nov 2009
You should read the whole article.
Reblog this post [with Zemanta]

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

Η ηδονική απουσία γνησιότητας

I found this fascinating quote today:
Ο εξασφαλισμένος άνθρωπος είναι ο πιο στερημένος, μόνο που δεν υποψιάζεται τι ακριβώς στερείται. Η πλησμονή των εξασφαλίσεων διαμορφώνει ανεπαίσθητα ανέραστο ψυχισμό, ανικανότητα να μοιραστούμε τη ζωή, να αγκαλιάσουμε τον άλλον στις πιο αδύναμες και εύθραυστες πτυχές του, στις αποτυχίες του. Ο σίγουρος σύντροφος, η μόνιμη δουλειά, τα σταθερά χρήματα δίνουν την ψευδαίσθηση ιδιοκτησίας της ζωής, ότι η ζωή είναι ένα «ζάπιγκ» ατομικών επιλογών με τηλεχειριστήριο. Κατανοούμε την αγάπη μόνο στην τηλεοπτική της εκδοχή: Σαν περιοδική έκρηξη της επιθυμίας, πρώτη φάση ταχύτατης διαδικασίας για να φτάσει κανείς σε έναν σπασμό ηδονής. Σαν εξασφαλισμένη μόνιμη βάση αμοιβαίων ψευδαισθήσεων ιδιοκτησίας του άλλου, ή σαν δονζουανική περιπλάνηση στις ταπεινώσεις που επιβάλλει ο ευτελισμός της επιθυμίας.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Nov 2009You should read the whole article.

Δημοκρατίες χωρίς δημοκράτες

Από θεμελιωτές της δημοκρατίας, τα άτομα των δημοκρατικών κοινωνιών γίνονται πιστωτές της
του ΑΛΕΝ ΚΑΓΕ,
καθηγητή Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ στο Παρίσι

Ας ξεκινήσουμε από αυτό που καθένας, ανάλογα με την ευαισθησία του, θα το θεωρήσει διαπίστωση ή απλή υπόθεση: σε ολόκληρες ηπείρους το δημοκρατικό ιδεώδες, όχι μόνο δεν έχει πλέον μεγάλη απήχηση, αλλά μένει στάσιμο ή και οπισθοδρομεί.

Ακόμη και στη Δύση «πιστεύουν» όλο και λιγότερο σε αυτό. 'Η μάλλον, ο χαρακτήρας αυτής της πίστης γίνεται όλο και περισσότερο προβληματικός και αινιγματικός. Δεν είναι πλέον δυνατό να είμαστε βυθισμένοι μέσα στον οπτιμισμό που απελευθέρωσε η πτώση του τείχους του Βερολίνου. Τότε πίστευαν ότι οι μεγάλες αυταπάτες του ολοκληρωτισμού επιτέλους διαλύθηκαν (Φιρέ) και ότι η δημοκρατική περιπέτεια θα ξανάρχιζε την πορεία της προς τα μπρος, προς το ευτυχές τέλος της ιστορίας (Φουκουγιάμα), δηλαδή προς μια πλανητική διάδοση της σύζευξης της οικονομίας της αγοράς και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, εγγυώμενη μια εποχή οικουμενικής ειρήνης και ευημερίας.

Αυτή η προαναγγελθείσα παγκόσμια διάδοση της δημοκρατίας δεν έγινε. Υπάρχουν βέβαια τοπικές νίκες, αλλά τα παραδείγματα της Αφρικής, της Ρωσίας ή της Μέσης Ανατολής δεν προκαλούν καμία ευφορία. Πολλές από τις προόδους του χτες μεταφράζονται σήμερα σε οπισθοδρομήσεις. Εκεί όπου η οικονομική μηχανή κινείται αποτελεσματικά, στην Ασία και ιδιαίτερα στην Κίνα, αυτό δεν γίνεται στο πλαίσιο του δημοκρατικού κανόνα (αντίθετη είναι ωστόσο η περίπτωση της Ινδίας), πράγμα που μας οδηγεί να αναρωτηθούμε αν η προφητεία του Ζαν Μπεσλέρ, σύμφωνα με την οποία στον 21ο αιώνα θα δούμε να διαδίδεται παντού ο καπιταλισμός, αλλά χωρίς τη δημοκρατία ή μάλλον εναντίον της δημοκρατίας, που του είχε επιτρέψει να ανθήσει, πρόκειται να πραγματοποιηθεί νωρίτερα από όσο είχε προβλεφθεί.

Ακόμη και εκεί όπου γεννήθηκε η νεότερη δημοκρατική ελπίδα, στη Δυτική Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι αμφιβολίες ή σε κάθε περίπτωση οι αβεβαιότητες για την τωρινή της κατάσταση πολλαπλασιάζονται. Ο πολλαπλασιασμός των σκανδάλων (Ενρον, Παρμαλάτ, Κρεντί Λιονέ και τόσα άλλα), τα όλο και περισσότερο ιλιγγιώδη χρηματικά ποσά που ξοδεύονται στην πολιτική πάλη, η αυξανόμενη διαφθορά των πολιτικών ελίτ (ή και άλλων ελίτ άλλωστε), η παρόξυνση των ανισοτήτων, όλα αυτά δίνουν την εικόνα μιας ολιγαρχικής και πλουτοκρατικής παρέκκλισης. Χωρίς ελπίδα επιστροφής; Σε κάθε περίπτωση αυτή η παρέκλιση εξηγεί, τουλάχιστον εν μέρει, την αυξανόμενη ατονία της πολιτικής συζήτησης και την αύξηση της αποχής στις εκλογές.

Αυτό που πρέπει να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε, πέρα από ιδιαίτερες περιπτώσεις και τοπικές συγκυρίες, είναι ταυτόχρονα ο δεσμός που ενώνει την αυξανόμενη αδυναμία του δημοκρατικού ιδεώδους να ηλεκτρίσει τις μεγάλες μάζες έξω από τον δυτικό κόσμο και την αύξηση της αποχής και της αδιαφορίας για την πολιτική στους κόλπους αυτού του δυτικού κόσμου. Αυτές οι δύο εξελίξεις πηγάζουν αναμφίβολα από μιαν ίδια πηγή. Ποια είναι αυτή; Μια πρώτη σειρά υποθέσεων έρχεται αμέσως στο νου, από τις πιο πρόδηλες ώς τις πιο πολύπλοκες.

Σε διαφορετικούς βαθμούς αυτές παραπέμπουν στο αυξανόμενο βάρος του οικονομικού στοιχείου στην οργάνωση των σύγχρονων κοινωνιών. Από τη στιγμή που τα ανθρώπινα υποκείμενα παρουσιάζονται όλο και περισσότερο αποκλειστικά με τα γνωρίσματα του Homo economicus, αδιάφορα για τους άλλους, επιδιώκοντας μόνο να μεγιστοποιήσουν τη δική τους ικανοποίηση στην αγορά, αποκλείοντας κάθε άλλο τύπο κοινωνικού δεσμού, δύσκολα μπορούμε να προσδοκούμε ότι θα παθιάζονται για τη δημοκρατία. 'Η μάλλον, δεν μπορεί παρά να αναζητούν σε αυτήν και μέσα από αυτήν ό,τι ευνοεί τη βελτίωση του εισοδήματός τους και της ατομικής υλικής τους ευημερίας.

«Ο ατομικισμός -έγραφε ο Τοκβίλ- είναι ένα συναίσθημα συνετό και φιλήσυχο, που προδιαθέτει κάθε πολίτη να αποσυρθεί με την οικογένειά του και τους φίλους του. Ετσι, αφού πρώτα δημιουργήσει μια μικρή κοινωνία για δική του χρήση, εγκαταλείπει πρόθυμα τη μεγάλη κοινωνία στον εαυτό της». Στην αγορά το άτομο αποδεσμεύεται από τις παραδοσιακές κοινωνικές του υποχρεώσεις. Οσο περισσότερο το άτομο ταυτίζεται με το οικονομικό άτομο τόσο περισσότερο αυτό το τελευταίο καταλήγει να αντιπροσωπεύει τον κυρίαρχο ανθρώπινο τύπο στους κόλπους μιας κοινωνίας και τόσο περισσότερο το πεδίο της πολιτικής συζήτησης περιορίζεται, καθώς δεν αντιπαρατίθενται πλέον παρά μόνον εξίσου πιθανοί τρόποι διαχείρισης μιας οικονομίας της αγοράς, που αποβλέπουν στο να ικανοποιούν τα οικονομικά άτομα.

Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο, το οποίο ήδη ελάχιστα ευνοεί καθεαυτό την άνθηση των δημοκρατικών αρετών, ο θρίαμβος σε αυτά τα τελευταία είκοσι χρόνια ενός χρηματιστικού κερδοσκοπικού καπιταλισμού και η παρόξυνση του Homo economicus αύξησαν υποχρεωτικά την αδιαφορία για τις δημόσιες υποθέσεις, δημιουργώντας την εντύπωση ότι δεν υπάρχουν άλλες αποδεκτές πολιτικές επιλογές, εκτός από εκείνες που συμβάλλουν στην ενίσχυση του κερδοσκοπικού κεφαλαίου και των συνακόλουθων ανισοτήτων. Χωρίς να συνυπολογίζουμε ότι τα πελώρια χρηματικά ποσά, που απαιτούνται για να οργανωθούν εκλογικές εκστρατείες ή για να χρηματοδοτηθούν αξιόπιστα όργανα του τύπου, αυξάνουν μηχανικά το συγκριτικό πλεονέκτημα των οικονομικών ολιγαρχιών στην πάλη για την κατάκτηση της ιδεολογικής και πολιτικής ηγεμονίας.

Βλέπουμε πως η σύζευξη του ατομικισμού με τον οικονομισμό αντιπροσωπεύει μια απειλή για τη δημοκρατία. Αλλά, αντίστροφα, δυσκολευόμαστε να παραδεχθούμε ότι η αύξηση της ελευθερίας επιλογής που παραχωρείται στο άτομο μπορεί να συμβαδίζει με έναν περιορισμό της δημοκρατίας.

(...) Είναι προφανώς δύσκολο να συνεχίσουμε αυτή τη συζήτηση χωρίς να συμφωνήσουμε τουλάχιστον σε μιαν αποδεκτή έννοια δημοκρατίας. Εδώ όμως είναι μεγάλος ο κίνδυνος να χαθούμε σε ατελείωτες σχολαστικές συζητήσεις. Ωστόσο, είναι ίσως δυνατό να τις αποφύγουμε, αν απομακρυνθούμε από στενά οικονομικές προσεγγίσεις της δημοκρατίας, για να παρατηρήσουμε ότι, όποιον ορισμό και αν της δώσουμε, αυτό που είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό στην τωρινή κατάσταση της δημοκρατίας είναι ότι αυτή εμφανίζεται όλο και περισσότερο ως κάτι που δίνεται, εξάγεται ή παραχωρείται μάλλον, παρά ως κάτι που κατακτιέται αληθινά και οικοδομείται. Το ότι σκέφτονται όλο και περισσότερο τη δημοκρατία ως κάτι που θα μπορούσε να παραχωρηθεί, ως ένα πράγμα, ένα τεχνικό εργαλείο, σχεδόν μια μηχανή, φαίνεται ιδιαίτερα καθαρά στις αμερικανικές θεωρίες της «δημοκρατικής ειρήνης» και ειδικότερα στη νεοσυντηρητική και μπουσική τους εκδοχή. Σε αυτή την αντίληψη, η δημοκρατία δεν είναι το αποτέλεσμα μιας κατάκτησης της ελευθερίας τους από τους ίδιους τους λαούς, αλλά είναι ο καρπός μιας προσφοράς από το εξωτερικό, ενός δώρου της δημοκρατίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Θεωρείται βεβαίως ότι οι λαοί είναι δυνητικοί αιτούντες αυτού του δώρου και ότι θα το αποδεχθούν με αναγνώριση, αλλά δεν θεωρείται ότι είναι ή ότι μπορούν να είναι άμεσα οι πρωταγωνιστές.

Αλλά, με μικρές παραλλαγές, αυτό που ισχύει για τις σχέσεις της Δύσης, και ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών, με τις χώρες που βρίσκονται στον δρόμο του εκδημοκρατισμού ισχύει επίσης όλο και περισσότερο και στους κόλπους των ίδιων των δημοκρατικών χωρών. Η δημοκρατία δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια πολιτική τάξη που πρέπει να οικοδομηθεί από κοινού από τις διάφορες ομάδες ή τάξεις που συγκροτούν την πολιτική κοινότητα, αλλά ως μια ήδη οικοδομημένη πραγματικότητα, που πρέπει να παραχωρείται και να διανέμεται από το κράτος. Δεν σκέφτονται πλέον να οικοδομήσουν ένα δημοκρατικό κράτος. Ζητούν από ένα κράτος που εμφανίζεται ως ήδη από τη φύση του δημοκρατικό, να διανείμει τα δικαιώματα ή τη νομική αναγνώριση. Από συν-θεμελιωτές της δημοκρατίας, τα άτομα των δημοκρατικών κοινωνιών γίνονται οι πιστωτές της.

Σε αυτό το σημείο συναντιούνται πιθανόν οι δύο ατομικισμοί, ο οικονομίστικος ατομικισμός και ο απελευθερωτικός ατομικισμός, ο ατομικισμός της κατανάλωσης και ο ατομικισμός της απελευθέρωσης. Εδώ επίσης αρθρώνονται και συντίθενται οι δύο μεγάλες ιστορικές στιγμές της δημοκρατικής διεκδίκησης, εκείνη της αναδιανομής κι εκείνη της αναγνώρισης. Στη διάρκεια των δύο περασμένων αιώνων οι κυριότεροι κοινωνικοί αγώνες, από τη στιγμή που κατακτήθηκε η πολιτική ισοτιμία, στράφηκαν γύρω από το ζήτημα της αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου. Ολες οι άλλες συγκρούσεις, οι σχέσεις ανάμεσα στα φύλα, ανάμεσα στους πολιτισμούς, στις θρησκείες ή στις γενεές, θεωρήθηκε ότι μπορούν να εγγραφούν στο πρωταρχικό πλαίσιο της πάλης για την αναδιανομή των οικονομικών πόρων.

Εδώ και μία τριακονταετία, αντίθετα, είναι οι αγώνες για την αναγνώριση της ίσης αξιοπρέπειας κυριαρχούμενων ομάδων, γυναικών, θρησκευτικών ή σεξουαλικών μειονοτήτων, περιφρονημένων πολιτισμών κ.λπ., αυτοί που παίρνουν το προβάδισμα σε σχέση με τους καθαρά οικονομικούς αγώνες. Η πάλη για τη χειραφέτηση των ατόμων εγγράφεται στο πλαίσιο αυτής της πάλης για την αναγνώριση. Πρόκειται για πάλη αδιαίρετα ατομική και συλλογική ή «κοινοτική».

Αυτό όμως που είναι εντυπωσιακό είναι το ότι αυτή η πάλη για την αναγνώριση διεξάγεται σε μεγάλο βαθμό με βάση το ίδιο μοντέλο με το οποίο διεξάγονταν οι αγώνες για την οικονομική αναδιανομή, ωσάν η αναγνώριση να ήταν ένα αγαθό που παράγεται από το κράτος, που θα έπρεπε και θα μπορούσε να γίνει το αντικείμενο μιας ίσης διανομής. Και εδώ επίσης η δημοκρατία γίνεται αντιληπτή ως το αποτέλεσμα ενός δώρου που το περιμένουν ή το απαιτούν από το κράτος, το οποίο θεωρείται εγγενώς δημοκρατικό. Το κράτος θεωρείται χορηγός δημοκρατίας.

Αυτό που καθιστά την κοινωνία ιδεατά δημοκρατική είναι το ότι οι πολίτες κρίνουν πως είναι κάτοχοι ενός ηθικού δικαιώματος να δέχονται την αναγνώριση με όλα τα υλικά πλεονεκτήματα που τη συνοδεύουν. Ετσι εξηγείται το ότι οι δημοκρατίες μας υποτίθεται ότι μπορούν να λειτουργούν μόνες τους, σχεδόν χωρίς δημοκράτες, χωρίς αγωνιστές αφοσιωμένους στην υπόθεση της δημοκρατίας.

'Η μάλλον, υποτίθεται ότι όλα τα μέλη τους είναι δημοκράτες, αλλά δημοκράτες μόνο για τους εαυτούς τους, προσηλωμένοι μόνο στον στόχο να ισχύσουν τα δικαιώματά τους και διόλου στον στόχο να οικοδομήσουν και να ζωογονήσουν μια δημοκρατική πολιτική κοινότητα. Αυτή η τελευταία υποτίθεται ότι είναι ήδη διαμορφωμένη, και καλά διαμορφωμένη, μια για πάντα. Δεν υπάρχει καμία ανάγκη να συμβάλουμε σε αυτό. Υπάρχουν επαγγελματίες γι' αυτόν τον σκοπό, πολιτικοί ή δημόσιοι λειτουργοί. Δεν υπάρχει καμιά ανάγκη για διαβούλευση, για συζήτηση ανάμεσα σε διαφορετικές αναπαραστάσεις του καλού και του κακού. Εξάλλου, τίποτα δεν είναι καλό, τίποτα δεν είναι κακό. Το σημαντικό είναι να ακολουθούμε τις διαδικασίες.

Ολες αυτές οι παρατηρήσεις, των οποίων δεν παραγνωρίζουμε τον ερευνητικό και αβέβαιο χαρακτήρα, θα μπορούσαν να συνοψιστούν σε μιαν απλή θέση: η δημοκρατία απειλείται, φθίνει και εξαντλείται από τη στιγμή που τη θεωρούμε ήδη υλοποιημένη και όχι μια πραγματικότητα που πρέπει να οικοδομήσουμε ή να ανοικοδομήσουμε, εκδημοκρατισμό που πρέπει να υλοποιήσουμε. 'Η ακόμα, όσο περισσότερο βέβαιη είναι για την ύπαρξή της τόσο πιο πολλές ελλείψεις παρουσιάζει. (...)

Σημ.: Το κείμενό του αυτό δημοσιεύτηκε στην περιοδική επιθεώρηση «Revue Du Mauss» (Νο 25/2005).

ΠΗΓΗ:εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 14/09/2007
Reblog this post [with Zemanta]

Η ποίηση του Μανώλη Αναγνωστάκη με το φακό της κριτικής

I found this fascinating quote today:

Τα ποιήματα (1941-1956) του Μανόλη Αναγνωστάκη είναι ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά και πιο σπαραχτικά ντοκουμέντα μιας από τις πιο απάνθρωπες εποχές της ιστορίας. Είναι το αυθεντικό χρονικό της ψυχικής και πνευματικής τραγωδίας, της πιο εκλεκτής, της πιο ευαίσθητης και πιο συνειδητής μερίδας της γενιάς εκείνης, που η εφηβεία της και η πρόωρη άνδρωσή της συμπίπτει με το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Στις 3 "Εποχές", τις "Παρενθέσεις" και τις 2 "Συνέχειες" βηματίζομε πάνω στα πιο ζοφερά μονοπάτια του τραγικού. Δεν είναι μονάχα σπαραγμός καρδιάς. Είναι και θλίψη πνεύματος. [...]
spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Noe 2009
You should read the whole article.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Η Δύναμη του Λόγου

Mónica Plaza y Fernando SavaterImage by Octavio Rojas via Flickr

I found this fascinating quote today:

Έχω στο νου μου εκφράσεις όπως «δημοκρατία», «ελευθερία» ή ακόμη και εκείνες τις ερωτικές, όπως το «σ' αγαπώ». Τις έχουμε ακούσει πάρα πολλές φορές, έχουμε δει την πραγματικότητα να τις διαψεύδει και επομένως καταλήγουμε να δυσπιστούμε γι' αυτές. Οι λόγοι των πολιτικών, για παράδειγμα, είναι συνήθως γεμάτοι με αυτές τις λέξεις και λένε όλο και λιγότερα ή τίποτα. Ιδού γιατί το να εμφυσήσει νέα ζωή στις λέξεις είναι ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα της λογοτεχνίας.
spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius,Nov 2009
You should read the whole article.
Reblog this post [with Zemanta]

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

H δομή του λαϊκιστικού λόγου


του Ν.Μουζέλη
Οταν το «προστατευτικό τείχος» της κοινωνίας των πολιτών είναι καχεκτικό, τότε είτε έχουμε την αυταρχική χειραγώγηση των πολιτών από την πολιτική ηγεσία είτε έχουμε τον μετασχηματισμό των πολιτικών ηγεσιών σε παθητικά όργανα λαϊκιστικών κινητοποιήσεων/πιέσεων

Στο προηγούμενο άρθρο μου («Το Βήμα της Κυριακής», 25.4.2004) συνέκρινα το μακεδονικό φιάσκο με το τωρινό κυπριακό αδιέξοδο. Υποστήριξα πως και στις δύο περιπτώσεις οι πολιτικές ηγεσίες της χώρας αντί να προσπαθήσουν να διαφωτίσουν τους πολίτες και να διαμορφώσουν την κοινή γνώμη με γνώμονα το γενικό συμφέρον της χώρας, έγιναν παθητικά φερέφωνα μιας κακά πληροφορημένης κοινής γνώμης που, σε τελική ανάλυση, διαμορφώθηκε από φανατικές, πατριδοκαπηλικές μειοψηφίες. Αυτή η κατάσταση οδήγησε και στις δύο περιπτώσεις σε έναν λαϊκιστικό εγκλωβισμό της χώρας, οδήγησε στην επικράτηση μαξιμαλιστικών/εξωπραγματικών στρατηγικών που αναπόφευκτα οδήγησαν στην απόρριψη μιας «ικανοποιητικής λύσης» (τη λύση της «μεικτής ονομασίας» στο Μακεδονικό, τη λύση του 5ου Σχεδίου Αναν στο Κυπριακό) με τελικό αποτέλεσμα την επικράτηση χειρότερων για τα εθνικά συμφέροντα λύσεων. Στο σημερινό άρθρο μου θα συμπληρώσω αυτή την επιχειρηματολογία επικεντρώνοντας την προσοχή μου στο θεωρητικό υπόβαθρο του λαϊκιστικού λόγου, στις βασικές δηλαδή έννοιες που στηρίζουν και εν μέρει εξηγούν τις συναισθηματικά φορτισμένες και συγχρόνως παράλογες λαϊκιστικές πρακτικές. Θα προσπαθήσω με άλλα λόγια να αναλύσω τη λαϊκιστική νοοτροπία γενικά, στηριζόμενος όχι μόνο στην ελληνική εμπειρία αλλά και στην τεράστια διεθνή βιβλιογραφία πάνω στον λαϊκισμό. Για λόγους συντομίας θα ασχοληθώ περισσότερο με τη φαινομενολογία / κοινωνική ψυχολογία παρά με την πολιτική οικονομία του λαϊκιστικού φαινομένου (για μια κριτική επισκόπηση της δεύτερης προσέγγισης βλ. το βιβλίο μου: H πολιτική στην ημι-περιφέρεια, πρώιμος κοινοβουλευτισμός και ύστερη εκβιομηχάνιση στα Βαλκάνια και τη Λ. Αμερική, McMillan 1992 και Θεμέλιο).

* Ο λαός σαν αμετάβλητη ουσία

Ο λαϊκιστικός λόγος συνήθως βασίζεται σε μια «ουσιοκρατική» αντίληψη των κοινωνικών φαινομένων γενικά και της έννοιας του λαού ειδικά. Αντίθετα με την «κονστρουκτιβιστική» προσέγγιση που βλέπει τα κοινωνικά φαινόμενα σαν συμβολικές κατασκευές, ο λαϊκισμός εννοιολογεί τον λαό σαν μια ουσία, σαν μια διαχρονική οντότητα που παραμένει η ίδια «διά μέσου των αιώνων». Αυτή η οντότητα είναι από τη φύση της καλή και πολιτισμικά ανώτερη. H βούλησή της, όταν γίνεται σεβαστή, οδηγεί το έθνος στη σωτηρία, στην ευημερία και στην απαράμιλλη δόξα. Με άλλα λόγια ο λαός σαν μια αμετάβλητη και εγγενώς καλή / σοφή ύπαρξη δεν κάνει ποτέ λάθη. Τα λάθη γίνονται όταν οι πολιτικές ηγεσίες, που υποτίθεται πως τον αντιπροσωπεύουν, μετατρέπονται σε «κατεστημένα» που αγνοούν τη γνήσια λαϊκή βούληση είτε επειδή ακολουθούν τα δικά τους στενά, αντιλαϊκά συμφέροντα είτε επειδή υπακούουν στα κελεύσματα των «εξωτερικών εχθρών» του έθνους.

Από αυτή τη σκοπιά η σχέση λαού - πολιτικής ηγεσίας είναι μονοσήμαντη. Αφού η γνήσια λαϊκή βούληση είναι δεδομένη μια για πάντα, το καθήκον των πολιτικών είναι να βρίσκονται «κοντά στον λαό», αν «αφουγκράζονται» αυτό που θέλει, και να διαμορφώνουν πολιτικές που να αντανακλούν όσο πιο πιστά γίνεται τη λαϊκή βούληση. Ετσι η διαλεκτική σχέση λαού - ηγεσίας εξαφανίζεται. Κάθε προσπάθεια διαμεσολάβησης ή αντίστασης στις λαϊκιστικές πιέσεις θεωρείται προδοσία - εξ ου και η προσφιλής έκφραση του αιώνια «προδομένου λαού», τα συμφέροντα του οποίου καταπατούνται όχι μόνο από εξωτερικούς εχθρούς αλλά και από εσωτερικούς, από τα διάφορα πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά κατεστημένα που λειτουργούν εν είδει Δούρειου Ιππου στο εσωτερικό του έθνους.

* Οι εθνικές ταυτότητες

Τέλος, παρ' όλο που ο λαός «προδίδεται», παρ' όλες τις συνεχείς επιβουλές και συνωμοσίες εναντίον του, αυτός μακροχρόνια παραμένει αμετάβλητος και αήττητος. Ξαναγεννιέται σαν φοίνικας μέσα από την τέφρα του ακολουθώντας ηρωικά το δύσκολο μονοπάτι της εθνικής αναβίωσης, ανεξαρτησίας και δόξας. Αυτή η συνεχής ανανέωση διά μέσου των αιώνων εξηγείται από το ότι ο συγκεκριμένος λαός (ελληνικός, τουρκικός, γαλλικός κτλ.) έχει έναν πολιτισμό εγγενώς ανώτερο από όλους τους άλλους. Επιπλέον είναι «επιούσιος», είναι από τη μοίρα του προορισμένος, μέσω της πολιτισμικής μοναδικότητας και ανωτερότητάς του, να λάμπει, να φωτίζει και να οδηγεί την οικουμένη σε όλο και ψηλότερα επίπεδα πολιτισμικού μεγαλείου.

Αυτού του είδους ο λαϊκιστικός λόγος, ιδίως σε κοινωνίες ύστερης ανάπτυξης όπως η δική μας, οδηγεί στη δημιουργία αμφίσημων εθνικών ταυτοτήτων. Από τη μια μεριά μεγαλώνουμε με την ιδέα πως εμείς οι Ελληνες είμαστε (και λόγω της αρχαίας κληρονομιάς και λόγω της φύσης μας) η πιο αξιοθαύμαστη «ράτσα» της υφηλίου - σε αντιπαράθεση με τους γείτονές μας που μαθαίνουμε από τα θρανία να τους θεωρούμε βαρβαρότερα, υποδεέστερα όντα. Από την άλλη μεριά όμως έχουμε συγχρόνως συμπλέγματα κατωτερότητας έναντι των πιο «προηγμένων Ευρωπαίων». Οι δύο αυτές αντιφατικές πλευρές της συλλογικής μας ταυτότητας συνυπάρχουν σε ξέχωρα διαμερίσματα. Δεν σμίγουν και δεν οδηγούν σε μια πιο συγκροτημένη, ισορροπημένη ταυτότητα. Μια ταυτότητα που να συνδυάζει την αγάπη προς την πατρίδα με ουσιαστική αυτογνωσία - δηλαδή σε μια μη σχιζοφρενική, ρεαλιστική γνώση του ποιοι είμαστε, ποια είναι τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία μας και πού θέλουμε να πάμε (για περισσότερα πάνω σε αυτό το θέμα βλ. άρθρο μου, «Το Βήμα της Κυριακής», 16.5.1993).

* Ο δημοκρατικός αντίλογος

Σε αντίθεση με τον λαϊκισμό, στη δημοκρατική αντίληψη περί λαού η ανάλυση ξεκινά από μια μη ουσιοκρατική, «κονστρουκτιβιστική» (constructionist) προσέγγιση του κοινωνικού. Ο λαός δεν είναι αιώνια, αμετάβλητη οντότητα. Πρόκειται για μια ιστορικά εξελισσόμενη συμβολική και πρακτική κατασκευή στην οποία συμβάλλουν, κατά περισσότερο ή λιγότερο ενεργό τρόπο, όλα τα μέλη ενός κοινωνικού σχηματισμού. Σε κράτη-έθνη όπου οι δημοκρατικοί θεσμοί λειτουργούν ικανοποιητικά, η «κατασκευαστική» διαδικασία βασίζεται σε μια μονόδρομη, μη διαλεκτική σχέση μεταξύ πολιτών και πολιτικής ηγεσίας. Αυτή η δημοκρατικά αμφίδρομη σχέση στηρίζεται σε μια ισχυρή κοινωνία πολιτών που λειτουργεί σαν ένας διπλά προστατευτικός μηχανισμός μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Τα «ενδιάμεσα στρώματα» της κοινωνίας των πολιτών (Μοντεσκιέ) προστατεύουν από τη μια μεριά τους απλούς πολίτες από τις χειραγωγικές πρακτικές τυχόν αντιλαϊκών, αυταρχικών ηγετών, ενώ από την άλλη προστατεύουν τις πολιτικές ελίτ από λαϊκιστικές/οχλοκρατικές πιέσεις που θα τις οδηγούσαν στη χάραξη δημοφιλών αλλά αυτοκαταστροφικών για τη χώρα πολιτικών (Κορνχάουζερ). Οταν το «προστατευτικό τείχος» της κοινωνίας των πολιτών είναι καχεκτικό, τότε είτε έχουμε την αυταρχική χειραγώγηση των πολιτών από την πολιτική ηγεσία (π.χ. στη χώρα μας η χουντική περίοδος) είτε έχουμε τον μετασχηματισμό των πολιτικών ηγεσιών σε παθητικά όργανα λαϊκιστικών κινητοποιήσεων/πιέσεων.

Στη δεύτερη περίπτωση, με άλλα λόγια, οδηγούμαστε από την ουσιαστική λαϊκή κυριαρχία στη λαϊκιστική υστερία/οχλοκρατία (π.χ. τα φανατισμένα από εκκλησιαστικούς κύκλους πλήθη στα συλλαλητήρια εναντίον των «Σκοπιανών» την περασμένη δεκαετία και η παθητική αποδοχή της έκρυθμης κατάστασης από την τότε κυβέρνηση). Οδηγούμαστε επίσης σε αυτό που ο Χάμπερμας αποκαλεί στρεβλή επικοινωνία (distorted communication). Μια στρέβλωση που οφείλεται είτε σε μια «κοινή γνώμη» που κατασκευάζεται από αυταρχικές ελίτ («Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών») είτε σε μια «κοινή γνώμη» που διαμορφώνεται από δογματικές μειοψηφίες θρησκευτικού τύπου (π.χ. χριστοδουλικός λόγος), παλαιοαριστερού τύπου (π.χ. αντιιμπεριαλιστικός λόγος της κομμουνιστικής Αριστεράς) ή «μεικτού» αριστεροθρησκευτικού τύπου (π.χ. λόγος Ζουράρι, Κανέλλη). Στην αυταρχική / χουντική περίπτωση, δεν επιτρέπεται να έχουν φωνή δημοκρατικά εκλεγμένες ηγεσίες. Στη δεύτερη, οι δημοκρατικά εκλεγμένες ηγεσίες μπορούν αλλά δεν τολμούν να έχουν φωνή.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ,16 Μαΐου 2004
Reblog this post [with Zemanta]

Ο 3ος Παγκόσμιος Πόλεμος

I found this fascinating quote today:

MIA ακόμα διαφορά: ο πόλεμος αυτός δεν είναι σύγκρουση ισχυρών κατά ισχυρών (ή περίπου) αλλά πόλεμος φτωχών (της Ανατολής) κατά πλουσίων (της Δύσης) και των συμμάχων ή συμπαραστατών τους. H ευμάρεια, ο όλβος, η χλιδή των «δυνατών» - που αρδεύεται, κατά ένα μεγάλο μέρος, από την υποταγή και την εκμετάλλευση των ενδεών χωρών - στοιχειοθετεί, για τις τελευταίες, «ύβρη» και πρόκληση κατά των αδύναμων, και επιχείρημα μέγα για τους ηγέτες τους, που μανιάζουν να καταλύσουν αυτή την υπεροχή και τους υπερέχοντες.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Oct 2009

You should read the whole article.

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Αβυσσος έγινε το χάσμα γενεών


του Δ.Τζιαντζή

Αν τη δεκαετία του '60 η συζήτηση γύρω από το χάσμα γενεών επικεντρωνόταν στους μακρυμάλληδες, το ροκ εντ ρολ, την αμφισβήτηση και τη σεξουαλική απελευθέρωση, οι συζητήσεις για το σύγχρονο χάσμα γενεών επικεντρώνονται στην περίφημη γενιά τού «my space», που δεν διστάζει να βγάλει τα προσωπικά της δεδομένα στη φόρα, καταργώντας κάθε διαχωρισμό μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου.

«Οι νέοι σήμερα δεν έχουν ίχνος ντροπής» γράφουν τα διεθνή ΜΜΕ και κάνουν λόγο για το μεγαλύτερο χάσμα γενεών από τη δεκαετία του '60
Σάλο προκάλεσε πρόσφατα άρθρο του «Ν.Υ. magazine», σχετικά με το ψηφιακό χάσμα και την αντιπαράθεση των γενεών γύρω από το τι σημαίνει δημόσιο αγαθό και τι προσωπική ελευθερία. «Οι νέοι σήμερα δεν έχουν ίχνος ντροπής. Δεν γνωρίζουν τι σημαίνει προσωπική ζωή, όλα για αυτούς γίνονται δημόσια. Ψοφάνε για παρέλαση, "εκπορνεύονται" για λίγες στιγμές δόξας. Μοιάζουν με πορνογραφικές μαριονέτες, που δημοσιεύουν τις πιο ιδιωτικές και απόρρητες σκέψεις τους και τα ημερολόγιά τους, το νούμερο του κινητού τους, τα ηλίθια ποιήματα, ακόμα και τις βρώμικες φωτογραφίες τους, φόρα παρτίδα στο Ιντερνετ. Εχουν εικονικούς φίλους αντί για πραγματικούς, μιλάνε με τους άλλους συνέχεια μέσα από ανούσια γραπτά μηνύματα. Δίνουν τα πάντα για να κερδίσουν λίγη δημόσια προσοχή στο άτομό τους και ας ξέρουν ότι αυτή θα έχει πολύ σύντομη διάρκεια».

Η αρθρογράφος Εμιλι Νουσμπάουμ δεν ενστερνίζεται απόλυτα αυτή την άποψη, ωστόσο την αναπαράγει μεταξύ αστείου και σοβαρού, επισημαίνοντας ότι πάντα οι πρεσβύτεροι γκρίνιαζαν, όταν οι νέοι έκαναν αυτό που δεν μπορούσαν να το κάνουν οι ίδιοι.

Νεοσυντηρητικοί

Αντίθετα στη χώρα μας, οι νέοι, ιδιαίτερα όσοι αντιτάσσονται στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, κατηγορούνται για εντελώς διαφορετικά πράγματα. Οι μομφές που τους αποδίδουν νεοσυντηρητικές, αλλά κατά τα άλλα κουλ και προχωρημένες φωνές, είναι ότι πάσχουν από πρώιμη γήρανση, ότι θέλουν απλά να βολευτούν και πάνω απ' όλα ότι εμμένουν σε μια παλιομοδίτικη άποψη περί δημόσιου αγαθού, αρνούμενοι να δεχτούν ότι ο δρόμος για την πρόοδο περνάει μέσα από την ανταγωνιστικότητα και την ιδιωτική πρωτοβουλία.

Πάντως, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, οι σχέσεις μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού βρίσκονται σήμερα στο προσκήνιο των συζητήσεων, είτε με αφορμή τις αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα και τις εκατοντάδες καταλήψεις των δημόσιων πανεπιστημίων είτε με την καθιέρωση του ηλεκτρονικού συστήματος παρακολούθησης όλων των δημόσιων χώρων. Ολοι βέβαια παραδέχονται ότι η εποχή έχει αλλάξει ριζικά. Ομως μέσα από αυτό τον πρωτοφανή καταιγισμό καινοτομιών, ποιος πραγματικά εκπροσωπεί το μέλλον; Οι σημερινοί κυβερνώντες κατηγορούν όλους τους άλλους σαν απολιθώματα που επιμένουν πεισματικά σε αντιλήψεις περασμένων δεκαετιών. Ενώ με τη σειρά τους οι φοιτητές και εργαζόμενοι που κατεβαίνουν στις πορείες κατηγορούν το κατεστημένο ότι επιχειρεί οπισθοδρομικές μεταρρυθμίσεις και αλλαγές για να διατηρήσει ουσιαστικά την ίδια κατάσταση πραγμάτων.

Ωστόσο η ζωή ξεπερνάει με άλματα τις παλιές διακρίσεις ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο. Για παράδειγμα, πόσο δημόσιος χώρος είναι τα σημερινά τεράστια εμπορικά κέντρα, όπου κυριαρχεί η κουλτούρα της αγχωτικής ατομικής ψυχαγωγίας και κατανάλωσης και πόσο ιδιωτικές είναι οι πολύτιμες προσωπικές μας στιγμές;

Στην πραγματικότητα έχουμε μπει σε μια εποχή, όπου η έννοια της ιδιωτικής ζωής έχει χάσει τον χαρακτήρα του άβατου, οι άνθρωποι σήμερα φοβούνται να σηκώσουν το τηλέφωνό τους, όταν βλέπουν κάποιον άγνωστο αριθμό, ξέροντας ότι μάλλον δεν θα είναι για καλό. Κρύβονται από τις τράπεζες και τις αναρίθμητες οφειλές, από τον επίμονο διαφημιστή, από τους πολυποίκιλους «ντίλερ» της καθημερινότητάς τους. Και πόσο προσωπικός χώρος είναι το σαλονάκι και ο καναπές, όπου «εισβάλλουν» διαρκώς οι διάφοροι τηλεφωστήρες και οι κραυγές τους, οι σπασμένες μουσικές από τις τηλεβεγγέρες των καναλιών, που λυμαίνονται τις δημόσιες συχνότητες; Και μέσα από αυτές τις ανακατατάξεις, σύμφωνα με τα διεθνή ΜΜΕ, βρίσκεται σε εξέλιξη η μεγαλύτερη σύγκρουση γενεών από το 1960.

Παλιοί και νέοι

Ομως αυτός ο πόλεμος των πολιτισμών ανάμεσα σε παλιούς και νέους έχει βαθύτερες ρίζες. Οπως είδαμε πρόσφατα και στη χώρα μας, η κάθε αντιδραστική τομή ευνοεί τους προνομιούχους της υπάρχουσας κατάστασης, ενώ οι υπεύθυνοι δεν χάνουν την ευκαιρία να τονίζουν κάθε φορά ότι οι αλλαγές δεν θα επηρεάσουν τους παλαιότερους εργαζομένους. Πρακτικές διαχωρισμού τέτοιου είδους βλέπουμε στον ΟΤΕ, στη ΔΕΗ, ακόμα και στους περίφημους «νέους άξονες για την Παιδεία». Η γενιά που ενηλικιώνεται σήμερα θα είναι ίσως η πρώτη που γνωρίζει ότι θα ζήσει, αν όχι χειρότερα, τουλάχιστον σε περιβάλλον μεγαλύτερης «επισφάλειας» απ' ό,τι οι γονείς της.

Οι νέοι κατηγορούνται ότι δεν κατανοούν και δεν σέβονται τις καινούριες αξίες της «ιδιωτικότητας» και γι' αυτό και προχωρούνε σε ιδιαίτερα δυναμικές μεθόδους για της υπεράσπιση του «δημόσιου» σε όλους τους τομείς. Ωστόσο, ας μην ξεχνάμε ότι οι ρίζες της λέξης ηλιθιότητας, όχι μόνο στα ελληνικά, προέρχονται από την ιδιώτευση, από την αδιαφορία για το κοινό μέλλον, ενώ σήμερα με τις λεγόμενες μεταρρυθμίσεις και τους κάθε λογής τηλεοπτικούς ιεροκήρυκες, οι αξίες της ηλιθιότητας αποκτούν όλο και περισσότερο δημόσιο χαρακτήρα.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 01/03/2007


Reblog this post [with Zemanta]

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009

Ο θρίαμβος του σύγχρονου κομφορμισμού


Το παθητικό κοινό και η φενάκη της δημοκρατίας

Δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του έλληνα φιλοσόφου, οικονομολόγου και ψυχαναλυτή Κορνήλιου Καστοριάδη (1922-1997), το συγγραφικό έργο του συνεχίζει να εμπλουτίζεται με νέα ανέκδοτα κείμενα. Το ιταλικό φιλολογικό περιοδικό «Lettera Ιnternazionale» δημοσιεύει στο τρέχον τεύχος του άγνωστο δοκίμιο του Καστοριάδηαπόσπασμα του οποίου αναδημοσιεύθηκε προ ημερών στην ιταλική εφημερίδα «La Reppublica» -, όπου εξετάζεται ο ρόλος τού πολιτισμού στη σύγχρονη δυτική κοινωνία. Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή ο Καστοριάδης διαπιστώνει ότι από τον 18ο αιώνα ως το 1950 ο δημιουργός ενός έργου τέχνης είχε ελευθερία έκφρασης, ενώ το κοινό από την πλευρά του συμμετείχε σε αυτό και γινόταν με τη σειρά του συν-δημιουργός. Αντιθέτως, από το 1950 ως σήμερα, αναπτύχθηκε σύγχρονος κομφορμισμός. Πρόκειται για κοινωνική και πολιτική αδράνεια φορέας της οποίας είναι ένα παθητικό ακροατήριο εθισμένο στην τηλεόραση, το οποίο αποτελείται από τους «τηλεκαταναλωτές» έργων τέχνης. «Το Βήμα» αναδημοσιεύει σήμερα εκτενή αποσπάσματα από το εν λόγω ανέκδοτο κείμενο του Καστοριάδη.

Υ πάρχει κάτι αμεσότερο για όσους πιστεύουν ότι ζουν σε μια δημοκρατική κοινωνία, από το να διερωτηθούν σχετικά με τον ρόλο που διαδραματίζει ο πολιτισμός στην κοινωνία στην οποία ζουν; Και ειδικά σε μια περίοδο όπου παρατηρούμε μια άνευ προηγουμένου διάδοση αυτού που ονομάζουμε «πολιτισμό»;

Για περισσότερο από δύο αιώνες υποστηριζόταν ότι ο ειδικός ρόλος του πολιτισμού σε μια δημοκρατική κοινωνία- σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στις μη δημοκρατικές κοινωνίεςεντοπίζεται στο ότι ο πολιτισμός είναι για όλους και δεν απευθύνεται μόνο σε μια συγκεκριμένη ελίτ. Αυτό σημαίνει ότι ο πολιτισμός πρέπει να είναι στη διάθεση όλων, όχι μόνο «νομικά» (πράγμα που δεν συνέβαινε, για παράδειγμα, στην Αίγυπτο των Φαραώ), αλλά επίσης κοινωνιολογικά, με την έννοια της πραγματικής πρόσβασης. Ας εξετάσουμε την αμιγώς σύγχρονη περίοδο του δυτικού κόσμου, δηλαδή από τις μεγάλες επαναστάσεις του τέλους του 18ου αιώνα (δημοκρατικές και με κύριο χαρακτηριστικό την εκκοσμίκευση και την απομάκρυνση από τον Χριστιανισμό) ως περίπου το 1950, ενδεικτική χρονολογία από την οποία θεωρώ ότι γεννάται μια νέα κατάσταση.

Από τη σκοπιά του δημιουργού μπορούμε να μιλήσουμε για έντονο αίσθημα ελευθερίας και εκπληκτική μέθη που τη συνοδεύει. Μέθη όσον αφορά την εξερεύνηση καινούργιων μορφών και της ελευθερίας να τις δημιουργήσει. Αυτή η ελευθερία είναι συνδεδεμένη με ένα αντικείμενο: είναι κυρίως η αναζήτηση και η αναπαλαίωση ενός νοήματος. ΄Η, ορθότερα, ο δημιουργός αναζητεί ξεκάθαρα μια νόρμα που φέρει ένα νέο νόημα. Η σύγχρονη τέχνη, ακόμη και αν δεν ικανοποιεί το «λαϊκό αίσθημα», είναι δημοκρατική και επομένως απελευθερώνει.

Το κοινό, από την πλευρά του, συμμετέχει «per procura» (με πληρεξούσιο), δηλαδή μέσω του καλλιτέχνη, σε αυτή την ελευθερία. Ουσιαστικά κυριεύεται από το καινούργιο νόημα του έργου τέχνης, και αυτό διότι, παρά την αδράνεια, τις καθυστερήσεις, τις αντιστάσεις και τις αντιδράσεις, πρόκειται για ένα κοινό που γίνεται το ίδιο δημιουργός. Η πρόσληψη ενός μεγάλου καλλιτεχνικού έργου δεν είναι ποτέκαι δεν μπορεί να είναι ποτέ- μια απλή παθητική αποδοχή, αλλά αποτελεί επίσης συν-δημιουργία. Και οι δυτικές κοινωνίες, από το τέλος του 18ου αιώνα ως τα μισά τού 20ού αιώνα, υπήρξαν οι ίδιες αυθεντικοί δημιουργοί. Σήμερα, επικρατεί άραγε η ίδια κατάσταση; Οσον αφορά την πραγματική κοινωνική λειτουργία η «λαϊκή εξουσία» αποτελεί προκάλυμμα της εξουσίας των χρημάτων, της τεχνογνωσίας, της γραφειοκρατίας, των πολιτικών κομμάτων, του κράτους και των μέσων ενημέρωσης. Οσον αφορά το ίδιο το άτομο, παρατηρείται μια νέα αναδίπλωση για την οποία ευθύνεται ο γενικευμένος κομφορμισμός.

Πρεσβεύω ότι ζούμε στην πιο κομφορμιστική εποχή της σύγχρονης Ιστορίας. Λένε ότι κάθε άτομο είναι «ελεύθερο». Ωστόσο στην πραγματικότητα ο καθένας προσλαμβάνει παθητικά το μοναδικό νόημα που οι θεσμοί και η κοινωνία τού προτείνουν και του επιβάλλουν: τον «τηλεκαταναλωτισμό», ήτοι τον ψεύτικο καταναλωτισμό μέσω της τηλεόρασης. Θα σταθώ για λίγο στο θέμα της «ευχαρίστησης» τού σύγχρονου τηλεκαταναλωτή. Αντίθετα από τον θεατή, τον ακροατή ή τον αναγνώστη ενός έργου τέχνης, η συγκεκριμένη αυτή ευχαρίστηση περιλαμβάνει την ελάχιστη μετουσίωση. Πρόκειται για ικανοποίηση που υποκαθίσταται από τους παλμούς που προκαλεί η πράξη της ηδονοβλεψίας, για μια δυσδιάστατη «βιολογική ευχαρίστηση» η οποία συνοδεύεται από τη μέγιστη παθητικότητα. Οτιδήποτε παρουσιάζει η τηλεόραση, «καλό» ή «κακό» αφεαυτού, εκλαμβάνεται παθητικά στο πλαίσιο της αδράνειας και του κομφορμισμού.

Ο θρίαμβος του ατομικισμού μεταφράζεται γενικώς ως «θρίαμβος της δημοκρατίας». Αυτός όμως ο ατομικισμός δεν είναι και δεν μπορεί ποτέ να είναι κενή έννοια, σύμφωνα με την οποία τα άτομα «κάνουν ό,τι θέλουν». Οσον αφορά την πολιτιστική δημιουργία, τομέας όπου η κριτική είναι πιο ασαφής και υπόκειται σε αμφισβητήσεις, είναι δύσκολο να υποτιμήσουμε την αύξηση του εκλεκτισμού της σύνθεσης ετερόκλητων στοιχείων, του δουλοπρεπούς συγκρητισμού. Και κυρίως ότι δεν επισημαίνεται η απώλεια του νοήματος, η οποία συμβαδίζει με την εγκατάλειψη της αναζήτησης της φόρμας- μιας φόρμας που είναι πάντα κάτι περισσότερο από απλή φόρμα, διότι, όπως έλεγε ο Ουγκό, αυτή είναι το «πραγματικό νόημα» που ανεβαίνει στην επιφάνεια. Η σημερινή εξέλιξη του πολιτισμού σχετίζεται άμεσα με την κοινωνική και πολιτική αδράνεια καθώς και την παθητικότητα που χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο κόσμο. Η πολιτιστική αναγέννηση- αν συμβεί- θα είναι συνδεδεμένη με ένα καινούργιο και μεγάλο κοινωνικοϊστορικό κίνημα το οποίο θα θέσει εκ νέου σε λειτουργία τη δημοκρατία και θα της δώσει νέα μορφή και περιεχόμενο.

Ανησυχούμε για την αδυναμία να οραματισθούμε επακριβώς το περιεχόμενο μιας τέτοιας δημιουργίας, τη στιγμή που ακριβώς αυτό αποτελεί την ομορφιά κάθε δημιουργίας. Ο Κλεισθένης και οι σύντροφοί του δεν μπορούσαν, ούτε όφειλαν να «προβλέψουν» τη γέννηση της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και την ανέγερση του Παρθενώνα, όπως και τα μέλη της Συνταγματικής Εθνοσυνέλευσης της Γαλλικής Επανάστασης ή οι Πατέρες της Αμερικανικής Δημοκρατίας δεν μπορούσαν να φαντασθούν την εμφάνιση του Σταντάλ, του Μπαλζάκ, του Φλομπέρ, του Ριμπό, του Μαν έ, του Προυστ ή του Πόε, του Μελβίλ, του Γουίτμαν και του Φόκνερ.

Η φιλοσοφία καταδεικνύει ότι θα ήταν παράλογο να πιστέψουμε ότι έχουμε εξαντλήσει πλέον οτιδήποτε νοητό, πραγματοποιήσιμο και μορφοποιήσιμο. Οπως θα ήταν παράλογο και το να θέσουμε περιορισμούς στη δυνατότητα της μορφοποίησης, δυνατότητα που πάντα εντοπίζεται στην ψυχική φαντασία και στο συλλογικό κοινωνικοϊστορικό φαντασιακό φαινόμενο. Αν παραδεχθούμε ότι όσοι διατηρούν μια σχέση άμεση και ενεργή με τον πολιτισμό μπορούν να συμβάλουν ώστε η περίοδος του λήθαργου να διαρκέσει το δυνατόν λιγότερο, αυτό θα γίνει εφικτό μόνο αν η προσπάθειά τους μείνει πιστή στις αρχές της ελευθερίας και της υπευθυνότητας.
ΠΗΓΗ:εφημ.ΤΟ ΒΗΜΑ, 6-4-2007
Reblog this post [with Zemanta]

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Πολιτισμός της υποθερμίας

SolitudeImage by Roby© via Flickr

του Ευγ. Αρανίτση
Με τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου, η ψυχρότητα θεωρήθηκε must και άρχισε να διαχέεται παντού, μέχρις ότου ενσωματώθηκε στη ζωή των κοινωνιών, των οποίων το δήθεν υποδειγματικό κύτταρο έμελλε να είναι η ουδέτερη, μοναχική, αεροστεγής ατομική μονάδα.

Αποστασιοποίηση, «αντικειμενικότητα», ρομποτικά ανακλαστικά, εντολή να μεταφράζονται τα πάντα σε κόστος ή διαχειριστικό όφελος, υποκατάσταση της επαφής απ' τη διαδραστική τεχνολογία, γνωριμίες μέσω Διαδικτύου -όλ' αυτά ήταν, εξαρχής, εκδηλώσεις της υποχώρησης του κόσμου μπροστά στην απειλή των θερμών εντάσεων του ψυχικού πεδίου, το οποίο καλείται πια να εκφραστεί σαν αυτόματος τηλεφωνητής.

Ετσι, η λεγόμενη υπερθέρμανση του πλανήτη, οι καύσωνες, το επαπειλούμενο λιώσιμο των πάγων, η αναθέρμανση της οικονομίας και ο πυρετός της «δημιουργικής» επιτάχυνσης σε όλους τους τομείς δεν αρκούν για να αναπληρώσουν εκείνο που χάνεται μαζί με ό,τι κάποτε χαρακτήριζαν ως θέρμη των σχέσεων, ζεστασιά, έστω προσωρινή, που απέρρεε απ' τη σύνδεση με τα ψυχικά περιεχόμενα της συναναστροφής και τις χαρές της υποκειμενικής διευθέτησης του χρόνου. Ο κόσμος παγώνει. Παλιά, όταν έλεγαν ότι οι σχέσεις μεταξύ δύο προσώπων «έχουν ψυχρανθεί», ελάχιστα υποπτεύονταν πως αυτή η περιστασιακή πτώση του βαρομετρικού θα έδινε μια μέρα τον τόνο στη συνολική ατμόσφαιρα που περιβάλλει την κοινωνική εμπειρία. Τώρα, οι σχέσεις, παγωμένες προ πολλού, μοιάζουν να υποβαθμίστηκαν σ' ένα πλέγμα τεχνικών ανταλλαγών, όπου καμία εστία θερμότητας δεν μπορεί να εννοηθεί μεταφορικά και, συνεπώς, να σταθεί εμπόδιο στην προϊούσα σκλήρυνση του βιώματος. Ο φετιχισμός της απαλότητας και η εμφατική διαβεβαίωση των διαφημιστών ότι το προϊόν είναι «soft», μαλακό, εύπλαστο, διαφανές και αιωρούμενο αποτελούν υπεραναπλήρωση αυτής της αποξήρανσης.

Τουναντίον, το προϊόν παραμένει θετικός αγωγός της ψυχρότητας που το οδήγησε στην κατάσταση του απολιθώματος και την οποία οι πάντες αισθάνονται στην έλλειψη ικανοποίησης που συνοδεύει την απόκτηση. Είναι κι ο λόγος που κάνει τον μέσο άνθρωπο να ασπάζεται την εντύπωση της διαρκούς ανεπικαιρότητας των πραγμάτων, δηλαδή την ιδέα ότι τα ποθητά «αγαθά» που έρχονται στην κατοχή του παλιώνουν αυθημερόν. Εφόσον τα «αγαθά» έχουν στερηθεί την αύρα τους για να γίνουν απλές καταναλωτικές πληροφορίες, η γοητεία τους είναι ακαριαία και θνησιγενής. Προσφέρονται να υπαχθούν στους κανόνες μιας λαμπερής κινητικότητας και εναλλαγής, αλλά, καθώς πολλαπλασιάζονται στο κύκλωμα αναπαραγωγής και προώθησης, καθώς χάνουν την πρωτοτυπία τους, γίνονται ανοίκεια και μοχθηρά, ενώ ο διαμεσολαβητικός τους ρόλος συρρικνώνεται και εκλείπει: δεν επιτρέπεται καν να τα δωρίσεις, άπαξ και η γενναιοδωρία συγχωνεύθηκε με την εξαγορά ή τις δημόσιες σχέσεις. Εκτοτε, παρεμβάλλονται ανάμεσα στα άτομα σαν βουβές και απειλητικές οντότητες, που τις εξορκίζει κανείς με το να ασκεί το δικαίωμα να τις αντικαταστήσει το συντομότερο. Τέτοιο είναι το παράδοξο αυτού του μείγματος τρόμου και προσμονής που επενδύεται στις φαντασιώσεις γύρω απ' το τέλος του κόσμου -ο ίδιος ο κόσμος έγινε ένα αντικείμενο που περιστρέφεται εγκαταλελειμμένο απ' τους θεούς στα παγωμένα κενά του διαστήματος.

Ολόκληρη η μετανεωτερικότητα είναι η σκηνή αυτού του παγετώνα, αυτής της θανατηφόρας πάχνης που καλύπτει παιδιά, ενήλικους, εμπειρίες, σχέσεις, ιδιοκτησίες, δόγματα, έργα τέχνης και ενδόμυχες δυνατότητες αναζήτησης του αυθεντικού. Ενώ οι άνθρωποι απεχθάνονται κρυφά την ψυχρότητα των «επικοινωνιών», την έλλειψη νοήματος, τον εξοβελισμό της αγάπης και το τελετουργικό των συνεχών προσποιήσεων ευεξίας και θετικής διάθεσης, επιθυμούν όσο τίποτα άλλο τη συμμετοχή τους σ' αυτό το τυραννικό καθεστώς, αφού τους εξασφαλίζει την ψευδαίσθηση μιας σωτήριας άμυνας απέναντι στον πόνο και τις θλίψεις, δίχως να τους φρονηματίζει το πασίδηλο συμπέρασμα ότι μια τέτοια ανοσία αναλογεί ευθέως σ' εκείνη ενός πετρώματος ή ενός σώματος που διατηρείται στα βάθη του πάγου με τις ζωτικές λειτουργίες του σε αναστολή. Είναι αυτή ακριβώς η ανάγκη που τροφοδοτεί τις συλλογικές ονειροπολήσεις του ενσταντανέ, του παγώματος της στιγμής, για το οποίο ανταγωνίζονται οι κάμερες και τα όπλα, με κοινό παρονομαστή το ρήμα shooting: για να χαριτολογήσουμε, όταν οι αστυνομικοί εισβάλλουν στη σκηνή με προτεταμένα περίστροφα κραυγάζοντας «Freeze!!!», μπορούμε να μιλάμε για την πεμπτουσία της ανακούφισης που εκταμιεύει το θέαμα ως αποζημίωση ενός κοινού που βομβαρδίζεται με την όλο και ταχύτερη εναλλαγή των πλάνων.

Αυτό είναι μια φτωχή παρηγοριά για τη λήθη της σημαίνουσας στιγμής, σαν να λέμε για την παραίτησή μας απ' το δικαίωμα σ' εκείνη την προσωπική εμπειρία της διεύρυνσης του παρόντος -σ' αυτό που μια φορά κι έναν καιρό δηλώναμε, αναφερόμενοι σε ιδιαίτερα συγκινητικά στιγμιότυπα, με τη φράση «ο χρόνος σταμάτησε». Πλέον το όνειρο της αναστολής του χρόνου, ο πόθος μιας έκτακτης εξόδου απ' τη μετρήσιμη διάρκεια πλαστογραφείται στο πάγωμα των πραγμάτων, σ' αυτό το stop carre που μας παρέχεται σαν υπόσχεση ότι η ανία θα είναι μόνιμη, όπως η αιωνιότητα της φωτογραφίας. Το κρύο, σαν συμβολικό υπόβαθρο αυτής της κατάστασης, είναι το περιβάλλον όπου «διατηρείται» κανείς, δηλαδή συντηρείται ως μέρος του τεχνητού κόσμου, κι έτσι ανθίσταται τρόπος του λέγειν στην ιλιγγιώδη επιτάχυνση των υποτιθέμενων εξελίξεων. Γυναίκες και άντρες 60 ετών, με αλλόκοτα, λεία, ελαφρά πρησμένα ή παραμορφωμένα πρόσωπα, πρόσωπα αλλοιωμένα απ' την επίθεση των προβολέων της τηλεόρασης, πληθαίνουν γεωμετρικά και αγωνίζονται να πείσουν ότι ο δικός τους χρόνος σταμάτησε στην ηλικία των 27.

Αυτή η βαμπιρική έξαρση είναι η τελευταία πράξη της τραγωδίας που συνυφαίνεται με τη θρησκεία του ψύχους: αν οι βιτρίνες των εμπορικών καταστημάτων είναι ουσιαστικά βιτρίνες ψυγείων, τα πρόσωπα τοποθετούνται σαν στήλες πάγου ή άλατος στο σκηνικό μιας σχεδόν υποβρύχιας κοσμικότητας, όπου οι ζηλότυπες απομιμήσεις θέρμης υπογραμμίζουν αντίστροφα τις πολικές συνθήκες που επικρατούν στο συναισθηματικό επίπεδο. Αγνωστοι μεταξύ αγνώστων, ακόμη και κάτω απ' την ίδια στέγη, για να μην πούμε κυρίως τότε, οι άνθρωποι συνήθισαν στη χρήση κλιματιστικών με το πρόσχημα ότι, τάχα, δεν είναι πια σε θέση να υποφέρουν τη ζέστη, δηλαδή την κυριολεκτική ζέστη, λες και η μεταφορική σημασία της εξακολουθεί να είναι ευπρόσδεκτη! Στο εξής, πετρωμένοι στο καθιστικό, όπως το λέει ο πασίγνωστος στίχος, θα περιμένουν παθητικά το επίδομα θέρμανσης και, συνάμα, το οριστικό σβήσιμο του Ηλιου σε μερικά δισεκατομμύρια χρόνια ώστε να έχουν το άλλοθι μιας μοιραίας αιωνιότητας εξωτερικής προς τη θέλησή τους. Το πρώτο που παγώνει είναι η θέληση να ζήσεις. ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,25/10/2009
Reblog this post [with Zemanta]

Μάθε, παιδί μου, ελληνικά...


I found this fascinating quote today:

Γενικότερα, η ανάγνωση και η επαφή τού παιδιού με κείμενα οδηγεί σε ποικίλες εγγραφές στη γλωσσική του μνήμη (λέξεων, φράσεων, σημασιών, γραμματικοσυντακτικών δομών), την καλλιεργούν και την εμπλουτίζουν. Γι' αυτό πάντοτε ας ακούει από το στόμα μας συχνά τη φράση και την προτροπή «Μάθε, παιδί μου, Ελληνικά...». Για την ταυτότητα, την ποιότητα της σκέψης του και την υπόστασή του μιλάμε στο παιδί όταν το ενθαρρύνουμε να μάθει καλύτερα τη μητρική του γλώσσα. Μην το ξεχνάμε.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Oct 2009

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009

Σχετικά με τις αφανείς αιτίες της εξέγερσης των παιδιών (1)

teen-age-fan-clubImage by bass_nroll via Flickr

I found this fascinating quote today:

Κάθε πέντε ώρες, ίσως και πιο συχνά, πεθαίνει το τελευταίο άτομο ενός τουλάχιστον σπάνιου ζωικού είδους. Σ' αυτά τα χαμένα είδη, όπου να 'ναι, θα πρέπει να συμπεριλάβουμε το παιδί . Μάλιστα, η υστερία που εκδηλώνεται στους κόλπους της μοντέρνας δυτικής κοινωνίας γύρω απ' το υποτιθέμενο αίτημα φροντίδας της σωματικής υγιεινής των παιδιών, δεν αποκλείεται να ισοδυναμεί με έναν αποενοχοποιητικό ελιγμό ώστε να συγκαλυφθεί το γεγονός ότι οι ενήλικοι έχουν αρπάξει απ' τα παιδιά την παιδικότητά τους. Συνειδητοποιώντας κανείς τον ολότελα άψυχο ρεαλισμό μιας ταινίας σαν το Elephant, θα μάθει κάτι που γνώριζε ήδη: ότι τα παιδιά εξαφανίζονται σταδιακά απ' τη σκηνή του δυτικού κόσμου, αφήνοντας, στη θέση τους, έναν λαό από ίσκιους.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Oct 2009

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

Άρχισε ο 4ος Παγκόσμιος Πόλεμος; - Ο εφιαλτικός φαύλος κύκλος

World Trade Center aerial view March 2001Image via Wikipedia

I found this fascinating quote today:

ΚΑΝΕΝΑΣ νηφάλιος άνθρωπος δεν χειροκροτεί τις τρομοκρατικές επιθέσεις, τις ανθρωποκτονίες, τους εμπρησμούς. Άλλο, όμως, το εγκώμιο στους δράστες και άλλο η υποδαύλιση μίσους κατά των «καθαρμάτων», που καλλιεργούν οι επιτήδειοι. Και ακόμα πιο άλλο, η αντικατάσταση των νόμων και των δικαιωμάτων από ασφυκτική αστυνόμευση των πάντων και από έκνομη δικαιοσύνη, όπως ευαγγελίζονται (και εφαρμόζουν ήδη) οι «έννομοι προφήτες των αντιποίνων».spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2009

Η ένοχη τηλεόραση

Film poster for Robocop - Copyright 1987, Orio...Image via Wikipedia

Tου Πασχου Μανδραβελη

Ενα παιδί που βλέπει κατά μέσο όρο 27 ώρες την εβδομάδα τηλεόραση, θα έχει δει μέχρι την ηλικία των δεκαοκτώ ετών 200.000 σκηνές βίας και 40.000 φόνους. H βία εμποτίζει κάθε περιοχή της ψυχοσύνθεσής του.

Tο γεγονός αυτό εξόργιζε τον Τζορτζ Γκέρμπνερ: η μικρή οθόνη, είπε, προσφέρει μια εικόνα του κόσμου βίαια, άγρια, καταπιεστική, επικίνδυνη και ανακριβή. O ουγγρικής καταγωγής, πρώην κοσμήτορας της Σχολής Eπικοινωνίας του Πανεπιστημίου της Πενσυλβανίας, μελέτησε τριάντα χρόνια τώρα την τηλεόραση. Tην θεωρεί τοξικό απόβλητο των δυνάμεων της αγοράς που αφήνιασε. Tο Mέσο αυτό, είπε, ενώ έχει τη δυνατότητα να εμπλουτίσει τον πολιτισμό, εκτρέφει τον φόβο και τον πανικό. Aν αυτά συναντήσουν στο μέλλον και οικονομικές υφέσεις, μπορούν τελικά να υπονομεύσουν τη Δημοκρατία.

O Γκέρμπνερ στοιχειοθετεί την οργή του για τον «δηλητηριώδη ρόλο» της τηλεόρασης. «Δεν υπάρχει σοβαρότερη υπόθεση μιας κοινωνίας από τους μύθους με τους οποίους μεγαλώνει τα παιδιά της. Για πρώτη φορά στην ιστορία μας, αυτοί οι μύθοι δεν είναι αφηγήσεις ούτε των γονιών, ούτε των σχολείων, ούτε της Εκκλησίας, ούτε της κοινότητας ή της φυλής. Tην αφήγηση έχει αναλάβει μια διαρκώς συρρικνούμενη ομάδα επιχειρήσεων, που έχουν κάτι να πουλήσουν. Aυτή η αλλαγή είναι θεμελιακή για το πολιτιστικό περιβάλλον στο οποίο τα παιδιά μας μεγαλώνουν και κοινωνικοποιούνται...».

O Γκέρμπνερ συχνά αναφέρεται στον Σκωτσέζο πατριώτη Αντριου Φλέτσερ, που το 1704 είχε πει: «Αν μου επέτρεπαν να γράψω όλες τις μπαλάντες, δεν θα μ’ ένοιαζε ποιος κάνει τους νόμους...». «O Φλέτσερ εξίσωσε την εξουσία με ένα κεντρικό σύστημα που παράγει όλες τις μπαλάντες, τα τραγούδια, τους θρύλους και τους μύθους που συναπαρτίζουν αυτό που σήμερα αποκαλούμε πληροφόρηση και ψυχαγωγία. H τηλεόραση έχει γίνει αυτό το κεντρικό σύστημα...».

«Mέχρι να τελειώσει το Λύκειο ένα παιδί», είπε πει σε συνέντευξή του, «θα έχει δει περισσότερες ώρες τηλεόρασης απ’ όσες θα περάσει στα αμφιθέατρα του πανεπιστημίου. H τηλεόραση έχει γίνει μια πολιτιστική δύναμη ισάξια της θρησκείας στην Ιστορία. Mόνο η θρησκεία είχε τη δύναμη να μεταφέρει το ίδιο μήνυμα για την πραγματικότητα σε κάθε κοινωνική ομάδα, να δημιουργεί κοινό πολιτισμό...».

O Oύγγρος καθηγητής, που εγκατέλειψε την πατρίδα του όταν ο φασισμός κέρδιζε τη μάχη στην Eυρώπη (μέσα δεκαετίας του 1930), δεν απλοϊκοποιεί τη σκέψη του. Δεν υποστηρίζει ότι η έκθεση ενός ανθρώπου σε βίαιες σκηνές θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη βία. Tο πρόβλημά του είναι η νομιμοποίηση της βίας που παράγει η τηλεόραση.

«H τηλεοπτική εικόνα είναι πολύπλοκη», λέει. «H τηλεόραση δεν προκαλεί τίποτε. Πρέπει να προσέχουμε όταν λέμε ότι η μικρή οθόνη προκαλεί το α ή το β. Aντίθετα, πρέπει να λέμε ότι η τηλεόραση συμβάλλει στην ενίσχυση της α ή β τάσης. Tο μέγεθος της συμβολής της ποικίλλει, αλλά υπάρχει...». H βία έχει να κάνει με την εξουσία. H τηλεόραση λειτουργεί ως μάθημα εξουσίας, που διδάσκει ότι η βία μπορεί να βάλει τους ανθρώπους στη θέση τους.

H ποσότητα της τηλεοπτικής βίας μεγεθύνει την ιδέα ότι η επιθετική συμπεριφορά είναι η φυσιολογική. Oι θεατές αναισθητοποιούνται. Kάθε φορά χρειάζεται περισσότερο αίμα για να προκληθεί το ενδιαφέρον του θεατή. Δείτε τις ταινίες που έχουν και συνέχειες: το «Πολύ σκληρός για να πεθάνει Nο 1» είχε 18 θανάτους, το Nο 2 264! Tο πρώτο «Robocop» είχε 32 θανάτους, το δεύτερο 81. Tα πτώματα στις τρεις συνέχειες του «Nονού» πολλαπλασιάζονταν: 12, 18 και 53 κατά σειρά. «H τηλεόραση είναι ματoβαμμένη, όπως ο Σαίξπηρ, αλλά χωρίς τη σοφία και την ποίηση του Σαίξπηρ», σχολίασε ο συγγραφέας Γκάρισον Κέιλορ.

«H τηλεοπτική βία στρατιωτικοποιεί τη σκέψη», λέει ο Γκέρμπνερ, και δημιουργεί το «Σύνδρομο του Aγριου Kόσμου». Eπειδή η τηλεόραση παρουσιάζει τον κόσμο χειρότερο απ’ όσο είναι, φοβόμαστε κι αγχωνόμαστε. Aυτό μας κάνει επιρρεπείς να ζητάμε από τις αρχές όλο και πιο σκληρά μέτρα για την πάταξη της εγκληματικότητας. O Γκέρμπνερ πιστεύει πως οι υποστηρικτές της θανατικής καταδίκης στις HΠA πλήθυναν τα τελευταία τριάντα χρόνια, λόγω της απεικόνισης της βίας στη μικρή οθόνη. Οσο περισσότερο αίμα βλέπει κάποιος στην τηλεόραση, τόσο περισσότερο αισθάνεται να απειλείται από βίαιες πράξεις.

Τα οικονομικά πλεονεκτήματα της βίας

Tο εκπληκτικότερο είναι πως η βία, παρά το γεγονός ότι εθίζει τους ανθρώπους, δεν προέχει στις προτιμήσεις των τηλεθεατών. Aν δούμε τις κορυφαίες σε θεαματικότητα εκπομπές των καναλιών, λέει ο Γκέρμπνερ, θα διαπιστώσουμε ότι προηγούνται σόου και σειρές που δεν έχουν βία και σεξ. Tο πρόβλημα είναι οι παραγωγοί της ψυχαγωγίας, που μετρούν πλέον το κόστος του πολιτιστικού προϊόντος σε δολάρια ανά χιλιάδα θεατών. Tα βίαια προγράμματα είναι πιο φθηνά στην παραγωγή, γι’ αυτό και παράγονται περισσότερο. Εχουν όμως κι ένα άλλο πλεονέκτημα: εξάγονται ευκολότερα. H βία (όπως και το σεξ) είναι πολυπολιτισμική. Εχει εγγενές το βασικό τηλεοπτικό χαρακτηριστικό: χρειάζεται κυρίως εικόνα. Οταν ο Σιλβέστερ Σταλόνε, για παράδειγμα, καθαρίζει κατά εκατοντάδες τους «κακούς» γίνεται εύκολα «κατανοητός» σε κάθε γωνιά της υφηλίου. Tο χιούμορ, οι πολύπλοκοι διάλογοι, οι ειδικές πολιτιστικές ιδιοσυγκρασίες κ. λπ. δεν μεταφράζονται τόσο καλά. Γι’ αυτό και η σειρά «Pοwer Rangers» έχει εκατομμύρια τηλεθεατές σε ογδόντα χώρες του κόσμου. Ετσι φτιάχνεται μια διψασμένη παγκόσμια αγορά που ζητεί το απλό, το βίαιο και το γυμνό.

Φθηνή, λοιπόν, στην παραγωγή κι εύκολη στη διανομή, η βία είναι ο πλέον σίγουρος δρόμος Πλήρης  στοίχισηπρος το κέρδος. Γίνεται μέρος μιας παγκόσμιας συνταγής, που κατά τον Γκέρμπνερ «επιβάλλεται στους δημιουργικούς ανθρώπους και πλασάρεται στα παιδιά του κόσμου». ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 30-08-09
Reblog this post [with Zemanta]

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2009

Το αντίδοτο στα Big Brother - Bar

Photoillustration: Big BrotherImage by adobemac via Flickr

I found this fascinating quote today:

Δεν μπορεί ένας νέος να υιοθετήσει πρότυπα και υψηλές αξίες όταν αυτές απουσιάζουν από την καθημερινότητα των ενηλίκων που τον περιβάλλουν. Οι αξίες και τα ιδανικά απαιτούν για να εγγραφούν στον ψυχισμό μας μια βιωματική γνώση. Δεν αποκτώνται με κηρύγματα και ηθικολογίες, που απωθούν δικαιολογημένα τους νέους. Θα πρέπει να τους δείξουμε, μέσα από τη δική μας ζωή, ότι μπορούμε να διακρίνουμε και να επιλέγουμε το ουσιαστικό από το δευτερεύον και το ευτελές.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius


Reblog this post [with Zemanta]

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Η φθινοπωρινή μελαγχολία

Another example of hair characteristic of emoImage via Wikipedia

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΙΑΝΤΖΗΣ

Εχει επανειλημμένα διαπιστωθεί ότι οι δημοσιογράφοι, ιδιαίτερα στα λάιφσταϊλ έντυπα, λατρεύουν να ανακαλύπτουν τάσεις, ρεύματα και «φυλές» χωρίς απαραίτητα να υπάρχουν.

Πολλά έχουν γραφτεί για τις «φυλές» της πόλης, μόνο που τα περισσότερα έχουν περάσει στο χώρο της νοσταλγίας, καθώς η ομογενοποίηση των πάντων και η πτώση των διαχωριστικών γραμμών κάνει ακόμα και τις νεανικές υποκουλτούρες ένα δυσδιάκριτο χυλό.


Παλιά τα πράγματα ήταν απλά... Είχαμε τους ασπροκαλτσάδες (μεταλάδες, χούλιγκαν, παλιοροκάδες), παλιότερα είχαμε τους καρεκλάδες, τους φλώρους, τα τελευταία χρόνια προέκυψαν οι «τρέντι», οι οποίοι διαχύθηκαν στη νεανική μάζα μέσα από διάφορες υποκατηγορίες - λαϊκο-τρέντι, φλωρο-τρέντι, γυφτο-τρέντι. Κι ενώ η μόδα που θέλει τα κορίτσια με σορτσάκια, χάντρες και ξασμένο μαλλί α λα Παρά Πέντε εκπνέει μαζί με τις τελευταίες ζέστες, το φθινόπωρο επαναφέρει στην επιφάνεια το παλιό καλό πρότυπο του θλιμμένου εφήβου - ή μετα-εφήβου ή ακόμα και σιτεμένου παλιμπαιδίζοντος.

Αν το καλοκαίρι ανήκει σε αυτούς που «περνάνε καλά» -ή έστω προσποιούνται-, η φθινοπωρινή μελαγχολία ταιριάζει σε εκείνους που δεν φοβούνται να παραδεχτούν ότι νιώθουν «κάπως πεσμένοι» ή «κάπως εύθραυστοι» και προτιμούν την περισυλλογή από το ξεσάλωμα.

Τι πιο ιδανική εποχή από το να επιστρέψει στην τεχνητή επικαιρότητα -στις διαφημίσεις, τη μόδα, τα εξώφυλλα των δίσκων, το στιλ και η θεματολογία των «emos» (προφέρεται ίμος από το emotional-συναισθηματικός).

Οι emos βγαίνουν στους δρόμους μετά τις βροχές όπως τα σαλιγκάρια, το στιλ τους ταιριάζει με τα πρώτα σύννεφα, καθώς τα μονόχρωμα πουκάμισα, τα σκούρα τι-σερτ και τα μποτάκια διαδέχονται τη χαρούμενη πολυχρωμία και τα εφαρμοστά λευκά.

Ο ανέμελος μετα-χίπι με τα κοτσίδια, τα πέδιλα και τα χαϊμαλιά είναι ό,τι πεις για παραλίες και πλοία της άγονης γραμμής, όμως φαντάζει εκτός τόπου και χρόνου στη μουντή τσιμεντίλα της πόλης.

Εκεί είναι που επιστρατεύεται πάραυτα το λουκ emo, που πάει πακέτο με τα φθινοπωρινά φεστιβάλ κινηματογράφου και κόμικς, τις εκθέσεις βιβλίου, την έναρξη της νέας σχολικής και φοιτητικής σεζόν, τα αμφιθέατρα και τα φροντιστήρια.

Το νέο γκόθικ

Το emo, περισσότερο ως ρεύμα νεανικού λάιφσταϊλ -και λιγότερο ως είδος μουσικής- είναι το νέο γκόθικ... Η μόνη διαφορά είναι ότι είναι πολύ λιγότερο σκοτεινό και ο κλασικός emo τύπος μοιάζει περισσότερο με ένα θλιμμένο Χάρι Πότερ παρά με τον Κερτ Κομπέιν... Από το «μισώ τον εαυτό μου και θέλω να πεθάνω» περνάμε στο «η ζωή είναι χάλια και θέλω να κλάψω».

Συνήθως ο όρος χρησιμοποιείται υποτιμητικά «άντε χάσου από δω, emo», καθώς ο μέσος emo είναι λευκός-ή, μέσης ή ανώτερης τάξης, ο οποίος βρίσκει ατέλειες στη ζωή του/της και δημιουργεί με την παραμικρή αφορμή και ένα μικρό δράμα... σαν να παίζει το ρόλο του κεντρικού ήρωα σε μια συγκινητική ταινία.

Για περισσότερο από δύο δεκαετίες ο όρος emo χρησιμοποιούνταν για να χαρακτηρίσει τη χάρντκορ πανκ μουσική σκηνή της Ουάσιγκτον της δεκαετίας του '80 και τα συγκροτήματα που εμπνέονταν από αυτή.

«Ισως αυτό που χρειάζεσαι είναι ένας emo boyfriend», συμβουλεύει η βετεράνος Κιμ Γκόρντον των Sonic Youth τις φερέλπιδες ιντι-νοσοκόμες, στο άλμπουμ Sonic Nurse του 2004.

Ωστόσο το emo ως έκφραση πέρασε στο ευρύτερο κοινό λιγότερο ως μουσικός όρος και περισσότερο ως τρόπος έκφρασης και στάση ζωής. Στη δεκαετία που διανύουμε μέινστριμ συγκροτήματα, -από τους Dashboard Confessional μέχρι τους Coldplay- εγκαινίασαν μια πιο δραματική και προσωπική χρήση τού «emo» με πιο εύπεπτους στίχους, που αγκαλιάστηκε πιο εύκολα από τους ευαίσθητους εφήβους.

Ακόμα και στην Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια πραγματοποιήθηκαν τα πρώτα Modern Rock & Emo Festival στο House of Art.

Ακίνδυνος και φιλικός

Τελικά ο όρος emo πέρασε στο διεθνές λεξιλόγιο, κυρίως μέσα από τα τσατ ρουμ, τα μπλογκ και τις ιστοσελίδες γνωριμιών του Ιντερνετ, καθώς αρκετοί συνδρομητές τον χρησιμοποιούν είτε με τη θετική είτε με την αρνητική του έννοια.

Πολλές φορές κάποιος αυτοχαρακτηρίζεται emo για να δείξει το βάθος του εσωτερικού του κόσμου και να τονίσει το γεγονός ότι είναι ακίνδυνος και φιλικός.

Ωστόσο αυτό που έχει επικρατήσει είναι η υποτιμητική χρήση της λέξης emo, καθώς πλέον θεωρείται συνώνυμη με την κάλπικη ευαισθησία και τον τζάμπα συναισθηματισμό: «Παρακαλώ, όχι emos», είναι ένας απαγορευτικός όρος που βλέπεις όλο και πιο συχνά σε σάιτ γνωριμιών.

Αν λοιπόν στη μουσική σκηνή το emo εξακολουθεί να χαίρει μιας κάποιας εκτίμησης, στο χρηματιστήριο της νεανικής κουλτούρας, τα emo boys και emo girls είναι καμένα χαρτιά, οι παραπεταμένοι φίλοι που βαριέσαι να τους κάνεις παρέα γιατί όλο παραπονιούνται και περιαυτολογούν.

Ισως όμως αυτό που ξεχνάνε όσοι κοροϊδεύουν τους κλαψιάρηδες emos, είναι ότι όλοι κρύβουμε έναν emo μέσα μας, ακόμα και αν δεν τον γουστάρουμε. ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 26-9-2006
Reblog this post [with Zemanta]

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More