Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Πίσω από τις ανάγκες παιδείας του πληθυσμού

LOS ANGELES, CA - NOVEMBER 19:  University of ...Image by Getty Images via Daylife

του Αθανασίου Γκότοβου,
καθηγητή Παιδαγωγικής
στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


Η σχέση ενός πληθυσμού με την εκπαίδευση –δηλαδή με τον οργανισμό που διαθέτει, διαχειρίζεται και διαχέει τα παραπάνω κοινωνικά αγαθά– μπορεί να εκφραστεί με ποικίλους τρόπους. Η κατανομή των εκπαιδευτικών τίτλων στον πληθυσμό είναι ίσως ο πιο γνωστός και καθιερωμένος τρόπος ανίχνευσης αυτής της σχέσης, αλλά και μέτρο σύγκρισης των εκπαιδευτικών συστημάτων διαφορετικών χωρών ή διαχρονικής σύγκρισης του εκπαιδευτικού συστήματος της ίδιας χώρας. Η σχέση των Ελλήνων με την εκπαίδευση τα τελευταία πενήντα χρόνια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αργή βελτίωση, υπό την έννοια ότι συγκριτικά με το κάθε φορά παρελθόν όλο και περισσότεροι Eλληνες συμμετέχουν στους εκπαιδευτικούς θεσμούς. Oμως ταυτόχρονα λειτουργούν συγκεκριμένοι παράγοντες αναστολής μιας διευρυμένης συμμετοχής των πολιτών στην εκπαίδευση και περιορισμού τους στις χαμηλές και μεσαίες εκπαιδευτικές βαθμίδες, κρατώντας το ποσοστό των Ελλήνων με ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση ακόμη χαμηλό σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά και διεθνή μέτρα.

Αν ήθελε να ερμηνεύσει κανείς αυτήν την πορεία αργής βελτίωσης των δεικτών εκπαίδευσης τα τελευταία πενήντα χρόνια, θα έπρεπε να πάρει υπόψη παράγοντες όπως:

α) Tην ελληνική οικονομία, όπως αυτή διαμορφώνεται μετά τη λήξη του εμφυλίου.

β) Tην εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση (αστικοποίηση) στις τρεις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

γ) Tον έντονα επιλεκτικό χαρακτήρα του σχολείου σε όλη αυτήν την περίοδο και μέχρι σήμερα.

δ) Tον υλοκεντρικό και φρονηματιστικό προσανατολισμό του σχολείου

ε) Tη θέση της γυναίκας στην κοινωνία και την εκπαίδευση καθώς επίσης και τις αντιλήψεις που την συνοδεύουν.

στ) η δημιουργία ενός παράλληλου συστήματος άτυπης εκπαίδευσης (φροντιστήρια, οικοδιδασκαλία) με τις οικονομικές του συνιστώσες, και

ζ) Tη συνεχιζόμενη αποξένωση ορισμένων οικονομικά ευάλωτων κοινωνικών ομάδων από τους εκπαιδευτικούς θεσμούς.

Ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσεται η ελληνική οικονομία στη δεκαετία του ’50, αλλά και αργότερα, δεν δημιουργεί εκείνες τις πιέσεις προς το εκπαιδευτικό σύστημα και τα συναφή κίνητρα για τον πληθυσμό ώστε να συμμετάσχει με διευρυμένο τρόπο στην εκπαίδευση. Ούτε ο ιδιωτικός τομέας ούτε ο δημόσιος ενθαρρύνουν τέτοια επίπεδα εξειδίκευσης ή γενικής παιδείας που θα έδιναν ώθηση στη ζήτηση εκπαίδευσης.

Η μετακίνηση του πληθυσμού στα αστικά κέντρα και η μετανάστευση εξασθενίζουν τις εκπαιδευτικές δομές της περιφέρειας, όπου η διαρροή από την πρωτοβάθμια προς τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι πολύ υψηλή. Ούτως ή άλλως, για μεγάλο διάστημα, η μετάβαση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ελέγχεται, αντί να ενθαρρύνεται.

Η αποξένωση του σχολείου –ιδιαίτερα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης– από την πραγματικότητα και τα αιτήματά της, και η κατά κάποιον τρόπο αυτόματη σύνδεση των σχολικών τίτλων με τα επαγγέλματα του κρατικού τομέα, σε συνδυασμό με την παραδοχή ότι μόνον η τεχνική εκπαίδευση πρέπει να είναι «γειωμένη» στην πραγματικότητα, ενώ η γενική μπορεί να είναι απαλλαγμένη από την υποχρέωση αυτή, δεν ενίσχυσαν το προφίλ μιας κοινωνικά λειτουργικής εκπαίδευσης.

Η καθυστερημένη είσοδος των γυναικών στο εκπαιδευτικό προσκήνιο δημιούργησε αποκλεισμούς, κάτι που φαίνεται καθαρά και από τη σημερινή σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας. Η ασύμμετρη σχέση ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση ανώτατης εκπαίδευσης και ο τεχνητός περιορισμός της πρόσβασης αποφοίτων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην τριτοβάθμια, δημιούργησε και μια πρόσθετη «εκπαιδευτική αγορά», τα φροντιστήρια, αποδυναμώνοντας κατ’ ουσίαν το κεκτημένο της εκπαίδευσης ως δημόσιου αγαθού.

Τέλος, οι σημαντικές προσπάθειες της πολιτείας να καταπολεμηθεί η εκπαιδευτική περιθωριοποίηση ομάδων του πληθυσμού που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, ενώ απέδωσαν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, παραμένουν ατελέσφορες στη μεταγυμνασιακή.

Θα ήταν περιττό να προσθέσει κανείς ότι και για εθνικούς λόγους η περαιτέρω βελτίωση της σχέσης των Ελλήνων με την εκπαίδευση πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα της πολιτείας. Τα ελληνικά συμφέροντα στο νέο διεθνές περιβάλλον υπηρετούνται καλύτερα με ένα υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης της νέας γενιάς.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25-7-2004
Reblog this post [with Zemanta]

Δύο κείμενα για τη θανατική ποινή

Global Death penalty Around The WorldImage by BlatantNews.com via Flickr

I found this fascinating quote today:


Το ερώτημα αυτό βρίσκεται στην καρδιά του προβληματισμού για τη θανατική ποινή. Υπάρχουν κοινωνίες που σέβονται την ανθρώπινη ζωή και άλλες που την περιφρονούν. Κατά πάσα πιθανότητα όλοι μας επιλέγουμε τις πρώτες. Η θεώρηση όμως της ανθρώπινης ζωής ως υπέρτατης αξίας δεν μπορεί παρά να αφορά εξίσου τον άγιο και τον δολοφόνο, ειδάλλως ήδη παζαρεύουμε την αξία της ζωής. Αν δεχόμαστε πως το δικαίωμα στη ζωή είναι το ύψιστο δικαίωμα, τότε πώς θα επιτρέψουμε σε οποιαδήποτε κοινωνία να εξαιρέσει από αυτό τους δολοφόνους; Μήπως θα πρέπει να επανεξετάσουμε και το 2ο άρθρο του Συντάγματός μας, που θεωρεί καθήκον της πολιτείας τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου;spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Dec 2009

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Μια καλή ιδέα

του Δ.Μαρωνίτη

Η βολική άποψη ότι όσοι κυκλοφορούν στους χώρους των γραμμάτων είναι εξ ορισμού διανοούμενοι δημιουργεί ανυπόφορη σύγχυση

Καλή ιδέα το «ΒΗΜΑ Ιδεών», που η κυκλοφορία του εγκαινιάστηκε επισήμως την περασμένη Παρασκευή, με τη μορφή σαραντασέλιδου ένθετου. Ευπρόσδεκτη και η υπότιτλη διασάφηση στο ενυπόγραφο ιδρυτικό κείμενο ότι πρόκειται για «Εκδοση Αναζήτησης και Διαλόγου», με το αιτιολογικό πως: «Σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, οι σκεπτομένοι πολίτες, και ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές, απορρίπτουν αλήθειες υπαγορευμένες και δογματικές επιταγές». Εκκρεμεί βέβαια το ερώτημα όχι μόνον πώς διακρίνονται οι δογματικές από τις αδογμάτιστες ιδέες, αλλά και πώς η διάκριση αυτή κατά περίπτωση εφαρμόζεται. Το προκείμενο τεύχος προτείνει μια δική του απάντηση στο διπλό αυτό ερώτημα, που αποτελεί γενικότερη πρόκληση, στην οποία, απρόσκλητος εγώ, ανταποκρίνομαι.

Να θυμίσω πρώτα ότι (σύμφωνα και με το «Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής» του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη) ο όρος «ιδέα» (και ο πληθυντικός του «ιδέες») γνώρισε και γνωρίζει πολλαπλές (συγκλίνουσες και αποκλίνουσες) σημασίες: φιλοσοφικές, νοητικές, πολιτικές, ηθικές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται να ενδιαφέρουν περισσότερο οι νοητικές και οι πολιτικές σημασίες. Υπόθεση που εξηγεί τη σύνοδο στο ιδρυτικό τεύχος πολλών διαθέσιμων διανοουμένων, στον ρόλο των οποίων αφιερώνονται και δύο ομόθεμα άρθρα: το «Εγκώμιο στον ανεξάρτητο διανοούμενο» του Jorge Semprun και η «Σιωπή ή φλυαρία των διανοουμένων» της Ρέας Γαλανάκη. Θα επιμείνω.

Για το πρώτο άρθρο, παρέχονται εντυπωσιακά στοιχεία ταυτότητας του συγγραφέα: ισπανική καταγωγή, γονική εξορία, σπουδές στο Παρίσι, συμμετοχή στην κατοχική αντίσταση κατά των Γερμανών, θητεία υπουργού πολιτισμού στη μεταδικτατορική Ισπανία, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας Γκονκούρ, αντιπροσωπευτικά έργα, μεταφρασμένα και στη γλώσσα μας («Εκδόσεις Εξάντας»). Η ταυτότητα όμως του συγκεκριμένου κείμενου παραμένει έκδηλα λειψή: δεν δηλώνονται η πηγή του, η αφορμή του, ο μεταφραστής του. Η εξαιρετική εξάλλου συντομία του αφήνει απορίες για την αυτοτέλειά του.

Οπως κι αν έχει το πράγμα, ύστερα από τη σαρωτική απόρριψη του «οργανικού διανοούμενου» (στην εκδοχή Γκράμσι - Λένιν), επειδή ο τύπος αυτός καθιστούσε τον διανοούμενο διαχειριστή και υποχείριο του κομμουνιστικού κόμματος, ο συγγραφέας καταλήγει στο επόμενο ανακουφιστικό συμπέρασμα: «Σήμερα, μετά την κατάρρευση της κομμουνιστικής αυταπάτης, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Ευτυχώς, θα έλεγα. Διότι, παρότι είναι πιο σύνθετη και λιγότερο μανιχαϊστική, παρότι στερούμαστε απόλυτων, καθολικών βεβαιοτήτων, η παρούσα κατάσταση μας αναγκάζει να αποφασίζουμε μόνοι μας, να σκεφτόμαστε χωρίς a priori ιδεολογικό κώδικα».

Επεται όμως και παρορμητικός επίλογος, ενμέρει ακατανόητος και ενμέρει αντιφατικός. Αντιγράφω επακριβώς: «Είναι λοιπόν ξεκάθαρο: ζήτω ο στρατευμένος και μη οργανικός αριστερός διανοούμενος!». Το ακατανόητο της ζητωκραυγής οφείλεται προφανώς σε τυπογραφικό λάθος: φαίνεται να έχει εκπέσει η άρνηση «μη» ανάμεσα στο άρθρο «ο» και στη μετοχή «στρατευμένος». Ο αντιφατικός όμως χαρακτήρας της καθιστά εύλογες κάποιες απορίες.

Εφόσον απορρίπτεται ο a priori ιδεολογικός κώδικας, τί ακριβώς προτείνεται προς αναπλήρωσή του; Μια a posteriori, ανοιχτή και εξελισσόμενη, ιδεολογία; ή μήπως αποκρούεται κάθε τύπος συλλογικής ιδεολογίας, προς όφελος της «ατομικής απόφασης»; Που πάει να πει, αν καταλαβαίνω καλά, καθένας και η ιδέα του. Τότε όμως δεν παροπλίζεται ο, εύφημος στον επίλογο του άρθρου, αριστερός διανοούμενος; Γιατί, αν όντως επιζητείται αδογμάτιστη αριστερή ιδεολογία, ως υπόσχεση μιας αδογμάτιστης αριστερής πολιτικής, είμαστε υποχρεωμένοι να την επινοήσουμε και να την υπερασπιστούμε στο πλαίσιο μιας αδογμάτιστης αριστερής κοινότητας. Στο κεφάλαιο αυτό, καλώς ή κακώς, οι ατομικές αποφάσεις δεν αρκούν, όταν δεν αποτελούν άλλοθι πολιτικής αδράνειας.

Αυτό εξάλλου υπονοεί, στο οικειότερο και διεξοδικότερο άρθρο της, η Ρέα Γαλανάκη, αποδίδοντας την ισχύουσα σήμερα «σιωπή ή φλυαρία των διανοουμένων» στην απουσία μιας «απαραίτητης συλλογικότητας», με αυτοελεγχόμενη συνοχή και αμοιβαία ευθύνη των μελών της. Θα πρόσθετα ότι η διασάλευση αυτής της συλλογικότητας στον τόπο μας και στις μέρες μας οφείλεται κυρίως στη μεταπολιτευτική αριστερά, που δεν κατόρθωσε να ορίσει και να υπερασπιστεί, με τους όποιους διανοουμένους της, μια ανανεωμένη και διακριτή συλλογική ιδεολογία. Χρειάζεται βέβαια προηγουμένως, όπως σωστά επιλέγει η Ρέα Γαλανάκη, να επαναπροσδιοριστούν ο τύπος και ο ρόλος του πραγματικού διανοουμένου. Γιατί η βολική άποψη ότι όσοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κυκλοφορούν στους χώρους των γραμμάτων, της τέχνης και της επιστήμης, είναι εξ ορισμού διανοούμενοι, δημιουργεί ανυπόφορη σύγχυση. Σ' αυτήν εξάλλου την καταναλωτική ευκολία ενέδωσε η μεταπολιτευτική ανανεωτική αριστερά, και το πλήρωσε. Αν χρειαστεί, θα επανέλθω. ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ,13 Μαΐου 2007
Reblog this post [with Zemanta]

H βιοηθική πάει σχολείο

University of Toronto Joint Centre for BioethicsImage via Wikipedia

του Στ.Αλαχιώτη,
καθηγητή Γενετικής,
προέδρου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου
και πρώην πρυτάνεως του Πανεπιστημίου Πατρών.

Οι νέες τάσεις μεταξύ των επιστημόνων υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα διαλόγου στο σχολείο για κοινωνικά θέματα σχετιζόμενα με την επιστήμη και την τεχνολογία και θέλουν τους μαθητές να συμμετέχουν ενεργά σε τέτοιες επίκαιρες συζητήσεις

Τη Λουίζ Μπράουν, το πρώτο παιδί του σωλήνα που είναι σήμερα 26 ετών, ακολούθησαν χιλιάδες τέκνα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Ωστόσο ήδη άρχισαν να ακούγονται ηχηρά και κάποιες φωνές που παραλληλίζουν την αναπαραγωγική κλωνοποίηση με την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, χωρίς ίσως να «αντιλαμβάνονται» ότι οι διαδικασίες αυτές διαχωρίζονται από ένα χάος. Από την άλλη μεριά, οι εναντιωμένες φωνές προς τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς άρχισαν να πνίγονται στο ρεύμα της «πραγματικότητας» στο οποίο παρασύρονται τα νεοφανή προϊόντα που φθάνουν ανεξέλεγκτα σχεδόν στον αδαή καταναλωτή. Ο «θαυμαστός καινούργιος κόσμος» μας που αναδύεται γοργά συμπαρασύρει και τον σκεπτικισμό για τη σωστή εφαρμογή της νέας γνώσης. Το λεγόμενο επίσης «Βιόσωμα», που αφορά τις αντιδράσεις μεταξύ μηχανών, τεχνολογίας δηλαδή, ανθρώπου και κοινωνίας, τείνει να εξασθενήσει με την υποταγή των δύο τελευταίων μερών του στο πρώτο.

Το ερώτημα βέβαια που προκύπτει αβίαστα αφορά το πώς μπορεί να πορευτεί καλύτερα ο άνθρωπος ως ένα ισορροπημένο Βιόσωμα ενταγμένο σε ένα αποτελεσματικό βιοηθικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα κινείται με περισσότερη ασφάλεια η κοινωνική πρόοδος που «μεταφέρεται» από το «όχημα» των νέων τεχνολογιών. Διότι ενώ υπάρχουν, π.χ., λεπτομερή πρωτόκολλα ελέγχου των κινδύνων ενός γενετικά τροποποιημένου οργανισμού, δεν τηρούνται με την «ευλογία» των πολυεθνικών συμφερόντων λόγω της απαράδεκτης βιασύνης που γιγαντώνει το τίμημα. Ηδη έσπευσαν διάφοροι να «πουλήσουν» κάποιες περίεργες ατελέσφορες βιοϊατρικές εξετάσεις που βασίζονται στα ανακαλυφθέντα από τη χαρτογράφηση του γονιδιώματος του ανθρώπου ευρήματα, ενώ άλλοι πρόσφατα άρχισαν να «προπαγανδίζουν» την «παντοδυναμία του θηλυκού» με την τεκνοποίηση θηλυκού αλόγου, δότης του οποίου ήταν η μητέρα του.

Και ενώ η ερευνητική σκαπάνη αποκαλύπτει ότι η απόσταση μεταξύ του γενοτύπου και του φαινοτύπου είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που φαινόταν παλαιότερα, η εκμετάλλευση της γονιδιακής φλέβας ανεβάζει τις τιμές της στο χρηματιστήριο. Ποιος όμως μπορεί να αναχαιτίσει αυτή την ορμητική πορεία που σκεπάζει μερικές φορές με την «ιλύ» (λάσπη) της τη λάμψη των ερευνητικών ευρημάτων; Το ερώτημα αυτό δεν διαφέρει από άλλα σχετικά σημαντικά ερωτήματα, όπως λ.χ. το πώς θα αναχαιτισθεί η κακοποίηση του περιβάλλοντος ή γενικότερα η κάθε μορφή εκμετάλλευσης του ανθρώπου. Οι απαντήσεις βέβαια δεν είναι απλές αλλά παραπέμπονται όλες στο πιο βασικό επίπεδο που ανάγονται τέτοιες μεγάλες συζητήσεις, στο επίπεδο δηλαδή της εκπαίδευσης και της παιδείας.

H πρόσφατη π.χ. κυβερνητική άδεια της Αγγλίας για τη γέννηση γενετικά τροποποιημένου παιδιού το οποίο θα «χρησιμοποιηθεί» για τη σωτηρία του πάσχοντος αδελφού του ουσιαστικοποιεί έναν σοβαρό βιοηθικό προβληματισμό, αν και η περίπτωση αυτή δεν αφορά την «ενισχυτική ιατρική» αλλά μια θεραπευτική προσέγγιση. H βιοηθική λοιπόν είναι μια ελπίδα που μπορεί να σκιαγραφήσει, να επικαιροποιήσει και να μορφοποιήσει ηθικούς κανόνες, όχι τόσο ως φρόνημα (morale) που δεν βρίσκει σήμερα μεγάλη απήχηση, αλλά ως κώδικας (ethics) συμπεριφοράς, ως αξία και στάση. Γι' αυτό η βιοηθική, απαλλαγμένη από τις ευγονικές ρίζες της, πρέπει να γίνει αντικείμενο γενικού προβληματισμού και ενημερωτικής διδασκαλίας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης καθώς αφορά τις ηθικές προεκτάσεις της εμπλοκής του ανθρώπου με τη ζωή· και θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι είναι «η αγάπη προς τη ζωή», μια πολύ ευρεία έννοια, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εμπερικλείει τις προσπάθειες εξισορρόπησης του οφέλους με το ρίσκο και το τίμημα της προόδου.

H στοίχιση λοιπόν του καθενός πίσω από τις επιπτώσεις εφαρμογής ενός γενετικού νεωτερισμού εξαρτάται πρωτίστως από την εκπαίδευση. Και αυτή η δυνατότητα δεν εξαρτάται (μόνο) από τα γονίδιά μας αλλά κυρίως από την παιδεία μας. Σχετικές μελέτες σε χώρες, όπως π.χ. η Νέα Ζηλανδία και η Ιαπωνία, έχουν αναδείξει το ενδιαφέρον των εκπαιδευτικών στη διδασκαλία κοινωνικών, ηθικών και περιβαλλοντικών θεμάτων που αφορούν την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, την προγεννητική διάγνωση, τη βιοτεχνολογία, την πυρηνική δύναμη, τα εντομοκτόνα και τη γενετική μηχανική, που σχεδόν μονοπωλεί τελευταία το περισσότερο ενδιαφέρον. Υποστηρίζεται λοιπόν η αναγκαιότητα διαλόγου στο σχολείο για κοινωνικά θέματα σχετιζόμενα με την επιστήμη και την τεχνολογία, με τους μαθητές να συμμετέχουν ενεργά σε επίκαιρες τέτοιες συζητήσεις.

Στη Γαλλία επίσης σχετική μελέτη έχει δείξει ότι οι πολύ νέοι μαθητές με τον αδιαπραγμάτευτο κομφορμισμό τους είναι περισσότερο άκαμπτοι στις απόψεις τους περί βιοηθικών θεμάτων σε σχέση με τους μαθητές του λυκείου. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η σωστή και τεκμηριωμένη ενημέρωση, η παράθεση ακριβών στοιχείων και η ανεπηρέαστη συζήτηση στο σχολείο, χωρίς εξωσχολικές παρεμβάσεις. Αναγκαία θεωρείται η σχετική συζήτηση και στο πανεπιστημιακό επίπεδο προκειμένου να γίνεται περισσότερο αντιληπτή η νέα κατάσταση με στόχο το χειροκρότημα του ανθρωπιστή και της προόδου και όχι του κερδοσκόπου και της εκμετάλλευσης· «οι μεν γαρ χρημάτων οι δε ανθρωπισμού δέονται» φωνάζει ακόμη ο Διογένης ο Λαέρτιος.

H αναγκαιότητα λοιπόν για τη διαλεύκανση της διαμορφούμενης επίκαιρης κατάστασης είναι επιτακτική καθώς σε αναπτυσσόμενες χώρες, όπως λ.χ. στην Ινδία και στην Ταϋλάνδη, πάνω από το 50% των συμμετεχόντων σε σχετικές μελέτες υποστήριξαν περισσότερο την ενίσχυση φυσικών χαρακτηριστικών, όπως της ευφυΐας λ.χ., παρά τη θεραπεία ασθενειών όπως ο καρκίνος ή ο διαβήτης. Το υπαρκτό αυτό γεγονός, που δεν περιορίζεται μόνο στις προαναφερθείσες χώρες, αντανακλά μια φτωχή αντίληψη των επιπτώσεων των σχετικών εφαρμογών των επιστημονοτεχνολογικών νεωτερισμών.

Σημαντική πάντως θεωρείται η διακήρυξη της UNESCO, σύμφωνα με την οποία τα κράτη πρέπει να προωθούν ειδικές διδασκαλίες και έρευνες σχετικές με την ηθική, κοινωνική και ανθρώπινη βάση των εφαρμογών της βιολογίας και της γενετικής (του ανθρώπου) και να ενθαρρύνουν ποικίλες μορφές έρευνας, διδασκαλίας και πληροφόρησης για να διαμορφωθεί η βιοηθική εκείνη στρατηγική που θα ευαισθητοποιήσει τις κοινωνίες και τα μέλη τους για την επένδυση της νέας γνώσης προς όφελος του συνόλου της ανθρωπότητας. Προς την κατεύθυνση αυτή χρειάζεται εντατικοποίηση της συζήτησης για τη Βιοηθική, σε τοπικό και διεθνές επίπεδο, με τη διασφάλιση της ελεύθερης έκφρασης και των κοινωνικοπολιτιστικών, θρησκευτικών και φιλοσοφικών απόψεων.

H βιοηθική προσέγγιση λοιπόν της συναρπαστικής εποχής μας είναι αναγκαία, με την εκπαίδευση και τη γενικότερη παιδεία να είναι οι βάσεις στήριξης των σχετικών αξιών και στάσεων. Γι' αυτό η πρωτοβουλιακή από τα σχολεία καθιέρωση ημέρας Βιοηθικής θα μπορούσε να κορυφώσει σχετικές συζητήσεις, να εμπλουτίσει τις σκέψεις και να επιφέρει τη ζητούμενη ευαισθητοποίηση της κοινωνίας απέναντι στην οποιαδήποτε πιθανή κακή εφαρμογή της νέας γνώσης. ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 21 Σεπτεμβρίου 2003
Reblog this post [with Zemanta]

Η αμφισβήτηση του βιβλίου

Books On FireImage via Wikipedia

του Θανάση Γιαλκέτση

Το ακόλουθο κείμενο είναι απόσπασμα ενός δοκιμίου του μεγάλου κριτικού Τζορτζ Στάινερ, που δημοσιεύτηκε στο γαλλικό περιοδικό «Esprit».

... Ακόμη και στη διάρκεια της χρυσής εποχής του βιβλίου -που περικλείεται με την ευρεία έννοια μεταξύ της εποχής που ο Ερασμος μπορούσε να σκιρτήσει από χαρά και ευγνωμοσύνη, επειδή βρήκε στο δρόμο το απόσπασμα ενός τυπωμένου κειμένου, και της καταστροφής των δύο παγκόσμων πολέμων- υπήρξαν μορφές αντίστασης, αμφισβήτησης απέναντι στο βιβλίο. Δεν ήσαν έτοιμοι όλοι οι ηθικολόγοι, οι κριτικοί και οι συγγραφείς να αναγνωρίσουν ότι τα βιβλία είναι «η ίδια η ζωή, το αίμα των μεγάλων πνευμάτων», για να επαναλάβουμε μια περίφημη φράση του Μίλτον.

Δύο από αυτά τα εν μέρει υπόγεια ρεύματα αντίστασης αξίζουν την προσοχή μας. Θα δώσω στο πρώτο το όνομα «ριζικός βουκολισμός», που χαρακτηρίζει την παιδαγωγική ουτοπία του «Αιμίλιου» του Ρουσό και το απόφθεγμα του Γκέτε σύμφωνα με το οποίο το δέντρο της σκέψης και της μελέτης παραμένει αιώνια γκρίζο, ενώ εκείνο της πραγματικής ζωής, της ζωής ως δύναμης και ως ζωτικής ορμής, είναι πράσινο. Ο ριζικός βουκολισμός εμψυχώνει τη σκέψη του Γουέρτζγουερθ, σύμφωνα με τον οποίο «ένα ανοιξιάτικο θρόισμα σε ένα δέντρο» αξίζει περισσότερο από όλη τη μόρφωση των βιβλίων. Οσο εύγλωττη ή διδακτική και αν είναι, η γνώση που προσφέρεται από τα βιβλία και την ανάγνωση έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Τα βιβλία μολύνουν την άμεση συνείδηση. Ολος ο ρομαντισμός διαπερνιέται από τη λατρεία της προσωπικής εμπειρίας, όπως έξαλλου και ο βιταλισμός του Εμερσον. Το να αφήνουμε τα βιβλία να επηρεάζουν τη ζωή μας ή ένα σημαντικό τμήμα της σημαίνει για μας ότι απαρνούμαστε τους κινδύνους και ταυτόχρονα την έκσταση που μας προσφέρονται από αυτήν την πρωταρχική θεμελιακή σχέση με τα πράγματα. Με δυο λόγια, η λογοτοχενία είναι ουσιαστικά κάτι το τεχνητό. Ο ριζικός βουκολισμός διεκδικεί μια πολιτική ανθεντικότητας, εννοεί τη γυμνότητα του εγώ (...).

Το δεύτερο ρεύμα αμφισβήτησης του βιβλίου παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με εκείνο του ριζικού βουκολισμού, κοιτάζει και αυτό προς το παρελθόν, αλλά προς τον εικονοκλαστικό ασκητισμό των πατέρων της ερήμου. Το ερώτημα που θέτει είναι το ακόλουθο: με ποιον τρόπο τα βιβλία μπορεί να είναι ωφέλιμα στην πάσχουσα ανθρωπότητα;

Πόσοι πεινασμένοι χόρτασαν; Αυτό το ερώτημα τέθηκε από ορισμένους μηδενιστές και αναρχικούς επαναστάτες προς τα τέλη του 19ου αιώνα κυρίως στην τσαρική Ρωσία. Μπροστά στις ανθρώπινες ανάγκες και στην ακραία εξαθλίωση, η αξία ενός σπάνιου χειρογράφου ή μιας πρώτης έκδοσης (αξίες που σήμερα έχουν φτάσει σε τρελά ύψη) είναι για τους μηδενιστές μια αληθινή ντροπή. Ο Πισάρεφ λέει βίαια: «Για τον άνθρωπο του λαού ένα ζευγάρι παπούτσια αξίζει χίλιες φορές περισσότερο από τα άπαντα του Σέξπιρ ή του Πούσκιν». Σε πιετίστικη παραλλαγή, το ίδιο ερώτημα θα βασανίσει τον γερο-Τολστόι. Ριζοσπαστικοποιώντας το ρουσοϊκό παράδοξο, ο Τολστόι θεωρεί ότι η μεγάλη κουλτούρα και ιδιαίτερα η μεγάλη λογοτεχνία έχουν ασκήσει μιαν εξαιρετικά βλαπτική επίδραση, που έφθειρε την ευαισθησία και τις ηθικές αρχές των ανθρώπων. Χρησίμεψαν ως στήριγμα στις έννοιες του ελιτισμού, της υπακοής στην κοσμική εξουσία και ευνόησαν ένα εκπαιδευτικό σύστημα που ψεύδεται καθώς και το ελάττωμα της επιπολαιότητας. Ολα όσα χρειάζεται ένα έντιμο πνεύμα -μαίνεται ο Τολστόι απορρίπτοντας το ίδιο το λογοτεχνικό του έργο -είναι μια απλοποιημένη εκδοχή των ευαγγελίων, μια σύνοψη που θα προσφέρει το ουσιώδες περιεχόμενο της μίμησης του παραδείγματος του Χριστού.

Για άλλη μια φορά στη Ρωσία οι φουτουριστές και λενινιστές ποιητές επικαλέστηκαν την καταστροφή με πυρά των βιβλιοθηκών, δεδομένου ότι η επίσημη γραμμή, για κάθε ενδεχόμενο, ήταν εκείνη του πιο φανατικού συντηρητισμού. Η ατέρμονη συσσώρευση βιβλίων, ένα είδος ναού των οποίων είναι οι μεγάλες βιβλιοθήκες, αντιπροσωπεύει όλο το βάρος του παρελθόντος, ενός νεκρού παρελθόντος, το δηλητήριο του οποίου ωστόσο είναι ακόμα σε θέση να μολύνει. Το παρελθόν σφίγγει με τις αλυσίδες του τη φαντασία και τη διάνοια του παρόντος. Περνώντας μπροστά από αυτές τις λαβυρινθώδεις σειρές ραφιών, η ψυχή μαραζώνει σε μιαν απελπιστική ασημαντότητα. Τι μπορούμε να προσθέσουμε ακόμα σε όλα αυτά; Με ποιον τρόπο ένας συγγραφέας θα μπορούσε να έχει την αξίωση να συναγωνιστεί με τα μαρμάρινα αγάλματα των καθιερωμένων κλασικών; Δεν έχουν ήδη φανταστεί, σκεφτεί και πει τα πάντα; (Ποιος θα μπορούσε ακόμα να γράψει πάνω σε μια λευκή σελίδα τη λέξη «τραγωδία», αναρωτιόταν με αγωνία ο Κιτς, όταν έχουν προηγηθεί ο «Αμλετ» ή ο «Βασιλιάς Λιρ»;)

Αν το βασικό καθήκον, έκφραση του οποίου είναι η επανάσταση, είναι εκείνο του ανοίγματος μιας νέας περιόδου, της ανανέωσης της ανθρώπινης συνείδησης, και αν ο στοχαστής, ο συγγραφέας έχει ως σκοπό του «να τα ξαναφτιάξει όλα από την αρχή» (σύμφωνα με την πολύ γνωστή στον Εζρα Πάουντ προσταγή) το ασφυκτικό διδακτικό βάρος του παρελθόντος πρέπει να απορριφθεί. Ας καταστραφεί λοιπόν η πελώρια σειρά όλων των διατριβών και ας καεί με μιαν απελευθερωτική πυρκαγιά το Ινστιτούτο της Αρχιτεκτονικής! (Βοζνεζένσκι). Ας γίνουν στάχτη οι εγκυκλοπαίδειες και τα άλλα άπαντα που γράφτηκαν σε νεκρές γλώσσες (...).

Το 1821, ο Χάινε, όταν του ζητήθηκε να εκφράσει τη γνώμη του, για την έκρηξη του εθνικισμού που είχε ρίξει στις φλόγες πολλά βιβλία, παρατήρησε: «Εκεί όπου σήμερα καίγονται βιβλία, αύριο θα καίνε ανθρώπους» (...). ΠΗΓΗ:εφημ.ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 07/08/2005
Reblog this post [with Zemanta]

Το λεξικό της κρίσης

του Θ. ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Ο σπουδαίος γερμανός ιστορικός Ράινχαρτ Κοσέλεκ (1923-2006) αφιέρωσε πολλά χρόνια ερευνών για να εξετάσει τη γέννηση και την εξέλιξη ορισμένων θεμελιακών εννοιών του πολιτικού λεξικού, όπως είναι, για παράδειγμα, οι έννοιες «κράτος», «πολίτης», «επανάσταση», «ιστορία», «πρόοδος» κ.ά. Μελετώντας την ιστορία αυτών των εννοιών και τις μεταβολές του νοήματός τους μέσα στο χρόνο κατόρθωσε να ρίξει νέο φως στην κίνηση των ιδεών που συνόδευε τα σημαντικότερα γεγονότα της ευρωπαϊκής ιστορίας. Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το λήμμα «κρίση», που περιέχεται στο βιβλίο του Κοσέλεκ «Il vocabolario della modernita» (ιταλική έκδοση: Il Mulino, 2009).

Οποιος ανοίγει σήμερα μιαν εφημερίδα πέφτει συχνά στη λέξη «κρίση». Αυτή η λέξη υποδηλώνει ανασφάλεια, βάσανα και αβεβαιότητα και υπαινίσσεται ένα άγνωστο μέλλον, του οποίου οι προϋποθέσεις δεν αποσαφηνίζονται αρκετά. Αυτά υποστήριζε ένα γαλλικό λεξικό του 1840. Σήμερα τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά.

Η πληθωριστική χρήση της λέξης κρίση έχει επεκταθεί σε όλα σχεδόν τα πεδία της ζωής: εσωτερική και εξωτερική πολιτική, κουλτούρα, οικονομία, εκκλησίες και θρησκείες, όλες οι επιστήμες του πνεύματος και οι κοινωνικές επιστήμες, ακόμα και οι επιστήμες της φύσης, η τεχνική και η βιομηχανία, στο μέτρο που αυτές θεωρούνται στοιχεία του κοινωνικού και πολιτικού μας συστήματος (...).

Η έννοια της κρίσης είναι μια από τις θεμελιώδεις, δηλαδή τις αναντικατάστατες, έννοιες της ελληνικής γλώσσας. Προερχόμενη από το ρήμα «κρίνω» (διαχωρίζω, επιλέγω, αποφασίζω, αξιολογώ) η «κρίσις» παρέπεμπε σε μιαν οριστική, αμετάκλητη απόφαση. Η έννοια υποδήλωνε ακραίες εναλλακτικές δυνατότητες, που δεν επιδέχονταν καμιά αναθεώρηση: επιτυχία ή αποτυχία, σωστό ή λάθος, ζωή ή θάνατος, σωτηρία ή καταδίκη. Στον Θουκυδίδη τα κριτικά γεγονότα της πάλης ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις είναι οι τέσσερις αποφασιστικές μάχες του μεγάλου πολέμου με τους Πέρσες.

Στη σχολή του Ιπποκράτη ο όρος «κρίσις» υποδηλώνει ακριβώς την «κριτική» φάση μιας ασθένειας, κατά την οποία φτάνει σε μια τελική έκβαση η πάλη ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Στο πεδίο της πολιτικής, για παράδειγμα στον Αριστοτέλη, αυτός ο όρος υποδήλωνε τη δημιουργία ή τη διατήρηση του δικαίου, με το οποίο όλοι οι πολίτες καλούνταν να συνεργαστούν, αλλά και τις πολιτικές αποφάσεις που όφειλαν όλες τους να αποδέχονται την αναγκαία και ορθή πολιτική κρίση.

Στο πεδίο της θεολογίας, με αφετηρία την Καινή Διαθήκη, οι έννοιες της κρίσης και του judicium, δανεισμένες και οι δυο τους από το νομικό λεξιλόγιο, αποκτούν ένα νέο νόημα που είναι κατά κάποιον τρόπο ανυπέρβλητο. Αυτές υποδηλώνουν πράγματι την κρίση του Θεού, είτε με τον όρο «κρίσις» εννοούν την Δευτέρα Παρουσία στο τέλος του χρόνου είτε αυτή η κρίση είναι παρούσα για όλους τους πιστούς ήδη στο χρόνο της ζωής τους, χάρη στον ερχομό του Χριστού και στο φως που αυτός έφερε σε αυτό τον κόσμο.

Επομένως, η έννοια περιέκλειε δυνητικά όλες τις καταστάσεις απόφασης της εσωτερικής και εξωτερικής ζωής, του μεμονωμένου προσώπου και της κοινότητάς του. Επρόκειτο πάντοτε για καθοριστικές εναλλακτικές επιλογές, για τις οποίες έπρεπε να παρθεί μια σωστή απόφαση.

Ηταν μια έννοια που συνεπαγόταν πάντα μια χρονική διάσταση, η οποία με τη σειρά της -για να εκφραστούμε με σύγχρονους όρους- προϋπέθετε μια θεωρία του χρόνου: είτε έπρεπε να προσδιοριστεί η ορθή στιγμή για να δράσουμε με επιτυχία, είτε να εδραιωθεί η τάξη της εξουσίας με τη δημιουργία ή τη διατήρηση του δικαίου, είτε η εκτίμηση του γιατρού (όπως υποστηρίζει ο Γαληνός) έπρεπε να διαγνώσει την ακριβή διάρκεια της εξέλιξης μιας ασθένειας, για να μπορέσει να αποτολμήσει μια πρόγνωση, είτε (εδώ βρισκόμαστε στο πεδίο της θεολογίας) να γίνει αποδεκτό το μήνυμα του Θεού, προκειμένου να αποφευχθεί, εδώ και τώρα, η καταδίκη (όπως διαβάζουμε στον Ιωάννη), παρ' όλο που δεν έχει φτάσει ακόμα η ώρα της Δευτέρας Παρουσίας, προς την οποία κινείται όλη η πλάση.

Ο όρος «κρίσις» αναφερόταν, με άλλα λόγια, στο χρόνο που πιέζει. Το νόημα της έννοιας ήταν ακριβώς το να κατανοήσουμε ότι ο χρόνος πιέζει.

Σε όλους σχεδόν τους λόγους για την κρίση ήταν παρούσες αναφορές στην αβεβαιότητα και στην αναγκαιότητα να προλάβουμε για να αποφύγουμε μια συμφορά ή για να σωθούμε. Ακόμα και η επιτάχυνση του σύγχρονου κόσμου, για το πραγματικό περιεχόμενο της οποίας δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, μπορεί να νοηθεί ως κρίση. Σαφώς χρειάζονται αποφάσεις οι οποίες, επιστημονικά ή όχι, ηθελημένα ή όχι, θα καθορίζουν το αν και το πώς είναι ή δεν είναι δυνατή η επιβίωση πάνω σε αυτό τον πλανήτη.

Η κοσμική σύντμηση του χρόνου, που στη μυθική γλώσσα έπρεπε να προηγηθεί της Δευτέρας Παρουσίας, σήμερα μπορεί να επαληθευτεί εμπειρικά ως συντόμευση των ιστορικών συνεπειών των γεγονότων. Με τα λόγια του Γιάκομπ Μπούρκχαρντ «η παγκόσμια διαδικασία υφίσταται ξαφνικά μια τρομερή επιτάχυνση.

Εξελίξεις που κάποτε απαιτούσαν αιώνες εξαντλούνται και τελειώνουν στο χρονικό διάστημα μηνών ή εβδομάδων, σαν να ήταν φευγαλέα φαντάσματα». Η έννοια που είναι κοινή στην αποκαλυψιακή συντόμευση του χρόνου, η οποία προηγείται της Δευτέρας Παρουσίας, και στην επιτάχυνση της Ιστορίας, είναι η έννοια της κρίσης.

Στο χριστιανικό και στο μη χριστιανικό της νόημα η κρίση υποδηλώνει σε κάθε περίπτωση μιαν αυξανόμενη χρονική πίεση, την οποία η ανθρωπότητα αυτού του πλανήτη δεν φαίνεται ότι μπορεί να αποφύγει (...).


ΠΗΓΗ:εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 15/03/2009
Reblog this post [with Zemanta]

Η διαδικτυακή πληροφορία είναι γνώση;

Preparing for Web Directions (untidy desk)Image by And all that Malarkey via Flickr

I found this fascinating quote today:


Συνηθίσαμε να λέμε ότι ζούμε στην εποχή της πληροφορίας και της γνώσης, ταυτίζοντάς τες όμως άκριτα, καθώς εκλαμβάνουμε συνήθως την πληροφορία ως γνώση. Συνδέονται όμως με δύο διαφορετικές εγκεφαλικές διεργασίες: η πρώτη κυρίως με τη μνήμη και η δεύτερη με ανώτερες νοητικές λειτουργίες, όπως είναι η ανάλυση και η σύνθεση διά της κριτικής και δημιουργικής σκέψης.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius
You should read the whole article.
Reblog this post [with Zemanta]

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Η αρμονία στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία

Aristotle portrayed in the 1493 Nuremberg Chro...Image via Wikipedia

I found this fascinating quote today:


Από τα πρώτα στάδια εξέλιξής του, ο ελληνικός στοχασμός ασχολήθηκε με τις αρχές της νόησης, αλλά και του ερμηνευτικού προσδιορισμού κοσμολογικών συμβάντων. Στην προσπάθειά του αυτή, πίστεψε στη λειτουργικότητα μιας αρμονικής διαμορφωτικής διεργασίας. Αυτή τη συνέλαβε, είτε ως παράγοντα με ακατάλυτη ορμή στο σύμπαν, είτε ως ενοποιητικό στοιχείο εν μέσω διανοητικών διαδικασιών, είτε ως συνισταμένη που προκύπτει από τη θεραπεία αξιών και αρετών, με ευεργετικά για τον άνθρωπο αποτελέσματα.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Nov 2009


You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009

Ο ελληνολάτρης του υπερρεαλισμού


του ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Ποιητής που άρχισε να συζητιέται ευρέως μόνο κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας (οι εκτεταμένες εκδηλώσεις που προγραμματίζονται μέσα στον χρόνο για τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του δείχνουν τον βαθμό της δημόσιας αποδοχής του σήμερα), ο Νίκος Εγγονόπουλος δεν ξέφυγε από τη μοίρα των από καιρό καθιερωμένων ομοτέχνων και συνομηλίκων του, όπως ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Γιώργος Σεφέρης.

Η περιπλάνηση στην περιοχή του εθνικού παρελθόντος και της ελληνικότητας, που αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ παράμετρο των αισθητικών και ιδεολογικών προσανατολισμών της γενιάς του '30 και ορίζει με τους πιο διαφορετικούς τρόπους το λογοτεχνικό και το ιστορικό της στίγμα, δεν θα μπορούσε να είναι ξένη προς τον Εγγονόπουλο, που κυκλοφορώντας εν μέσω Κατοχής, τον χειμώνα του 1942 προς το 1943, τα χειρόγραφα του τρίτου ποιητικού του έργου «Μπολιβάρ» (τυπώνεται το 1944), σπεύδει να το συνοδέψει με τον χαρακτηρισμό «ένα ελληνικό ποίημα». Ενα «ελληνικό ποίημα», που, ας σημειωθεί, παρουσιάζεται με ιδιαίτερα υψηλή την ένταση των αισθημάτων του αφού είναι γραμμένο, όπως φροντίζει και πάλι να μας βεβαιώσει ο Εγγονόπουλος, στο πνεύμα μιας «έξαλλης ελληνολατρείας».

Ας το πούμε, ωστόσο, εξαρχής: ο ελληνικός κότινος, με τον οποίο στεφανώνει κατ' επανάληψη τους ποιητικούς του ήρωες ο Εγγονόπουλος δεν έχει σχέση ούτε με τη βαθιά διάψευση την οποία νιώθει ο Σεφέρης όταν φέρνει σε αντιπαραβολή τη σύγχρονη Ελλάδα με τον κόσμο του Ομήρου και του Πλάτωνα ούτε με την ευφορία στην οποία παραδίδεται ο Ελύτης όταν ανακαλύπτει στα νησιά και στη θάλασσα του Αιγαίου τη μυστική διάσταση της αρχαίας καταγωγής τους.

Οι δεσμοί του Εγγονόπουλου με την ελληνική ταυτότητα είναι διφυείς και αμφίσημοι και η ποιητική του έκφραση μοιάζει να έχει πάντα μια σαφώς δυαδική φύση: αν από τη μια μεριά βγάζει το έθνος επί σκηνής στολισμένο με όλα τα διακριτικά και τα εύσημα της ιστορικής του διαδρομής, βιάζεται από την άλλη πλευρά να αμφισβητήσει και να υπονομεύσει την πίστη στην οποιαδήποτε εθνική αξία, προκρίνοντας αντί για το αρραγές και αδιάσπαστο πατριωτικό ιδεώδες την αγάπη της καλλιτεχνικής μοναξιάς και της ατομικής ελευθερίας.

Προσκαλώντας τον λατίνο επαναστάτη Σιμόν Μπολιβάρ σε ελληνικό έδαφος, ο Εγγονόπουλος δεν θα αντισταθεί στον πειρασμό να περιηγηθεί μαζί του στα πιο ένδοξα μνημεία και ονόματα του έθνους, παλαιότερου και νεότερου: ξεκινώντας από τους αρχαίους θα τον ξεναγήσει εν συνεχεία με μεγάλη χαρά στη Μονή Βλαχερνών και στο Φανάρι, στη δυναστεία των Παλαιολόγων και στην πατριαρχία του Κύριλλου Λούκαρη, αλλά και στη ζωντάνια της ντοπιολαλιάς των δημοτικών τραγουδιών ή στη γλωσσική συγκίνηση του Κόντογλου όταν δοκιμάζει να μιμηθεί και να αναδημιουργήσει την προφορικότητα του λαϊκού λόγου.

Βρισκόμαστε, ασφαλώς, στο χώρο της ελληνικής ιδέας και παιδείας, όπως τον έχει συλλάβει και συνθέσει ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, εκπονώντας ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα το τριμερές διαδοχικό του σχήμα: από την Ελλάδα της αρχαιότητας στο Βυζάντιο και από εκεί στον φυσικό διάδοχο αμφοτέρων, που δεν είναι άλλος από τον νεοελληνικό πολιτισμό.

Ναι, αλλά προσοχή, γιατί ο Εγγονόπουλος θα μας ζητήσει αμέσως να κοιτάξουμε και την ανάποδη όψη του ειδώλου στον καθρέφτη: περιδιαβαίνοντας τη διαχρονία του ελληνικού τοπίου, ο Μπολιβάρ θα συναντήσει αίφνης τον Ρήγα Φεραίο να γράφει τον «Θούριο» με σκοπό να τον μεταδώσει σε όλα τα Βαλκάνια, θα βρει στις σελίδες του (ή και έξω από αυτές) τον Ροβεσπιέρο να κηρύσσει τη μεγάλη επαναστατική του υπέρβαση και, το κυριότερο, θα μυηθεί σε μίαν ελληνική γλώσσα με πολλαπλές απολήξεις.

Ακριτικά και αρβανίτικα θα γίνουν ένα με την κοινή ελληνική στο ποίημα που παίρνει την ονομασία του από τον ατρόμητο εξεγερμένο της Λατινικής Αμερικής, φέρνοντας στην επιφάνεια ένα οικουμενικό και συνάμα πολυκλαδικό πολιτισμικό και καλλιτεχνικό όραμα: το όραμα μιας τέχνης που ξέρει να υπερασπίζεται με κάθε μέσον (ας είναι και αφόρητα οδυνηρό) την ανεξαρτησία της και η οποία θα παλέψει ακλόνητη μέχρι το τέρμα για να τη διασφαλίσει.

Ποιο ακριβώς, όμως, είναι το ζήτημα της τέχνης με το οποίο κρατάει ανοιχτούς λογαριασμούς ο Εγγονόπουλος ενόσω γράφει μια ποιητική σύνθεση η οποία έχει, μεταξύ άλλων, ξεχωρίσει και για την αντιστασιακή της στάση απέναντι στον ξένο κατακτητή;

Μα, τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από την τύχη την οποία γνώρισε η εισαγωγή του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, ιδίως στο πρόσωπο του Εγγονόπουλου, που λοιδορήθηκε και χλευάστηκε ποικιλοτρόπως, με αποτέλεσμα τον επί σοβαρό χρονικό διάστημα, όπως το λέγαμε και προεισαγωγικά, αποκλεισμό και παραμερισμό του.

Δέκα χρόνια μετά τη δημοσίευση του «Μπολιβάρ», σε ένα ακόμη συνθετικό ποίημα, που τυπώνεται το 1954 με τίτλο «Ατλαντικός», ο Εγγονόπουλος θα υπενθυμίσει πλαγίως την οικουμενικότητα του ελληνολατίνου Μπολιβάρ (από τη Μονεμβασιά και τον Σαρωνικό ώς τον Παναμά, τη Βολιβία και τη Γουατεμάλα) και μολονότι θα αποφύγει πλέον την οιαδήποτε ρητή εθνική αναφορά, θα μιλήσει άλλη μία φορά για το σπάνιο σθένος με το οποίο οφείλει να είναι οπλισμένος ο υπερρεαλιστής ποιητής του καιρού του προκειμένου να υπομείνει τον ολομέτωπο πόλεμο που μπορεί να ξεσπάσει για ψύλλου πήδημα εναντίον του.
«Μεγάλοι», «γενναίοι» και «δυνατοί»

Αφήνω, όμως, την κοσμική μοναξιά του «Ατλαντικού» και επιστρέφω στις φιγούρες του Ανδρούτσου και του Μπολιβάρ, όπως τις γνωρίσαμε πρωτύτερα. Ο Εγγονόπουλος θα τις ντύσει ξανά και ξανά με τα ρούχα της ελληνικής επικράτειας, θα υμνήσει τα χρώματα των ενδυμάτων και την κοψιά τους, αλλά, εκ παραλλήλου, ο νους του δεν θα πάψει να πηγαίνει συνεχώς πέραν των ελληνικών κορυφογραμμών, προς την κατεύθυνση όχι της πατριδογνωσίας, αλλά της ελευθερίας, η οποία ούτως ή άλλως συνέχει κάθε ατομική κρίση και απόφαση. Ο Ανδρούτσος και ο Μπολιβάρ λυτρώνονται τώρα από τα εθνικά τους βαρίδια και ταξιδεύουν ανενόχλητοι (σαν γνήσιοι καλλιτέχνες και ακέραιοι άνθρωποι) προς το άπειρο: «Κι αυτά όχι για το ότι κι οι δυο τους υπήρξαν για τις / πατρίδες, και τα έθνη, και τα σύνολα, / κι άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν, / Παρά γιατί σταθήκανε μέσ' στους αιώνες, κι οι δυο τους, / μονάχοι πάντα, κι ελεύθεροι, μεγάλοι, / γενναίοι και δυνατοί».

Κι αν ακόμη δεν εννοεί απολύτως ο Εγγονόπουλος αυτό το «οι πατρίδες και τα έθνη δεν εμπνέουν», μια και το μισό τουλάχιστον της καρδιάς του τρέφεται πάντα από τα ελληνικά σύμβολα, ας μην έχουμε αυταπάτες: η εθνική του αμφιθυμία θα κρατήσει σε πλήρη θέα, σε όλο το έργο του, την όχθη των «μεγάλων», των γενναίων» και των «δυνατών» - εκείνων, με άλλα λόγια, που βασισμένοι στην επίγνωση της τέχνης τους και στη δύναμη της ατομικότητάς τους, οδεύουν προς τον τελικό τους στόχο χωρίς να λογαριάζουν εμπόδια και δυσκολίες ή ταπεινώσεις, εκείνων, όπως ο Εγγονόπουλος, που θα φτάσουν στο τέλος χωρίς ηθικές αβαρίες, ως ολοκληρωμένες και παντελώς συμπαγείς μονάδες.

Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πώς θα επιγράψει ο ίδιος αυτή τη νικηφόρα καμπύλη στο «Εν ανθηρώ έλληνι λόγω» (1957), όπου οι Ελληνες και η παράδοσή τους μοιάζει να αναλαμβάνουν και πάλι, ήδη από τον τίτλο, ιδεολογική και ποιητική δράση: «Η τέχνη και η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε: / η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε / να πεθάνουμε» - είναι οι μόνες που μπορούν να εγγυηθούν την αθανασία μας, αλλά κι εκείνες οι οποίες δεν θα αργήσουν να δείξουν πως κάτω από την εκ πρώτης όψεως αφηρημένη σύλληψη της ανιστορικής γονιμότητας του ελληνικού λόγου (την προβεβλημένη ανθηρότητά του) σαλεύει εκ νέου μια πολύ συγκεκριμένη καλλιτεχνική αγωνία.

Το κύκνειο άσμα

Κακά τα ψέματα. Το όραμα του «Μπολιβάρ» (η θερμή συναναστροφή με το εθνικό και την παράδοση αποκαλύπτει την οικουμενικότητα της τέχνης) θα το νιώσουμε, με λιγότερο ή περισσότερο φανερό τρόπο, στο σύνολο του ποιητικού έργου του Εγγονόπουλου: από τα νεανικά του βήματα («Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν», 1938, και «Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής», 1939) μέχρι τη διαδρομή του προς την ωριμότητα («Η επιστροφή των πουλιών», 1946, «Ελευσις», 1948, «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες», 1978). Αρκεί, νομίζω, κλείνοντας, να μείνουμε στο κύκνειο άσμα του, στην «Κοιλάδα με τους ροδώνες», που κυκλοφορεί όταν ο ίδιος είναι σε ηλικία 71 ετών. Το ποίημα «Η Βυκάνη» πιάνει ξανά στον στίχο του τον μίτο της εθνικής συνέχειας (από την Κωνσταντινούπολη, τη Σαλονίκη και τον Βαρδάρη μέχρι τον Παύλο Μελά, του Ψυρρή και τον Παπαδιαμάντη) ενώ λίγο παρακάτω, στο σύνθεμα «Ενα οργισμένο ποίημα της Κατοχής», οι Κούροι των ελληνικών ακρογιαλιών ενώνονται με τα παλικάρια και τους αϊτούς της Ρούμελης για να σώσουν την Ελλάδα από τη λαίλαπα του ναζισμού.

Είναι δύσκολο να το αρνηθούμε: το έθνος καλπάζει, όπως και άλλοτε, σε αναπεπταμένο πεδίο, αλλά λίγο προτού κλείσουμε το βιβλίο, στο «Παράφασις ή Η κοιλάδα με τους ροδώνες», ο μέγας και τρανός Βελισάριος, που πολέμησε για τα ιερά και τα όσια των Βυζαντινών χωρίς ουδείς να του το αναγνωρίσει, ξεπεζεύει από το σταβλισμένο σε εθνικό υποστατικό άτι του, βάζει στην άκρη τους «άγουρους», τους «σαλιάρηδες», τους «διακονιαρέους» και τους «κλέφτες» (μια έσχατη παραπομπή στους εχθρούς του υπερρεαλισμού) και τρέχει, δυνατός και καθ' ολοκληρίαν απελευθερωμένος, «παρέα με τον Ανδρέα Εμπειρίκο / να δημιουργήση / και να ζήση». Ο οικουμενικός χαρακτήρας της τέχνης θα πάρει για τελευταία φορά τη σκυτάλη στην ποίηση του Εγγονόπουλου, αλλά η εμπειρία του θα μείνει για τους επόμενους ως μία από τις ζωτικότερες παρακαταθήκες του ελληνικού μοντερνισμού. ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 18/03/2007

Reblog this post [with Zemanta]

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Τα πρότυπα ομορφιάς αλλάζουν συνέχεια

MCCALL STYLE & BEAUTYImage by George Eastman House via Flickr

Τα γυναικεία πρότυπα φυσικής ομορφιάς και εμφάνισης εξελίσσονται και αλλάζουν με τις δεκαετίες, ανεξάρτητα από τα επαγγέλματα και τις καταστάσεις.
«Η νέα ανδροκρατούμενη βιομηχανική κοινωνία προσδιορίζει με σαφήνεια», όπως επισημαίνει η επίκουρη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, ψυχολόγος-κοινωνιολόγος, Χριστίνα Αντωνοπούλου, «ως αποφασιστική ποιότητα και μοναδικό περιεχόμενο της γυναικείας προσωπικότητας την ομορφιά και το καλλίγραμμο σώμα με τις αναλογίες που αυτή θεωρεί ώς τις πιο ιδεώδεις.

Ετσι όπως παρουσιάζεται τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από τον Τύπο, περιοδικά κ.λπ., η ομορφιά κρίνεται με βάση τις διαστάσεις που έχει το τέλειο στήθος, η μέση, οι γοφοί και γενικά οι υπόλοιπες αναλογίες, με βασικό επιστέγασμα για τη συνολική εμφάνιση το κλασικό παρθενικό πρόσωπό της».


«Η συστηματική προβολή της ανατομικής παρουσίας της γυναίκας τόσο από τα ΜΜΕ όσο και από τις βιομηχανίες καλλυντικών ως πρωταρχικό-κοινωνικό στοιχείο επιτυχίας και αποδοχής έχει αποτέλεσμα», αναφέρει η κ. Αντωνοπούλου, «τη δημιουργία και την ανάπτυξη άσβεστου ανταγωνισμού ανάμεσα στις γυναίκες στο επίπεδο της εμφάνισής τους, των ρούχων, των κοσμημάτων και στην απόκτηση υπεροχής, αλλά κυρίως αποδοχής, θαυμασμού και αναγνώρισης. Ιστορίες όπως του Πάρη που πρόσφερε το μήλο στην πιο όμορφη, την Ελένη, ή του Ιουστινιανού, που δεν διάλεξε την Κασσιανή, βρίθουν κατά χιλιάδες στην ιστορία και στην παγκόσμια βιβλιογραφία».

«Γνωρίζουμε πλέον», προσθέτει η ίδια, «ότι μια όμορφη γυναίκα σύμφωνα με τα ισχύοντα πρότυπα έχει εξασφαλισμένες σημαντικές προϋποθέσεις για κοινωνική και οικονομική άνοδο. Η γυναικεία ομορφιά εξακολουθεί και στις μέρες μας να έχει πανίσχυρη και απαρασάλευτη ανταλλακτική αξία, που δεν κλονίζεται μάλιστα από τις διακυμάνσεις του χρηματιστηρίου και το ανεβοκατέβασμα των υλικών αγαθών της παγκόσμιας αγοράς.

Τόσο η ανδροκρατική εξουσία όσο και τα ΜΜΕ ανακαλύπτουν νέες μορφές και νέα σχήματα για να ανασυνθέτουν τους καθιερωμένους ρόλους και να υποτάσσουν ιεραρχώντας πολλές άλλες ανάγκες τους, προκειμένου να επιβιώσει η ανδρική νοοτροπία. Η εκμετάλλευση της γυναίκας -εκμετάλλευση σωματική, πνευματική και σεξουαλική- δημιουργεί και την ανάπτυξη έντονου ανταγωνισμού ανάμεσα στις γυναίκες στην προσπάθειά τους να ανταποκριθούν όσο καλύτερα μπορούν στα μοντέρνα πρότυπα που προωθούνται από τα ΜΜΕ, σύμφωνα με τις ανδροκρατικές προδιαγραφές.

Η σύγχρονη κοινωνία, που έχει διαμορφώσει τα πρότυπα της γυναικείας εμφάνισης, επιμελημένα και συστηματικά έχει καλλιεργήσει το συσχετισμό της εμφάνισης με την ποιότητα του μυαλού της γυναίκας».

Οπως τονίζει η κ. Αντωνοπούλου, «η μυθολογία, η ιστορία και η λογοτεχνία, αλλά και τα διάφορα έντυπα, καθώς επίσης και τα ΜΜΕ, εμφανίζουν τη γυναικεία ομορφιά ως ακαταμάχητο κοινωνικό όπλο για ανέλιξη και επιτυχία, άρα και τη συνακόλουθη σεξουαλικότητα της γυναίκας, που σε τελευταία ανάλυση επισημαίνει το σημαντικότερο ρόλο της. Με λίγα λόγια, η δύναμη της γυναίκας είναι η σεξουαλικότητά της. Δεν της χρειάζεται μυαλό, αλλά ομορφιά για να πετύχει -πού να πετύχει;- στην αποδοχή και αναγνώριση από έναν άνδρα. Ετσι οι γυναίκες, οι νέες κοπέλες που δεν πληρούν τα προβαλλόμενα πρότυπα και μοντέλα, κατατρύχονται από τα ζητήματα της φυσικής τους εμφάνισης και αυτοαξιολογούνται από κεκτημένη ταχύτητα και αταβισμό με βάση τα ισχύοντα σεξουαλικά πρότυπα».

Οσον αφορά τις συνέπειες, η κ. Αντωνοπούλου υπογραμμίζει ότι «σήμερα μεγάλος αριθμός νέων γυναικών βιώνει χαμηλή αυτοεκτίμηση και ανασφάλεια, συναισθήματα που έχουν ψυχοσωματικές παρενέργειες και εμμονές. Πολλές γυναίκες, για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στα πρότυπα, ιδιαίτερα κατά την εφηβική ηλικία, αυτοϋποβάλλονται σε εξαντλητικές δίαιτες και παντός είδους στερήσεις, για να μπορέσουν να πλησιάσουν ή και να ξεπεράσουν τα προτεινόμενα διαστασιολογικά σταθερότυπα του σώματος.

Η λεπτή και κομψή γυναίκα, έτσι όπως παρουσιάζεται από τα ΜΜΕ, είναι ένας κοινωνικός όρος που αφορά το γυναικείο φύλο σε τέτοιο βαθμό, που συσχετίζεται με την κοινωνική αποδοχή του ατόμου, τη συναισθηματική του αποδοχή ή απόρριψη και τη συνακόλουθη κοινωνική περιθωριοποίηση που οδηγεί στη συναισθηματική απομόνωση, νεύρωση και χαμηλή αυτοεκτίμηση». ΠΗΓΗ:εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 09/07/2005
Reblog this post [with Zemanta]

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

Πώς το αίμα φτάνει στα παιδιά

Star Wars: Bounty HunterImage by andy z via Flickr

Πριν από μερικά χρόνια σε ένα από τα Starbucks του Λος Αντζελες συναντήθηκαν ο Μπομπ Αλεν, πρώην σχεδιαστής κινουμένων σχεδίων της Ντίσνεϊ, ένας έφεδρος του αμερικανικού ναυτικού και κάποιο στέλεχος των Universal Studios. Συζητώντας περί εικονικής πραγματικότητας συνέλαβαν την ιδέα να δημιουργήσουν έναν προσομειωτή για λογαριασμό του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού. Τον προσομειωτή τον κατασκεύασε η εταιρεία του Αλεν Integrity Arts and Technology και το ονόμασαν Battle Stations (Θέσεις μάχης). Ποια ήταν η ιδέα για το βιντεοπαιχνίδι αυτό; «Να συνδυάσουμε την άμυνα με τον κόσμο της διασκέδασης» όπως δήλωσε το 2003 στην εφημερίδα Boston Globe ο Αλεν.

To παραπάνω είναι μόνο ένα από τα αναρίθμητα παραδείγματα που θα μπορούσε να αναφέρει κανένας, και που αποδεικνύουν ότι η βιομηχανία της διασκέδασης, οι κολοσσοί της πληροφορικής και το αμερικανικό Πεντάγωνο έχουν μεταξύ τους δεσμούς πολύ πιο ισχυρούς από όσο υποθέτουμε. Πάμπολλα παραδείγματα άλλωστε παραθέτει στο βιβλίο του Πόλεμος και βιντεοπαιχνίδια ο Εντ Χάλτερ, αρθρογράφος και κριτικός κινηματογράφου της νεοϋορκέζικης εφημερίδας Village Voice και άλλων γνωστών αμερικανικών εντύπων. Αναλύοντας τους δεσμούς αυτούς μάς θυμίζει πράγματα που δεν τα λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη αλλά παίζουν καθοριστικότατο ρόλο στη ζωή μας αφού επιδρούν στην ψυχολογία και στη συμπεριφορά της επόμενης γενιάς κατά ύπουλο και εν πολλοίς ανεξέλεγκτο τρόπο.

Παιχνίδια και πόλεμος

Η σχέση ανάμεσα στον πόλεμο και στο παιχνίδι είναι σχεδόν προαιώνια. Σε περιόδους μάλιστα πραγματικών πολέμων οι πωλήσεις πολεμικών παιχνιδιών ανεβαίνουν κατακόρυφα. Συνέβαινε παλαιότερα, συμβαίνει και σήμερα, λέει ο Χάλτερ. Γι' αυτό άλλωστε η αγορά πολεμικών βιντεοπαιχνιδιών μετά την αμερικανική επέμβαση στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ ανέβηκε κατακόρυφα - και όχι μόνο στις ΗΠΑ. Η ιστορία της γέννησής τους ωστόσο είναι άκρως ενδιαφέρουσα:

Το 1962, ένας ιδιοφυής σπουδαστής του Πολυτεχνείου της Μασαχουσέτης ανέπτυξε στο τεράστιων τότε διαστάσεων ηλεκτρονικό υπολογιστή του εργαστηρίου του ένα παιχνίδι που το αποκάλεσε space war. Το Χόλιγουντ μυρίστηκε πολύ χρήμα στην υπόθεση, όταν κατάλαβε περί τίνος επρόκειτο, και γύρισε μερικές από τις εμπορικότερες ταινίες του οι οποίες είχαν ως θέμα φανταστικούς πολέμους στο Διάστημα. Ο αμερικανικός στρατός επίσης δεν έμεινε αδιάφορος. Ανέπτυξε σε πρώτη φάση τα δικά του παιχνίδια, πολλά από τα οποία κυκλοφορούν στο εμπόριο και παίζονται στους Η/Υ. Κάποια από αυτά ευκολότατα τα κατεβάζει κανείς από το Διαδίκτυο, ανατρέχοντας στις σχετικές ιστοσελίδες, ιδίως τα καθαρά προπαγανδιστικά που στοχεύουν στη στρατολόγηση προσωπικού για τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις. Μολονότι δεν είναι ο μόνος λόγος, θα πρέπει να τον θεωρήσει κανένας επαρκή εξήγηση γιατί το αμερικανικό Πεντάγωνο συνεργάζεται στενά με τις βιομηχανίες που παράγουν τα βιντεοπαιχνίδια καθώς και με το εκπαιδευτικό σύστημα.

Εκπαιδευτικοί από όλη την Αμερική καλούνται και ενημερώνονται συνεχώς για τις νέες εξελίξεις στην ανάπτυξη της τεχνολογίας των πολεμικών βιντεοπαιχνιδιών. Η επιστήμη, η βιομηχανία, η τεχνολογία, ο κόσμος του θεάματος και η κυβέρνηση διαμορφώνουν ένα τεράστιο φασματικό - και φανταστικό - πάρκο ενημέρωσης, ψυχαγωγίας (αλλά και προπαγάνδας) όπου εντάσσονται μικρότερα (πραγματικά) πάρκα ψυχαγωγίας και διακινούνται τρισεκατομμύρια δολάρια.

Η πιο δυνατή μορφή δράσης

Αυτοί που πρώτοι ανέπτυξαν τα πολεμικά βιντεοπαιχνίδια ήταν προγραμματιστές Η/Υ που εργάζονταν για τον αμερικανικό στρατό. Οταν αποδείχθηκε ότι το αντικείμενο είχε τεράστιο οικονομικό ενδιαφέρον, εισήλθαν στον τομέα αυτό οι ιδιοφυείς σχεδιαστές από την κινηματογραφική βιομηχανία, οι παλιοί χάκερ και οι χαρισματικοί της εικονικής πραγματικότητας. Τα πολεμικά βιντεοπαιχνίδια σύντομα αποδείχθηκαν απίστευτα δημοφιλή. Οι λόγοι, σύμφωνα με τον Χάλτερ, είναι προφανείς: τα βιντεοπαιχνίδια δημιουργούν ένα τοπίο πολέμου που δεν υπάρχει, όπου επιπλέον πρωταγωνιστούν και πρόσωπα που δεν υπάρχουν. Οι πρωταγωνιστές τους είναι φορείς της πιο δυνατής μορφής δράσης, δηλαδή της πολεμικής βίας. Και η βία αυτή εύκολα πουλιέται στις νεότερες, τις μετά το Βιετνάμ γενιές, που δεν γνώρισαν τον πραγματικό πόλεμο. Οι μεσήλικοι στην Αμερική όχι μόνο απεχθάνονται τον πόλεμο αλλά και την ιδέα ότι θα μπορούσαν τα παιδιά τους να συμμετέχουν σε αυτόν. Μια τέτοια στάση στην Αμερική όσο και αν φαίνεται αντιφατική εξηγείται εν μέρει από το γεγονός ότι ο στρατός των ΗΠΑ μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ είναι πλέον μισθοφορικός.

Η κινηματογραφική βία της δεκαετίας του '70, όταν μέσω αυτής η κοινωνία του θεάματος ξεπερνούσε κάποια ταμπού, μεταφέρθηκε, σύμφωνα με τον Χάλτερ, στα βιντεοπαιχνίδια, με τη διαφορά φυσικά ότι στη δεύτερη περίπτωση απουσιάζουν οι χαρακτήρες που υπάρχουν εξ ορισμού στις κινηματογραφικές ταινίες και η εικονική πραγματικότητα εξαντλείται στο περιβάλλον που η ίδια δημιουργεί. Αφού η πραγματικότητα εκφράζεται φαντασιακά, δηλαδή αφού αποκόπτεται από την πραγματική ζωή, η βία που παράγεται, ως μη πραγματική, μπορεί να είναι ανεξέλεγκτη.

Οι εταιρείες που παράγουν βιντεοπαιχνίδια, τόσο για τον αμερικανικό στρατό όσο και για το εμπόριο, βασίζονται στο τρίπτυχο μοντελοποίηση - προσομοίωση - εκπαίδευση. Για να ωραιοποιήσουν τα πράγματα καταφεύγουν σε ευφημιστικούς χαρακτηρισμούς, ο δημοφιλέστερος από τους οποίους είναι πως τα βιντεοπαιχνίδια, όπως έχουν εξελιχθεί με την ανάπτυξη των συστημάτων προσομοίωσης, αποτελούν τη δημοφιλέστερη Βιωματική διασκέδαση. Παραγωγοί παλαιότερα δημοφιλών τηλεοπτικών σειρών όπως Οι σκληροί του Μαϊάμι, λ.χ., έχουν στραφεί σήμερα στα βιντεοπαιχνίδια που παράγει ο στρατός, τα μιμούνται και τα τελειοποιούν. Οι στρατιωτικοί είναι οι πραγματικοί οραματιστές στον τομέα των Βιωματικών Μέσων, λένε.

Το αίμα γίνεται πίξελ

Οι γονείς αντιδρούν γιατί οι επιδράσεις στον ψυχισμό των εφήβων είναι καταλυτικές. Η κοινωνία που εμπορεύεται τη βία γίνεται αυτομάτως βίαιη. Και όσο μεγαλύτερες οι πωλήσεις τόσο πιο αυξημένη και η βία. Η βία αυτή ξυπνά τα πιο πρωτόγονα αισθήματα, είναι ένα είδος βουντού των εικόνων, το οποίο επειδή ακριβώς δεν παραπέμπει στον πραγματικό κόσμο αλλά σε μια ιδέα για τον κόσμο, καταντά ανήθικη - ή μήπως αυτός είναι ο στόχος από στρατιωτικής απόψεως; Οι στρατιώτες, αναφέρει ο συγγραφέας, που μαθαίνουν μέσα από τα βιντεοπαιχνίδια τον πόλεμο, όταν μπαίνουν πραγματικά στο παιχνίδι της μάχης και σκοτώνουν τον πρώτο αντίπαλό τους αισθάνονται σαν να βρίσκονται μέσα σε ένα άλλο βιντεοπαιχνίδι. Η υπερπραγματικότητα (ή εικονική πραγματικότητα) πρέπει να καταπιεί ή να καταργήσει τον πραγματικό κόσμο, να καταστήσει ουδέτερο τον αντίπαλο, να μετατρέψει το αίμα σε πίξελ.

Κάνει και άλλες ανατριχιαστικές παρατηρήσεις ο συγγραφέας. Ανεξάρτητα από το αν το σκηνικό του βιντεοπαιχνιδιού είναι ο Α´ ή ο Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος ή ακόμη και ο πόλεμος στο Ιράκ το παιχνίδι στην ουσία δεν αλλάζει. Στην εικονική πραγματικότητα ο πόλεμος μοιάζει διαχρονικά ίδιος. Η τεχνολογία έχει αντικαταστήσει την ιστορική εμπειρία, εξαφανίζοντας το συλλογικό βίωμα. Στο παιχνίδι είτε ο παίκτης σκοτώνει έναν Ταλιμπάν είτε έναν ιάπωνα στρατιώτη στον πόλεμο του Ειρηνικού είτε έναν Γερμανό στην απόβαση της Νορμανδίας είναι ένα και το αυτό. Το παιχνίδι του πολέμου διαφέρει φυσικά από την πραγματικότητα γιατί στον αληθινό πόλεμο δεν υπάρχουν ατομικοί πρωταγωνιστές και ήρωες αλλά μαζικές κινήσεις στρατευμάτων και πολυπληθείς μάχες. Η εξατομίκευση των πολεμικών επιχειρήσεων στο πρόσωπο του ενός ήρωα-πρωταγωνιστή του βιντεοπαιχνιδιού δίνει στον πόλεμο ρομαντική χροιά - και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο.

Από κοντά και οι Κινέζοι

Στην παραγωγή των πολεμικών βιντεοπαιχνιδιών οι Αμερικανοί δεν είναι μόνοι τους. Τους ακολουθούν οι Ιάπωνες και από κοντά οι Κινέζοι. Οι τελευταίοι, μετά την επίθεση στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, κατασκεύασαν ένα βιντεοπαιχνίδι αποκαλούμενο Laden vs USA. (Ο Μπιν Λάντεν εναντίον των ΗΠΑ.) Σε αυτό ανακατεύονται εικόνες στις οποίες αεροπλάνα καρφώνονται στους Δίδυμους Πύργους, φωτογραφίες του Μπους και του Μπιν Λάντεν και εικόνες ερειπίων - όλα σε ένα κολάζ κατά απομίμηση των χολιγουντιανών μπλοκμπάστερ. Ο παίκτης πρέπει να καταρρίψει αεροπλάνα και να βυθίσει πλοία από κάποιο υποβρύχιο. Κάθε φορά που ολοκληρώνει επιτυχημένα έναν γύρο του παιχνιδιού το Laden vs USA παίζει σε ηλεκτρονική διασκευή το χριστουγεννιάτικο τραγούδι Deck the Halls (Στολίστε τις αίθουσες). Αν αναρωτιέστε σε ποιες ηλικίες απευθύνεται τούτο το κιτς της βίας, σύμφωνα με τους κινέζους κατασκευαστές είναι κατάλληλο για άτομα από πέντε ετών και άνω!

Το Πεντάγωνο είχε τους καλύτερους προγραμματιστές και τεχνικούς για να δημιουργήσει τα βιντεοπαιχνίδια και τα συστήματα εξομοίωσης που εξυπηρετούσαν τους σκοπούς του. Σύντομα όμως η ηγεσία του κατάλαβε ότι χρειαζόταν τους καλλιτέχνες (σχεδιαστές και τεχνικούς των εφέ που τους προμήθευε το Χόλιγουντ) ώστε να τα κάνει να φαντάζουν ελκυστικά. Αλλά από τότε και εφεξής τα βιντεοπαιχνίδια έγιναν συστατικό τμήμα του τομέα της διασκέδασης, της βιομηχανίας παιχνιδιών και του θεάματος.

Από την κουλτούρα οι ιδέες


Η βιομηχανία πάντοτε ανακάλυπτε τις μεγάλες εμπορικές ιδέες στην κουλτούρα. Τα ρομπότ φτιάχτηκαν μεταπολεμικά στα αμερικανικά πανεπιστήμια αλλά τη σύλληψή τους θα τη βρούμε σε ένα θεατρικό έργο του τσέχου συγγραφέα Κάρελ Τσάπεκ των αρχών του 20ού αιώνα, όπου επίσης γίνεται σαφής αναφορά στο ζήτημα της τεχνητής νοημοσύνης. Η κατάργηση του χαρακτήρα και η αντικατάσταση του ήρωα με έναν τύπο που κυριαρχεί στα βιντεοπαιχνίδια παρουσιάστηκε στην ταινία ΤΗΧ (1971) του Τζορτζ Λούκας, πασίγνωστου για μία από τις μεγαλύτερες χολιγουντιανές επιτυχίες όλων των εποχών, τον Πόλεμο των άστρων. Στην ΤΗΧ όμως οι πρωταγωνιστές δεν έχουν πραγματικά ονόματα αλλά κωδικά νούμερα. Εν τούτοις και αυτή η ταινία δεν είναι όσο προδρομική θα φανταζόταν κάποιος. Προηγήθηκε το μυθιστόρημα Εμείς του Γιεβγκένι Ζαμιάτιν αποκαλούμενου και Εγγλέζου από τη Μόσχα, που γράφτηκε από το 1920 ως το 1921 στα ρωσικά και κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1924.

Ας θυμίσουμε ότι και ο όρος κυβερνοχώρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε σε μυθιστόρημα, τον Νευρομάντη του Γουίλιαμ Γκίμπσον, το 1983. Δεν είναι τυχαίο που η ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος βασίζεται στην περιγραφή τοπίων της εικονικής πραγματικότητας ούτε και το ότι η δράση του εκτυλίσσεται στην πρωτεύουσα αυτής της εικονικής πραγματικότητας (που παλαιότερα ο Νόρμαν Μέιλερ την ονόμασε «πρωτεύουσα του πλαστικού»): το Λος Αντζελες. Αλλωστε, τον Μάιο του 2003 εκεί έλαβε χώρα η μεγαλύτερη ως σήμερα Εκθεση Ηλεκτρονικής Διασκέδασης (η Electronic Entertainment Expo ή Ε3).

Ο στρατός εισβάλλει στο Λος Αντζελες

«Στα μέσα Μαΐου του 2003 αμερικανικά στρατεύματα εισέβαλαν στο Λος Αντζελες». Ετσι αρχίζει το βιβλίο του Χάλτερ. Πραγματικά, έγινε «εισβολή» συνδυασμένων δυνάμεων πεζοναυτών και ελικοπτέρων Black Hawk. Οι στρατιώτες είχαν εντολή να εισβάλουν στο κτίριο της έκθεσης. Και αυτό έκαναν. Ηταν μια πράξη συμβολική. Με την εισβολή αυτή ο στρατός ήθελε να προβάλει την προσεχή νέα έκδοση ενός ήδη γνωστού προϊόντος, του America's Army: Operations (Ο στρατός της Αμερικής: Επιχειρήσεις).

Κάποιος φίλος των βιντεοπαιχνιδιών από την Ευρώπη υπέβαλε κάποτε στον επίσημο δικτυακό τόπο του αμερικανικού στρατού το εξής ερώτημα: «Δεν ζω στις Ηνωμένες Πολιτείες, μπορώ παρ' όλα αυτά να παίξω το παιχνίδι;». Η απάντηση που έλαβε δεν ξαφνιάζει κανέναν πλέον: «Ναι, έχουμε επίσημους δοκιμαστές και στην Ευρώπη! Δεν υπάρχουν περιορισμοί στο ποιος μπορεί να παίξει το "America's Army". Θέλουμε όλος ο κόσμος να μάθει πόσο σπουδαίος είναι ο "Στρατός των ΗΠΑ"». ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 9-3-2008
Reblog this post [with Zemanta]

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

Η ηθική της επιστήμης

GENEVA - JUNE 16:  A photon source is seen in ...Image by Getty Images via Daylife

I found this fascinating quote today:


Από τεχνολογική άποψη τα σχετικά με το πείραμα στο CERN είναι αναμφισβήτητα ένα τεράστιο κατόρθωμα. Δικαιολογεί, όμως, το κατόρθωμα αυτό, τις υπερβολές που συνοδεύουν το πείραμα;spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Nov 2009

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Το ψηφιακό μέλλον του βιβλίου

Download Digital Books and More @ NJ LibrariesImage by New Jersey State Library via Flickr

του ROGER CHARTIER,
ιστορικού,καθηγητή του Coll ge de France και προέδρου του Επιστημονικού Συμβουλίου της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας


Το Google, οι ηλεκτρονικές εκδόσεις, το Ιnternet, οι φόβοι και οι ελπίδες

«Oταν διακήρυξαν ότι η βιβλιοθήκη θα περιελάμβανε όλα τα βιβλία, η πρώτη αντίδραση ήταν μια υπερβολική ευτυχία» έγραφε οΧόρχε Λουίς Μπόρχες. Μια ανάλογη άμεση ευτυχία προκλήθηκε από τη διακήρυξη της ψηφιακής Βαβέλ του Google. Ολα τα βιβλία για όλους τους αναγνώστες, όπου και αν αυτοί βρίσκονται: ένα εκπληκτικό όνειρο που υπόσχεται οικουμενική πρόσβαση στη γνώση και στην ομορφιά. Δεν πρέπει όμως να χάνουμε τη λογική μας. Η μεταφορά της γραπτής κληρονομιάς από μια υλική υπόσταση σε μια άλλη δεν συμβαίνει για πρώτη φορά. Τον 15ο αιώνα η τυπογραφία ετέθη μαζικά στην υπηρεσία των ειδών που κυριαρχούσαν στον πολιτισμό του χειρογράφου. Στους πρώτους αιώνες της μετά Χριστόν εποχής η επινόηση του βιβλίου που εξακολουθούμε να γνωρίζουμε σήμερα, του κώδικα, με τα φύλλα, τις σελίδες και τα περιεχόμενά του, συνέλεξε σε ένα καινούργιο αντικείμενο τις χριστιανικές γραφές και τα έργα των ελλήνων και λατίνων συγγραφέων. Η Ιστορία δεν διδάσκει κανένα μάθημα παρά μόνο τα κοινά σημεία, και στις δύο αυτές περιπτώσεις όμως δείχνει κάτι ουσιαστικό για να κατανοήσουμε το παρόνότι το «ίδιο» κείμενο δεν είναι πια το ίδιο όταν αλλάζει το μέσο στο οποίο εγγράφεται και, επομένως, το ίδιο ισχύει και για τους τρόπους ανάγνωσης και την έννοια που του αποδίδουν οι νέοι αναγνώστες του.

Οι βιβλιοθήκες το γνωρίζουν, παρ΄ ότι ορισμένες από αυτές μπήκαν ή μπαίνουν ακόμη στον πειρασμό να κρατήσουν μακριά από τους αναγνώστες- δηλαδή να καταστρέψουν- τα έντυπα αντικείμενα των οποίων η διατήρηση φαίνεται να εξασφαλίζεται από τη μεταφορά τους σε ένα άλλο μέσο: το μικροφίλμ και τη μικροδιαφάνεια αρχικά, το ψηφιακό αρχείο σήμερα. Εναντίον αυτής της κακής πολιτικής πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το να προστατεύουν, να ταξινομούν και να καθιστούν προσιτά (και όχι μόνο για τους ειδικούς) τα κείμενα στις διαδοχικές ή ανταγωνιστικές μορφές στις οποίες τα διάβασαν οι αναγνώστες του παρελθόντος, ακόμη και ενός πρόσφατου παρελθόντος, παραμένει θεμελιώδες καθήκον των βιβλιοθηκών - και πρώτη αιτία της ύπαρξής τους ως ιδρυμάτων και τόπων ανάγνωσης.

Ας υποθέσουμε ότι τα τεχνικά και οικονομικά προβλήματα της ψηφιοποίησης έχουν λυθεί και ότι όλη η γραπτή κληρονομιά μπορεί να περάσει σε ψηφιακή μορφή. Η διατήρηση και η επικοινωνία των προηγούμενων μέσων της δεν θα καθίσταντο λιγότερο απαραίτητες. Αλλιώς η «υπερβολική ευτυχία» που υπόσχεται αυτή η- επιτέλους- υλοποιηθείσα Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας θα πληρωθεί με το μεγάλο τίμημα της αμνησίας των παρελθόντων που κάνουν τις κοινωνίες αυτό που είναι.

Αυτό ακόμη περισσότερο τη στιγμή που η ψηφιοποίηση των αντικειμένων του γραπτού πολιτισμού που εξακολουθεί να είναι δικός μας (το βιβλίο, το περιοδικό, η εφημερίδα) επιβάλλει μια μετάλλαξη πολύ πιο ισχυρή από εκείνη που επέβαλε η μετακίνηση από τα κείμενα σε κυλίνδρους στον κώδικα. Μου φαίνεται ότι το ουσιώδες εδώ είναι η βαθιά αλλαγή της σχέσης ανάμεσα στο απόσπασμα και στο κείμενο.

Το όλον και το απόσπασμα
Τουλάχιστον ως σήμερα στον ηλεκτρονικό κόσμο η ίδια φωτεινή επιφάνεια της οθόνης του υπολογιστή είναι εκείνη που προσφέρει προς ανάγνωση τα κείμενα, όλα τα κείμενα, όποιο και αν είναι το είδος τους ή η λειτουργία τους. Ετσι διακόπτεται η σχέση που, σε όλους τους προηγούμενους γραπτούς πολιτισμούς, συνέδεε στενά αντικείμενα, είδη και χρήσεις. Αυτή η σχέση οργανώνει τις άμεσα αντιληπτές διαφορές ανάμεσα στους διαφόρους τύπους έντυπης δημοσίευσης και στις προσδοκίες των αναγνωστών τους, οι οποίοι καθοδηγούνται στην τάξη ή στην αταξία των λόγων από την υλική υπόσταση των μέσων που τους μεταφέρουν.

Αυτή η ίδια σχέση καθιστά ορατή τη συνοχή των έργων, επιβάλλοντας την αντίληψη της κειμενικής οντότητας, ακόμη και σε εκείνον ο οποίος θέλει να διαβάσει μόνο μερικές σελίδες. Στον κόσμο της ψηφιακής κειμενικότητας οι λόγοι δεν εγγράφονται πλέον σε αντικείμενα τα οποία επιτρέπουν να τους ταξινομήσουμε, να τους ιεραρχήσουμε και να τους αναγνωρίσουμε στην ταυτότητά τους. Είναι ένας κόσμος αποσπασμάτων αποκομμένων από το πλαίσιό τους, παρατιθέμενων, ανασυνθέσιμων, χωρίς να είναι απαραίτητη ή επιθυμητή η κατανόηση της σχέσης που τα εγγράφει στο γραπτό έργο από το οποίο έχουν αποκοπεί.

Θα αντιτάξει κανείς ότι αυτό ίσχυε πάντα στον γραπτό πολιτισμό, με τις συλλογές αποσπασμάτων και τις ανθολογίες. Στον πολιτισμό του εντύπου όμως ο διαμελισμός των κειμένων συνοδεύεται από το αντίθετό του: την κυκλοφορία τους σε μορφές οι οποίες σέβονται την ακεραιότητά τους και, μερικές φορές, τα συγκεντρώνουν σε «έργα», άπαντα ή όχι. Επιπλέον, στο ίδιο το βιβλίο, τα αποσπάσματα, απαραίτητα, υλικά, αποδίδονται σε ένα κειμενικό σύνολο, αναγνωρίσιμο ως τέτοιο.

Πολλές συνέπειες απορρέουν από αυτές τις διαφορές. Η ίδια η ιδέα της επιθεώρησης ή του περιοδικού καθίσταται αβέβαιη εφόσον η ανάγνωση των άρθρων δεν συνδέεται πλέον με την άμεση αντίληψη μιας εκδοτικής λογικής η οποία γίνεται ορατή από τη σύνθεση κάθε τεύχους αλλά οργανώνεται με βάση μια θεματική σειρά τίτλων. Και είναι βέβαιο ότι οι νέοι τρόποι ανάγνωσης, διακοπτόμενοι και τμηματικοί, καταρρίπτουν τις κατηγορίες που διείπον τη σχέση με τα κείμενα και τα έργα που είχαν σχεδιαστεί με βάση τη μοναδικότητα και τη συνοχή τους.

Η αγορά της πληροφορίας
Ακριβώς αυτές τις θεμελιώδεις ιδιότητες της ψηφιακής κειμενικότητας και της ανάγνωσης απέναντι στην οθόνη θέλει να εκμεταλλευθεί το εμπορικό σχέδιο του Google. Η αγορά του είναι η αγορά της πληροφορίας. Τα βιβλία, όπως και οι άλλες πηγές που μπορούν να περάσουν σε ψηφιακή μορφή, συνιστούν ένα τεράστιο κοίτασμα από όπου μπορεί να αντληθεί η πληροφορία. Οπως έγραψε ο Σεργκέι Μπριν, ένας από τους ιδρυτές της επιχείρησης, «υπάρχει μια φανταστική ποσότητα πληροφοριών στα βιβλία.Πολλές φορές όταν κάνω μια έρευνα,αυτά που βρίσκω μέσα σε ένα βιβλίο είναι εκατό φορές ανώτερα από αυτά που μπορώ να βρω σε έναν ηλεκτρονικό τόπο».

Από εδώ προκύπτει η άμεση και αφελής αντίληψη ότι κάθε βιβλίο, όπως κάθε βάση δεδομένων, παρέχει «πληροφορίες» σε όσους τις αναζητούν. Να ικανοποιήσει αυτή την απαίτηση αντλώντας κέρδος, αυτός είναι ο κύριος στόχος της καλιφορνέζικης επιχείρησης, και όχι να οικοδομήσει μια οικουμενική βιβλιοθήκη στη διάθεση της ανθρωπότητας.

Το Google δεν φαίνεται άλλωστε πολύ καλά εξοπλισμένο για να κάνει κάτι τέτοιο, αν κρίνουμε από τα πολλά λάθη χρονολόγησης, ταξινόμησης και ταυτοποίησης που παρατηρούνται στην αυτόματη εξαγωγή δεδομένων του. Για την αγορά της πληροφορίας αυτά τα αβλεπήματα είναι δευτερεύοντα. Αυτό που προέχει είναι ο ευρετηριασμός και η ιεράρχηση των δεδομένων και των λέξεων-κλειδιών και των τίτλων που επιτρέπουν να πάει κανείς όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στα έγγραφα με τις καλύτερες «επιδόσεις». Η κατοχή των τεχνολογιών που προσφέρουν στο Google ένα σχεδόν μονοπώλιο στη μαζική ψηφιοποίηση έχει εξασφαλίσει τη μεγάλη επιτυχία και τα παχυλά οφέλη αυτής της εμπορικής λογικής. Οδηγεί σε συμφωνίες- ήδη υπάρχουσες ή μελλοντικές- με τις μεγάλες βιβλιοθήκες του κόσμου αλλά και σε μια τεράστια ψηφιοποίηση χωρίς καμία ανησυχία για τον σεβασμό των πνευματικών δικαιωμάτων, όπως και στη σύσταση μιας γιγαντιαίας βάσης δεδομένων ικανής να απορροφήσει και αρχειοθετήσει τις πιο προσωπικές πληροφορίες για εκείνους που κάνουν χρήση των πολλαπλών υπηρεσιών που προσφέρει το Google. Η ρητορική της υπηρεσίας προς το κοινό και του οικουμενικού εκδημοκρατισμού δεν αρκεί για να εξαλείψει τις ανησυχίες που γεννούν οι επιχειρήσεις του Google. Τίποτε δεν εξασφαλίζει ότι στο μέλλον η επιχείρηση, ως μονοπώλιο, δεν θα επιβάλει σημαντικά δικαιώματα πρόσβασης ή συνδρομές παρά την ιδεολογία του κοινού καλού και των δωρέαν παροχών που διατυμπανίζει σήμερα.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να τοποθετήσουμε τις συζητήσεις που θα γίνουν στο μέλλον.
ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 22-11-2009
Reblog this post [with Zemanta]

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

Η αντιστασιακή ποίηση και ο Νίκος Εγγονόπουλος

Nikos EngonopoulosImage via Wikipedia

του Ανδρέα Μπελεζίνη

Ενα πρότυπο ηρωισμού, αντίστασης και θυσίας, με υπερρεαλιστικό πρόσωπο

Το κείμενο που επιγράφεται «Ενα οργισμένο ποίημα της κατοχής» (από τη συλλογή «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες», Ικαρος, 1978, σσ. 134+137, και σημειώσεις στις σσ. 222-223), είναι ένα από εκείνα που «σκάρωσε», κατά την ιδίαν αυτού έκφραση, ο Νίκος Εγγονόπουλος, για να ανταποκριθεί στο καθολικό (εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις) εγχώριο και ευρωπαϊκό αίτημα για μια αντιστασιακή ποίηση εναντίον του άξονα και των δυνάμεων κατοχής, κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο (σε μας εδώ μέχρι και τη λήξη του εμφυλίου). Δεν μπορεί όμως να ειπωθεί το ίδιο για το αμέσως επόμενο ποίημα της ίδιας συλλογής (σσ. 138-139) με τίτλο «Περί Κροκοδείλου Κλαδά», παρά τη γειτνίαση και κυρίως την ολοφάνερη πρόθεση να γραφεί ένα ακόμη αντιστασιακό ποίημα, ασχέτως χρονικού πλαισίου, αλλά χωρίς τις συνήθεις παραχωρήσεις σε χαρακτηριστικά μορφής και περιεχομένου, στα οποία υπέκυψαν ή πάντως προσχώρησαν στη Γαλλία ακόμη και υπερρεαλιστές ποιητές, όπως ο Ελιάρ και ο Αραγκόν. Τα χαρακτηριστικά αυτά αποτυπώνονταν ήδη στην Ανθολογία «Η τιμή των ποιητών» που κυκλοφόρησε παράνομα στο Παρίσι, κοιτίδα του υπερρεαλισμού, και στην κατεχόμενη χώρα. Δεν έχουμε απολύτως καμία ένδειξη ότι ο Εγγονόπουλος είχε διαβάσει την ανθολογία αυτή κατά ή μετά την κατοχή. Είναι όμως απόλυτα βέβαιο, όπως θα δείξουμε άλλοτε, ότι εγνώριζε τη δριμύτατη απάντηση του Βενιαμίν Peret (έτσι ακριβώς υβριδιακά το όνομα, όπως συνήθιζε ο Εγγονόπουλος) «Η καταισχύνη των ποιητών», σε δύο τουλάχιστον δημοσιεύσεις, από τις οποίες η πρώτη αμέσως μετά το θάνατο του Γάλλου ποιητή, το Σεπτέμβρη του 1959, στο περιοδικό «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» που συνδιηύθυνε στο Παρίσι ο Κορνήλιος Καστοριάδης και η άλλη, στα ελληνικά μάλιστα, μερικούς μήνες αργότερα, στο περιοδικό «Κριτική» που εξέδιδε στη Θεσσαλονίκη ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης.

Οι τρεις τουλάχιστον από τους συστατικούς όρους της αντιστασιακής ποίησης, όπως τίθενται στη Σημείωση του Εγγονόπουλου, «ποιήματα επίκαιρα, όχι ακαταλαβίστικα, που να θυμίζουν και δημοτικό τραγούδι» και μάλιστα ο τελευταίος και επαχθέστερος, εφόσον εσήμαινε επιστροφή στην έμμετρη στιχοποιία, ισχύουν μόνο για το πρώτο από τα δύο «αντιστασιακά» ποιήματα. Το κείμενο αυτό, του οποίου ο τίτλος προφανώς είναι μεταγενέστερος και ενεργεί προληπτικά και άρα υπονομευτικά στη συνείδηση και κρίση των αναγνωστών, γράφτηκε οπωσδήποτε κατά πολλές εσωτερικές και εξωτερικές ενδείξεις μετά τη γραφή του «Μπολιβάρ». Ετσι ενώ στην «υμνική» (ωδική, υμνητήρια και πινδαρική) σύνθεση, όπως την αποκαλεί ο πάντοτε εμβριθής, ευαίσθητος και μαντικός Jean-Pierre Faye, στον Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου πρόκεινται δύο ήρωες, ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος και ο Σίμων Μπολιβάρ, και ο ποιητής αποφασίζει να ψάλει μοναχά (δήθεν;) τον Σίμωνα, στο «Ενα οργισμένο ποίημα της κατοχής» τα πράγματα είναι κατά πολύ απλούστερα. Τον ύμνο (και τον θρήνο) διεκδικούν πολλοί ήρωες. Απαντώντας στο ερώτημα «Ποιος θα κλάψη τον χαμό τόσων παλληκαριώνε», γράφει «εγώ θα κλάψω και θα πω το τι άξιζε ο καθένας/ Αλλ' όμως τώρα τραγουδώ τον Μήτσο Αστερίου/ που είταν αϊτός της Ρούμελης, πύργος στην Αταλάντη...».

Εννοείται ότι δεν θα μας ξαφνιάσει ότι ο αετός, το αγαπημένο «όρνεον» του Εγγονόπουλου ίπταται μεγαλοπρεπώς στους ορίζοντες του Μπολιβάρ αλλά και του επόμενου κειμένου, τον αντιστασιακό χαρακτήρα του οποίου έχουμε ήδη προαναγγείλει.

Το ποίημα αρχίζει τη φορά αυτή με δύο ερωτήσεις, τη μια πάνω στην άλλη, στις οποίες αποδίδεται η μεγίστη δυνατή έμφαση με δύο ερωτηματικά σημεία. Τα σημεία αυτά τοποθετούνται κατά αποκλειστικότητα του Εγγονόπουλου αντεστραμμένα στην αρχή καθενός από τους δύο στίχους και επαναλαμβάνονται κατά την τυπική τους μορφή στο τέλος των δύο άνισων κατά το άνυσμα ερωτημάτων! Σα να μην έφτανε αυτό ο παιχνιδιάρης και είρωνας ποιητής παίζει με παρηχήσεις και αναγραμματισμούς («κροκο...» - «κορκο...») τους οποίους επιτρέπει και προκαλεί η διπλή προφορά του ονόματος «κροκόδειλος» και «κορκόδειλος» που φέρει τόσο ο πολέμαρχος της Μάνης όσο και το συμπαθές και παρεξηγημένο αμφίβιο σαρκοφάγο. Εννοείται ότι αυτά τα «-τεχνήματα» ή έστω οι παραξενιές ελάχιστα κολακεύουν και συνάδουν με τις επιταγές του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού» και της άξιας του ονόματος και πάντως εύληπτης και κατανοητής αντιστασιακής ποίησης:

; ποιος ήταν ο Κροκόδειλος Κλαδάς;

; ήταν πραγματικός κορκόδειλος

και ψεύτικα κι απατηλά

τα κλάυματά του

μεσ' τη νύχτα;

Η απάντηση, όπως αναμενόταν άλλωστε για άνθρωπο και ήρωα της περιωπής του μεγάλου πολεμιστή, είναι εντόνως αρνητική· δεν ήταν «πραγματικά κορκόδειλος» και άρα δεν έχυνε ψεύτικα δάκρυα κατά το παραδιδόμενο σκώμμα:

«όχι: πραγματικά ήταν αυτός- που έκλαιγε αληθινά τη νύχτα»· και στο σημείο αυτό ο τολμηρότατος ποιητής χωρίς να διστάζει, πιάνεται από την παρεμπίπτουσα λέξη «νύχτα» και ανοίγοντας εκτεταμένη παρένθεση εγκλείει μια δεύτερη τετράστιχη στροφή που ένα υπερρεαλίζον ποίημα το καθιστά έλλογο, χρηστικό και «επικαιρικό». Στη συνέχεια, χωρίς να αρνείται στον γενναίο και αδούλωτο Μανιάτη μαχητή ανθρώπινες ευαισθησίες, στις επόμενες στροφές εντείνει το δοξαστικό τόνο και καλύπτει το τραγικό τέλος του ήρωα. Για το τέλος αυτό ο ποιητής μάς πληροφορεί στις σημειώσεις του ότι ο ελεύθερος, υπερήφανος και πάντοτε δαφνοστεφής πολέμαρχος της Μάνης... τελικά ηττήθηκε και τον έγδαραν ζωντανό οι Τούρκοι.

Γιατί ο Νίκος Εγγονόπουλος διάλεξε ως πρότυπο ηρωισμού, αντίστασης και θυσίας τον Κροκόδειλο Κλαδά και όχι άλλον από τους πάμπολλους και γνωστότερους αγωνιστές της μετά την άλωση της Πόλης περιόδου και κυρίως της εθνεγερσίας; Ενα τέτοιο ερώτημα, κι αν ακόμη δεχτούμε ότι επιτρέπεται να τεθεί, δεν μπορεί να απαντηθεί. Αυτό πάντως που συνεργεί και συντείνει στην πρόσληψη και απόλαυση του σχολιαζόμενου κειμένου είναι μια σειρά από λεπτομέρειες, στοιχεία και συμβάντα που προσδίδουν στον εξυμνούμενο ήρωα υπερρεαλιστικό πρόσημο. Εκτός από το όνομα που επέτρεψε στον ποιητή τις κρουστικές, φωνηεντικές και συμφωνικές ηχολαλίες, ο Κροκόδειλος (κατ' άλλους Κροκόνδιλος) Κλαδάς συνδύαζε «τόπους», που τα γεωγραφικά, ανθρωπολογικά, ιστορικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά και από μόνα τους επιβάλλονταν «ως εγγενώς και a priori» υπερπραγματικά, όπως συνέβη στο Μεξικό και στο εκεί ενδιαφέρον και αξιόλογο υπερρεαλιστικό κίνημα. Τα στοιχεία αυτά, εικόνες, αισθήσεις, συμπεριφορές, ιδιαιτερότητες και όσα άλλα συναποτελούν την ιδιάζουσα «τοπική», ξεχωριστά έθελγαν και γοήτευαν τον ζωγράφο και ποιητή Νίκο Εγγονόπουλο. Εννοώ βέβαια την Ηπειρο, τη μια και την άλλη, την Αλβανία (αληθινή «Αλβανιάδα») ολάκερη και τη Μάνη, προσηλιακή και αποσκιαδερή. Οσο για την τελευταία αυτή, κι αν ακόμη πράγματι δεν εγκαταστάθηκαν στη στενότερη τουλάχιστον περιοχή αρβανίτικες φάρες, ξέρουμε καλά -κι ακόμη καλύτερα το 'ξερε ο ποιητής που διά βίου παρακολουθούσε με πάθος τη σχετική φιλολογία και έρευνα -ότι «οι Ζυγιώται της Πελοποννήσου» ήσαν Σλάβοι, λείψανα των Μελιγκών, παραμείναντα εν τη χώρα και μετά την φραγκικήν κατάκτησιν» όπως διδάσκει ο Ν. Γ. Πολίτης σε άρθρο του το 1882. («Λαογραφικά σύμμεικτα», τόμος Α', εν Αθήναις, 1920 σ. [134] - 141)· το απόσπασμα που παραθέσαμε αμέσως πιο πάνω είναι το οριστικό συμπέρασμα του νέου τότε μελετητή. Ηδη στο δεύτερο ποίημα της πρώτης συλλογής του Νίκου Εγγονόπουλου, αυτό ακριβώς που επιγράφεται «Μην Ομιλείτε εις τον Οδηγόν, Ι» συναντάμε τους πρώτους Αλβανούς σε μιας εκπληκτικής ευκρίνειας και ορθότητας υποτύπωση, της οποίας θα υποδείξουμε άλλοτε την αφόρμηση (:«Αλβανοί χορεύοντες σκέπτονται να στρέψουν προς νέες διευθύνσεις τις ενέργειές τους, εις τρόπον ώστε τα παιδιά να μην καταλάβουν τίποτες από τις πικρίες και τις απογοητεύσεις της ζωής. Να μη καταλάβουν τίποτες πριν από τον καιρό τους»)· Οσο για τους υπερήφανους, ασυμβίβαστους, ανδροπρεπέστατους Ελληνες (ειδωλολάτρες) σλαβογενείς και σλαβόφωνους Μελιγκούς (ή Μελιγγούς) από τον Ζυγό της Μάνης, τους «Ζυγιώτας» ακριβώς του Εγγονόπουλου που έφεραν σε αμηχανία και σχεδόν απέλπισαν τους σχολιαστές και ερμηνευτές θα τους βρούμε σ' ένα από τα πρώτα πέντε ή έξι ποιήματα της ίδιας συλλογής. Θα παραθέσουμε εδώ μόνο την τελευταία «στροφή» ενός από τα ερωτικότερα και εντελέστερα ποιήματα που έγραψε ο υπερρεαλιστής ζωγράφος και ποιητής: «από την άρπα/ όμως/ βγήκαν / το ένα κατόπι του άλλου/ ένα πουλί/ μια πλάκα πράσινο σαπούνι/ κι ένα/ σίδερο/ του σιδερώματος/ - από/ τα κοινότατα -/ - αυτά ακριβώς/ που οι Ζυγιώται/ ονομάζουν/ εν ώρα καταιγίδος/ Ars amantis». Αν το εντέλει Ars amantis (=η τέχνη του ερώντος, η τέχνη του εραστή) ανακαλεί και το οικειότερο από τη λατινική γλώσσα και γραμματεία Ars amandi (=η τέχνη του εράν, η τέχνη της αγάπης), ανάλογα σχόλια ή και ερμηνευτικές λαβές χωρούν και για τα άλλα σημεία της στροφής και του ποιήματος. Για παράδειγμα το κοινό σίδερο του σιδερώματος που έρχεται συνειρμικότατα αμέσως μετά την «πλάκα πράσινο σαπούνι», ήτοι την πλύση, και μάλιστα όπως αυτή γινόταν προπολεμικά, λειτουργεί εδώ ως ισχυρό φαλλικό σύμβολο·εάν μάλιστα, όπως οφείλουμε, ερμηνεύσουμε τον Εγγονόπουλο με τον Εγγονόπουλο, φρόνιμο είναι να φανταστούμε και ποιους δερμάτινους χιτώνες, φύλλα συκής και φετίχ αφορούσαν οι πλύσεις και τα σαπουνίσματα. Ο συμβολισμός αυτός επιτείνεται από τη λέξη και την έννοια «πλάκα (πράσινο σαπούνι) που δεν είναι καθόλου άσχετη ετυμολογικά με το παραγόμενο γνωστό συνουσιαστικό ρήμα και το οργανικό παράγωγο του τελευταίου αυτού. Οσο για το λανθάνον ενθωνύμιο «Μελιγκοί» με τις δύο ηδύτατες σημαίνουσες πρώτες συλλαβές, (μέλι - μελιχρός) το μοναδικό στην Πελοπόννησο τοπωνύμιο Ζυγός (=όχι τόσο το μέρος που χωρίζουν τα νερά αλλά ο τόπος που ενώνονται τα βουνά, ο αυχένας του όρους!), που ανακαλεί λέξεις όπως «ζεύγνυμι, σύζυγος, συζυγία», οι ορμητικές και γαμήλιες καταιγίδες στις πλαγιές του πολυκόρυφου Ταΰγετου, ποια άλλη διαυγέστερη «υπερπραγματικότητα» ή έστω πραγματικότητα θα απαιτούσαμε από έναν «ορύκτη» ποιητή; ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 17-8-2007
Reblog this post [with Zemanta]

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More