Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Τα τέκνα του Θερσίτη

ΑΠΟΡΩ ΠΩΣ ΞΥΠΝΗΣΑΝ ΚΑΠΟΙΟΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑΝ ΠΩΣ Η ΣΑΤΙΡΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΣ ΚΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΕΠΙΛΗΨΙΜΟ, ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ΑΚΟΜΨΟ, ΑΥΘΑΙΡΕΤΟ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ, ΠΑΝΤΩΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟ. ΣΙΓΑ ΤΑ ΛΑΧΑΝΑ.

του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Η πρώτη και πλέον βίαιη αμφισβήτηση της εξουσίας εμφανίζεται ήδη στο πρώτο γραπτό λογοτεχνικό κείμενο στην ιστορία του πολιτισμού. Στην «Ιλιάδα» ο σημαδεμένος Θερσίτης ψέλνει τα εξ αμάξης στους ηγέτες της δεκάχρονης εκστρατείας στην Τροία. Αν συγκεντρώσει κανείς τα «κοσμητικά» επίθετα με τα οποία ο θρασύτατος εκείνος στρατιώτης λούζει τον Αγαμέμνονα και τους συν αυτώ, έχω την εντύπωση πως μόνο λεκτικές παραλλαγές και πλατειασμούς θα εύρισκε στην ιστορία των παγκοσμίων ύβρεων. Στην «Ιλιάδα» έχουμε τη γέννηση και την πρώτη ανθολογία πολιτικής και αντιεξουσιαστικής σάτιρας. Γιατί ο θείος επικός δεν περιορίζεται σε χαρακτηρισμούς που έχουν να κάνουν μ΄ αυτό που ονομάζουμε «ατομική» σάτιρα, δηλαδή επίθεση στα προσωπικά ελαττώματα του ηγεμόνα, αλλά τα συνδέει με κοινωνικές και θεσμικές δομές είτε διότι τα ατομικά ελαττώματα ενός ηγέτη καθορίζουν και τον τρόπο που κυβερνά και συμπεριφέρεται, νομοθετεί και δικάζει είτε διότι η καρέκλα της εξουσίας πολλαπλασιάζει και παροξύνει τα προσωπικά χούγια του χαρακτήρα του ηγέτη.

Δεν θα αναφερθώ σε ανθολογήματα από σατιρικές κριτικές αιχμές στην τραγωδία, αλλά ο Αριστοφάνης (που πρόσφατα πάλι έγινε αντικείμενο αναφοράς σε σχέση με τη σύγχρονη σάτιρα και την ποιότητά της) έχει ήδη στις ένδεκα σωζόμενες κωμωδίες του εξαντλήσει όλα τα μοτίβα, τα λεκτικά ευρήματα και τα συντάγματα της επιθετικής αντιεξουσιαστικής σάτιρας. Π.χ., για να μείνω σε μια ακραία ενέργειά του, εν μέσω Πελοποννησιακού Πολέμου και ενώ η Αθήνα πολιορκείται και υφίσταται τις συνέπειες του αποκλεισμού και ενώ πριν από λίγους μήνες έχει ξεκληριστεί το ένα τρίτο του πληθυσμού από τον λοιμό, που δεν ήταν άλλο από κοιλιακός τύφος εξαιτίας του συνωστισμού ανθρώπων και ζώων στα δημόσια άλση, όπου και τα πηγάδια, τολμάει μιλώντας για το Μεγαρικό ψήφισμα, δηλαδή το εμπάργκο που είχε επιβάλει ο Περικλής στα σπαρτιατικά Μέγαρα, οργισμένος ο ποιητής το χαρακτηρίζει καβγά δύο νταβατζήδων για δύο πουτάνες! Ποιος θα εκμεταλλευτείποια! Τη στιγμή που γνώριζε πως οι Αθηναίοι είχαν όμορα χωράφια με τους Μεγαρίτες και η Αθήνα έκανε εισαγωγή κεραμικού χώματος από τα Μέγαρα και την εχθρική Κόρινθο, πρώτη ύλη της αγγειοπλαστικής της εξαγωγικής βιοτεχνίας!

Για να αντιληφθεί κανείς την τόλμη και το ρίσκο του Αριστοφάνη δεν έχει παρά να θυμηθεί (μιας και έγινε επίσημη από τον Άρειο Πάγο αναθεώρηση της δίκης των έξι) πως στήθηκαν πολιτικοί και στρατιωτικοί στον τοίχο, γιατί αντί για το σλόγκαν «Ελλάς των τριών θαλασσών και των δύο ηπείρων» αντέτασσαν το σλόγκαν «Μικρά και έντιμος Ελλάς».

Ας μη σταθώ στον αιρετικότατο Λουκιανό και στο ανατρεπτικό του χιούμορ. Ακόμη και στο βλοσυρό Βυζάντιο ο Θεόδωρος, Πτωχοπρόδρομος επονομαζόμενος, εκτός από τα «Γράμματα» αναθεματίζει και την Αυλή και τους άρχοντες και τους πλούσιους και τους επίορκους συναδέλφους του κρατικούς υπαλλήλους.

Η κρητική κωμωδία ακολουθώντας τα αναγεννησιακά ελευθεριάζοντα πρότυπα εξευτελίζει και τους δειλούς και ασελγείς στρατιωτικούς, τους παιδεραστές και ζήτουλες δασκάλους, τις προξενήτρες και τους κερδοσκόπους εμπόρους και λαμόγια. Οργιάζει δε όταν παραλαμβάνει τους παραλήδες γερομπαμπαλήδες που αγοράζουν ορφανές παρθένες τη συνδρομή των μητέρων τους!!

Στα Επτάνησα η κοινωνική και η πολιτική σάτιρα έδωσε έξοχα δείγματα και στην ποίηση και στην πεζογραφία και στο θέατρο. Ο «Χάσης» του Γουζέλη, οι «Ψευδογιατροί» (αλμπάνηδες) του Σουρμελή, οι ραδιούργοι και τραμπούκοι, οι μέθυσοι πορνόβιοι του «Βασιλικού» του Μάτεσι, η καταλυτική σάτιρα του Λασκαράτου, του Τσακασιάνου και μιας πλειάδας «ριζοσπαστών» ακτιβιστών είναι μεγάλη προίκα της νεοελληνικής σατιρικής λογοτεχνίας. Οι Φαναριώτες και οι Αθηναίοι λογοτέχνες αλλά και οι δημοσιογράφοι και γελοιογράφοι του 19ου αιώνα συγκροτούν μια ομάδα αξιοσημείωτων αντιεξουσιαστών σατιρικών. Ο Ραγκαβής, ο Νερουλός, οι Σούτσοι, ο Καρύδης και ο μέγας Μιλτιάδης Χουρμούζης, ο Βυζάντιος, ο Γεώργιος Σουρής ξετινάζουν τη βαυαροκρατία, την πρώτη δημοσιοϋπαλληλία, τους νεόπλουτους ομογενείς που αναζητούν τρυφερούδια ανάμεσα στις ανέστιες θυγατέρες των αρβανιτάδων της Αττικής, την ιδεολογία του τζόγου (όπου αλληλοκλέβονται πρέσβεις ξένων κρατών, νομάρχες, στρατηγοί, βουλευτές και... δεσποτάδες σε ιδιωτικές λέσχες. Σε μια κωμωδία του Χουρμούζη κάποιος χάνει το σπίτι του και τη γυναίκα του!), τον μαϊμουδισμό της μόδας, των νέων αχώνευτων ιδεών, το τσιμπούσι των εργολάβων δημοσίων έργων, τη ρεμούλα της δημόσιας περιουσίας, το ρουσφέτι, τις κουμπαριές και την αχαλίνωτη και βάρβαρη λογοκρισία Αστυνομίας και Εκκλησίας.

Ακόμη και το κωμειδύλλιο και το δραματικό ειδύλλιο μιλάνε για αρχαιοκάπηλους, για προικοθήρες, για ψεύτες πολιτικούς, για δωροδοκούμενους υπαλλήλους.

Η Ελλάδα στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα διαθέτει έναν σατιρικό συγγραφέα που δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τον Ιονάθαν Σουίφτ, τον Εμμανουήλ Ροΐδη και όχι μόνο για την «Πάπισσα Ιωάννα»- ένα άλλοθι των επιτηδείων για να θεωρήσουμε πως ο σατιρικός είχε στόχο τον καθολικισμό. Στο άλλο εξαίσιο έργο του ξετινάζει θεσμούς, ήθη, συμπεριφορές, νοοτροπίες, προλήψεις, προκαταλήψεις, ιδεοληψίες και ιδεολογήματα και όλη την ψευδή συνείδηση μιας ολόκληρης κοινωνίας διαταξικά.

«Γιούχα και πάλι γιούχα...»

Τα «Σατιρικά γυμνάσματα» του Κωστή Παλαμά δεν είναι απλώς μια κοινωνική, πολιτική σάτιρα, είναι ένας ανελέητος λίβελος εναντίον ηθών, στρεβλώσεων, ψευδαισθήσεων, φαντασιώσεων και απαιδευσίας μιας σάπιας κοινωνίας. Και μόνο δύο στίχους από δύο επικολυρικά του έργα να σημειώσω, προβάλλω έναν μέγιστο σατιρικό ποιητή και διδάσκαλο δημόσιου ήθους: «Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη χώρα» («Η Φλογέρα του βασιλιά») και «Γιούχα και πάλι γιούχα των πατρίδων» («Δωδεκάλογος του Γύφτου»).

Οι «Σάτιρες» του Καρυωτάκη (ο οποίος υπήρξε και συγγραφέας επιθεωρήσεων!) είναι πικρές, διεισδυτικές και απελπισμένες κραυγές ενός ανθρώπου που πρώτος στον μεσοπόλεμο διάβασε και προφήτευσε την μπόχα που έφερνε σαν τσουνάμι το «σύστημα».

Τα «Καραγκιόζικα» του Ρώτα και ο Μποστ είναι δύο ιδιότυπες αλλά καίριες σατιρικές μονήρεις σχολές που φτάνουν ώς την εποχή μας. Μεσολαβούν οι έξοχοι επιθεωρησιογράφοι και οι συγγραφείς των φαρσοκωμωδιών. Τι άλλο κάνουν από το να τραβούν το χαλί κάτω από τα πόδια της εξουσίας και των θεσμών που σαπίζουν ο Μελάς, ο Καγιάς, ο Ρούσσος, ο Ψαθάς, ο Σακελλάριος, ο Τσιφόρος, ο Πρετεντέρης, ο Γιαλαμάς, ο Κορρές, ο Λάκης Μιχαηλίδης, ο Γ. Λαζαρίδης, ο Καμπάνης και ώς τη ζώσα σήμερα όζουσα πραγματικότητα ο Φασουλής, η Παναγιωτοπούλου, ο Λαζόπουλος, ο Ξανθούλης, αλλά και ο Ποντίκας, ο Σκούρτης, ο Μουρσελάς, ο Μανιώτης, ο Μέντης, ο βιτριολικός Μάτεσις, ο Αρμένης, ο σατιρικός Σαββόπουλος και ο παραληρηματικός υπερρεαλιστής Τακόπουλος;

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 6-2-2010

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Προς έναν πολιτισμό του ελεύθερου χρόνου


του Μιχάλη Kονιόρδου

Στον 21ο αιώνα οι εξελίξεις του τεχνικού πολιτισμού (πληροφορική, αυτοματοποίηση κ.λπ.) αναμένεται να οδηγήσουν σε μια δραστική μείωση των ωρών της εργάσιμης εβδομάδας και επομένως στην ανάπτυξη ενός πολιτισμού του «ελεύθερου χρόνου», για να μπορέσουν να ευθυγραμμιστούν οι απαιτήσεις εργασίας με τις νέες παραγωγικές δυνατότητες του κεφαλαίου.

Οικονομολόγοι, όπως ο νομπελίστας Βασίλι Λεόντιεφ, ήδη προετοιμάζουν το έδαφος για τη μετάβαση στη μικρότερης διάρκειας εργάσιμη εβδομάδα. Σε μια συνέντευξή του υποστηρίζει ότι ο ελεύθερος χρόνος θα πρέπει να θεωρείται ως «ένα τμήμα του εισοδήματος» και ότι «πρέπει να εξευρεθούν τρόποι, ώστε να ενθαρρύνεται η ξεκούραση». Ανησυχεί όμως ότι «εάν εργαζόμαστε λιγότερο», θα «ξοδεύουμε περισσότερο χρόνο μπροστά στην τηλεόραση». Η δημιουργική αξιοποίηση του χρόνου ξεκούρασης μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα «της βελτίωσης της εκπαίδευσης». Πράγματι, δεν είναι μόνον η διάρκεια αλλά κυρίως το περιεχόμενο του ελεύθερου χρόνου που είναι αποφασιστικό.

Στο πλαίσιο μιας τέτοιας εξέλιξης, η συνεχής βελτίωση της εκπαίδευσης και της μόρφωσης θα αποτελέσουν το επίκεντρο των κοινωνικών αναγκών της παγκόσμιας κοινότητας. Η ανοικτή εκπαίδευση θα αποκτήσει έναν ιδιαίτερο, αυτόνομο ρόλο που ξεφεύγει από την άμεση υποταγή στις τρέχουσες ανάγκες της παραγωγής. Δεν πρόκειται πια μόνο για το ποια προετοιμασία για τη ζωή θα πρέπει να βάλουμε στα κεφάλια και στα χέρια των ανθρώπων, αλλά για ένα τελείως άλλο πράγμα: για το τι μπορούμε να κάνουμε τον κάθε άνθρωπο, για το ποιες αυτόνομες δυνάμεις, πλαστουργές πολιτισμού θα μπορέσει να αναπτύξει στη διάρκεια της ζωής του.

Ο ρόλος της ανοικτής εκπαίδευσης

Kάτω από την επίδραση των επιστημονικοτεχνολογικών εξελίξεων, η εκπαίδευση αναμένεται να αποκτήσει δυναμικό χαρακτήρα - σαν σκοπός, περιεχόμενο και μέθοδος, και, τελικά σαν θεσμός. Στο σημερινό κόσμο, ο σημερινός άνθρωπος θα πρέπει σε όλη του τη ζωή να προσαρμόζεται στις μεταβολές των γνώσεων, της εργασίας, του περιβάλλοντος και ολόκληρου του περιεχομένου της ανθρώπινης ζωής.

Για παράδειγμα, υπολογίζεται ότι στη Μηχανική η ημιζωή των γνώσεων που αποκτώνται μέχρι ένα δεδομένο σημείο (π.χ. ώς την αποφοίτηση από το πανεπιστήμιο) είναι 5-7 χρόνια, στους Η/Υ 1-2 χρόνια, στη Διοίκηση Επιχειρήσεων 5-8 χρόνια, στη Νοσοκομειακή Ιατρική 3-5 χρόνια, στη Φυσική και στα Οικονομικά 8 χρόνια και στη Βιοτεχνολογία 5-6 χρόνια.

Η προοπτική που διανοίγει η εσωτερική λογική της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης τείνει να καταργήσει τον έως τώρα διαχωρισμό της ζωής ανάμεσα στην περίοδο απόκτησης γνώσεων και στην επόμενη περίοδο της αξιοποίησης αυτών των γνώσεων, που εκτείνεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Kάτι περισσότερο: η μόρφωση δεν είναι πια μια απλή προετοιμασία για τη ζωή, αλλά γίνεται συστατικό της στοιχείο. Ηδη από σήμερα εγκαθίσταται σε πολλούς κλάδους σαν σταθερή, αξεδιάλυτη συνιστώσα «του χρόνου εργασίας». Ολα δείχνουν πως στο μέλλον, δίπλα στον άμεσο «χρόνο παραγωγής», θα καταλαμβάνει όλο και πιο σημαντικό μέρος του «χρόνου εργασίας».

Η ίδια, συνεπώς, η αποστολή του σχολείου θα αλλάξει ριζικά γιατί θα πρέπει τελικά να ξαναμελετηθεί και να πραγματωθεί σε συνάρτηση με τη συνεχή ανάπτυξη των δεξιοτήτων και ικανοτήτων του ανθρώπου. Εδώ, όμως, τίθεται ένα νέο πρόβλημα που αναμένει επιτακτικά τη λύση του: το πρόβλημα του τρόπου, του άριστου συστήματος, μιας τέτοιας εκπαίδευσης. Η διάρθρωσή της, ανάλογα με τις διάφορες βαθμίδες και μορφές σχολικής και εξωσχολικής μόρφωσης, θα πρέπει να προσαρμοσθεί όσο γίνεται καλύτερα στο χαρακτήρα της σημερινής γνώσης του κόσμου και με τους τρόπους πρακτικής αλλαγής του, και ταυτόχρονα θα πρέπει να σέβεται τις φυσικές ικανότητες του ανθρώπου στις διάφορες φάσεις της ζωής του. Με άλλα λόγια, είναι αναγκαίο να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες της αυτοαρτίωσης του ανθρώπου, τον ιδιαίτερο ρυθμό του και τις ειδικές ανάγκες του για γνώσεις.

Η παιδεία που θα μπορούσε να θεμελιώσει τη δημιουργική δραστηριότητά του, θα πρέπει, στο μεθοδολογικό πεδίο, να τον εξοπλίσει πολύ πιο αποτελεσματικά, να του προσφέρει μια πιο πλατιά επιστημονική θεώρηση του σημερινού τρόπου αλλαγής του κόσμου και αυτοδιάπλασης του ανθρώπου και να εντάσσεται στη σημερινή σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο της τεχνολογίας.

Η παιδεία που παρέχεται στον άνθρωπο δεν μπορεί, βέβαια, να αγκαλιάσει όλες τις ανακαλύψεις και τις νέες θεωρίες στην πληρότητά τους, αλλά μπορεί να εκπληρώσει την αποστολή της, αν επιτρέψει τη διείσδυση στη θεμελιακή διαλεκτική του ανθρώπου και του έργου του στο σύγχρονο πολιτισμό.

Φαίνεται, πως ο καλύτερος δρόμος που μπορεί να ακολουθήσει προς αυτή την κατεύθυνση το εκπαιδευτικό σύστημα είναι μια πλατιά γενική εκπαίδευση -με τη μορφή της ανοικτής εκπαίδευσης- που να εισάγει σιγά σιγά τον άνθρωπο στις ποικίλες σφαίρες της ανθρώπινης δραστηριότητας, παρέχοντάς του -από πλευράς μεθοδολογίας- το δικαίωμα να διαμορφώνει ο ίδιος προοδευτικά την προσωπική του μορφωτική φυσιογνωμία μέσω αυτοτελών μαθησιακών κύκλων, τις θεματικές ενότητες, η εφαρμογή των οποίων στηρίζεται στο σπονδυλωτό ή αρθρωτό σύστημα.

Αυτή η θεώρηση σε ό,τι αφορά την εκπαιδευτική διαδικασία εναρμονίζεται με τις αλλαγές της ανθρώπινης δραστηριότητας σε μια εποχή όπου εκατοντάδες επαγγέλματα και τρόποι ζωής απορροφώνται ή τροποποιούνται από την ανάπτυξη της επιστήμης και της οργάνωσης. Ο άνθρωπος που έχει λάβει μια τέτοια μόρφωση είναι πολύ πιο ευκίνητος, ευλύγιστος, ικανός για αλλαγή, μεταπήδηση σε άλλη ειδικότητα ή βελτίωση της ειδικότητάς του. Το πλησίασμα των διαφόρων πολιτισμών του κόσμου, η ανάγκη της κυριάρχησης του ογκούμενου κύματος πληροφοριών, η αυξανόμενη συμμετοχή των ανθρώπων στις κοινωνικές αποφάσεις και στις διάφορες μορφές κοινωνικών δράσεων (π.χ. τρίτος ή κοινωνικός τομέας της οικονομίας, εθελοντισμός κ.λπ.), και ιδιαίτερα οι ανάγκες της ανάπτυξης του ανθρώπου σαν αυτοσκοπού, δρουν προς την ίδια κατεύθυνση.

Αποστολή της σύγχρονης παιδείας δεν είναι να μεταδίδει στο μαθητή ένα έτοιμο σύστημα γνώσεων, αλλά τις βάσεις και τις μεθόδους της αυτοδιάπλασής του για όλη του τη ζωή και πριν από όλα για εκείνη την περίοδο όπου δεν θα έχει πια το δάσκαλο να τον καθοδηγεί. Το σχολείο του μέλλοντος θα πρέπει να μετατρέψει το αντικείμενο της εκπαίδευσης σε υποκείμενο της αυτοεκπαίδευσης. Σκοπός της μόρφωσης δεν θα είναι η διάπλαση ενός συγκεκριμένου τύπου ανθρώπου, αλλά ενός ανθρώπου ικανού να διαπλάθεται σύμφωνα με το ένα ή το άλλο πρότυπο και μάλιστα ικανού να αλλάζει και το ίδιο το πρότυπο.

Παράλληλα, η εκπαίδευση θα χρειαστεί να διαφοροποιείται βαθμιαία και ουσιαστικά (δυνατότητα επιλογής των τομέων, των θεμάτων κ.λπ.), να εξατομικεύεται, και έτσι να αναπτύσσονται όλες οι ιδιαίτερες ικανότητες που παρουσιάζει ο κάθε νέος προτού αυτές στερέψουν και διαλυθούν. Χωρίς μια πλατιά βάση, η εξειδικευμένη εκπαίδευση χάνει την ικανότητά της να αναδεικνύει τα ταλέντα, και χωρίς την αναγκαία εξειδίκευση, ο άνθρωπος, με τη σειρά του, δεν βρίσκει την απαραίτητη επαφή με την πρόοδο του πολιτισμού.

Ενα τέτοιο σύστημα ανοικτής εκπαίδευσης μπορεί να αποτελέσει την πιο αποτελεσματική βάση της μόρφωσης των ενηλίκων. Ωστόσο, μπροστά στο σημερινό όγκο εργασίας, μειώνεται αναγκαστικά η σημασία και η αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου συστήματος, γιατί δεν είναι δυνατόν να παρασχεθεί μια μόρφωση ποιότητας σε μαζική κλίμακα. Ετσι, εάν στο μέλλον ο ελεύθερος χρόνος ξεπεράσει ένα ορισμένο όριο, τα συστήματα ανοικτής εκπαίδευσης θα μπορέσουν να αποτελέσουν τη βάση μιας μόνιμης συμβίωσης της εργασίας και της μόρφωσης.

Τέλος, η εκπαίδευση των ενηλίκων έχει μιαν ιδιάζουσα αναντικατάστατη αποστολή, σε συνάρτηση με την κινητικότητα της βάσης του πολιτισμού και της ανθρώπινης ζωής. Δεν περιορίζεται στο να εξασφαλίσει και να ελέγξει ένα ορισμένο επίπεδο κατάρτισης, αλλά ανταποκρίνεται σε κίνητρα που ξεπηδούν από τα σπλάχνα της σύγχρονης ζωής: ανάγκη της ίδιας της ανάπτυξης των ανθρωπίνων δυνάμεων, ανάγκη συμμετοχής στην εξερεύνηση των νέων δρόμων του πολιτισμού, δίψα για αυτογνωσία, ανάγκη αντίδρασης στην αστάθεια και την ανασφάλεια που γεννά μια υπερβολική εξειδίκευση, περιέργεια που προκαλείται από την επιτάχυνση του ρυθμού της εξέλιξης και από το ξεπέρασμα των αξιών, ανάγκη αποκατάστασης δημιουργικών σχέσεων του ανθρώπου με τον εαυτό του.

Οσο ασαφή και ασταθή αν -ίσως- φαίνονται αυτά τα κίνητρα, αποτελούν ωστόσο χαρακτηριστικό προϊόν του σύγχρονου πολιτισμού και με τον καιρό θα αποκτήσουν, ασφαλώς, μια δική τους θεσμική και συγκροτημένη βάση.
ΠΗΓΗ:εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 3-1-2001

Reblog this post [with Zemanta]

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Αποκριές και αρχαιότητα

του Μ.Τιβέριου, καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Είναι γνωστό ότι διάφορες αποκριάτικες εκδηλώσεις που γίνονται αυτή την εποχή σε πολλά μέρη σχετίζονται, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, με πανάρχαια θρησκευτικά δρώμενα που ανάγονται στην αρχαιότητα. Τις συναντούμε, π.χ., στη θρησκεία των Βαβυλωνίων, των Αιγυπτίων, των Ελλήνων, των Ρωμαίων, όπως και σε λαούς πρωτόγονους και λιγότερο πολιτισμένους.

Κύρια γνωρίσματά τους είναι οι μεταμφιέσεις των συμμετεχόντων σε αυτές που καλύπτουν τα πρόσωπά τους με μάσκες, συνήθως δύσμορφες, οι θορυβώδεις χοροί με τραγούδια και αισχρολογίες, η οινοποσία κ.ά. Ορισμένοι λαοί είχαν ενσωματώσει τέτοια στοιχεία σε τελετουργίες σχετικές με την έναρξη της νέας χρονιάς αποβλέποντας στο να είναι ευνοϊκή γι' αυτούς. Αλλοι πάλι τα συμπεριέλαβαν σε τελετές σχετικές με την άνοιξη και προσδοκούσαν να πετύχουν μ' αυτά πλούσια σοδειά και καλά γεννήματα. Πρωτόγονες κοινωνίες τα συσχέτιζαν με ποικίλες μαγικές δοξασίες. Από τις γιορτές της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας αρκετές είναι αυτές που παρουσιάζουν ομοιότητες με σύγχρονες αποκριάτικες εκδηλώσεις, όπως π.χ. διάφορες γιορτές του Διονύσου, τα Σατουρνάλια, τα Βακχανάλια, τα Λουπερκάλια, οι Καλένδες. Θα αναφερθώ στα Λουπερκάλια, για τα οποία ο Ν. Πολίτης πίστευε ότι παρουσιάζουν τις περισσότερες ομοιότητες. Επρόκειτο για μια γιορτή που σχετικά γρήγορα έχασε τον θρησκευτικό της χαρακτήρα και μεταμορφώθηκε σε μια καθαρά λαϊκή διασκέδαση που ικανοποιούσε και τα δεισιδαιμονικά ένστικτα των πιστών της. Το όνομά τους το οφείλουν στον θεό Λούπερκο, έναν θηριόμορφο ευεργετικό δαίμονα της βλάστησης και της ευγονίας, ιδιαίτερα αγαπητό σε αγρότες και βοσκούς. Τον λάτρευαν σε μια σπηλιά στις υπώρειες του Παλατινού λόφου στη Ρώμη όπου, σύμφωνα με την παράδοση, μια λύκαινα είχε θηλάσει τους μυθικούς δίδυμους ιδρυτές της πόλης Ρέμο και Ρωμύλο. Τα Λουπερκάλια μεταξύ άλλων περιλάμβαναν θυσία, κυρίως με κατσίκια και κριάρια, κοινή συνεστίαση όλων των μελών του ιερατικού σωματείου που ήταν επιφορτισμένο με τη λατρεία του θεού (Λούπερκοι), καθώς και οδοιπορία των τελευταίων στους δρόμους της Ρώμης. Ξεκινούσαν από τη σπηλιά του θεού τους και κατέληγαν πάλι σ' αυτήν έχοντας διασχίσει διάφορα τμήματα της πόλης, από τα οποία, σύμφωνα με την παράδοση, είχαν περάσει και οι μυθικοί δίδυμοι ιδρυτές της. Οι Λούπερκοι έτρεχαν γυμνοί φορώντας μόνο το δέρμα των θυσιασθέντων θυμάτων τους και έχοντας στο κεφάλι τους ένα στεφάνι. Κρατώντας μαστίγια καμωμένα από λουριά που είχαν κοπεί από τα δέρματα των ζώων που είχαν προσφέρει στον θεό τους, κτυπούσαν καθ' οδόν όσους συναντούσαν και κυρίως γυναίκες. Προτιμούσαν τους γλουτούς τους, αφού πίστευαν ότι με τον τρόπο αυτόν τις καθιστούσαν γόνιμες μητέρες. Η όλη γιορτή είχε φτάσει σε ακρότητες, πράγμα που ανάγκασε τον Αύγουστο να πάρει μέτρα. Απαγόρευσε τη συμμετοχή σ' αυτή παιδιών και εφήβων, ενώ η πομπή των Λουπέρκων υποχρεωτικά έπρεπε να συνοδεύεται από σώμα ιππέων που επέβλεπε ώστε τα τυχόν έκτροπα να μην ξεπερνούν κάποια όρια. Εν κατακλείδι τα Λουπερκάλια ήταν μια γιορτή αγροτική και ποιμενική που αποσκοπούσε να συνδράμει στην ευφορία της γης και στη γονιμότητα των ανθρώπων και των ζώων, ενώ συγχρόνως βοηθούσε και στην κάθαρση της πόλης. Εχοντας βαθιές ρίζες και απήχηση στις λαϊκές μάζες συνέχισε να είναι αγαπητή και μετά την επικράτηση του χριστιανισμού ακόμη και ανάμεσα σε πιστούς του Ναζωραίου!

Σίγουρα είναι αξιοθαύμαστο το πώς τέτοια πανάρχαια δρώμενα επέζησαν ως τις μέρες μας ακόμη και σε λαούς με υψηλό πολιτισμικό επίπεδο. Πολύ περισσότερο μάλιστα αφού οι θρησκείες που επικράτησαν, όπως π.χ. ο χριστιανισμός, προσπάθησαν με κάθε μέσο να εξαφανίσουν τις «ειδωλολατρικές» αυτές τελετές. Κάτι που τελικά δεν έγινε κατορθωτό. Στη Δύση μάλιστα έχουμε περιπτώσεις που η επίσημη Εκκλησία ενίσχυσε, συνέδραμε και συμμετείχε ενεργά σε τέτοιες εκδηλώσεις, προκειμένου να ευθυγραμμιστεί με τη λαϊκή θέληση και να εξυπηρετήσει σκοπιμότητες! Επέζησαν έτσι τα έθιμα αυτά επειδή είναι βαθιά ριζωμένα στην ανθρώπινη φύση. Πρόκειται για γιορτές που αρχικά αποσκοπούσαν στη διαιώνιση της ίδιας της ζωής, ενώ αργότερα περιεβλήθησαν και με κοινωνικά οράματα. Τα Saturnalia π.χ., μια γιορτή με ανάλογες εκδηλώσεις, ήταν αφιερωμένη στον θεό Saturnus, τον αντίστοιχο του ελληνικού Κρόνου, τον θεό του χρυσού αιώνα, στη διάρκεια του οποίου δεν υπήρχε ταξική διαφοροποίηση, δεν υπήρχαν δούλοι, δεν υπήρχε ατομική ιδιοκτησία. Ετσι και στη γιορτή του, που έφτασε να διαρκεί ακόμη και επτά ολόκληρες μέρες, επικρατούσε πραγματική ισότητα. Οι κρατούντες, οι πλούσιοι, οι φτωχοί, οι δούλοι, εξαφάνιζαν κάθε εξωτερικό διακριτικό τους γνώρισμα και συμπεριφέρονταν όλοι ως ισότιμοι. Οσο διαρκούσε ο εορτασμός της, απαγορευόταν κάθε τι που θα μπορούσε να προκαλέσει λύπη, σταματούσαν οι πολεμικές επιχειρήσεις και οι δίκες στα δικαστήρια, καταδικασμένοι έπαιρναν αμνηστία, αποφυλακίζονταν δούλοι. Τέτοιες γιορτές δεν ξεχνιούνται. Αλλά ακόμη και σήμερα, αποτελούν ζωογόνες ψυχαγωγικές δυνάμεις και η ψυχαγωγία, ως κοινωνική ανάγκη, δύσκολα παραμερίζεται.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 25-2-2001

Η ευτυχία στην εποχή του καταναλωτισμού

Η καταλληλότερη ίσως στιγμή για να τολμήσει κανείς να μιλήσει για την ευτυχία θεωρείται -σωστά ή λάθος- η αρχή του χρόνου. Ελπίδες, νέοι στόχοι, θεραπείες ψυχής και σώματος, αγαθές προθέσεις βρίσκονται στο πρόγραμμα πολλών ανθρώπων που δεν έχουν παραιτηθεί από τη σκέψη για ένα καλύτερο αύριο - σε προσωπικό τουλάχιστον επίπεδο, αφού είναι τελείως ουτοπικό να περιλάβει στις ελπίδες του το ευρύτερο περιβάλλον, παρόλο που το ένα συνδέεται στενά με το άλλο.


Ο Αγιος Αυγουστίνος είχε ωστόσο πει πως «ευτυχία είναι να συνεχίζεις να ποθείς όσα κατέχεις ήδη», και στις μέρες μας, αυτές του άκρατου καταναλωτισμού -για όσο ακόμη μπορούμε να επενδύουμε σε αυτόν καθιερώνεται ως ο πιο επιτυχημένος ορισμός της ευτυχίας από όσους έχουν ειπωθεί.

Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/#ixzz0eWVHhY00
Under Creative Commons License: Attribution


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Ετυμολογικά, λαογραφικά... μηνός Φεβρουαρίου

του Ν.Βαρδιάμπαση

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΩΝ

image



Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

Εξοστρακισμένος εαυτός


του Μισέλ Φάις

Στην Ειρήνη Β.

Για όλα φταίνε οι μετανάστες ή, το καθρέφτισμά τους, η παγκοσμιοποίηση, δηλαδή οι Αμερικάνοι. Ετσι, με δυο αφορισμούς ξεπαστρεύουμε όλο το ιδεολογικό φάσμα της τρέχουσας πολιτικής σκηνής. Για κάποιους μάλιστα είναι ένα και το αυτό. Καθώς βρίσκουν και την κρυφή ρίζα των παγκόσμιων δεινών: τον εβραιοσιωνισμό, αυτό τον αρχέγονο και δοκιμασμένο δαίμονα καταστροφής του πλανήτη - εξακολουθητική παραφυσική ή μεταφυσική βίωση του κενού της ατομικής ή της συλλογικής περιπέτειας.

Προχτές σε ταξί ένας κιτρινιάρης (όπως αποκαλούσε τους συναδέλφους του) παραληρούσε, στην αρχή σε μια Ρωσίδα και κατόπιν σ' έναν Πακιστανό, που δεν καταλάβαιναν γρυ από τον υψηλόφρονα δεκάρικό του: Βρε, ουστ. Τι σκατά θέλουν στην Ελλαδίτσα μας και τη βρωμίζουν; Στα Τίρανα έχει λιγότερους Αλβανούς από την Αθήνα, μου εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος ταρίφας, που εκ περιτροπής άκουγε στη διαπασών σκυλάδικα και Εκκλησία της Ελλάδος (μακαρίζοντας τον Χριστόδουλο και απαξιώνοντας τον νερόβραστο διάδοχό του).

Ο ρατσισμός, που ουσιαστικά είναι ο εξοστρακισμός του εξοστρακισμένου μας εαυτού, στις μέρες μας καλύπτει σαν το νερό στ' αυλάκι την υποχώρηση του δημόσιου νοήματος στο όνομα της πιο άγριας, τυφλής, ιδιόχρηστης ελευθερίας. Επειδή όμως η ετερότητα βαφτίζεται στην ενδοσκόπηση, τα παιχνίδια του ίδιου και του άλλου σκαρώνουν απίστευτες φάρσες σ' όλους αυτούς που, καραβολεμένοι στην ελευθερία της αδιαφορίας, καμώνονται ότι κόπτονται περί μιας κοινωνίας της ανοχής, της αλληλεγγύης, της συμμετοχής.

Εξού κι ένας αθέατος ρατσισμός έχει πέραση σε ανθρώπους καλού γούστου, στα πιο συνειδητοποιημένα στρώματα, σ' όλους αυτούς που αυτοχρίζονται υποψιασμένοι στα μυστικά και στα ψέματα της πολιτικής και της καθημερινότητας.

Αλήθεια, ποιος από τους ανθρώπους των πολλών επιλογών, κι όχι της ανάγκης, δεν έχει σκεφτεί να καρυδώσει κάποιον άλλο (όχι αυτόν που σέβεται εξαιτίας του άλλου χρώματος, της άλλης θρησκείας, της άλλης σεξουαλικότητας, της άλλης καταγωγής), αλλά τον άλλο, μόνο και μόνο επειδή τον βλέπει ως άλλο;
ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,7-6-2008

Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Τηλεοπτική ζούγκλα: Η τεχνολογία της χειραγώγησης


του ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΣΑΡΔΑΚΗ, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Πατρών

Το 1989 είναι το έτος που θεσμίζεται η λειτουργία της ιδιωτικής τηλεόρασης στην Ελλάδα. Εκτοτε, δημιουργήθηκαν και λειτουργούν εκατοντάδες ιδιωτικά κανάλια στην Αθήνα και στην περιφέρεια, χωρίς κανείς να γνωρίζει πόσα και ποια από αυτά έχουν άδεια λειτουργίας. Με λίγα λόγια, με την ιδιωτική τηλεόραση συνέβη ό,τι και με τα αυθαίρετα κτίσματα.

Ο καθένας που είχε τη φιλοδοξία να στήσει έναν ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό, για να κερδίζει χρήματα με διαφημίσεις αλλά και με οποιονδήποτε αθέμιτο άλλο τρόπο (ροζ τηλέφωνα 090, αστρολογίες, κτλ.), μπορούσε να το κάνει χωρίς κανένας να τον ελέγξει ή να τον εμποδίσει. Ετσι, φτάσαμε στην τηλεοπτική ζούγκλα, η οποία έχει, κατ' αρχήν, τη νομιμοποίησή της στην αυθαιρεσία της χρήσης των κρατικών τηλεοπτικών συχνοτήτων και στη συνέχεια στην αφέλεια των ανυποψίαστων τηλεθεατών, που είναι και οι πελάτες της. Ας δούμε τώρα τις συνέπειες αυτής της εξέλιξης.

Η εμπορευματοποιημένη ιδιωτική τηλεόραση, από την αρχή της λειτουργίας της, αποτέλεσε και αποτελεί έναν οικονομικό και ιδεολογικό μηχανισμό, ενσωματωμένο στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, στόχος του οποίου είναι να προωθήσει την οικονομική χειραγώγηση των λαών και να ενσταλάξει τις καταναλωτικές αξίες στη συνείδηση των μισθοσυντήρητων μαζών. Αυτό το κάνει με πολλαπλούς τρόπους και σε πολλαπλά επίπεδα. Το πιο αποτελεσματικό μέσο είναι το άρρητο ιδεολογικό και συμβολικό επίπεδο.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τη διαφήμιση: είναι σαφές ότι η εμπορευματοποιημένη ιδιωτική τηλεόραση δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς διαφημίσεις, από όπου αντλεί τους οικονομικούς πόρους, για να μπορεί να υπάρξει και να λειτουργήσει. Η κορεσμένη διαφήμιση, από τη «φύση» της, λειτουργεί κυρίως στο ιδεολογικό και συμβολικό επίπεδο πρόσληψης, κι' αυτό το γνωρίζει η ψυχολογία της διαφήμισης. Μέσα από επιλεγμένα σλόγκαν, ενισχύει και καναλιζάρει στη συνείδηση των καταναλωτών τις «ροές επιθυμιών» και ενεργοποιεί τις «επιθυμητικές μηχανές», για να μπορεί να υπάρξει και να λειτουργήσει το ισχύον θεσμικό πλαίσιο της ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Το παιδί ήδη από τον πρώτο μήνα της γέννησής του εκπαιδεύεται με ποικίλους τρόπους για να γίνει καλός τηλεθεατής και καταναλωτής των συμβολικών προϊόντων.

Το υπαρκτό μοντέλο της εμπορευματοποιημένης τηλεόρασης είναι απολύτως συμβατό στην ιδεολογία της συμμόρφωσης και της ομοιομορφίας διαθέσεων του τηλε-ανθρώπου. Επιπλέον, η τηλεόραση κατακερματίζει την κριτική σκέψη του τηλεθεατή, με έναν τρόπο που καταστρέφει την κριτική του συνείδηση. Ακόμη και μία εκπομπή λόγου (που σπάνια εμφανίζεται) κατακερματίζεται από διαφημιστικά μηνύματα, που μας προσκαλούν για συμμετοχή σε ένα τηλε-παιχνίδι ενός ακραία εμπορευματοποιημένου κόσμου. Πέραν τούτου, η τηλεόραση μοιράζει αφειδώλευτα ψευδαισθήσεις και προσκαλεί τους τηλεθεατές - καταναλωτές να πάρουν μέρος στο μεγαλύτερο οικονομικό παιχνίδι εκμετάλλευσης των τηλεθεατών. Συνήθως, προβάλλει με κάθε τρόπο τον πλούτο και την γκλαμουριά, ενώ αποσιωπά την πείνα, την ανεργία, την εκμετάλλευση και προπαντός τις αιτίες που γεννούν την ανθρώπινη δυστυχία.

Αυτό βέβαια το κάνει με «δημοκρατικό» τρόπο, χωρίς να υποχρεώνει και να δεσμεύει κανέναν, όπως ισχυρίζεται. Το κάνει ενώ συγχρόνως διαφημίζει ότι στον ανταγωνιστικό κόσμο του αποϋλοποιημένου καπιταλισμού (δηλαδή στην εποχή της πληροφορικής), το άτομο είναι ο απόλυτος ρυθμιστής του εαυτού του, και είναι υπεύθυνο και συγχρόνως ελεύθερο να κάνει τις επιλογές του. Γι' αυτό του έδωσε στο χέρι και το τηλεκοντρόλ, για να πέφτει από το ένα κανάλι στο άλλο, που όμως είναι πιστά αντίγραφα. Αυτή είναι και η συμβολική βία της τηλεόρασης, η οποία είναι ο κυριότερος μηχανισμός χειραγώγησης του «συστήματος αναγκών» του ανθρώπου και της ενσωμάτωσης των κοινωνικοποιημένων νέων στη λογική του συστήματος.

Η εμπορευματοποιημένη ιδιωτική τηλεόραση, με τον τρόπο που λειτουργεί σήμερα, δεν έχει καμιά διδακτική και παιδευτική δύναμη. Αντίθετα, εκπαιδεύει τους ανθρώπους στην ετερονομία της συνείδησης και στη συμμόρφωση. Με άλλα λόγια, εκπαιδεύει τους ανθρώπους να καταφάσκουν στην επιλεκτική παρουσίαση μιας εικονικής πραγματικότητας, που φιγουράρει ως η αυθεντική και απόλυτη αλήθεια. Αυτό εξυπηρετεί τις ίδιες τις ανάγκες του συστήματος επιτήρησης της συμπεριφοράς και φυσικά και τις δικές της ανάγκες, που είναι εναρμονισμένες και συμβατές με την ιδεολογία και τους βαθύτερους στόχους του συστήματος. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο αναφοράς γεννήθηκαν και καθιερώθηκαν σε βαθμό αυθεντίας οι λεγόμενοι τηλε-εισαγγελείς και τηλε-δικαστές, καθώς και τα παράγωγά τους. Στην πλειοψηφία τους (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) λειτουργούν ως αυτόκλητοι υπερασπιστές των αδυνάτων και των κατατρεγμένων, για να εξασφαλίζουν το άλλοθι του λαού που τους πιστεύει. Το χειρότερο είναι ότι έχουν, σε τελευταία ανάλυση, υποκαταστήσει τις θεσμικές λειτουργίες μιας συντεταγμένης πολιτείας. Είναι οι δημοσιογράφοι «παντός καιρού». Θα αναφερθώ εδώ σε τρία-τέσσερα παραδείγματα για να δείξω την υποτιθέμενη δημοσιογραφική αυθεντία των τηλεοπτικών σταρ.

Κάποτε κάποιος ανέβηκε στην Ακρόπολη και απειλούσε να πέσει αν δεν πήγαινε εκεί προσωπικά ένας πολύ γνωστός τηλεπαρουσιαστής για να διαπραγματευτεί την πτώση του. Αργότερα κάποιος ανέβηκε σε μια κολόνα της ΔΕΗ γιατί τον εγκατέλειψε η γυναίκα του και απειλούσε να αυτοκτονήσει, αν δεν πήγαινε επί τόπου ένας γνωστός δημοσιογράφος για να του φέρει τη γυναίκα του πίσω. Σε μια απαγωγή λεωφορείου ο απαγωγέας μιλούσε μόνο με κάποιους τηλεοπτικούς δημοσιογράφους και όχι με την αστυνομία. Τέλος, στη γνωστή υπόθεση της οδού Νιόβης (όπου έχασε τη ζωή της η Αμαλία Γκινάκη) τον πρωταγωνιστικό ρόλο δεν τον έπαιξε η αστυνομία, ως όφειλε, αλλά κάποιοι τηλεοπτικοί δημοσιογράφοι.

Ας δούμε τώρα τα περιεχόμενα και τις εκπομπές που εκπέμπει η εμπορευματοποιημένη ιδιωτική τηλεόραση. Δεν χρειάζεται να κάνει κανείς καμία σοβαρή έρευνα παρά μόνον να παρακολουθήσει μια-δυο μέρες όλα τα ιδιωτικά κανάλια και θα έχει την απάντηση: η εμπορευματοποιημένη ιδιωτική τηλεόραση εκπέμπει ό,τι πιο ευτελές, τουτέστιν όλα τα υποπροϊόντα μιας υποκουλτούρας, που εξευτελίζει κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια και υπονομεύει το σύστημα αξιών της κοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα: εκπέμπει αστρολογίες, μαγείες, θαύματα, ανόητα τηλεπαιχνίδια του τζόγου, κουτσομπολιά, ψυχαγωγικές εκπομπές του χειρίστου επιπέδου, εκπομπές τηλεμάρκετινγκ,, εκπομπές που εξευτελίζουν την προσωπικότητα των καλεσμένων, διαφήμιση με το τσουβάλι και πολλά τυχερά παίγνια και δώρα, δηλαδή ο τηλεοπτικός τζόγος στην αποθέωσή του.

Τα λεγόμενα πρωινάδικα (πρωινοί καφέδες) βρίθουν από εκδηλώσεις ανθρώπινης βλακείας και ανοησίας. Μέσα σ' αυτό το αδηφάγο τηλεοπτικό τοπίο της ανομίας ξεφύτρωσαν και οι τηλε-δικαστές με τις κρυφές κάμερες και τα επιτελεία τους, τα στημένα σκηνικά του εντυπωσιασμού, οι οποίοι «ελέω λαού» ανέλαβαν εργολαβικώς να καθαρίσουν την κοινωνία από τα σκάνδαλα και τους κατεργάρηδες, αδιαφορώντας για κάθε δημοσιογραφική δεοντολογία και για τα ανθρώπινα δικαιώματα των επιλεγμένων εκάστοτε στόχων τους. Κοντολογίς, η εμπορευματοποιημένη ιδιωτική τηλεόραση εκπέμπει ό,τι ευτελέστερο, που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην ετερονομία της συνείδησης.

Δηλαδή μία κατάσταση όπου οι άνθρωποι διαμορφώνουν (όπως ανέλυσαν ο Μαρξ και ο Μαρκούζε αργότερα) ψευδή συνείδηση για τον κόσμο και την πραγματικότητα. Η ψευδής συνείδηση είναι προϊόν της λαϊκότροπης ιδεολογίας για έναν ανεστραμμένο κόσμο, του οποίου η μοίρα υποτίθεται ότι καθορίζεται από δυνάμεις που βρίσκονται έξω από τον άνθρωπο. Για παράδειγμα, ετερόνομη συνείδηση έχει κάποιος που πιστεύει ότι η μοίρα του και τα πεπρωμένα του καθορίζονται από την ετυμηγορία των άστρων, γι' αυτό και καταφεύγει στους αστρολόγους και στους μάγους της τηλεόρασης που λυγίζουν κουταλάκια.

Η εμπορευματοποιημένη ιδιωτική τηλεόραση κατακερματίζει την πραγματικότητα και την προσφέρει ανεστραμμένη, για να μπορεί να πουλάει γενικώς και να χειραγωγεί τους ανυποψίαστους και κάθε είδους κατατρεγμένους αυτού του κόσμου. Στην ουσία δεν είναι απέναντι στην εξουσία, (όπως θέλει να επαίρεται) αλλά είναι η ίδια η εξουσία, που υποκαθιστά όλες τις θεσμοθετημένες εξουσίες μιας συνταγματικής πολιτείας, αφού προηγουμένως τις υπονομεύει. Αυτό το μοντέλο της τηλεόρασης τρώει τα σωθικά του και αργά ή γρήγορα είναι καταδικασμένο να καταρρεύσει.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,5-12-2005
Reblog this post [with Zemanta]

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Τρομοκρατία, δημοκρατία και πατερναλισμός

του Δ.Δημητράκου, καθηγητή Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

image

Υπάρχει σχέση μεταξύ τρομοκρατικής δράσης και πολιτικού πατερναλισμού; Η όλη ιδέα μοιάζει αντιφατική εξ αρχής: πώς είναι δυνατόν να συμβιβάζεται μια ανατρεπτική δραστηριότητα κατά της κατεστημένης εξουσίας με μια πολιτική προστατευτικής κηδεμόνευσης των κυβερνωμένων από τους κυβερνώντες; Ας μην ξεχνάμε όμως ότι η τρομοκρατία ως πολιτική έννοια γεννιέται από την πρώτη κρατική εξουσία που θέτει στον εαυτό της παγκόσμια σωτηριολογική αποστολή: τη Γαλλική Επανάσταση...


Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/#ixzz0eOv4ryqv
Under Creative Commons License: Attribution


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Από την κοινωνία των παραγωγών στην κοινωνία των καταναλωτών και των «απορριμμάτων»

Zygmunt Bauman_Debats1Image by UOC_Universitat via Flickr


Για την καταναλωτική κοινωνία, όπως την περιγράφει ο Μπάουμαν, το κριτήριο της επιτυχημένης ζωής δεν είναι η συμμετοχή στην παραγωγή, ούτε καν στην εργασία, αλλά η διαρκής και ανολοκλήρωτη κατανάλωση. Ο homo consumes είναι ένα άτομο που διαρκώς πρέπει να καταναλώνει, ποτέ να μη σταματάει. Τη στιγμή κατά την οποία οι καταναλωτές αισθανθούν ικανοποιημένοι από την καταναλωτική τους κατάσταση και πάψουν να ενδιαφέρονται για τη διαρκή κατανάλωση και την ταυτιζόμενη με αυτήν αποκομιδή (απόσυρση των γρήγορα απαξιωμένων προϊόντων) θα έχουμε και την κατάρρευση του ιδεότυπου της καταναλωτικής κοινωνίας. Η τελευταία πρέπει διαρκώς να φαίνεται και να είναι ανικανοποίητη. Δεν φτάνει όμως αυτό. Χρειάζεται διαρκώς να παράγει «απορρίμματα» από προϊόντα και ανθρώπους. Τα προϊόντα της πρέπει γρήγορα να χάνουν την ανταλλακτική τους αξία και να αντικαθίστανται από νέα, «φρέσκα». Οι άνθρωποι, με τη σειρά τους, όταν σταματήσουν να καταναλώνουν, γίνονται ανθρώπινα «απορρίμματα».


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".
Reblog this post [with Zemanta]

Ο γλωσσικός μας πολιτισμός



του Γ.Μπαμπινιώτη, καθηγητή Γλωσσολογίας

image Κάθε πολιτισμός είναι, από τη φύση του, πολυσχιδής. Δεν είναι μόνο ότι περιλαμβάνει δύο άξονες - τον υλικοτεχνικό και τον πνευματικό - αλλά και γύρω από αυτούς αναπτύσσει ποικίλες μορφές. Έτσι, εντός και παράλληλα προς τον υλικοτεχνικό πολιτισμό (Civilization) και τον πνευματικό (Culture) αναπτύσσονται ομόκεντροι κύκλοι που, ως προς τον πνευματικό πολιτισμό, περιλαμβάνουν γλώσσα, ιστορία, θρησκεία, παιδεία, τέχνες και επιστήμες. Αυτό επιτρέπει να μιλάμε για τον χριστιανικό πολιτισμό και τον πολιτισμό τού Ισλάμ, λ.χ., για τον πολιτισμό σε έργα αρχιτεκτονικής, για τον εικαστικό πολιτισμό μιας χώρας, για τον νομικό ή τον πολιτικό μας πολιτισμό κ.ο.κ. Επομένως, κατ' εξοχήν δικαιούται κανείς να μιλάει και για γλωσσικό πολιτισμό: την ιστορία, τις επιδράσεις, τις μορφές που πήρε η γλώσσα μας και το μέγεθος της συμβολής της στην παιδεία και στην όλη καλλιέργεια τής χώρας.



Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Το δίλημμα της ετερότητας


του Δ.Τζιόβα, καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας

Τους δύο τελευταίους αιώνες δύο μοντέλα εθνικής ή συλλογικής ταυτότητας κυριάρχησαν. Το ένα, εκπορευόμενο από τον γαλλικό Διαφωτισμό και το esprit general του Μοντεσκιέ, προώθησε την ιδέα των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων του πολίτη και ήταν ανεκτικό προς τους ξένους, το άλλο, βασισμένο στη γερμανική ρομαντική παράδοση και στον ορισμό του έθνους με άξονα τη φυλετική αυθεντικότητα και το απροσδιόριστο συλλογικό πνεύμα (Volksgeist), ανέπτυξε το ιδεώδες της κοινότητας ως βαθιά γειωμένης στην παράδοση με αδιαμφισβήτητες περγαμηνές ιθαγένειας και ως εκ τούτου εχθρικής σε πάσης φύσεως ετερότητα που θα μπορούσε να νοθεύσει την καθαρότητα του συλλογικού σώματος.



Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Θρυμματισμένο πράγμα



image

Είναι να το κλαις αυτό το θρυμματισμένο πράγμα που λέγεται Ελλάδα, που ακκίζεται με την Ιστορία, που καμώνεται ότι μιλάει ελληνικά (λες και είναι προνόμιο έναντι των Σουαχίλι, ας πούμε), που σειέται και λυγιέται πότε προς την Ανατολή και πότε προς τη Δύση, θεωρώντας ότι έχει απαράγραπτα δικαιώματα (εκ Θεού ή από πού;) και στην Ανατολή και στη Δύση, που περηφανεύεται ενώ απλώς μαγκίζει, που μεγαλουχεί ενώ γλισχρολογεί, που επαίρεται ενώ κορδακίζεται, που διαλύεται τη στιγμή που ωρύεται για ομοψυχία, που φοβάται κραυγάζοντας μια ανύπαρκτη γενναιότητα ως εκ της φύσεώς του, που σεμνύνεται αντί να αισχύνεται, που θεωρεί ότι προβιβάζεται υποβιβαζόμενο, ου μην αλλά και υποβασταζόμενο, που παραπαίει ενώ νομίζει ότι πλέει, που βλακωδώς έχει αντικαταστήσει την εξυπνάδα με την εξυπνακίστικη ατάκα και τη φιλοσοφία με την απομνημόνευση τσιτάτων, που... .



Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Τρύπα στη στέγη της κ. Γκάβελ



Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

Οι νεκροί θέλουν γυάλινα σπίτια, διάφανους φράκτες, κουρτίνες από αέρα· το γεγονός ότι τα πνεύματα περνάνε μέσα από τοίχους μόνον τυχαίο δεν είναι. Έτσι ο κόσμος μας, ο μεταμοντέρνος κόσμος, οδηγείται στη διαφάνεια και στη λατρεία των ανέσεων που αυτή προσφέρει.



Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

Η χαμένη τέχνη της γραφής


του UMBERTO ECO

Τα παιδιά δεν ξέρουν πια να γράφουν με το χέρι, παρά μόνο να πληκτρολογούν στον υπολογιστή

Προσφάτως δυο ιταλοί δημοσιογράφοι έγραψαν ένα άρθρο τριών σελίδων- τυπωμένο, δυστυχώς- για την παρακμή της ιδιόχειρης γραφής. Είναι πλέον γνωστό: με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές (όταν τους χρησιμοποιούν) και τα SΜS τα παιδιά μας δεν ξέρουν πια να γράφουν χειρόγραφα, παρά μόνο με δυσκολία και στα κεφαλαία.

Σε μια συνέντευξη μια δασκάλα λέει επίσης ότι κάνουν πολλά λάθη στην ορθογραφία, αυτό όμως μου φαίνεται ότι αποτελεί ένα ξεχωριστό πρόβλημα. Οι γιατροί ξέρουν ορθογραφία αλλά γράφουν άσχημα, ενώ μπορεί κάποιος να είναι διπλωματούχος καλλιγράφος και να μην ξέρει αν πρέπει να γράψει «μύνημα» ή «μήνυμα».

Εγώ βεβαίως γνωρίζω παιδιά τα οποία γράφουν με το χέρι και με αρκετά καλά γράμματα. Το άρθρο όμως μιλάει για το 50% των παιδιών στην Ιταλία- και επομένως φαίνεται ότι από κάποια εύνοια της τύχης εγώ συγχρωτίζομαι με το υπόλοιπο 50% (το ίδιο άλλωστε μου συμβαίνει και στην πολιτική).

Το θέμα είναι ότι η τραγωδία αυτή ξεκίνησε πολύ πριν από την έλευση του ηλεκτρονικού υπολογιστή και του κινητού τηλεφώνου. Οι γονείς μου έγραφαν με έναν γραφικό χαρακτήρα λίγο πλαγιαστό (έχοντας το φύλλο του χαρτιού λοξά) και το κάθε γράμμα ήταν, τουλάχιστον για τα σημερινά δεδομένα, ένα μικρό έργο τέχνης. Είναι αλήθεια ότι την εποχή εκείνη επικρατούσε η άποψη- η οποία μάλλον διαδιδόταν απ΄ όσους είχαν κακό γραφικό χαρακτήραότι η καλλιγραφία είναι η τέχνη των ανόητων. Είναι επίσης προφανές ότι το να είναι κανείς καλλιγράφος δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι είναι πολύ έξυπνος. Ηταν όμως ευχάριστο να διαβάζεις ένα μπιλιέτο ή ένα έγγραφο γραμμένο όπως πρέπει (ή όπως έπρεπε).

Ακόμη και η δική μου γενιά διδάχθηκε να γράφει καλά και τους πρώτους μήνες της Α΄ Δημοτικού μαθαίναμε πώς να κάνουμε μονοκοντυλιά. Η άσκηση αυτή θεωρήθηκε αργότερα ανόητη και καταπιεστική, παρ΄ όλα αυτά μάς μάθαινε να κρατάμε σταθερό τον καρπό ώστε να μπορούμε να σχηματίζουμε, με τα πενάκια, γράμματα στρογγυλεμένα και παχουλά από τη μία μεριά και λεπτά από την άλλη. Εντάξει, όχι πάντα, γιατί η μελάνη του μελανοδοχείου, με την οποία λερώναμε τα θρανία, τα τετράδια, τα δάχτυλα και τα ρούχα μας, σχημάτιζε συχνά κόμπους που κολλούσαν στην πένα και απαιτούσαν δέκα ολόκληρα λεπτά επίπονων και ρυπαρών προσπαθειών για να καθαρίσουν.

Η κρίση ξεκίνησε μετά τον πόλεμο, με την έλευση του στυλό διαρκείας. Τα πρώτα στυλό προκαλούσαν και αυτά πολλούς λεκέδες και αν, αμέσως αφού γράφατε, περνούσατε το δάχτυλο επάνω από τις τελευταίες λέξεις, σίγουρα θα γινόταν μουντζούρα. Ετσι χάθηκε η επιθυμία τού να γράφει κανείς καλά. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και όταν ήταν καθαρό, το γράψιμο με το στυλό δεν είχε πια ψυχή, στυλ και προσωπικότητα.

Γιατί θα πρέπει να λυπόμαστε για την εξαφάνιση της καλλιγραφίας; Η δυνατότητα του να γράφει κανείς καλά και γρήγορα στο πληκτρολόγιο ενθαρρύνει τη γρήγορη σκέψη, ενώ επιπλέον (αν και όχι πάντα) ο ορθογράφος υπογραμμίζει με κόκκινο τα λάθη. Και αν η χρήση του κινητού τηλεφώνου κάνει τις νεότερες γενιές να γράφουν «τ κνς;» αντί για «τι κάνεις;», ας μην ξεχνάμε ότι οι πρόγονοί μας θα έφριτταν αν έβλεπαν ότι εμείς γράφουμε «ορισμένα» αντί για «ωρισμένα» ή «να παίξει» αντί «να παίξη», ενώ οι μεσαιωνικοί θεολόγοι έγραφαν «respondeo dicendum quod», κάτι το οποίο θα έκανε τον Κικέρωνα να χλωμιάσει από αγανάκτηση.

Είναι γεγονός ότι η τέχνη της ιδιόχειρης γραφής μάς διδάσκει να ελέγχουμε το χέρι μας και ενισχύει τον συντονισμό του χεριού και του ματιού. Το άρθρο των τριών σελίδων υπενθύμιζε ότι το γράψιμο με το χέρι μάς υποχρεώνει να συνθέσουμε νοητικά τη φράση στο μυαλό μας προτού τη γράψουμε. Σε κάθε περίπτωση, το γράψιμο με το χέρι, με την αντίσταση της πένας και του χαρτιού, επιβάλλει έναν πιο αργό ρυθμό που ευνοεί τη σκέψη. Πολλοί συγγραφείς, ακόμη και αν έχουν συνηθίσει να γράφουν στον υπολογιστή, γνωρίζουν καλά ότι μερικές φορές θα ήθελαν να μπορούσαν να χαράξουν τα κείμενά τους σε δέλτους από πηλό, όπως οι Σουμέριοι, για να μπορούν να σκέφτονται με την ησυχία τους.

Είναι αλήθεια ότι τα παιδιά θα γράφουν όλο και περισσότερο σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και κινητά τηλέφωνα. Παρ΄ όλα αυτά η ανθρωπότητα έχει μάθει να ανακαλύπτει εκ νέου ως σπορ ή ως αισθητική ευχαρίστηση πολλά πράγματα που ο πολιτισμός έχει εξοστρακίσει ως μη αναγκαία. Δεν είμαστε πια αναγκασμένοι να ταξιδεύουμε με άλογο, κάποιοι όμως κάνουν μαθήματα ιππασίας. Τα μηχανοκίνητα σκάφη υπάρχουν εδώ και καιρό, πάρα πολλοί όμως κάνουν με πάθος ιστιοπλοΐα όπως οι Φοίνικες πριν από 3.000 χρόνια. Υπάρχουν τούνελ και σιδηρόδρομοι, όμως πολλοί απολαμβάνουν την πεζοπορία ή την ορειβασία στα περάσματα των Αλπεων. Ακόμη και στην εποχή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου πολλοί συλλέγουν γραμματόσημα. Πολεμάμε με Καλάσνικοφ, διοργανώνουμε όμως ειρηνικά τουρνουά ξιφασκίας.

Θα ήταν καλό αν οι γονείς έστελναν τα παιδιά τους σε σχολές όπου θα έπαιρναν μαθήματα καλλιγραφίας συμμετέχοντας σε διαγωνισμούς και τουρνουά, όχι μόνο για να τα εκπαιδεύσουν στο ωραίο αλλά και για την ψυχοκινητική ευεξία τους. Σχολές του είδους υπάρχουν ακόμη σε πολλές χώρες. Για κάποιον δε ο οποίος δεν έχει σταθερή δουλειά αλλά έχει σταθερό χέρι, η διδασκαλία αυτής της τέχνης θα μπορούσε να αποβεί προσοδοφόρα.
ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ,19 Σεπτεμβρίου 2009
Reblog this post [with Zemanta]

Το σκιώδες «φάσμα»


του Βασίλη Σιωμόπουλου, καθηγητή της Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόι, Σικάγο.

Η διαμάχη για τον μεταμοντερνισμό που φούντωσε πρόσφατα στις σελίδες του «Βήματος» και των «Νέων» μού θύμισε τη φράση που χρησιμοποίησε πριν από περίπου 15 χρόνια η γαλλική εφημερίδα «Le Monde» για να αναγγείλει τη δυσοίωνη άφιξη του μεταμοντερνισμού στον ευρωπαϊκό χώρο: «Το φάσμα του μεταμοντερνισμού πλανάται πάνω από την Ευρώπη». Η φράση, μίμηση του γνωστού συνθήματος του Μαρξ από το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», είναι φυσικά σχήμα υπερβολής: τα επαπειλούμενα δεινά του μεταμοντερνισμού είναι εντελώς διαφορετικού μεγέθους και είδους από τους κινδύνους που προμηνούσε ο κομμουνισμός την εποχή του Μαρξ.



Ωστόσο ο μεταμοντερνισμός φαίνεται να έχει έκτοτε διεισδύσει σε κάθε εκδήλωση της σύγχρονης κουλτούρας. Βιβλία και άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά μάς πληροφορούν κάθε τόσο για τα τελευταία προϊόντα της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας, της μεταμοντέρνας φιλοσοφίας, της μεταμοντέρνας αρχιτεκτονικής, του μεταμοντέρνου κινηματογράφου, της μεταμοντέρνας λαϊκής κουλτούρας. Φτάσαμε ακόμη να μιλάμε και για μεταμοντέρνα επιστήμη, μεταμοντέρνα πολιτική, μεταμοντέρνα θεολογία.

Τι ακριβώς είναι ο μεταμοντερνισμός και ποια είναι τα συστατικά του φάσματός του; Ας μου επιτραπεί να σημειώσω εξαρχής τη διπλή μεταφορική σημασία της λέξης «φάσμα»: το «φάσμα» του μεταμοντερνισμού δεν είναι μόνο η απειλή που υπαινίσσεται η γαλλική εφημερίδα, αλλά και το εύρος του συνόλου των ιδεών, τάσεων και προσανατολισμών του. Οι κατευθύνσεις αυτές συμπεριλαμβάνουν προσφορές από τη φιλοσοφία (Φουκό, Ντεριντά, Λιοτάρ, Ντελέζ), την κοινωνιολογία (Μποντριγιάρ), τη ψυχανάλυση (Λακάν), τη λογοτεχνία (Εκο, Ράσντι), την αρχιτεκτονική (Βεντούρι), τον κινηματογράφο (Λιντς, Αγγελόπουλος), τη λαϊκή κουλτούρα (Μαντόνα). Χωρίς αμφιβολία, ο μεταμοντερνισμός είναι κάτι περισσότερο από τη δυσκαταληψία ή και ακαταληψία των φιλοσοφικών κειμένων που έχουν συνδεθεί μαζί του. Καταγράφω, λοιπόν, συνοπτικώς, και σίγουρα χωρίς να εξαντλώ, τα πιο χαρακτηριστικά από τα συστατικά του «φάσματος» του μεταμοντερνισμού και αφήνω στον αναγνώστη να εκτιμήσει τα συνοδά δεινά του:

­Αντιορθολογισμός: Δεν υπάρχει «ορθός λόγος», προτάσεις αδιαμφισβήτητες, ικανές να δώσουν μια αντικειμενικά ορθή ερμηνεία των φαινομένων. Ο «ορθός λόγος» είναι προϊόν της ιδεολογίας που υπηρετεί (Φουκό, Κουν).

­Σχετικισμός: Δεν υπάρχουν απόλυτες αλήθειες ούτε καθολικές ηθικές αξίες. Αλήθεια και ηθική είναι τοπικά και σχετικά φαινόμενα, κοινωνικά κατασκευάσματα, προϊόντα συχνά συστημάτων δύναμης που τις επινοούν και τις επιβάλλουν (Φουκό).

­Αντιρεαλισμός: Δεν υπάρχει «πραγματικός» κόσμος. Ο κόσμος με τον οποίο ερχόμαστε σε επαφή είναι ένας κόσμος σημείων, εικόνες εικόνων που έχουν χάσει τη σύνδεσή τους με τα αρχικά αντικείμενα στα οποία αναφέρονται και έχουν αποκτήσει δική τους πραγματικότητα ­ μια πραγματικότητα πιο «πραγματική» από την πραγματικότητα που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν (Μποντριγιάρ).

­Πλουραλισμός: Δεν υπάρχει μία, αλλά πολλαπλές «αλήθειες». Ατομα και ομάδες ατόμων με διαφορετικές κουλτούρες κατασκευάζουν διαφορετικές ερμηνείες για τον κόσμο μέσα στον οποίο ζουν (Λιοτάρ).

­Εκλεκτισμός και υβριδισμός: Το μεταμοντέρνο έργο συνδυάζει εκλεκτικώς ετερογενή στοιχεία ετερογενών πολιτισμών, ετερογενείς τεχνοτροπίες, ετερογενή είδη λόγου και ετερογενή υλικά (Εκο, «Το όνομα του ρόδου»).

­Ειδωλοποίηση της επιθυμίας: Στον μεταμοντέρνο κόσμο, ορθός λόγος και ηθική υποκλίνονται στην παντοδυναμία της επιθυμίας: «Επιθυμία είναι η ουσία του ανθρώπου» (Λακάν), «Ο άνθρωπος είναι μια επιθυμούσα μηχανή» (Ντελέζ).

­Κατατεμαχισμός της ενότητας του χρόνου: Στο μεταμοντέρνο έργο, η διάκριση ανάμεσα στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον έχει πάψει να υφίσταται. Παρελθόν και μέλλον εύκολα ανακαλούνται ή φαντασιώνονται και καταγράφονται ως ασύνδετες, ασυνεχείς στιγμές του παρόντος (Αγγελόπουλος, «Το βλέμμα του Οδυσσέα»).

­Ερμηνευτική απροσδιοριστία: Ερμηνείες των φαινομένων πέρα από την επιφάνειά τους είναι μάταιες, αφού το νόημα των φαινομένων είναι ασταθές και απροσδιόριστο: κάθε έννοια ορίζεται από άλλες έννοιες που ορίζονται από άλλες έννοιες, και κάθε ερμηνεία διαφέρει από ερμηνευτή σε ερμηνευτή (Ντεριντά).

­Δυσπιστία στα «μεγάλα αφηγήματα»: Οι «μεγάλοι μύθοι» (μαρξισμός, ψυχανάλυση, θετικισμός) που έδιναν «ολικές» λύσεις στα κοινωνικά και πολιτισμικά φαινόμενα έχουν κλονιστεί ανεπανόρθωτα (Λιοτάρ).

­«Παιχνίδια γλώσσας»: Η ανεύρεση της αλήθειας, η απονομή της δικαιοσύνης, η πολιτική ελευθερία και άλλες παρόμοιες έννοιες είναι «παιχνίδια γλώσσας» με τους δικούς τους εξαρχής συμφωνημένους κανόνες, και διαφωνία και όχι ομοφωνία είναι η επιθυμητή έκβασή τους (Λιοτάρ).

­Αποκέντρωση του υποκειμένου: Το υποκείμενο δεν είναι πλέον κέντρο ελεύθερης, αυτόνομης δράσης, αλλά σημείο στο οποίο απρόσωπες δυνάμεις (υποσυνείδητο, γλώσσα, ιδεολογία, τεχνολογία) διασταυρώνονται και εκφράζονται μέσα από αυτό (Λακάν, Λιοτάρ).

­Αντιανθρωπισμός: Ο «άνθρωπος», «επινόηση της ευρωπαϊκής κουλτούρας από τον 16ο αιώνα και μετά» (Φουκό), ορίζεται και περιορίζεται από τις κοινωνικο-οικονομικές, γλωσσικές και ψυχολογικές συνθήκες της ύπαρξής του. Η «ουσιώδης καθολικότητα» της ανθρώπινης φύσης που διακήρυξαν οι ανθρωπιστές φιλόσοφοι του 18ου αι. είναι φιλοσοφικώς ανερμάτιστη.

­«Πολιτική της ταυτότητας»: Η πολιτική της ταξικής διαπάλης είναι υπόθεση του παρελθόντος. Μια νέα πολιτική, η «πολιτική της ταυτότητας» όλων εκείνων που «καταπιέζονται», με βάση το φύλο τους, τη φυλή τους, την εθνικότητά τους ή τις σεξουαλικές προτιμήσεις τους, βρίσκεται στο κέντρο των μεταμοντέρνων ανησυχιών.

­Εμπορευματοποίηση της γνώσης και της τέχνης: Αυτό που μετράει δεν είναι πλέον η συμβολή μιας θεωρίας στο πεδίο της γνώσης ή η αισθητική αξία ενός έργου τέχνης, αλλά η απόδοσή τους, η εμπορικότητά τους στην αγορά των ιδεών και της τέχνης (Μποντριγιάρ).

Η «απειλή» του μεταμοντερνισμού συνδέεται άμεσα με ορισμένες από τις θέσεις αυτές ­ με τον αντιορθολογισμό του, τον σχετικισμό του, τον αντιρεαλισμό του, τον αντιανθρωπισμό του, τη ρηχότητά του, την αδυναμία του να θέσει όρια σε οτιδήποτε, την αναρχία στην οποία τελικά οδηγεί. Αφορμώμενοι από τις θέσεις αυτές, μερικοί θεωρούν τον μεταμοντερνισμό ως το τελικό στάδιο μιας χρονίας κρίσης των αξιών του δυτικού πολιτισμού· άλλοι, ως τη φυσική συνέχεια και τελική υπέρβαση του μοντερνισμού· και άλλοι, ως την «πολιτισμική λογική του όψιμου καπιταλισμού».

Χωρίς αμφιβολία, οι αποτιμήσεις αυτές είναι υπερβολικές. Παρά τις τυμπανοκρουσίες του, ο μεταμοντερνισμός φαίνεται να βρίσκεται στην περιφέρεια της κουλτούρας της εποχής μας, όχι στο κέντρο της ­ δεν είναι ο λόγος της εποχής μας, αλλά ο αντίλογός της, όχι η κουλτούρα της, αλλά η αντικουλτούρα της.

Ούτε και κομίζει τίποτε καινούργιο, αφού κάθε διακριτικό γνώρισμα του μεταμοντερνισμού σε κάθε πεδίο εκδήλωσής του μπορεί εύκολα να ανιχνευθεί σε προηγούμενες εποχές. Αυτό που είναι καινούργιο με τον μεταμοντερνισμό είναι η ανάμειξη και συλλογική προβολή των στοιχείων αυτών. Το φάσμα που συνθέτουν τα στοιχεία αυτά είναι πράγματι ευρύ, πλην σκιώδες, όπως όλα τα φάσματα, χωρίς βάρος και χωρίς ουσία.

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 2-11-1997
Reblog this post [with Zemanta]

Μεταμοντέρνο: Το τελευταίο φιλοσοφικό ρεύμα του αιώνα



Μολονότι ο όρος «μεταμοντέρνο» έχει κεντρική θέση στις συζητήσεις περί πολιτισμού των τελευταίων δεκαετιών, δεν μπορούμε να πούμε ότι χρησιμοποιείται με την απαιτούμενη ακρίβεια. Μερικοί εξομοιώνουν το μεταμοντέρνο με τον ακραίο μηδενισμό, τον ανήθικο σχετικισμό ή την αναρχία· άλλοι το συνδέουν με έναν πολιτισμό κυριαρχούμενο από την κοινοτοπία των τηλεοπτικών αναπαραστάσεων και τις νέον επιγραφές στο στυλ του Λας Βέγκας, των οποίων η απανταχού παρουσία υπογραμμίζει την εκτεταμένη «μακντοναλντοποίηση» ενός κατά τα άλλα ανορεξικού κόσμου· άλλοι, ωστόσο, το περιορίζουν στην περιοχή της θεωρίας, συναρτώντας το με την έκρηξη της μεταστρουκτουραλιστικής θεωρίας, η οποία αναδύθηκε στις δεκαετίες του '60 και του '70, μέσα από τα έργα του Ντεριντά, του Λιοτάρ, του Λακάν, του Φουκό, της Κρίστεβα, του Μποντριγιάρ, του Ντελέζ, του Σαΐντ και του Πολ ντε Μαν, μεταξύ άλλων...


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Οι δύο ελευθερίες




Μια αριστοκράτισσα, που έζησε στα χρόνια της γαλλικής επανάστασης και έμεινε στην ιστορία με το περιγραφικό όνομα μαντάμ Ρολάν, αναφώνησε όταν πληροφορήθηκε τον αποκεφαλισμό του επαναστάτη φίλου της με απόφαση του Ροβεσπιέρου «ω Ελευθερία, πόσα εγκλήματα διαπράττονται στο όνομά σου». Φυσικά, η διαπίστωση αυτή της Γαλλίδας αριστοκράτισσας είναι ένα γενικό σχόλιο. Θα μπορούσα να πω πως είναι μια συνοπτική κριτική μιας ιστορικής εποχής. Εάν προσπαθήσουμε όμως να αναλύσουμε αυτό το σχόλιο θα διαπιστώσουμε, ότι η κριτική που εμπεριέχεται μέσα σε αυτό αφορά ολόκληρη την αγωνία του ανθρώπου να διεκδικήσει και να διατηρήσει την ελευθερία του...


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Αλλοτρίωση: Η βάση της ψευδούς συνείδησης

Karl Marx as a teenagerImage via Wikipedia

Ο κυριότερος λόγος, για τον οποίο αξίζει να ασχοληθεί κανείς με τη μαρξιστική έννοια της αλλοτρίωσης -(σύμφωνα με ορισμένους θεωρητικούς καταλληλότερος όρος είναι η αποξένωση)- είναι ότι οι ίδιοι οι κλασικοί την είχαν αναδείξει ως το θεμέλιο της ψευδούς συνείδησης, δηλαδή της ιδεολογίας που σε συνδυασμό με τη βία (κρατική εξουσία) στηρίζει την κυριαρχία της άρχουσας τάξης. Η ηγεμονία της υπάρχει και ενισχύεται, διότι κυριαρχεί η αποξένωση που γεννιέται στη βάση της κεφαλαιοκρατικής εμπορευματικής παραγωγής, αγκαλιάζει όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής.

Η κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας οφείλεται πρωτίστως στην κυριαρχία της εμπορευματικής παραγωγής και πιο συγκεκριμένα στη μορφή της αφηρημένης εργασίας και της ανταλλακτικής αξίας. «Το σύνολο της ανθρώπινης υποδούλωσης περιλαμβάνεται στη σχέση του εργάτη προς την παραγωγή, και όλες οι σχέσεις της υποδούλωσης δεν είναι τίποτα άλλο παρά τροποποιήσεις και συνέπειες αυτής της σχέσης» γράφει ο Κ. Μαρξ στα «Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα» (σελ.104).

Η αποξένωση εμφανίζεται όταν το αποτέλεσμα της δραστηριότητας του ανθρώπου αντιστρατεύεται τον άνθρωπο σαν κάτι αλλότριο, σαν μια δύναμη ανεξάρτητη από τον παραγωγό της, όταν ο αντικειμενικός κόσμος εμφανίζεται σαν μια δύναμη που υποτάσσει τον άνθρωπο αντί να αποτελεί την αυτοεπιβεβαίωσή του. «Η παραγωγή δεν παράγει τον άνθρωπο μόνο σαν εμπόρευμα, το ανθρώπινο εμπόρευμα, τον άνθρωπο με τη μορφή εμπορεύματος. Παράγει, επίσης, τον άνθρωπο πνευματικά και φυσικά σαν απανθρωποιημένη ύπαρξη... » (οπ.σελ. 109).

Η υποδούλωση και ο εξευτελισμός που δημιουργούνται από την αλλοτριωμένη εργασία στο καπιταλιστικό καθεστώς πλήττουν όχι μόνο την εργατική τάξη, αλλά γενικά όλη την κοινωνία.

Η αλλοτρίωση είναι ένα ιστορικό φαινόμενο. Δεν είναι μεταφυσική οντότητα ούτε φυσικός νόμος. Δεν είναι η ανθρώπινη φύση. Είναι μια στιγμή της ιστορικής εξέλιξης του ανθρώπου. Φυσικά, δεν μπορεί να ξεπεραστεί με τη θεωρία αλλά με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και τελικά της εμπορευματικής παραγωγής. Και όπως οραματιζόταν ο Τσε Γκεβάρα: «Η τελική και η πιο σημαντική επαναστατική φιλοδοξία είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από την αποξένωσή του».

Με τη διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις, ο άνθρωπος που εργάζεται είναι χωρισμένος από τα εργαλεία του και από το προϊόν της εργασίας του, που ανήκουν στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής και όχι σε αυτόν. Αυτό είναι το φαινόμενο που ο Μαρξ ονομάζει αλλοτρίωση και το περιγράφει στη «Γερμανική Ιδεολογία»: «Η κοινωνική δύναμη, δηλαδή η πολλαπλασιασμένη παραγωγική δύναμη, που γεννιέται από τη συνεργασία διαφόρων ατόμων, όπως αυτή καθορίζεται από τον καταμερισμό εργασίας, παρουσιάζεται σε αυτά τα άτομα, μια που η συνεργασία τους δεν είναι εθελοντική, αλλά έχει προκύψει φυσικά, όχι σαν δική τους ενωμένη δύναμη, αλλά σαν ξένη δύναμη που υπάρχει έξω από αυτά, που αγνοούν την προέλευση και το σκοπό της, που επομένως δεν μπορούν να την ελέγχουν, που αντίθετα περνάει από μια ιδιόμορφη σειρά φάσεων και σταδίων τόσο ανεξάρτητη από τη θέληση και την πορεία των ανθρώπων, ώστε να διευθύνει στην πραγματικότητα αυτή τη θέληση και την πορεία των ανθρώπων» (Τόμος πρώτος, σελ.80).
Η αλλοτρίωση της εργασίας

«Σε τι συνίσταται η αλλοτρίωση της εργασίας;». Το ερώτημα αυτό έθεσε ο ίδιος ο Μαρξ και ιδού η απάντηση που δίνει: «Πρώτα - πρώτα στο ότι η εργασία είναι εξωτερική για τον εργάτη, δηλαδή δεν ανήκει στη βαθύτερη ύπαρξή του, ότι επομένως ο εργάτης δεν επιβεβαιώνει τον εαυτό του στην εργασία, αλλά αρνείται το εαυτό του, νιώθει μίζερος και καθόλου ευτυχισμένος, δεν αναπτύσσει ελεύθερα την πνευματική του και φυσική του ενεργητικότητα, αλλά απονεκρώνει τη σάρκα του και καταστρέφει το πνεύμα του. Ετσι, ο εργάτης βρίσκει τον εαυτό του μόνο έξω από την εργασία του. Την ώρα της εργασίας του αισθάνεται έξω από τον εαυτό του. Νιώθει άνετα όταν δε βρίσκεται στη δουλιά του και δε νιώθει άνετα όταν βρίσκεται στη δουλιά του. Ετσι η εργασία του δεν είναι εθελοντική, αλλά καταναγκαστική, είναι καταναγκαστική εργασία. Για το λόγο αυτό η εργασία δεν είναι ικανοποίηση μιας ανάγκης, αλλά ένα μέσο να ικανοποιήσει ανάγκες έξω από αυτήν. Ο αλλότριος χαρακτήρας της φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι μόλις πάψει να υπάρχει φυσικός ή άλλος εξαναγκασμός η εργασία αποφεύγεται σαν μάστιγα. Εξωτερική εργασία, εργασία στην οποία ο άνθρωπος αλλοτριώνει τον εαυτό του, είναι εργασία αυτοθυσίας, απονέκρωσης...».

Από τα παραπάνω έχουμε το αποτέλεσμα ότι «ο άνθρωπος (ο εργάτης) αισθάνεται πια ότι ενεργεί ελεύθερα, μόνο στις κτηνώδεις λειτουργίες του, δηλαδή να τρώει, να πίνει και να τεκνοποιεί, πολύ λίγο στο να στεγάζεται, να στολίζεται, κλπ. και ότι στις ανθρώπινες λειτουργίες δεν αισθάνεται πια παρά σαν ζώο. Το κτηνώδικο γίνεται ανθρώπινο και το ανθρώπινο γίνεται κτηνώδικο. Να τρώει, να πίνει, να τεκνοποιεί κλπ. είναι, βέβαια, επίσης λειτουργίες γνήσια ανθρώπινες. Αλλά όταν αποσπαστούν από άλλες πλευρές της ανθρώπινης δραστηριότητας και μετατραπούν σε τελικούς και αποκλειστικούς σκοπούς, είναι ζωώδεις λειτουργίες». (Κ. Μαρξ Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, σελ. 95-96).

Χρειάζεται μάλλον να προστεθεί μία ακόμα αναφορά του Μαρξ για την αλλοτρίωση της εργασίας: «Η εργασία σίγουρα παράγει θαύματα για τον πλούσιο. Για τον εργάτη, όμως, παράγει αποστέρηση. Παράγει παλάτια, αλλά μόνο τρώγλες για τον εργάτη. Μπορεί οι μηχανές να αντικαθιστούν χειρωνακτική εργασία, αλλά δεν παύουν να στέλνουν άλλους εργάτες πίσω σε βάρβαρους τρόπους δουλιάς και άλλους τους μετατρέπουν σε εξαρτήματά τους. Η εργασία παράγει ευφυία αλλά επίσης παράγει και ηλιθιότητα και αποβλάκωση για τους εργάτες. (στο ίδιο σελ. 94).

Η αποξενωμένη εργασία όχι μόνο αποξενώνει τη φύση από τον άνθρωπο και αποξενώνει τον άνθρωπο από τον εαυτό του, από τη δική του δραστήρια λειτουργία, από τη δική του ζωτική δραστηριότητα, αλλά εξαιτίας αυτού αποξενώνει επίσης τον άνθρωπο από το είδος του. Η ίδια η ζωή εμφανίζεται μόνο ως μέσο για τη ζωή.

Αυτή η αλλοτρίωση του ανθρώπου στον καπιταλισμό είναι η πηγή όλων των υποδουλώσεων. Αφαιρεί από τη δράση του ανθρώπου τον ανθρώπινο και δημιουργικό χαρακτήρα της, γιατί εμποδίζει τον άνθρωπο να αναγνωρίζει τον εαυτό του και να εκφράζει την προσωπικότητά του και εξαπατά τη σκέψη του ανθρώπου οδηγώντας τον σε μια παραμορφωμένη εικόνα της πραγματικότητας.

Ηδη, όμως, στο πλαίσιο της παραγωγής που κυριαρχείται από την ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, κατά την αφετηρία κιόλας της παραγωγής με την πώληση της εργατικής δύναμης του εργάτη στον κεφαλαιοκράτη, η διαδικασία της εργασίας εμφανίζεται σαν μια διαδικασία ανάμεσα σε πράγματα- μέσα παραγωγής και εργατικής δύναμης- που αγόρασε ο κεφαλαιοκράτης και του ανήκουν.

Η μισθωτή εργασία είναι αποξενωμένη εργασία, γιατί γίνεται με σκοπό την επιβίωση και όχι την επιβεβαίωση του ανθρώπου, διότι είναι μέσο και όχι αυτοσκοπός, διότι είναι μερική εργασία, διότι είναι ξένη προς τον εργάτη, δεν του ανήκει, διότι την πραγματοποιεί υπό την κυριαρχία του κεφαλαιοκράτη στον οποίο ανήκει.

Η μισθωτή εργασία είναι διπλά αποξενωμένη και αποξενωτική, με την έννοια ότι ο οικονομικός εξαναγκασμός οδηγεί στην υποδούλωση στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής και στην πώληση της εργατικής δύναμης.

Ο μισθός δεν είναι παρά μια αναγκαία συνέπεια της αποξένωσης της εργασίας. Η εργασία εμφανίζεται, όχι σαν ένας αυτοσκοπός, αλλά σαν υπηρέτης του μισθού...

Οι μισθοί είναι μια άμεση συνέπεια της αποξενωμένης εργασίας, και η αποξενωμένη εργασία είναι άμεση αιτία της ατομικής ιδιοκτησίας. Η πτώση του ενός συνεπάγεται την πτώση του άλλου.

Ο καταμερισμός εργασίας, ο οποίος συνδέεται με την ιδιωτική ιδιοκτησία και την ανταλλαγή εμπορευμάτων ανάμεσα σε μεμονωμένους ιδιοκτήτες έχει ως βασική συνέπεια ο παραγωγός να εξειδικεύεται σε μια δραστηριότητα, η οποία στα πλαίσια της κεφαλαιοκρατικής εμπορευματικής παραγωγής περιορίζεται ακόμη παραπέρα.

Με τον καταμερισμό της εργασίας ο άνθρωπος αντί να λειτουργεί ως ένα καθολικό ον, περιορίζεται σε μια αποσπασματική, επιμέρους δραστηριότητα.

Ο Φρ. Ενγκελς εύστοχα διαπιστώνει στο «Αντι-Ντύρινγκ»: «Στη σημερινή κοινωνία οι άνθρωποι κυριαρχούνται από τις οικονομικές σχέσεις που οι ίδιοι δημιούργησαν και από τα μέσα παραγωγής που οι ίδιοι παρήγαγαν σαν από μια ξένη δύναμη».

Αντίθετα, στην ανώτερη κομμουνιστική κοινωνία, «όταν θα έχει εξαφανιστεί η υποδουλωτική υποταγή των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας και μαζί της η αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική και σωματική δουλιά, όταν η εργασία θα έχει γίνει όχι μόνο μέσο ζωής, αλλά και η πρώτη ανάγκη της ζωής, όταν με την ολόπλευρη ανάπτυξη των ατόμων θα έχουν αναπτυχθεί οι παραγωγικές δυνάμεις που θα αναβλύζουν πιο άφθονα από τις πηγές του κοινωνικού πλούτου, τότε μόνο (...) θα γράφει η κοινωνία στη σημαία της: Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του!». («Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», σελ. 15).

Ο φετιχισμός του εμπορεύματος και του χρήματος

Η αλλοτριωμένη εργασία, που χωρίζει τον άνθρωπο από τον καρπό της δραστηριότητάς του, μεταβάλλει πραγματικά τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους σε σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα (αντικείμενα). Με τη διαδικασία αυτή της αντικειμενοποίησης, όπου το ανθρώπινο στοιχείο μετατρέπεται σε υλικό αντικείμενο, ξένο προς τον άνθρωπο, δηλαδή σε εμπόρευμα, όλες οι σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους καταντούν λειτουργία του χρήματος.

Στο σύγχρονο κόσμο η παραγωγή εμπορευμάτων εμφανίζεται ως τελικός σκοπός του ανθρώπου και ο πλούτος, το χρήμα, ως τελικός σκοπός της παραγωγής. Το εμπόρευμα και το χρήμα επιβεβαιώνονται ως αυθύπαρκτες δυνάμεις και αξίες μέσω του ανθρώπου.

Το εμπόρευμα εξουσιάζει τον άνθρωπο και όλες οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων εμφανίζονται με τη μορφή σχέσεων ανάμεσα σε εμπορεύματα, ανάμεσα σε πράγματα, δηλαδή με τη μορφή δυνάμεων όχι ανθρώπινων αλλά φυσικών και υπερφυσικών, δυνάμεων τυφλής αναγκαιότητας.

Ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» ονομάζει αυτό το φαινόμενο φετιχισμό του εμπορεύματος:

«Είναι μόνο μια καθορισμένη κοινωνική σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους, που, γι' αυτούς, παίρνει εδώ τη φανταστική μορφή μιας σχέσης των πραγμάτων ανάμεσά τους. Για να βρούμε ένα ανάλογο φαινόμενο, πρέπει να το αναζητήσουμε στη σκοτεινή περιοχή του κόσμου της θρησκείας. Εδώ τα προϊόντα του ανθρώπινου εγκεφάλου φαίνονται σαν είναι ανεξάρτητα, προικισμένα με δική τους ζωή, που επικοινωνούν με τους ανθρώπους και μεταξύ τους. Το ίδιο γίνεται και με τα προϊόντα του ανθρώπινου χεριού στον κόσμο των εμπορευμάτων. Αυτό το ονομάζω φετιχισμό, που κολλάει στα προϊόντα της εργασίας μόλις αρχίσουν να παράγονται σαν εμπορεύματα και που γι' αυτό είναι αχώριστος από την εμπορευματική παραγωγή. Αυτός ο φετιχικός χαρακτήρας του κόσμου των εμπορευμάτων πηγάζει από τον ιδιόμορφο κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας που παράγει εμπορεύματα». (Τόμος πρώτος, σελίδα 86).

Ο Μαρξ προσδιόρισε το εμπόρευμα ως μια αντιφατική ενότητα αξίας χρήσης και (ανταλλακτικής) αξίας. Αυτή η διπλή φύση του εμπορεύματος είναι απόρροια της διπλής φύσης της ίδιας της εργασίας. Η διπλή φύση της εργασίας: Από τη μια είναι συγκεκριμένη εργασία και πηγή της αξίας χρήσης των εμπορευμάτων και από την άλλη είναι αφηρημένη εργασία και η πηγή της αξίας των εμπορευμάτων.

Χρήμα: «Η αλλοτριωμένη ικανότητα του ανθρώπινου γένους»


Το χρήμα, το «γενικό ισοδύναμο όλων των εμπορευμάτων», διπλασιάζει το φετιχισμό του εμπορεύματος. Αντί άλλης ανάλυσης αξίζει να αναφερθεί το απόσπασμα από τον Μαρξ στα «Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα», με βάση αποσπάσματα έργων του Σαίξπηρ και του Γκαίτε (Τίμων ο Αθηναίος και Φάουστ), το οποίο δείχνει με έξοχο και παραστατικό τρόπο πώς μέσω του χρήματος η κοινωνική δύναμη μετατρέπεται σε ατομική δύναμη των κατόχων του χρήματος. Πώς το χρήμα μεταμορφώνει κάθε μια από τις ουσιαστικές δυνάμεις του ανθρώπου στα αντίθετά τους: «Αυτό που υπάρχει για μένα και μέσα από το σύνδεσμο του χρήματος, αυτό που μπορεί να πληρώσει το χρήμα, αυτό ακριβώς είμαι εγώ, ο κάτοχος του χρήματος. Οι ιδιότητες του χρήματος είναι δικές μου, εμένα του κατόχου, ιδιότητες και ουσιαστικές δυνάμεις. Ετσι, αυτό που είμαι και αυτό που μπορώ να κάνω, σε καμία περίπτωση δεν καθορίζεται από την ατομικότητά μου. Είμαι άσχημος, αλλά μπορώ ν' αγοράσω την πιο όμορφη γυναίκα. Αυτό σημαίνει ότι δεν είμαι άσχημος, γιατί το αποτέλεσμα της ασχήμιας, η απωθητική της δύναμη, εξουδετερώνεται από το χρήμα. Είμαι κουτσός, αλλά το χρήμα μού προμηθεύει 24 ποδάρια, κατά συνέπεια δεν είμαι κουτσός. Είμαι κακός, ανυπόληπτος, ασυνείδητος και κουτός άνθρωπος. Το χρήμα όμως, είναι ευυπόληπτο και το ίδιο και ο κάτοχός του... Είμαι άμυαλος, αν όμως το χρήμα είναι ο πραγματικός νους όλων των πραγμάτων, πως είναι δυνατό ο κάτοχός του να είναι άμυαλος; Κάτι περισσότερο, ο κάτοχος του χρήματος μπορεί να εξαγοράσει έξυπνους ανθρώπους για λογαριασμό του. Συνεπώς έχει εξουσία πάνω σε έξυπνους ανθρώπους, εξυπνότερους απ' αυτόν. Με το χρήμα μπορώ να έχω το καθετί που επιθυμεί η ανθρώπινη καρδιά. Δεν είμαι έτσι κάτοχος όλων των ανθρώπινων ικανοτήτων; Δεν αντιστρέφει λοιπόν το χρήμα όλες μου τις ανικανότητες σε ικανότητες;».

Η θεία δύναμη του χρήματος βρίσκεται στη φύση του, σαν αποξενωμένη και αλλοτριωτική ειδολογική ουσία του ανθρώπου που αλλοτριώνεται η ίδια πουλώντας τον εαυτό της. Το χρήμα, συμπέραινε ο Μαρξ, είναι η αλλοτριωμένη ικανότητα του ανθρώπινου γένους!

Καταναλωτισμός: Κυριαρχία των πραγμάτων στους ανθρώπους

Στη σφαίρα της κατανάλωσης επιβεβαιώνεται η κυριαρχία των πραγμάτων πάνω στους ανθρώπους και ταυτόχρονα ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας των κοινωνικών σχέσεων.

Τα προϊόντα (είτε με τη μορφή υπηρεσιών είτε με τη μορφή αντικειμένων) δεν καταναλώνονται μόνο και συχνά καθόλου σαν αξίες χρήσης, αλλά για να ικανοποιήσουν την αίσθηση «του έχειν» και ακόμα να αναβαθμίσουν τη θέση του καθενός στα πλαίσια της ανταγωνιστικής κοινωνίας. Η κατοχή πραγμάτων γίνεται μέσο για κοινωνική καταξίωση και προβολή.

«Με την πληθώρα των αντικειμένων μεγαλώνει το βασίλειο των αλλότριων δυνάμεων προς τις οποίες ο άνθρωπος είναι υποκείμενος και κάθε νέο προϊόν είναι μια νέα δυνατότητα αμοιβαίας απάτης και αμοιβαίας διαρπαγής. Ο άνθρωπος γίνεται ακόμα φτωχότερος σαν άνθρωπος και χρειάζεται όλο και περισσότερο χρήματα... Η ποσότητα του χρήματος γίνεται ολοένα και περισσότερο η μοναδική του σημαντική του ιδιότητα...». (Οικ. και Φιλ. Χειρόγραφα, σελ.141).

Ετσι η κατανάλωση αναπαράγει και διευρύνει την αποξένωση και καθιστά ακόμα πιο δύσκολη τη διαδικασία απεγκλωβισμού από τις κυρίαρχες αξίες, παρά τη διεύρυνση των δυνατοτήτων που προκαλεί η ανάπτυξη της παραγωγής.

Επιπλέον, το πιστωτικό σύστημα και το πλαστικό χρήμα στενεύουν όλο και περισσότερο τις δυνατότητες απεγκλωβισμού από τις κυρίαρχες αξίες και ανάγκες. Η ίδια η ζωή μετατρέπεται σε «ζωή επί πιστώσει» και καθυποτάσσεται στην ευτυχία ικανοποίησης ψευτοαναγκών ή στη δυστυχία της μη ικανοποίησής τους.

Η κατανάλωση για την κατανάλωση λειτουργεί συχνά σαν μοναδική διέξοδος και ικανοποίηση. Αγοράζονται, συχνά, προϊόντα -γνωστών πολυεθνικών γιατί έτσι πιστεύουν αυτοί που τα αγοράζουν ότι αναδεικνύουν την προσωπικότητά τους!. Τα πράγματα αποκτούν έτσι μια αξία συμβόλου, γοήτρου και επίδειξης. Ο άνθρωπος παύει να είναι ο εαυτός του και είναι το αυτοκίνητό του, το κινητό του, η κολόνιά του, το ρολόι, κ.ο.κ.

Ο καταναλωτής δεν είναι παρά ένας κυνηγός συμβόλων που υποτάσσεται στις κυρίαρχες αξίες, στο φετιχισμό του χρήματος και στη λογική του ανταγωνισμού, ο οποίος αναδεικνύεται, μέσω της ψευτοατομικότητάς του. Οι άνθρωποι αυτοαναγνωρίζονται και αναγνωρίζονται από τους άλλους μέσα από τα προϊόντα που καταναλώνουν.

Την αποξενωμένη εργασία ακολουθεί μια αποξενωμένη κατανάλωση.

Η αποξένωση (αλλοτρίωση) επεκτείνεται και στον «ελεύθερο χρόνο». Η αστική τάξη «έσπασε χωρίς οίκτο όλους τους πολυποίκιλους φεουδαρχικούς δεσμούς, που συνδέανε τον άνθρωπο με τους φυσικούς ανωτέρους του και δεν άφησε κανέναν άλλο δεσμό ανάμεσα στον άνθρωπο και τον άνθρωπο, εκτός από το γυμνό συμφέρον, από τη χωρίς συναίσθημα "πληρωμή τοις μετρητοίς"... Μετέτρεψε την προσωπική αξιοπρέπεια σε ανταλλακτική αξία και στη θέση των απειράριθμων διασφαλισμένων και κεκτημένων ελευθεριών έβαλε τη μοναδική ασυνείδητη ελευθερία του εμπορίου» (Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς «Το Μανιφέστο του κομμουνιστικού κόμματος» (σελ. 19).

Πέρα από τη μετατροπή της εργατικής δύναμης σε εμπόρευμα και τη μετατροπή σε μισθωτού εργάτη «του γιατρού, του νομικού, του παπά, του ποιητή, του ανθρώπου της επιστήμης» (στο ίδιο σελίδα 12), η εμπορευματοποίηση διευρύνεται και σήμερα θεωρείται συνηθισμένο φαινόμενο η πώληση μελών του ανθρώπινου σώματος, του ίδιου του ανθρώπινου σώματος (μαζική πορνεία) ακόμα και βρεφών.

Τα πάντα εμπορευματοποιούνται: η υγεία, η παιδεία, το σύνολο της κουλτούρας, του αθλητισμού, της πληροφόρησης. Ακόμα και τα φυσικά αγαθά που μέχρι πρόσφατα έμειναν έξω από την εμπορευματική παραγωγή: Ο χρόνος, ο καθαρός αέρας, ο ήλιος, η θάλασσα, τα δάση, κ.ο.κ.

Ετσι, διευρύνεται ο κύκλος των πραγμάτων και των αντικειμένων που, ενώ υποτίθεται ότι δημιουργούνται για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του ανθρώπου, τον χρησιμοποιούν ως μέσο και κυριαρχούν πάνω του.

Η στρεβλή συνείδηση, προϊόν αυτής της κατάστασης γενικευμένης αποξένωσης, καθιερώνεται ως κυρίαρχο σύστημα αξιών, ως κυρίαρχη ιδεολογία. Στο πλαίσιο αυτής της ιδεολογίας και της ενσωμάτωσης στις κυρίαρχες αξίες της αλλοτρίωσης και αποξένωσης, πλασάρονται ως προσωποποίηση της επιτυχίας οι πιο «απάνθρωπες» εικόνες ανθρώπων, όπως ο πλήρως ενσωματωμένος γιάπις, τα μοντέλα, ο ψευτοστάρ, ο δίκαιος βιομήχανος, ο επιτυχημένος τζογαδόρος στο Χρηματιστήριο, κ.ο.κ. Ταυτόχρονα, η κατοχή των πραγμάτων από τον καθένα (τα κυβικά και η μάρκα του αυτοκινήτου, το κινητό τηλέφωνο, κ.ο.κ) γίνεται καθοριστικός παράγοντας της ατομικότητας και της προσωπικότητάς του!

«Το έχειν», όμως, σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να αντισταθμίσει την απώλεια σε ανθρωπιά, την αποξένωση από την ουσία του ανθρώπου. Οσο λιγότερο είσαι εσύ ο ίδιος, τόσο λιγότερη είναι η έκφραση που δίνεις στη ζωή σου, όσο περισσότερα έχεις τόσο περισσότερο αλλοτριώνεται η ζωή σου και τόσο περισσότερο αποθηκεύεις την αποξενωμένη ζωή σου.
ΠΗΓΗ: εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 9 Ιούλη 2000.

Reblog this post [with Zemanta]

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More