Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Πώς σκέφτεται ο Βιζυηνός;

ΠΗΓΗ: image τ. 404 (19/05/2006)

ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ*

Η αφήγηση γενικώς είναι μια περιγραφή τού (λιγότερο έως περισσότερο) αγνώστου, η οποία (σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό) είναι φανταστική. Η κλίμακα της λειτουργίας του φανταστικού ξεκινά από εκείνη της μυθολογικής αφήγησης και φτάνει έως αυτήν της αφήγησης του φιλοσοφικού και του επιστημονικού λόγου. Η περιγραφή του αγνώστου αποτελεί την ουσία της εξήγησης, και με τον τρόπο αυτόν γίνεται φανερό πως η εξήγηση αποτελεί σκοπό κάθε αφήγησης που γίνεται όργανο είτε της επιστήμης είτε της λογοτεχνίας (από την πιο νατουραλιστική έως την πιο φανταστική).


Μελετώντας τους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος αφηγείται, δεν εξετάζουμε απλώς μια δευτερεύουσα συνήθειά του που αποσκοπεί στην ψυχαγωγία (δηλαδή στην περιστολή έως και αναίρεση της δυσάρεστης εμπειρίας ή στην απόδοση μεγαλύτερης έντασης και διάρκειας στην ευχάριστη εμπειρία), αλλά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα, καθώς και τα μέσα με τα οποία προσπαθεί να οργανώσει αυτή την αντίληψή του. Η εξέταση, επομένως, του προβλήματος «Πώς αφηγείται ο άνθρωπος» πρέπει να αποτελεί μέρος του προβλήματος «Πώς σκέφτεται ο άνθρωπος;». Πώς, λοιπόν, σκέφτεται ο Βιζυηνός;
Σκηνοθεσία ή χαρτογράφηση της εξήγησης;


Όλα τα διηγήματα του Βιζυηνού θέτουν ένα ερώτημα ή γρίφο που προκαλεί την ανάγκη της απάντησης και της λύσης του. Αυτή την απάντηση - λύση αναλαμβάνει να δώσει η αφήγηση. Στα περισσότερα διηγήματα η προβολή του γρίφου επιχειρείται ήδη στον τίτλο που υποβάλλει κάθε φορά ένα ερώτημα: «[Ποίαι ήσαν] Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας», «[Ποίον ήτο] Το αμάρτημα της μητρός μου», «[Ποίον ήτο] Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», «[Τι συνέβη] Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως». Η ρητή διατύπωση της ερωτηματικής λειτουργίας του τίτλου δεν παραλείπεται -δηλαδή δεν υφίσταται αφαίρεση αφηγηματική- στα διηγήματα «Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου» και «Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα».


Το τελευταίο διήγημά του δημοσιεύτηκε όταν βρισκόταν στο Δρομοκαΐτειο, χωρίς δική του πρωτοβουλία, με τον τίτλο «Μοσκώβ-Σελήμ», οπότε δεν γνωρίζουμε αν αυτός θα ήταν ο τελικός τίτλος που θα έδινε ο συγγραφέας. Σε ό,τι αφορά, ωστόσο, το περιεχόμενο του διηγήματος, πάλι πρόκειται για μια προσπάθεια εξήγησης του συναισθήματος της φιλοπατρίας, και ειδικότερα της ψυχολογικής ιδιορρυθμίας ενός Τούρκου που ζει στη Θράκη ανάμεσα στους ομοεθνείς του ως φανατικός φιλορώσος που περιμένει με λαχτάρα την εποχή που οι Ρώσοι θα καταλάβουν τον τόπο του, ενώ όταν ψευδώς τον πληροφορούν πως οι Ρώσοι νικούν τους Τούρκους και πλησιάζουν, από τη λύπη του παθαίνει αποπληξία και πεθαίνει.


Επειδή τα διηγήματα του Βιζυηνού ξεκινούν από έναν γρίφο, θεωρήθηκε ο ηθογράφος που έγραψε αστυνομικό διήγημα. Στο αστυνομικό, όμως, αφήγημα η εξήγηση που δίνεται αποτελεί μια σκηνοθεσία της εξήγησης, ενώ στα διηγήματα του Βιζυηνού επιχειρείται να παρουσιαστεί κάτι πολύ πιο δύσκολο: μια διαδικασία της εξήγησης: Η λύση του γρίφου επιχειρείται μέσω μιας εξήγησης, η οποία όμως δεν αντιστοιχεί στην αποκάλυψη κάποιας μοναδικής αλήθειας, δηλαδή μιας αλήθειας που υπερβαίνει τις διιστάμενες προσωπικές πεποιθήσεις των χαρακτήρων. Γι' αυτό, άλλωστε, δεν υπάρχει ξεκάθαρη τελική λύση, φανερώνοντας έτσι την πεποίθηση του συγγραφέα σχετικά με την παράλληλη ύπαρξη ή λειτουργία αληθειών περισσότερων από μία. Μια τέτοια πεποίθηση δεν μπορεί να αποτελέσει τη λογική βάση ενός αστυνομικού αφηγήματος, αλλά μάλλον μιας μυθοπλαστικής αφήγησης με φιλοσοφικό προσανατολισμό, σε ένα κράμα ψυχολογίας, ηθικής και λογικής. Η εξηγητική, επομένως, λειτουργία της αφήγησης στα διηγήματα του Βιζυηνού διαφέρει από εκείνη των αστυνομικών αφηγημάτων.


Την πιο ενδιαφέρουσα πλευρά της παραπάνω διαφοράς αποτελεί το γεγονός πως η εξηγητική λειτουργία της αφήγησης δεν έχει μία μόνο κατεύθυνση, από τον αφηγητή προς τον αναγνώστη, αλλά αμφίδρομη, επειδή η εξήγηση λειτουργεί παράλληλα και ως κατανόηση που πραγματοποιείται από τον αφηγητή: Η αφήγηση είναι μια εξήγηση που καθώς παρέχεται στον αναγνώστη, δίνει τη δυνατότητα στον αφηγητή να κατανοήσει αυτό που εξηγεί. Η αφήγηση, επομένως, είναι μια εξήγηση -και- κατανόηση. Η ταυτόχρονη λειτουργία εξήγησης και κατανόησης στην αφήγηση γίνεται δυνατή επειδή αυτές πραγματοποιούνται στο επίπεδο της αναλογικής σκέψης, η οποία δεν στηρίζεται στην τήρηση μιας απόστασης ανάμεσα στο υποκείμενο και στο αντικείμενο της αντίληψης, αλλά στην προσέγγισή τους και στην ανακάλυψη και αξιοποίηση της κοινότητας της ουσίας τους.


Λογικό σφάλμα - ηθικό παράπτωμα, ενοχή λογική - ενοχή ηθική

Ο αμφίδρομος χαρακτήρας της εξηγητικής λειτουργίας της αφήγησης της προσφέρει μια επιπλέον διάσταση με αυτοσυνειδησιακή αξία. Με τον τρόπο αυτόν η εξήγηση δεν προσπαθεί απλώς να καλύψει μια λογική ανάγκη, αλλά να χαρίσει και μια ψυχική λύτρωση. Η ψυχική λύτρωση προκύπτει από το γεγονός πως η ανάγκη για τη λύση του γρίφου δεν λειτουργεί μόνο ως έναυσμα της μυθοπλασίας, ως κινητήρια δύναμη της αφήγησης ή ως πρόγραμμα της πλοκής, αλλά και ως υπέρβαση-λύση της ενοχής -η οποία ενοχή αποτελεί στα διηγήματα του Βιζυηνού την ψυχολογική αξία και το ψυχικό ισοδύναμο ή αντίστοιχο του γρίφου: η σχέση του γρίφου με την ενοχή είναι στενή στα διηγήματά του, και η λύση του γρίφου ισοδυναμεί ή αντιστοιχεί με τη διάλυση της ενοχής. Με τον τρόπο αυτόν, η μη οριστική ή ξεκάθαρη λύση του γρίφου ανταποκρίνεται στη μερική διάλυση της ενοχής. Στα διηγήματα η ενοχοποίηση του ηθικού παραπτώματος παρουσιάζεται και γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας ως ενοχοποίηση του λογικού σφάλματος, οπότε η εξήγηση αποτελεί τόσο σημαντικό άξονα της αφήγησης επειδή η εξήγηση αποτελεί το μέσο υπέρβασης της λογικής και ηθικής ενοχής.


Η προδηλότητα της εξήγησης

Η εξηγητική λειτουργία της μυθοπλαστικής αφήγησης είναι έμμεση, αποτελώντας εκδοχή της αναλογικής σκέψης , δηλαδή λειτουργεί με τρόπο λανθάνοντα, σε ένα επίπεδο όχι προφανές. Τι συμβαίνει, όμως, όταν η εξήγηση μέσα σε μια αφήγηση δεν δίνεται μόνο έμμεσα αλλά και άμεσα, όπως στην περίπτωση του Βιζυηνού; Τότε δίνεται η εντύπωση πως η εξήγηση έρχεται στο προσκήνιο, οπότε η σχέση ανάμεσα στην αφήγηση και στην εξήγηση αντιστρέφεται, επειδή δεν έχουμε πλέον μια αφήγηση που λειτουργεί ως εξήγηση, αλλά μια εξήγηση που λειτουργεί ως αφήγηση.
Αυτή η προδηλότητα της εξήγησης θα μπορούσε να αποτελεί λάθος αφηγηματικό, εφόσον δεν υπηρετεί κάποιο σκοπό σχετικά με τη διαχείριση της χρονικής ακολουθίας των συστατικών της ιστορίας στο επίπεδο των αιτιακών τους σχέσεων. Στα διηγήματα, ωστόσο, έχουμε σαφώς αυτή τη δεύτερη περίπτωση: η πορεία ανάπτυξης της αφήγησης αντιστοιχεί στις φάσεις ανάπτυξης ενός συλλογισμού που αποτελεί τον άξονα της εξήγησης. Για να θεμελιώσει ο συγγραφέας την ορθότητα ή την αξιοπιστία της εξήγησής του, την παρουσιάζει άμεσα, με τη μορφή σχόλιου, οπότε το σχόλιο λειτουργεί και ως στοιχείο αληθοφάνειας.
Με τον όρο «σχόλιο» ορίζεται ένα φάσμα ομιλιακών πράξεων του αφηγητή που υπερβαίνουν τις βασικές ομιλιακές πράξεις της αφήγησης και της περιγραφής, που αφήνουν να ακουστεί περισσότερο ή λιγότερο ο προσωπικός τόνος της ομιλίας του αφηγητή, που απηχούν την προσωπική θέση του απέναντι σε αυτά που εξιστορεί ή περιγράφει. Το σχόλιο μπορεί να είναι άμεσο ή έμμεσο, ρητό ή υπονοούμενο -οπότε λειτουργεί ως ειρωνεία. Στο άμεσο σχόλιο ανήκει η «ερμηνεία» ή «εξήγηση» ενός στοιχείου της ιστορίας, η «κρίση» που εκφράζει γνώμες ηθικής ή άλλης αξίας, η «γενίκευση» που κάνει εξωτερική αναφορά στον υπαρκτό κόσμο, είτε σε οικουμενικές αλήθειες είτε σε ιστορικά γεγονότα, και η «ενσυνείδητη» αφήγηση που σχολιάζει όχι τόσο την ιστορία όσο τον αφηγηματικό λόγο.
Στα διηγήματα του Βιζυηνού τη βασική λειτουργία του σχόλιου αποτελεί η ερμηνεία ή εξήγηση και επιχειρείται στο πλαίσιο του σχηματισμού των χαρακτήρων -αν και στην πράξη η «ερμηνεία» αποτελεί την ευρύτερη κατηγορία του φανερού σχόλιου επειδή λειτουργώντας ως εξήγηση κάποιου στοιχείου της ιστορίας, μπορεί να εμφανίζεται ως «κρίση», όταν επιχειρείται στη βάση της ηθικής αποτίμησης, ή ως «γενίκευση», όταν συγκρίνει ένα στοιχείο της ιστορίας με κάποιο στοιχείου του υπαρκτού κόσμου.
Η εξήγηση είναι προσανατολισμένη προς τη φανέρωση της αλήθειας -η οποία διαπιστώσαμε πως δεν είναι μοναδική ή μονοδιάστατη. Αυτή η «αλήθεια» που αφορά την ιστορία κάθε διηγήματος, υπηρετείται από την αληθοφάνεια που αφορά τους τρόπους της αφήγησης. Οι έννοιες της αλήθειας της ιστορίας και της αληθοφάνειας της αφήγησης δίνουν αρχικά την εντύπωση δύο αρχών που είναι ξένες μεταξύ τους (δηλαδή αρχών που υφίστανται και λειτουργούν σε δύο διαφορετικά επίπεδα), και που γι' αυτό η συνάντησή τους μέσα σε ένα αφηγηματικό έργο είναι σημαίνουσα. Παρ' όλα αυτά, η αλήθεια και η αληθοφάνεια στα διηγήματα του Βιζυηνού έχουν ήδη συναντηθεί σε αυτό που ονομάζουμε «ήθος», επειδή η αληθοφάνεια εξαρτάται από το ήθος του αφηγητή, ενώ η αλήθεια στοιχειοθετείται από το ήθος των μυθιστορηματικών χαρακτήρων. Το ρητορικό εγχείρημα του αφηγητή συνίσταται στην απόδειξη πως η εκδοχή που δίνει για την ιστορία είναι «αληθινή», ενώ παράλληλα αυτή η εκδοχή αποκαλύπτει πως η αλήθεια δεν μπορεί να είναι ίδια για όλους, και πως μόνο μέσω αυτής της απροσδιοριστίας -ή ευελιξίας της- μπορεί να είναι υπαρξιακά, νοητικά και επικοινωνιακά λειτουργική.


Ρεαλιστική απόδοση μιας νοητικής και συναισθηματικής ουτοπίας

Στα διηγήματα του Βιζυηνού περιγράφεται ρεαλιστικά, δηλαδή με τρόπο θετικό, μια νοητική και συναισθηματική ουτοπία. Στα σημαντικότερα από τα διηγήματά του αποκαλύπτεται η απουσία ανταπόκρισης και ακριβούς αντιστοιχίας ανάμεσα στα γεγονότα, στις σκέψεις, στα όνειρα και, φυσικά, ανάμεσα στις ομιλίες των χαρακτήρων. Στα λιγότερο σημαντικά διηγήματά του αυτή η απουσία δεν αποκαλύπτεται, αλλά σκηνοθετείται -μέσα, όμως, από μια πρόθεση δηκτική ή πικρόχολη, που εξισορροπεί δραματικά τη μικρότερη αφηγηματική επεξεργασία.
Σε όλα τα διηγήματα οι τόποι της αναζήτησης της αλήθειας (ή, αλλιώς, του νοήματος) γίνονται και οι τόποι της απώλειας του νοήματος, και οι τόποι αυτοί διαδέχονται συνεχώς ο ένας τον άλλον. Η αναζήτηση -και- απώλεια του νοήματος προσδιορίζει τα προβαλλόμενα από τον ίδιο τον συγγραφέα όρια ανάπτυξης της δράσης των χαρακτήρων, καθώς και το γενικό πλαίσιο, έως και τα ακριβή όρια, μέσα στα οποία κινείται η διήγησή του. Τα όρια αυτά της διήγησης του Βιζυηνού ανταποκρίνονται και αντιστοιχούν όχι στα όρια της φαντασίας του, αλλά -σε ένα επιφανειακό επίπεδο- σε εκείνα της νοσταλγίας και της μνήμης του, ενώ σε ένα βαθύτερο επίπεδο ανταποκρίνονται και αντιστοιχούν στα όρια της πικρής εμπειρίας του.

*Ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος είναι καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More