Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Ο «καλτσοπεδιλούχος» και άλλα εφήμερα

του Μίμη Σουλιώτη, επίκουρου καθηγητή Λογοτεχνίας στην Παιδαγωγική Σχολή Φλώρινας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Τα ελληνικά θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως «λιγότερο ομιλούμενη γλώσσα» όχι μόνο συγκριτικά με τις άλλες, ευρωπαϊκές και μη, γλώσσες, παρά και αναλογικά προς τον βαθμό στον οποίο διαμορφώνουν και υπηρετούν τη σκέψη και την αίσθηση των Ελλήνων: από ελληνικά γίνονται ολοένα και περισσότερο ευρω-ελληνικά, και μετασχηματισμένα πλέον επηρεάζουν όχι μόνο το λεξιλόγιο και τον προσωδιακό πλούτο της γλώσσας παρά και την ίδια τη συντακτική δομή της σκέψης μας (ο τρέχων οικουμενικός πολιτισμός μάς απορροφά μαζί με τις λεκτικές, εθιμικές και άλλες ιδιαιτερότητές μας, που δεν είναι παρά εξαιρέσεις επιβεβαιωτικές του κανόνα). Ο παγκόσμιος τρόπος πρόσληψης των πραγμάτων δεν είναι ωστόσο ξένος προς την ελληνική γλώσσα και συνείδηση: η συντελούμενη μεταλλαγή των Ελλήνων σε ευρω-Ελληνες είναι επώδυνη, όχι όμως και οδυνηρή διαδικασία. 

H ελληνική δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί αναλλοίωτη, εξάλλου, γιατί τη διατηρούμε στη ζωή όλοι εμείς που διαιτώμεθα ως ορθόδοξοι Ελληνες καθολικώς παγκοσμιοποιημένοι (ονομαστική εορτή με ροκ μουσική, εξοχική Λαμπρή με λάτιν μουσική κ.ο.κ.). Ευλόγως λοιπόν η γλώσσα μας δεν θα μπορούσε να παραμείνει αμιγώς και αδιαταράκτως ελληνική (αν έχει διατελέσει ποτέ τέτοια...) όσο κι αν τη φροντίζουμε και κανοναρχούμε για τη μοίρα της. Βαδίζουμε στη λεωφόρο της Ευρώπης ως πολύ πιο (Αμερικανο-)Ευρωπαίοι απ' όσο το υποψιαζόμαστε, με μια γλώσσα που αναπλάθεται διαρκώς προκειμένου ν' ανταποκριθεί στις ποικίλες απαιτήσεις της πορείας. Κατά τα άλλα δεν πάψαμε ποτέ να «είμεθα ένα κράμα εδώ», για να θυμηθούμε τον K. Π. Καβάφη

Παρ' όλα αυτά και εξαιτίας αυτών η γλωσσοπλαστική μας έφεση έχει διανοίξει λαγούμι επιβίωσης στην ψηφιακή οικουμενικότητα με τις λεκτικές επινοήσεις των πλοηγών του Διαδικτύου, με τις οποίες ανακαινίζεται η μακραίωνη σκωπτική μας παράδοση. H δειγματοληψία που ακολουθεί μαρτυρεί για την παραγωγική, τη συνθετική και συντμητική ικανότητα καθώς και για την ορθή διαχείριση των προσφυμάτων, των θεμάτων και των καταλήξεων της γραμματικής έτσι όπως την (περι)παίζουν οι ψηφιακοί τεχνουργοί μας. H τεχνική της «λέξης-βαλίτσας» (mot-valise) αίφνης, με την οποία παράγεται μια αυθαίρετη λέξη από τμήματα δύο ή περισσοτέρων υπαρκτών, αξιοποιείται σε εφευρήματα όπως οι δεγράφυλοι (= οι τελειωμένοι στυλογράφοι που δεν τους πετούμε από τη μολυβοθήκη: κάθε φορά που θα χρειαστεί να σημειώσουμε κάτι δοκιμάζουμε τον δεγράφυλο και παρ' όλο που δεν γράφει τον ξαναβάζουμε στη θέση του) και το καψουροκτέλι ή κτελοντούρι (= τα καψουροτράγουδα που κρατούν ξύπνιο τον οδηγό των ΚΤΕΛ στην εθνική οδό). Λογο-παιδιάς απαύγασμα είναι και ο καλτσοπεδιλούχος (= ο τύπος της θερινής, ιδίως, υπόδησης που έχουν υιοθετήσει ξένοι και ημεδαποί συνταξιούχοι και περιηγητές) και οι ψυγγιές, δηλ. οι στριγκλιές του περιπτερά για να κλείσουμε την πόρτα του ψυγείου. 

Παρατρέχοντας απλούστερες ιδιολεξίες, όπως ο κινητάκιας (= αυτός που έχει εθισμό με το κινητό τηλέφωνό του, με υποπερίπτωσή του τον μηνυματάκια του γραπτού), το κυβερνοβάρεμα (= χαλάρωση στο Διαδίκτυο) και το ρήμα τελικιάζω (= γκαζώνω το αμάξι ως την τελική του ταχύτητα), ας κοντοσταθούμε στο σύνθετο μελλοχρήσιμο ή θαχρείαστο (= κάτι αχρείαστο, που δεν το πετούμε όμως γιατί προβλέπουμε πως θα χρησιμεύσει κάποτε) καθώς και στο παρασύνθετο παρηγούρι, δηλ. το γούρι με το οποίο παρηγορούμε κάποιον που μόλις αυτοπεριχύθηκε με το ποτό του: τα τρία τελευταία παραδείγματα έχουν κατασκευασθεί με την τεχνική του «ρηματικού κολάζ» (telescopage). 

Εύρημα συνιστούν επίσης οι περιπτεριές, οι βόλτες γύρω από το περίπτερο που οφείλονται σε μεταφυσικές ανησυχίες ή βοηθούν στην κατόπτευση του χώρου: «Εκοψα δυο περιπτεριές και μπούκαρα». Ποιητικής τάξης ακρίβεια διέπει το πουπήγιο ή πουχάθιο, δηλ. το απειροελάχιστο εξάρτημα που αφαιρώ από την ηλεκτρική συσκευή που επισκευάζω αλλά μου πέφτει και το ψάχνω ματαίως στο πάτωμα καταρώμενος τη μοίρα. Θα κλείσω τη δειγματοληψία με το σταθεράκι, δηλ. το χαρτονάκι με το οποίο σταθεροποιεί ο βοηθός σερβιτόρου το τραπεζάκι: «Φέρτε μας πρώτα μια καράφα νερό και βάλτε μας κι ένα σταθεράκι». Κι αν το νεόπλασμα κριθεί περιττό καθώς διαθέτουμε το «τακάκι», οι «περιπτεριές» και το «πουπήγιο» διεκδικούν το προνόμιο να ονοματίζουν πτυχές πραγματικότητας για πρώτη φορά, με αυθαίρετο αλλά εκφραστικό τρόπο. 

Από αυτά τα γλωσσικά εφήμερα ελάχιστα θ' αξιωθούν μια καταχώριση στο λεξικό της ομιλουμένης· δεν παύουν ωστόσο να μαρτυρούν για τη γλωσσοπλαστική ευεξία των ψηφιακών πλοηγών μας - αυτοί και οι παρέες τους δεν πλάθουν μόνον αυθαίρετα παρά έχουν ξαναμπάσει και τη λέξη «πώρωση» στην καθημερινή χρήση: ως λαός παραμένουμε λογοπαίγμονες όσο τουλάχιστον και άλλοτε.
Reblog this post [with Zemanta]

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

Φάκελος, παραλογοτεχνία


της Μικέλας Χαρτουλάρη

Η παραλογοτεχνία δίπλα στη λογοτεχνία. Ούτε χαμηλότερα ούτε εναντίον της. Δύο κόσμοι, δύο κώδικες, δύο τρόποι γραφής παράλληλοι και συμπληρωματικοί. Η πρώτη, πεζή, ταπεινή, ξενόφερτη, σέρνεται στα καταγώγια υποταγμένη σε εφήμερες ανάγκες, πραγματικές ή πλασματικές. Η δεύτερη, σοβαρή ή (συχνότερα) σοβαροφανής, ανεβαίνει στους αιθέρες. Η Γυφτοπούλα και η Φόνισσα. Διότι «ο Παπαδιαμάντης-μυθιστοριογράφος ανήκει στην παραλογοτεχνία ενώ ο Παπαδιαμάντης-διηγηματογράφος ανήκει στη λογοτεχνία», παρατηρεί χωρίς φόβο και πάθος ο Παναγιώτης Μουλλάς. Χάρη σ΄ αυτόν τον εκλεκτό μελετητή των νεοελληνικών γραμμάτων, που από το ΄60, όντας στο Παρίσι, μετείχε στον διεθνοποιημένο διάλογο για τη λαϊκή λογοτεχνία, έχουμε σήμερα ένα πολύτιμο (και συναρπαστικό) βιβλίο, ελεύθερο από ιδεολογήματα: τον Χώρο του Εφήμερου με τα Στοιχεία για την παραλογοτεχνία του 19ου αιώνα (Εκδ. Σοκόλη). Όπου η «παραλογοτεχνία» αντιμετωπίζεται δικαιότερα απ΄ ό,τι συνηθίζουν οι φιλόλογοι, κριτικοί και ιστορικοί της λογοτεχνίας, σαν «προστάδιο και προεικόνισμα» για τη λεγόμενη και σήμερα, «μαζική κουλτούρα». Μιλάμε δηλαδή για ένα είδος διαφορετικό από τα προεπαναστατικά λαϊκά αναγνώσματα του τύπου Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου, τα συνδεδεμένα με την αγροτική ύπαιθρο, τη συλλογική δημιουργία και την προφορικότητα · για ένα «παιδί» των αστικών κέντρων, απότοκο των νέων όρων και τρόπων ζωής του 19ου αι. Εννοούμε εδώ την αστικοποίηση, τη βιομηχανική επανάσταση, τις τεχνολογικές καινοτομίες, την υποχώρηση του αναλφαβητισμού. Και ειδικότερα τη θεαματική ανάπτυξη του Τύπου, που από το 1830 εισέρχεται, πρώτα στη Γαλλία, σε μια νέα εποχή: την εποχή του μεγάλου μη προνομιούχου κοινού, το οποίο είναι έτοιμο να καταναλώνει σε καθημερινή βάση μια «λογοτεχνία για όλους»....

Όπως τα λαϊκά μυθιστορήματα σε συνέχειες (επιφυλλιδικά), που γεννιούνται σ΄ αυτό το εφήμερο πλαίσιο, και μοιάζουν με τις επίκαιρες και δημοφιλείς αφηγήσεις των ειδήσεων του αστυνομικού δελτίου... Εμβληματικό έργο, τα Μυστήρια των Παρισίων του Ευγένιου Σύη, και, στα ελληνικά πράγματα, καμιά 200αριά τίτλοι. Πρόκειται για ένα φαινόμενο συνολικό και συλλογικό, μας λέει ο Μουλλάς, ο οποίος ξεχωρίζει επειδή αντιμετωπίζει την παραλογοτεχνία στην ουσία της και στις πολλαπλές μορφές και διασυνδέσεις της. Όχι για να επανεκτιμήσει γνωστά ή «αγνοημένα» μυθιστορήματα του 19ου αι. αλλά για να φωτίσει τις γενικές συνθήκες παραγωγής τους. Έτσι το βιβλίο του δεν είναι θεωρητική διατριβή, ιστορική μελέτη, βιβλιογραφία ή διακήρυξη, αλλά ένας «φάκελος» που μας δίνει άγνωστες πληροφορίες για την ελληνική κοινωνία, και που μακάρι να εγκαινιάσει μια συζήτηση.

Σαν τα δημοφιλή τηλεοπτικά σήριαλ και όχι σαν τα σημερινά μπεστσέλερ. Έτσι λειτουργούσαν τα λαϊκά μυθιστορήματα του 19ου αι. Εναρμονίζονταν με τις μαζικές προσδοκίες και δυνατότητες. Γραμμένα χωρίς αισθητικές αξιώσεις από δημοσιογράφους, φοιτητές, δικηγόρους, στρατιωτικούς- ανθρώπους όχι λόγιους (αν και υπάρχουν εξαιρέσεις λ.χ.Μπαλζάκ, Δουμάς, Παπαδιαμάντης κ.ά.), αναπαρήγαγαν την πραγματικότητα αντί να δημιουργούν μια νέα (όπως κάνει η λογοτεχνία), λειτουργώντας συναινετικά και επαναλαμβάνοντας τα ιδεολογικά, κοινωνικά, γλωσσικά στερεότυπα. (Ενώ λ.χ. οι λόγιοι μετά το 1880 είναι δημοτικιστές, αυτά είναι γραμμένα στην καθαρεύουσα των σχολείων). Παρ΄ ότι όμως ήταν γεμάτα αφέλειες και κοινοτοπίες, είναι λάθος να τα αγνοούμε. Διότι «ενώ στη λογοτεχνία προβάλλεται η εικόνα του (ατομικού) συγγραφέα, στην παραλογοτεχνία προβάλλεται η εικόνα του (συλλογικού) αναγνώστη». Αυτά τα μυθιστορήματα συμπληρώνουν δηλαδή την εικόνα του κόσμου, φωτίζοντας το συλλογικό φαντασιακό και δείχνοντάς μας πώς λειτουργούσε ο μέσος άνθρωπος τον 19ο αιώνα. Εκεί λ.χ. μπορεί κανείς να ανιχνεύσει «το αντι-δυτικό του πνεύμα, τον εθνικισμό του, τις μισαλλόδοξες θρησκευτικές απόψεις του» κ.ο.κ.

Εκατόν πενήντα τρία λαϊκά πεζογραφήματα από το 1853 ώς το 1900. Τόσα καταλογογραφούνται για πρώτη φορά στον Χώρο του εφήμερου, γραμμένα όχι από τους Κονδυλάκηδες αλλά από τους Παπακαλιάτηδες της εποχής- όπως ο υπολοχαγός Νικόλαος Βωτυράς- και από κάποιες Μιρέλλες όπως η Αγγελική Λούβαρη, η Αικατερίνη Καλαφάτη, η Μαρία Μηχανίδου ή η Ευγενία Ζωγράφου. (Το είδος επιβίωσε στην Ελλάδα ώς τις αρχές του 20ού αι. με την Ιωάννα Μπουκουβάλα- Αναγνώστου). Ο Π. Μουλλάς τα ανακάλυψε σε ιδιωτικές κυρίως συλλογές και παρουσιάζει τα πιο αντιπροσωπευτικά με γλαφυρότητα, χωρίς ξερή θεωρητικολογία, ερμηνεύοντάς τα μέσα από το ιστορικο-κοινωνικό πρίσμα του νεαρού ελληνικού κράτους. Τα κριτήριά του δεν είναι ποιοτικά αλλά ποσοτικά, και δεν έχει διάθεση αξιολόγησης. «Έχει σημασία» μου έλεγε, «να τα μελετήσουμε για να ξέρουμε πού ήταν η βάση, ποιο ήταν το μέσο γούστο. Μόνο έτσι μπορούμε να καταλάβουμε λ.χ. τι σημαίνει να εμφανίζεται σ΄ αυτόν τον χώρο ένας Βιζυηνός, ή αργότερα ένας Σεφέρης ή ένας Τσίρκας...». Ενώ όμως υπάρχει μια πλουσιότατη διεθνής βιβλιογραφία για το παραλογοτεχνικό φαινόμενο (ο όρος καθιερώθηκε το 1967), από τον Γκράμσι, τους Αντόρνο-Μαρκούζε, τον Μπαρτ ώς τον σημειολόγο Έκο κ.ά., η μελέτη του στον τόπο μας κατακερματίζεται και παραμένει ανεπαρκής, αμήχανη και σπασμωδική. Κρίμα γιατί τέτοια σύνθετα φαινόμενα θέτουν εκ νέου το ερώτημα, «Τι είναι η λογοτεχνία;»...

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 29 Σεπτεμβρίου 2007
Reblog this post [with Zemanta]

Διαγώνισμα αδιδάκτου κειμένου αρχαίων ελληνικών




Α. Να μεταφράσετε το παρακάτω κείμενο:

ε πάντες θελον ο παιδεύειν πιχειροντες ληθ λέγειν, κα μ μείζους ποιεσθαι τς ποσχέσεις ν μελλον πιτελεν, οκ ν κακς κουον π τν διωτν∙ νν δ ο τολμντες λίαν περισκέπτως λαζονεύεσθαι πεποιήκασιν στε δοκεν μεινον βουλεύεσθαι τος ῥᾳθυμεν αρουμένους τν περ τν φιλοσοφίαν διατριβόντων. Τὶς γρ οκ ν μισήσειεν μα κα καταφρονήσειε πρτον μν τν περ τς ριδας διατριβόντων, ο προσποιονται μν τν λήθειαν ζητεν, εθς δ ν ρχ τν παγγελμάτων ψευδ λέγειν πιχειροσιν; Ομαι γρ πασιν εναι φανερν τι τ μέλλοντα προγιγνώσκειν ο τς μετέρας φύσεώς στιν, λλ τοσοτον πέχομεν ταύτης τς φρονήσεως, σθ μηρος μεγίστην π σοφί δόξαν εληφς κα τος θεος πεποίηκεν στιν τε βουλευομένους πρ ατν, ο τν κείνων γνώμην εδώς, λλ μν νδείξασθαι βουλόμενος τι τος νθρώποις ν τοτο τν δυνάτων στίν.

Ἰσοκράτους, Κατὰ τῶν σοφιστῶν1-2

Μον.:20
Β.
1. Να γράψετε τους ζητούμενους ονοματικούς & αντωνυμικούς τύπους:
πάντες: γενική ενικού αριθμού, θηλυκού γένους
ληθ: δοτική ίδιου αριθμού
ποσχέσεις: δοτική ενικού αριθμού
διωτν: κλητική ενικού αριθμού
ριδας: αιτιατική ενικού αριθμού
μετέρας: ίδιο τύπο στο γ΄ πρόσωπο
τοσοτον: αιτιατική πληθυντικού αριθμού, θηλυκού γένους
δόξαν: δοτική ενικού αριθμού
μν: ίδιο τύπο στο γ΄ πρόσωπο
Μον.:3
2. α. ληθ: Να γράψετε τα παραθετικά του επιρρήματος.
    β. μείζους: Να κλίνετε στον ίδιο βαθμό το ουδέτερο γένος (στον πληθυντικό αριθμό).
    γ. μεινον, πρτον, μεγίστην: Να γράψετε τον ίδιο τύπο στους άλλους  βαθμούς.
Μον.:3

3.  Να γράψετε τους ζητούμενους ρηματικούς  τύπους:

πιχειροντες: β΄ ενικό προστακτικής, ίδιων χρόνου & φωνής
λέγειν: ίδιο τύπο στον μέλλοντα
κουον: μετοχή μέλλοντα (αρσενικό γένος, ονομαστική ενικ. αριθμού)
τολμντες: β΄ ενικό οριστικής παρατατικού, ίδιας φωνής
αρουμένους: ίδιο τύπο σε αόριστο β΄
μισήσειεν: ίδιο πρόσωπο υποτακτικής, ίδιων χρόνου & φωνής
προγιγνώσκειν: ίδιο τύπο σε αόριστο
πέχομεν: β΄ ενικό υποτακτικής αορίστου, ίδια φωνής
εληφς: ίδιο τύπο σε μέλλοντα
εδώς: β΄ πληθυντικό οριστικής ενεστώτα
νδείξασθαι: γ΄ ενικό οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής

            Μον.:3

4. Να αναγνωρίσετε το συντακτικό ρόλο των παρακάτω λέξεων:

παιδεύειν, μείζους, βουλεύεσθαι, τος αρουμένους, πασιν, π σοφίᾳ, τν κείνων, ν,  τν δυνάτων.
            Μον.: 3

5. Να χωρίσετε την τελευταία περίοδο του κειμένου σε προτάσεις αναφέροντας το είδος τους (μόνο ονομαστικά, δίχως πλήρη αναγνώριση)   

Μον.: 1

6. Να αναγνωρίσετε τον υποθετικό λόγο της πρώτης ημιπεριόδου και κατόπιν να τον μετατρέψετε ώστε να δηλώνει την απλή σκέψη.

Μον.: 2
7. εδώς: Να αναγνωρίσετε το είδος της μετοχής και να την αναλύσετε σε ισοδύναμη δευτερεύουσα πρόταση.

Μον.: 2
8. Ομαι γρ πασιν εναι φανερν τι τ μέλλοντα προγιγνώσκειν ο τς μετέρας φύσεώς στιν: Να εντοπίσετε τους πλάγιους λόγους, να τους αναγνωρίσετε και να τους μεταφέρετε στον ευθύ λόγο.  
Μον.: 3

Σημ.: Τις απαντήσεις των κριτηρίων αξιολόγησης μπορείτε να τις βλέπετε εδώ.

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

Ηξερε ο Καβάφης ελληνικά;

του Γ. ΒΕΛΟΥΔΗ, καθηγητή πανεπιστημίου


Το ερώτημα: «ήξερε ο Καβάφης ελληνικά;» το προκάλεσε η διαβόητη για το δογματισμό της απόφανση του Σεφέρη για τους «τρεις ποιητές μας», Σολωμό, Κάλβο και Καβάφη, που «δεν ήξεραν ελληνικά». 

Σε μια πρόσφατη μελέτη μου για τη γλώσσα του Σολωμού παρατηρούσα ότι η προκλητική αυτή παρέμβαση του Σεφέρη συνεξέφραζε, την ιστορική εκείνη στιγμή (1936/37), «τη νέα προσπάθεια για την επίσημη, εκ των άνω, επιβολή της νέας, "δημοτικής", "εθνικής" κοινής με τη Νεοελληνική Γραμματική (1941) του Μ. Τριανταφυλλίδη, της οποίας προπαγανδιστής και πάτρωνας ήταν ακριβώς ο ανώτατος πολιτικός προϊστάμενος (και) του Σεφέρη: ο Ι. Μεταξάς». 

Ο Καβάφης και οι άλλοι δύο συγκατηγορούμενοί του στο έκτακτο γλωσσοδικείο του Σεφέρη είχαν, παρά τις μεγάλες διαφορές μεταξύ τους, ένα κοινό γνώρισμα: ήταν και οι τρεις Ελληνες της Διασποράς, που είχαν περάσει όλη τη ζωή τους, όπως π.χ. και ο Κοραής, έξω από την Ελλάδα, σ' ένα πολυγλωσσικό περιβάλλον, ήταν και οι τρεις πολύγλωσσοι και είχαν την εξαιρετική τύχη να μην πάνε ποτέ σ' ελληνικό σχολείο - και επομένως δεν ήταν καθόλου προδιατεθειμένοι να ξαπλώσουν, μετά θάνατον και παρά τη θέλησή τους, στη «δημοτικιστική» κλίνη του Μεταξά, του Σεφέρη, του Τριανταφυλλίδη ή οποιουδήποτε άλλου Προκρούστη της γλωσσικής «εθνικής ενότητας». 

Θα συνοψίσω εδώ, προκαταβολικά, τα πορίσματα μιας συστηματικότερης μελέτης για τη γλώσσα (της ποίησης) του Καβάφη: 

α) Το γλωσσικό μίγμα των ελλήνων εμπόρων της Διασποράς αποτελούσε τη βάση της γλώσσας του Καβάφη. 

β) Η ποιητική γλώσσα του Καβάφη αποτελεί ένα μίγμα, του οποίου βασικό υλικό είναι η μητρική του γλώσσα και η γλώσσα που μιλιόταν στο άμεσο κοινωνικό του περιβάλλον· σ' αυτό έχουν προσμιχθεί γλωσσικά στοιχεία που έχουν αντληθεί από τους αρχαίους και τους μεσαιωνικούς έλληνες συγγραφείς, που διάβαζε ο Καβάφης. 

γ) Το γλωσσικό αυτό μίγμα υποστηρίζεται θεωρητικά από την αντίληψη του Καβάφη για τη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας - μια αντίληψη που εκτείνεται σ' ολόκληρη την ελληνική ιστορία. 

δ) Ο Καβάφης έμεινε συνειδητά αμέτοχος στο «γλωσσικό αγώνα» που πυροδότησε το Ταξίδι (1888) του Ψυχάρη - σ' αντίθεση με τους Ελληνες της «εμπορικής» Διασποράς Π. Βλαστό και Α. Πάλλη· ταυτόχρονα, δεν πήρε μέρος στους (ψευτο-)εθνικούς αγώνες, που συγκλόνισαν την Ελλάδα της εποχής του: ο Καβάφης ήταν και στα «εθνικά» ζητήματα, όπως και στην ποίησή του, ένας «κριτικός ρεαλιστής». 
 
ε) Ο Καβάφης δεν μπορούσε να υποτάξει τις καλλιτεχνικές-ποιητικές εκφραστικές του ανάγκες σε ένα «γλωσσικό μοντέλο» - ούτε του Κοραή, του Κόντου ή του Ψυχάρη

Ενα υποτιθέμενο γλωσσικό «λάθος», η χρήση του «λανθασμένου» λαϊκού τύπου της προστακτικής επέστρεφε στο ομότιτλο ποιητικό μικρογράφημα του Καβάφη (1904/1909/1912), που προξένησε τόση αμηχανία στους μελετητές του, μπορεί να ερμηνευτεί ως ένα αριστοτεχνικό εκφραστικό μέσο της ποιητικής του: Ο Καβάφης ήξερε, βέβαια, και τον ορθό τύπο της προστακτικής επίστρεφε, επέλεξε όμως, μ' εξαιρετική ποιητική ευφυΐα, το λαϊκό επέστρεφε, για να εκφράσει, και «φωνητικά», την έννοια της «επανάληψης». Η κεντρική για το συντομότατο αυτό ποίημά του έννοια αυτή εκφράζεται όχι μόνο με πολλούς γλωσσικούς δείκτες (συχνά, πάλι, όταν... όταν), αλλά και με την επανάληψη, και μάλιστα το διπλασιασμό, των τεσσάρων φωνηέντων (ε) του τίτλου στο «εσωτερικό» του ποιήματος: επέστρεφε και παίρνε με.
 
Ο Καβάφης ήξερε την (αρχαία, μεσαιωνική και νέα) ελληνική γλώσσα, όπως άλλωστε και τη μετρική, πολύ καλύτερα από το Σεφέρη και τους άλλους πτυχιούχους της Νομικής: σαν επιστήμονας γλωσσολόγος

Τα γλωσσικά ενδιαφέροντά του επέδειξε ο Καβάφης με την κριτική του παρέμβαση στο έργο δύο (νεο)ελληνιστών, του άγγλου J. Blackie (1891) και του γάλλου Η. Pernot (1918), ενώ τη γλωσσολογική του ιδιοφυΐα απέδειξε μ' ένα μικρό αλλά πρωτότυπο «ετυμολογικό» άρθρο του για την ορθογράφηση του ονόματος «Χρίστος» (Χρίστος και όχι Χρήστος, 1901): Ο Καβάφης τεκμηριώνει, πειστικά και οριστικά, την ορθή γραφή του ονόματος «Χρίστος», ετυμολογώντας το από το αρχαίο επίθετο «Χριστός». Τα ερμηνευτικά του επιχειρήματα τα αντλεί ο Καβάφης με εκπληκτική ευστροφία από αρχαία και νεότερα παραδείγματα, για να καταλήξει στο διπλό συμπέρασμα ότι ο παρατονισμός του ονόματος (Χρίστος>χριστός) εξηγείται πρώτον μεν από τον κανόνα μετακίνησης του τόνου από τη λήγουσα στην παραλήγουσα, σε αρχαία επίθετα, όταν γίνονται κύρια ονόματα, «και δεύτερον με την ευσεβή συνήθειαν να διαφέρη κατά τύπον από του θείου επιθέτου». 

Με τη δεύτερη αυτή παρατήρησή του ο Καβάφης υποδεικνύει, χάρη στις μαρτυρημένες ανθρωπολογικές του μελέτες, ένα γλωσσικό φαινόμενο άγνωστο ακόμα και σε πολλούς - πανεπιστημιακούς - γλωσσολόγους: την ανάγκη για τη διάκριση ανάμεσα στο «βέβηλο» και τον «ιερό» τύπο μιας λέξης. Στα «ονοματολογικά» παραδείγματα του Καβάφη μπορούμε να προσθέσουμε την αντιπαράθεση του «βέβηλου» Σταύρος στο «ιερό» σταυρός.
 
Πάνω στην ίδια διάκριση «ιερό» vs. «βέβηλο» στηρίζονται όχι μόνο οι χριστιανικές λέξεις-ταμπού ύδωρ-νερό, άρτος-ψωμί, οίνος-κρασί κ.ά., αλλά και η αρχαία, «ειδωλολατρική», απαγόρευση της ονοματοθεσίας των θνητών με τα ονόματα των θεών τους. Η μεταγενέστερη παραλαβή των πρώην «ιερών» αυτών ονομάτων (Ερμής, Αρτεμις, Αθηνά, Αφροδίτη κ.ά.) από τους χριστιανούς σήμαινε, εννοείται, και τη «βεβήλωση», την αποϊέρωση, των αρχαίων θεϊκών ονομάτων.
Reblog this post [with Zemanta]

Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010

Διονύσιος Σολωμός, Κρητικός

της Φιλολόγου Ιωάννου Φωτεινής


Α. Στοιχεία Τεχνικής

Αφηγηματικά στοιχεία 
1. Ο Αφηγητής
Ο Αφηγητής είναι δραματοποιημένος (ομοδιηγητικός), συμμετέχει στα δρώμενα ως πρωταγωνιστής (αυτοδιηγητικός) και η εστίαση είναι εσωτερική. Η αφήγηση γίνεται σε α΄ γραμματικό πρόσωπο ( μίμηση ή άμεση αφήγηση).

2. Η Αφήγηση
Τα γεγονότα δεν ξετυλίγονται με τη σειρά με την οποία διαδραματίστηκαν, αλλά υπάρχει μια κύρια, ευθύγραμμη αφηγηματική πορεία, που αρχίζει στα μισά της ιστορίας ( in media res) και που διακόπτεται από αναδρομικές ( αναλήψεις) και πρόδρομες αφηγήσεις (προλήψεις).Οι αναλήψεις και οι προλήψεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν επιβραδύνσεις καθώς καθυστερούν την εξέλιξη της πορείας των γεγονότων της κύριας αφήγησης.

Στους τέσσερις τελευταίους στίχους του 5ου αποσπάσματος υπάρχει αφηγηματικό κενό. Ο αφηγητής δεν μας πληροφορεί τι ακριβώς συνέβη σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα, προφανώς επειδή δεν υπάρχει κάτι σημαντικό και ενδιαφέρον.

3. Ο χρόνος των γεγονότων της ιστορίας
α). Ο ιστορικός χρόνος Δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια, καθώς γίνονται αναφορές χωρίς χρονολογικές σημάνσεις. Πρόκειται όμως για την περίοδο 1823-1824 (επανάσταση των Κρητών εναντίον των Τούρκων, καταστολή της επανάστασης, σφαγές πληθυσμών, φυγή χιλιάδων Κρητών προς Επτάνησα, Δ. Πελοπόννησο, Κύθηρα.)

β). Τα τέσσερα χρονικά επίπεδα της αφήγησης.
Κατά τον Ε. Καψωμένο, τα χρονικά επίπεδα την αφήγησης είναι τέσσερα.
Τα επεισόδια καλύπτουν όλες τις χρονικές βαθμίδες ως προς το χρόνο των γεγονότων, το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Υπάρχει και ένα υπερβατικό απώτερο μελλοντικό χρονικό επίπεδο. Τα χρονικά επίπεδα δεν ακολουθούν το ένα το άλλο με τη φυσική τους σειρά αλλά διαπλέκονται με αναλήψεις και προλήψεις.
- Το πρώτο επίπεδο καλύπτει την κύρια αφήγηση, το παρόν: το χρόνο του ναυαγίου και της εμπειρίας του αφηγητή (Φεγγαροντυμένη, μαγευτικός ήχος).
- Το δεύτερο αφορά στο παρελθόν με αναλήψεις: προϊστορια του ήρωα στην Κρήτη.
- Το τρίτο αφορά στο μέλλον με πρόδρομες αφηγήσεις: η ζωή του ήρωα ως πρόσφυγα μετά το ναυάγιο και την απώλεια της αγαπημένης του.
- Το τέταρτο βρίσκεται στο απώτατο μέλλον, είναι υπερβατικό και μεταφυσικό: οραματισμός έσχατης κρίσης.

4.Ο χώρος σε σχέση με τα επίπεδα της αφήγησης.
 
α). Ο χώρος των γεγονότων της κύριας αφήγησης είναι το πέλαγος και η ακτή.
β). Η αφήγηση μεταβαίνει στο παρελθόν και χώρος των γεγονότων είναι τώρα η Κρήτη και πιο συγκεκριμένα ο Ψηλορείτης και η Λαβύρινθος, το χωριό του αφηγητή.
γ). Ένας απροσδιόριστος χώρος στον οποίο ζει ο αφηγητής ως πρόσφυγας ζητιάνος μετά τη διάσωσή του.
δ). Ο υπερβατικός χώρος του Παραδείσου, όπου ο αφηγητής συνομιλεί με τις ψυχές των νεκρών και 
και εμφανίζεται η νεκρή αγαπημένη του.

Β. Αυτοβιογραφικά στοιχεία Κρητικού. 
 
Ο “ Κρητικός ” δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτοβιογραφικό έργο, ωστόσο αντανακλώνται σ΄ αυτό κάποια αυτοβιογραφικά στοιχεία ανάμεσα στα οποία θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν:

α). Η καταγωγή του πατέρα του ποιητή, του κόντε Σολωμού από την Κρήτη.
β). Η αναγκαστική φυγή της οικογένειας Σολωμού από την Κρήτη αμέσως μετά τις επιθέσεις των Τούρκων στο νησί το 1669 και η εγκατάστασή τους στη Ζάκυνθο το 1670. Πιθανόν το γεγονός αυτό δημιούργησε στον ποιητή την αίσθηση του πρόσφυγα.
γ). Η βαθύτατη αγάπη του Σολωμού για τη μητέρα του Αγγελική Νίκλη, η οποία όμως κλονίστηκε σοβαρά κατά τη διάρκεια του δικαστικού αγώνα του Σολωμού με τα υπόλοιπα παιδιά της σχετικά με το μοίρασμα της περιουσίας του κόντε Νικόλαου Σολωμού. Ίσως η συμπεριφορά της αυτή δημιούργησε στον ποιητή ένα βαθύ αίσθημα μητρικής στέρησης, η οποία σύμφωνα με τους μελετητές εικονίζεται στο θαυμασμό του προς τις εξωπραγματικές γυναικείες μορφές, όπως είναι η Φεγγαροντυμένη.

Γ. Διακειμενικότητα του Κρητικού

Οι διακειμενικές σχέσεις στο ποίημα μπορούν να διακριθούν σε ελληνόγλωσσες και ξενόγλωσσες
Στις ελληνόγλωσσες εντάσσονται:
α) το δημοτικό τραγούδι β) η Κρητική λογοτεχνία- ο Ερωτόκριτος γ) η Αγία Γραφή δ) η μεταβυζαντινή λαϊκή ποίηση. Υπάρχουν επίσης επιρροές από την αρχαία ελληνική σκέψη και κοσμοθεωρία και ειδικότερα από την πλατωνική φιλοσοφία.

Στις ξενόγλωσσες εντάσσονται: α) ο Ιταλικός κλασικισμός και νεοκλασικισμός β) Οι Γερμανοί ιδεαλιστές φιλόσοφοι (Κάντ, Χέγκελ) πιο συγκεκριμένα:

1 [18]
- Δημοτικό τραγούδι: χρήση ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου (χρησιμοποιείται σε ολόκληρο το ποίημα) -χρήση του αριθμού τρία
- Κρητική λογοτεχνία : ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία
- Ευρωπαίοι ρομαντικοί: περιγραφή τρικυμίας - έντονη δράση στοιχείων της Φύσης.

2 [19]
- Δημοτικό τραγούδι: χρήση αριθμού τρία - κλιμακωτό σχήμα με τον τριπλό όρκο του αφηγητή συνομιλία με τους νεκρούς - πόρτα του Παραδείσου
- Κρητική λογοτεχνία: πόρτα του Παραδείσου (Ερωφίλη του Χορτάτση).
- θεία κωμωδία του Ντάντε: περιγραφή οράματος της έσχατης κρίσης 
- Αγία Γραφή: περιγραφή οράματος της έσχατης κρίσης
3 [20]
Ερωτόκριτος: στίχος 2. 
Άγγλοι προρομαντικοί: στίχοι 3-10 παρουσίαση νυχτερινής γαλήνης μετά την τρικυμία
Ντάντε- Πετράρχης- Γκαίτε- Σίλλερ- Αποκάλυψη του Ιωάννη (1β,1):όραμα Φεγγαροντυμένης Ιπποτικό μυθιστόρημα “Ιμπέριος και Μαργαρώνα”: στίχος 14
4 [21]
Ερωτόκριτος: στίχοι 5-6/11-12/ 21/ 29/ 37 
Πλάτωνας: στίχοι 13-18 (θεωρία των Ιδεών)
Δημοτικό τραγούδι: στ 14-16 (μοτίβο του τρία)
Επιστημονικά κείμενα (μυστικιστικές ιδεολογίες): στίχος 10 
Το όραμα της Φεγγαροντυμένης μας παραπέμπει στην Παλαιά Διαθήκη, στους εκκλησιαστικούς ύμνους, στη Αποκάλυψη του Ιωάννη, στις νύμφες του Ιταλικού κλασικισμού και νεοκλασικισμού, στον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, στον Δάντη, τον Πετράρχη, τον Γκαίτε.

5 [22]
Αρχαία ελληνική λογοτεχνία: μοτίβο ονείρου στίχοι 9-14  
Οδύσσεια: στίχοι 18/34 
Πατερικά κείμενα, εκκλησιαστική υμνολογία: στίχος 49 (ανεκδιήγητοι ήχοι).
Πλατωνική και χριστιανική δυϊδιστική αντίληψη για τον κόσμο και για τον άνθρωπο: στίχοι 53-54.

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, ένθετο ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ, 29-12-2007

Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Προτεινόμενο διαγώνισμα αδιδάκτου κειμένου αρχαίων ελληνικών



Α. Να μεταφράσετε το παρακάτω απόσπασμα:

[2] ὑπόλοιπον ἡμῖν, ὦ Ἀθηναῖοι, καὶ ταῦτ᾽ ἀγωνιζομένοις ἀγῶνα τηλικοῦτον ἡλίκος οὐδεπώποτε γέγονε τῇ πόλει, κοινῇ πᾶσιν ὑμῖν παρακελεύεσθαι, πρῶτον μὲν τοῖς λοιποῖς ἡμῖν συγγνώμην ἔχειν, ἂν τῶν αὐτῶν ἐνίοις περιπίπτωμεν — οὐ γὰρ ἵν᾽ ἐνοχλῶμεν ὑμᾶς, ἀλλ᾽ ἵν᾽ ὀργίζεσθαι μᾶλλον παροξύνωμεν, δὶς περὶ τῶν αὐτῶν ἐροῦμεν —, ἔπειτα μὴ προΐεσθαι τὰ κοινὰ τῆς πόλεως ἁπάσης δίκαια, μηδὲ τὴν κοινὴν σωτηρίαν ἀντικαταλλάξασθαι τῶν τοῦ κρινομένου λόγων. [3] ὁρᾶτε γάρ, ὦ Ἀθηναῖοι, ὅτι παρὰ μὲν ὑμῖν Δημοσθένης οὑτοσὶ κρίνεται, παρὰ δὲ τοῖς ἄλλοις ὑμεῖς· οἳ σκοποῦσι τίνα ποτὲ γνώμην ἕξετε περὶ τῶν τῇ πατρίδι συμφερόντων, καὶ πότερον τὰς ἰδίας τούτων δωροδοκίας καὶ πονηρίας ἀναδέξεσθ᾽ εἰς ὑμᾶς αὐτούς, ἢ φανερὸν πᾶσιν ἀνθρώποις ποιήσετε διότι μισεῖτε τοὺς κατὰ τῆς πολιτείας δῶρα λαμβάνοντας. 
Δεινάρχου, Κατὰ Δημοσθένους 2-3
 
Μον.: 20

Β. 1α. Να γράψετε τους ζητούμενους ονοματικούς & αντωνυμικούς τύπους:
ἡμῖν: ίδιο τύπο στο γ΄ πρόσωπο 
ἀγῶνα: δοτική πληθυντικού αριθμού 
τηλικοῦτον: δοτική πληθυντικού αριθμού θηλυκού γένους
τῇ πόλει: αιτιατική ενικού αριθμού 
τῇ πατρίδι: ίδια πτώση στον άλλο αριθμό 
ὑμᾶς αὐτούς: ίδιο τύπο στον ενικό αριθμό 

Μον.: 3

1β. ἰδίας: Να γράψετε τους άλλους βαθμούς του επιθέτου (διατηρώντας γένος, πτώση και αριθμό) 

Μον.: 2 

2. Να γράψετε τους ζητούμενους ρηματικούς τύπους: 
ἀγωνιζομένοις: ίδιο τύπο στον μέλλοντα
ἔχειν: β΄ ενικό προστακτικής αορίστου 
περιπίπτωμεν: ίδιο τύπο στον αόριστο
ὀργίζεσθαι: ίδιο τύπο στον μέλλοντα
ἐροῦμεν: ίδιο τύπο στον παρακείμενο 
παροξύνωμεν: γ΄ πληθυντικό οριστικής μέσου παρακειμένου 
προΐεσθαι: ίδιο τύπο στον μέσο αόριστο
κρίνεται: ίδιο τύπο στον μέλλοντα 
σκοποῦσι: ίδιο τύπο στον παρακείμενο 
λαμβάνοντας: ίδιο τύπο στον μέλλοντα και τον αόριστο

Μον.: 5

3α. ἡμῖν ( το 1ο), ὑμῖν( το 1ο) , παρακελεύεσθαι, ἐνίοις, ἁπάσης, τῶν τοῦ κρινομένου, προΐεσθαι, τῇ πατρίδι,  ἀνθρώποις: Να αναγνωρίσετε το συντακτικό ρόλο των παραπάνω λέξεων.

Μον.: 3
3β.  ἀγωνιζομένοις: Να αναγνωρίσετε το είδος της μετοχής και να την αναλύσετε σε ισοδύναμη δευτερεύουσα πρόταση.  

Μον.: 2
3γ. ἂν τῶν αὐτῶν ἐνίοις περιπίπτωμεν: Να βρείτε την απόδοση και να αναφέρετε το είδος του υποθετικού λόγου. 

Μον.: 2
3δ. ὁρᾶτε γάρ, ὦ Ἀθηναῖοι, ὅτι παρὰ μὲν ὑμῖν Δημοσθένης οὑτοσὶ κρίνεται, παρὰ δὲ τοῖς ἄλλοις ὑμεῖς· οἳ σκοποῦσι τίνα ποτὲ γνώμην ἕξετε περὶ τῶν τῇ πατρίδι συμφερόντων: Να εντοπίσετε στο παραπάνω απόσπασμα τους πλάγιους λόγους, να τους αναγνωρίσετε και κατόπιν να τους μεταφέρετε στον ευθύ λόγο. 

Μον.: 3
 
Σημ.: Τις απαντήσεις των κριτηρίων αξιολόγησης μπορείτε να τις βλέπετε εδώ.

ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More