Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

Βασίλης Ραφαηλίδης: α) Λίγα λόγια για τη ζωή & το έργο του, β) Στοιχειώδης Αισθητική, “Το Κιτς”

Λίγα λόγια για τη ζωή και το έργο του

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης ήταν δημοσιογράφος, συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου. Γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1934 στα Σέρβια του νομού Κοζάνης και πέθανε στις 8 Σεπτεμβρίου 2000 στην Αθήνα. Η καταγωγή του πατέρα του ήταν από την Κωνσταντινούπολη, την οποία και ο ίδιος αναγνώριζε ως πατρίδα του (κυρίως διότι του άρεσε ως πόλη). Εξάλλου είχε και άλλες "πατρίδες". Κατεξοχήν, την Καστοριά στην οποία πέρασε την εφηβεία, λόγω μετάθεσης των γονέων του. Σημειωτέον, οι γονείς του ήταν αμφότεροι εκπαιδευτικοί - φιλόλογος ο πατέρας (Ανάργυρος), δασκάλα η μητέρα του (Ελένη).

Σπούδασε το 1959 κινηματογράφο στη σχολή Σταυράκου στην Αθήνα και μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε σαν βοηθός του Νίκου Κούνδουρου και του Ροβήρου Μανθούλη, ενώ το 1962 γύρισε και ο ίδιος δύο ταινίες - ντοκιμαντέρ μικρού μήκους, το Βυζαντινό μνημόσυνο και το Οι γουναράδες της Καστοριάς και η τέχνη τους. Η πρώτη του ταινία, γυρισμένη με πενιχρά και πεπαλαιωμένα μέσα, ήταν εξαιρετικά φιλόδοξη, αλλά ο ίδιος την απέρριψε αμέσως ως αισθητικά απαράδεκτη και έκτοτε αδιαφόρησε παντελώς για την τύχη της. Το αστείο είναι πως το φιλμάκι τού έφερε ένα βραβείο από κάποιο ξένο φεστιβάλ ήσσονος σημασίας, αλλά δεν άλλαξε τιποτα. Εννοείται πως σήμερα δεν υπάρχει ούτε ίχνος από αυτό το υλικό.

Το 1963 αποφασίζει να εγκαταλείψει την προοπτική του επαγγελματία σκηνοθέτη για να γίνει επαγγελματίας κριτικός κινηματογράφου. Αρχικά εργάστηκε σ' αυτό το πόστο σε έντυπα της αριστεράς στην οποία ιδεολογικά ανήκε, αρχικά την Επιθεώρηση Τέχνης και αργότερα στην Δημοκρατική Αλλαγή. Στη συνέχεια εξέδωσε το περιοδικό Ελληνικός Κινηματογράφος το οποίο έκλεισε η Χούντα για να το επανεκδόσει στη συνέχεια με τον τίτλο Σύγχρονος Κινηματογράφος.

Με τη μεταπολίτευση εργάστηκε σε διάφορες εφημερίδες όπως Το Βήμα (1974 - 1983), Έθνος (1983 - 1998) και Ελευθεροτυπία (1998 ως το θάνατό του το 2000), μη περιοριζόμενος στην κριτική κινηματογράφου, αλλά γράφοντας σχόλια και επιφυλλίδες που άπτονταν ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών θεμάτων.

Επίσης παρέδιδε σεμινάρια και δίδαξε κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου, στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, στο Ινστιτούτο Γκαίτε και αλλού. Επίσης εργάστηκε και σε ραδιοφωνικό σταθμό σε εκπομπές διαλόγου. Στη διάρκεια της δικτατορίας βασανίστηκε και εκτοπίστηκε στις φυλακές της Αίγινας. Πέθανε σε ηλικία 66 ετών από καρκίνο και κηδεύτηκε στην Πάτρα. Κατοικούσε στα Εξάρχεια.

Ενδεικτικά κάποια βιβλία από την πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα:

  • Κινηματογραφικά Θέματα (6 τόμοι)
  • 12 μαθήματα για τον κινηματογράφο
  • Φιλμοκατασκευή
  • Πέρα από τον κινηματογράφο (2 τόμοι)
  • Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού κράτους
  • Λαοί της Ευρώπης
  • Λαοί των Βαλκανίων
  • Λαοί της Μέσης Ανατολής
  • Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο (αυτοβιογραφικό)
  • Στοιχειώδης αισθητική
  • Η μεγάλη περιπέτεια του Μαρξισμού
  • Μυθ-ιστορία των βάρβαρων προγόνων των σημερινών Ευρωπαίων
  • Επαναστατικά και απελευθερωτικά κινήματα
  • 21 κείμενα για τη Μαλβίνα
  • Θερμοί και ψυχροί πόλεμοι και άλλα.

ΠΗΓΗ: Βικιπαίδεια, ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

http://www.el.wikipedia.org/wiki/Βασίλης_Ραφαηλίδης

________________

Το Κιτς

σάρωση0061 σάρωση0062 σάρωση0063

ΠΗΓΗ: Β.Ραφαηλίδης, Στοιχειώδης Αισθητική, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 1992, Αθήνα

Η Μικρασιατική εκστρατεία

του Γ.Πετρόπουλου

 

Ελληνες αξιωματικοί με λάφυρα πυροβόλα όπλα, μελετάνε το χειρισμό τους ώστε να τα χρησιμοποιήσουν ενάντια στον kεμαλικό στρατό

Σμύρνη. Πρωτομαγιά1 του 1919. Ο ελληνικός πληθυσμός ασχολείται αμέριμνος με τις δουλειές του αδυνατώντας να φανταστεί ότι λίγες ώρες αργότερα γεγονότα ιστορικής σημασίας θα συγκλονίσουν τη ζωή του. Γύρω στις δυο το μεσημέρι παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα στη Μητρόπολη, απ' όπου κλητήρες αναχωρούν για να ειδοποιήσουν τους δημογέροντες και τους κοινοτικούς συμβούλους ότι στις 4 το απόγευμα θα υπάρξει έκτακτη συνεδρίαση. Όντως περί τις 4 μ.μ. στο Μέγα Συνοδικό της Μητρόπολης έχει συγκεντρωθεί όλη η ελληνική αφρόκρεμα της πόλης. «Ο κόσμος -γράφει ο Μιχαήλ Ροδάς2- είχε αντιληφθή ότι κάτι έκτακτον συμβαίνει και ήρχισε να συγκεντρούται εις τον περίβολον της Αγίας Φωτεινής». Η μεγάλη αίθουσα του μητροπολιτικού μεγάρου είχε γεμίσει ασφυκτικά κι όλα ήταν έτοιμα για την έναρξη της συνεδρίασης, που όμως καθυστερούσε διότι δεν είχε φτάσει ακόμη ο ύπατος αρμοστής της Ελλάδας στη Σμύρνη, ναύαρχος Ηλ. Μαυρουδής. Οταν έφτασε, λόγω του συγκεντρωμένου πλήθους, μόλις μετά βίας μπήκε στην αίθουσα. Τότε ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος ανέβηκε στο βήμα. Ο λόγος απολύτως σαφής δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο για παρανοήσεις. Είπε:

«Αδελφοί το πλήρωμα του χρόνου επέστη. Οι πόθοι των αιώνων εκπληρούνται. Οι έκτακτοι χρόνοι ήγγικαν. Αι μεγάλαι ελπίδες του γένους μας, ο ανύστακτος, ο σφοδρός, ο μύχιος, ο θερμός, ο καίων και φλογίζων ως ο πεπυρακτωμένος σίδηρος τα σπλάχνα μας πόθος προς ένωσιν μετά της μητρός μας Ελλάδος, ιδού κατά τη σήμερον ιστορικήν και αξιομνημόνευτον ημέραν της 1ης Μα?ου γίνεται πράγμα και γεγονός τετελεσμένον... Η αποβίβασις των ελληνικών μεραρχιών εις τα Μικρασιατικά παράλια ήρξατο, το εξωτερικόν φρούριον της Σμύρνης κατελήφθη υπό των ελληνικών στρατευμάτων. Αύριο οι ελευθερωτές μας εισέρχονται... Η μικρά και ένδοξος Ελλάς, μεγενθυνομένη ούτω, θα βαδίση γοργώ τω βήματι προς ένδοξότατον μέλλον... Το ζήτημα ήτο να θέση άπαξ τον πόδα της επί της Μικράς Ασίας και της Θράκης και τον έθηκε πλέον βαρύν». Και κατέληξε ενθουσιωδώς: «Ζήτω η Μεγάλη μας Πατρίς Ελλάς. Ζήτω η Ελληνική Σμύρνη. Ζήτω ο Βενιζέλος. Ζήτω ο ναύαρχός μας Ηλίας Μαυρουδής. Ζήτω η ένωσίς μας μετά της μητρός Ελλάδος».

 

Μεταφορά τραυματιών την ώρα της μάχης στο μέτωπο Ινετζελάρ

Τον Χρυσόστομο διαδέχθηκε στο βήμα ο Ναύαρχος Ηλ. Μαυρουδής, ο οποίος ήταν και ο κομιστής των... καλών νέων. «Κύριοι, είπε, όταν προ τινών μηνών ήλθον ενταύθα, σας έφερα ελπίδας μόνον. Σήμερον σας φέρω την πραγμάτωσιν μέρους των ελπίδων εκείνων, ως και ελπίδας θετικάς διά την πραγματοποίησιν των υπολειπομένων. Αντί παντός άλλου θα σας αναγνώσω το ακόλουθον τηλεγράφημα του Προέδρου της Κυβερνήσεως κ. Βενιζέλου, το οποίο και απευθύνεται προς υμάς και το οποίον έχω εντολήν να σας ανακοινώσω! Ιδού το τηλεγράφημα. Ο πρόεδρος της Ελληνικής Κυβερνήσεως σας παρακαλεί εις εκάστην φράσιν του, εις εκάστην λέξιν, εις έκαστον κόμμα ακόμη, να τηρήσετε ευλαβώς τας εντολάς του»3.

Ο Ναύαρχος Μαυρουδής αρχίζει να διαβάζει:

«Τηλεγράφημα του κ. Βενιζέλου

Το Πλήρωμα του χρόνου ήλθεν. Η Ελλάς εκλήθη υπό του Συνεδρίου της Ειρήνης να καταλάβη τη Σμύρνην ίνα ασφαλίση την τάξιν. Οι ομογενείς εννοούσιν ότι η απόφασις αυτή ελήφθη διότι εν τη συνειδήσει των διευθυνόντων το Συνέδριο είναι αποφασισμένη η ένωσις της Σμύρνης μετά της Ελλάδος...»4. Η είδηση ήταν χωρίς αμφιβολία συγκλονιστική. Ας δώσουμε όμως πάλι στον Μ. Ροδά το λόγο να περιγράψει τις στιγμές που ακολούθησαν του διαγγέλματος του Βενιζέλου. «Μετά την ανάγνωσιν του ανωτέρω διαγγέλματος -γράφει5- επηκολούθησαν νέοι εναγκαλισμοί μεταξύ των πολιτών όλων των τάξεων. Οι γέροντες έκλαιον, διότι επί των ημερών των έβλεπον το όνειρον της Ελευθερίας πραγματοποιούμενον... Ο Ηλ. Μαυρουδής, προτού απέλθη της Μητροπόλεως, συνέστησε ψυχραιμίαν και ησυχίαν και ετόνισεν, ότι αξίωσις της Πατρίδος είναι όπως αποδείξωμεν όλοι ότι είμεθα άξιοι της μεγάλης ελευθερίας μας. Διέταξε δε αμέσως, όπως οι πρόκριτοι αναλάβουν να συστήσουν εις τους διευθυντάς των ποτοπωλείων και οινοπωλείων να κλείσουν από της στιγμής εκείνης τα καταστήματά των μέχρις ότου περατωθή το έργο της κατοχής... Η μεγάλη είδησις είχε διαδοθή αστραπιαίως εις όλας τα συνοικίας και εις όλα τα στρώματα. Τα καταστήματα έκλειον το εν μετά το άλλο και ο κόσμος έσπευδεν εις την προκυμαίαν και παρετήρει αγωνιωδώς προς το βάθος του Σμυρναϊκού κόλπου».

Η έναρξη της κατοχής - Τα πρώτα θύματα

 

Ελληνες στρατιώτες με Τουρκόπουλα

Εκείνη την πρωτομαγιά, πολύ πρωί, από το ελληνικό θωρηκτό «Αβέρωφ» που είναι αγκυροβολημένο από τις 2/15 Απρίλη στο λιμάνι της Σμύρνης, βγήκαν ένας κελευστής και τέσσερις πεζοναύτες. Κατά τις 8 π.μ. έφτασαν στα γραφεία της ελληνικής εφημερίδας «Αμάλθεια» και, όπως είχαν διαταγή, επέταξαν τμήμα των τυπογραφείων της, απομόνωσαν τρεις στοιχειοθέτες και πιεστές και τους έδωσαν εντολή να τυπώσουν με απόλυτη μυστικότητα μία προκήρυξη στα ελληνικά και στα τουρκικά6.

Κατά το μεσημέρι, στρατιωτικά αγήματα αποβιβάστηκαν από το «Αβέρωφ» και από τα άλλα δύο ελληνικά θωρηκτά που βρίσκονταν στο λιμάνι -το «Λήμνος» και το «Κιλκίς»- και κατέλαβαν διάφορα σημεία της προκυμαίας, ενίσχυσαν τη φρουρά του ελληνικού προξενείου κι έλαβαν θέσεις για την κατάληψη του τουρκικού εξωτερικού φρουρίου της Σμύρνης. Ταυτόχρονα αγήματα αποβιβάστηκαν και από τα συμμαχικά πλοία της ΑΝΤΑΝΤ που βρίσκονταν εκεί, με σκοπό τη φρούρηση των δικών τους Αρμοστειών7.

2 Μαΐου 1919, ώρα 2 το πρωί. Η νηοπομπή που μετέφερε το στρατό κατοχής αναχώρησε από τον κόλπο της Γέρας της Λέσβου με προορισμό τη Σμύρνη. Με την αναχώρηση κοινοποιήθηκε στους αξιωματικούς και στους οπλίτες η Ημερήσια Διαταγή του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου η οποία έλεγε8: «Απεφασίσθη υπό των μεγάλων Δυνάμεων η διά του ελληνικού στρατού κατάληψις της Σμύρνης και η εξασφάλισις της τάξεως εκεί. Αποστολή, τιμητικωτέρα της οποίας σπανίως ανετέθη εις τμήμα του εθνικού στρατού, καθ' όλην τη μακράν του ιστορίαν... Η Συνδιάσκεψις δεν απεφάσισεν ακόμη οριστικώς επί των εθνικών μας διεκδικήσεων, αλλ' η τιμή την οποία μας κάμνει, να μας εμπιστευθή την εξασφάλισιν της τάξεως εις την μητέρα της Ιωνίας, αποδεικνύει ποίαν προς ημάς έχει εμπιστοσύνην και της εμπιστοσύνης αυτής είμαι βέβαιος θα αποδειχθήτε άξιοι...».

 

 

Αιχμάλωτοι στρατιώτες στο Αφιόν Καραχισάρ

Όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης στην ημερήσια διαταγή του προς το στρατό ο Βενιζέλος είναι περισσότερο προσεκτικός, απ' ό,τι στο διάγγελμά του προς το λαό της Σμύρνης, που είχε διαβάσει λίγες ώρες πριν στη συγκέντρωση της Μητρόπολης ο Ναύαρχος Μαυρουδής. Το γεγονός αυτό ο Μαρκεζίνης το χαρακτηρίζει περίεργο και προσθέτει9: «Η μόνη ως εκ τούτου εξήγησις πρέπει να αναζητηθή, κατά τον γράφοντα, εις πρόσκαιρον απώλειαν αυτοελέγχου υπό τη ζωηράν επίδρασιν εκ του μεγάλου πράγματι γεγονότος, το οποίον είχε καταστή βίωμα δι' εκείνον». Ο ισχυρισμός του Μαρκεζίνη δεν είναι πειστικός, πολύ περισσότερο που αναφέρεται σε έναν πολιτικό σαν τον Βενιζέλο. Η εξήγηση της διάστασης που υπάρχει ανάμεσα στα δύο κείμενα του τότε πρωθυπουργού δεν είναι καθόλου ψυχολογική, αλλά απολύτως πολιτική. Ο Βενιζέλος ήθελε τον ελληνικό λαό της Σμύρνης να προηγείται με τη δράση του και τις απαιτήσεις του των στρατιωτικών ενεργειών, για να μπορεί να εμφανίζει στις μεγάλες δυνάμεις ό,τι συνέβαινε -αλλά και τις γενικότερες εδαφικές διεκδικήσεις- ως απόρροια της λαϊκής θέλησης κι όχι απλά ως αποτέλεσμα των ενεργειών ενός στρατού κατοχής.

Την ίδια ώρα που οι οπλίτες και οι αξιωματικοί άκουγαν την ημερήσια διαταγή του Βενιζέλου, στους τοίχους της Σμύρνης έχει τοιχοκολληθεί η προκήρυξη που τυπώθηκε -στα ελληνικά και στα τουρκικά- στα τυπογραφεία της «Αμάλθειας». Από τους τίτλους και μόνο του κειμένου ήταν σαφές τι έμελλε να ξημερώσει...

 

Η αρχική συγκέντρωση στην πλατεία της Μητρόπολης

«Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΣΤΡΑΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ

Φέρω εις γνώσιν υμών ότι κατ' εντολήν της κυβερνήσεώς μου (ενεργούσης εκ συμφώνου μετά των Συμμάχων) προβαίνω εις στρατιωτικήν κατάληψιν της Σμύρνης και των πέριξ. Η κατοχή αυτή σκοπόν έχει της εξασφάλισιν των πληθυσμών και προστασίαν εν γένει της εννόμου τάξεως...»10.

Μόλις ξημέρωσε ο ελληνικός πληθυσμός της Σμύρνης κατέβηκε στο λιμάνι περιμένοντας να υποδεχτεί τα ελληνικά στρατεύματα ως ελευθερωτές. Δυστυχώς δεν μπορούσε να γνωρίζει τι θα ακολουθούσε μετά από τρία χρόνια. Στις 7.30 π.μ. μπήκε στο λιμάνι το υπερωκεάνιο ΠΑΤΡΙΣ, ακολούθησε το ακτοπλοϊκό ΑΤΡΟΜΗΤΟΣ, στη συνέχεια το υπερωκεάνιο ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ, κατόπιν το ακτοπλοϊκό ΑΔΡΙΑΤΙΚΟΣ και το ΕΛΔΑ. Σε μεγάλη απόσταση φαίνονταν να έρχονται τα βραδύπλοα σκάφη ΚΑΛΟΥΤΑΣ, ΑΘΗΝΑ, ΡΕΠΟΥΛΗΣ, ΑΡΗΣ, ΟΥΡΑΝΙΑ, ΞΕΝΟΥΛΑ, ΑΡΓΟΛΙΣ και ΔΕΛΦΙΝΙ.

Τα στρατιωτικά τμήματα της 1ης Ελληνικής Μεραρχίας, σιγά - σιγά και με τάξη αποβιβάζονται. Ο κόσμος παραληρεί κι ο μητροπολίτης Χρυσόστομος, «φέρων τα χρυσοποίκιλτα άμφιά του, επάνω εις το αμάξι που το έφερε από τη Μητρόπολιν, κάτωχρος ευλογούσε τους αποβιβαζομένους»11. Λίγα λεπτά μετά τις ευλογίες, τμήματα του ελληνικού στρατού «κατά την κίνησή τους μέσα στην πόλη, προσβλήθηκαν αιφνιδιαστικά από Τούρκους στρατιώτες και πολίτες»12. Ας παρακολουθήσουμε την περιγραφή του γεγονότος όπως καταγράφεται στα ιστορικά εγχειρίδια του ελληνικού στρατού: «Περί την 10.30 ήρχισαν ν' ακούωνται πυροβολισμοί προερχόμενοι εκ της κατευθύνσεως του τελωνείου και τινών παραλιακών οικιών. Επειδή εξελήφθησαν ως πυροβολισμοί χαράς απεστάλη υπό του Μεράρχου αξιωματικός του Επιτελείου, όστις εντός μικρού χρονικού διαστήματος επανελθών ανέφερεν ότι σοβαρά επίθεσις είχε λάβει χώραν εν τη περιοχή του Διοικητηρίου, καθ' ον χρόνον διήρχετο εκείθεν το 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων, προς κατάληψιν των αντικειμενικών του σκοπών»13.

Η συμπλοκή κράτησε περίπου μία ώρα. Οι ελληνικές απώλειες ήσαν 2 νεκροί και 42 τραυματίες, εκ των οποίων οι 9 ήταν πολίτες. Οι Τούρκοι είχαν 5 νεκρούς και 16 τραυματίες εκ των οποίων οι 8 ήταν πολίτες. Επίσης, υπήρχαν 47 νεκροί διαφόρων εθνικοτήτων - πλην ελληνικής και τουρκικής. Τα ελληνικά στρατεύματα συνέλαβαν τον Τούρκο στρατιωτικό διοικητή Σμύρνης Ναδίρ Πασά, 2 στρατηγούς, 28 ανώτερους αξιωματικούς, 123 κατώτερους, 540 οπλίτες και περί τους 2.000 άτακτους ενόπλους14.

Η έναρξη της κατοχής δεν άφηνε την παραμικρή αμφιβολία πως τίποτα δε θα ήταν εύκολο για τα ελληνικά στρατεύματα. Το μέλλον επιφύλασσε πολύ χειρότερες εκπλήξεις.

Ας δούμε, όμως, με περισσότερες λεπτομέρειες τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πήγε ο ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία και το ρόλο που κλήθηκε να παίξει.

Τι δουλειά είχε ο ελληνικός στρατός στη Σμύρνη;

Εδώ και 85 χρόνια ως επίσημη δικαιολογία για την απόβαση ελληνικών δυνάμεων στη Σμύρνη προβάλλεται η παρουσία στα παράλια της Μικράς Ασίας ισχυρού ελληνικού μειονοτικού στοιχείου. Η απόβαση, αλλά και η όλη μικρασιατική εκστρατεία εμφανίζεται με μανδύα εθνικό - απελευθερωτικό, με αποτέλεσμα να συγκαλύπτεται η ιστορική αλήθεια και να καθαγιάζεται μια στρατιωτική επιχείρηση που ξεκίνησε πάνω στην αντιδραστική βάση της υποδούλωσης ενός άλλου λαού για να καταλήξει στην καταστροφή και στον ξεριζωμό των ελληνικών πληθυσμών της περιοχής. Από τυπικής απόψεως τα ελληνικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη ύστερα από απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου του Συνεδρίου των Παρισίων. Αλλά όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Ν. Ψυρούκης15, «Η απόφαση για αποστολή ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία άνοιγε διάπλατα το δρόμο της τυχοδιωκτικής περιπέτειας και της καταστροφής... Η απόφαση είχε παρθεί πίσω από τις πλάτες της Ιταλίας και χωρίς καμία εγγύηση για τη μελλοντική στάση των ΗΠΑ και της Γαλλίας ή καλύτερα με τη βεβαιότητα ότι η στάση τους θα άλλαζε οπωσδήποτε και μάλιστα πολύ σύντομα».

Σε γενικές γραμμές η στάση των μεγάλων δυνάμεων της εποχής εκείνης - όπως συμβαίνει άλλωστε πάντοτε - καθοριζόταν από τα γενικότερα στρατηγικά τους συμφέροντα και την εκάστοτε συγκυρία που τα επηρέαζε. Ειδικότερα για το ζήτημα που εξετάζουμε είναι χαρακτηριστικά τα όσα γράφει στα απομνημονεύματά του ο Αλέξανδρος Μαζαράκης - Αινιάν. «Οταν απεφασίσθη -σημειώνει16- υπό των μεγάλων συμμάχων (Απρίλιος 1919) η αποστολή ελληνικού στρατού εις Σμύρνην, είχεν ήδη ως ελέχθη κατ' αρχήν αποφασισθή η παραχώρησις εις την Ελλάδα της Δυτικής Μικράς Ασίας... Η πρώτη προσφορά της Δυτικής Μικράς Ασίας εγένετο υπό της Αγγλίας εις την Ελλάδα τον Ιανουάριον του 1915 διά να εξέλθη της ουδετερότητος. Ματαιωθείσης όμως ταύτης συνήψαν αι δυτικαί δυνάμεις τας προς τη Ρωσίαν και Ιταλίαν συμφωνίας του 1915 και του 1917 δι' ων ανεγνωρίζετο εις αμφοτέρας παραχωρήσεις εις Μικράν Ασίαν, εις δεν την Ιταλίαν διά της τελευταίας συμφωνίας του Απριλίου 1917 παρεχωρείτο η Δυτική Μικρά Ασία μέχρι και της Σμύρνης συμπεριλαμβανομένης».

Ο κυνισμός των μεγάλων δυνάμεων να μοιράζουν δεξιά και αριστερά εδάφη που δεν τους ανήκαν αποκαλύπτεται περίφημα στα λόγια του Α. Μαζαράκη. Εντούτοις ο συγγραφέας κάνει λάθος όταν ισχυρίζεται ότι το 1919 είχε αποφασιστεί η παραχώρηση από μέρους τους της Δυτικής Μικράς Ασίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν αντίθετες με τις ελληνικές διεκδικήσεις στη Μικρά Ασία, δεδομένου ότι στη σύγκρουσή τους με τους Αγγλογάλλους για τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών της περιοχής είχαν συμφέρον να μη διαλυθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Τη θέση τους αυτή την είχαν εκφράσει απερίφραστα με το γνωστό διάγγελμα των «14 σημείων» του Προέδρου Ουίλσον, όπου στο 12ο σημείο εκφραζόταν ρητή και κατηγορηματική άρνηση στο ενδεχόμενο διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Ιταλία, που κατείχε τα Δωδεκάνησα, είχε σαφείς βλέψεις στην περιοχή της Μικράς Ασίας, ανταγωνιζόταν ευθέως την Ελλάδα και το Μάρτη του 1919 δε δίστασε να κάνει απόβαση στην Αττάλεια σχεδιάζοντας να επεκτείνει ακόμη περισσότερο τις κτήσεις της. Την κατάσταση περιέπλεκε περισσότερο το γεγονός ότι «η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία είχαν υποσχεθεί την παραχώρηση των μικρασιατικών παράλιων εδαφών στην Ιταλία»17.

Πώς όμως φτάσαμε να ληφθεί απόφαση υπέρ της ελληνικής στρατιωτικής απόβασης στη Σμύρνη; Επρόκειτο για εκδήλωση εύνοιας προς την Ελλάδα από τις μεγάλες δυνάμεις; Γράφει ο πρέσβης Κ. Σακελλαρόπουλος18: «Η Απόφασις να ανατεθή εις ελληνικάς δυνάμεις η κατάληψις της Σμύρνης ελήφθη, όπως έχει εκτεθή, κατά τρόπον εντελώς αιφνίδιον, σχεδόν αιφνιδιαστικόν, εις μίαν στιγμήν κατά την οποίαν η συμπτωματική συνύπαρξις και αλληλεπίδρασις ωρισμένων συντελεστών έκαμε τη λύσιν αυτήν ανεκτήν, διά την έλλειψιν άλλης καλυτέρας. Μόνος ο Lloyd George, μεταξύ των συμμάχων, σχεδόν και μεταξύ των Αγγλων, θα ήτο ίσως κατ' αρχήν διατεθειμένος να την εισηγηθή και την υποστηρίξη υπό οποιασδήποτε περιστάσεις. Αλλά ασφαλώς θα απετύγχανε να την επιβάλη αν οι Ιταλοί δεν είχον ήδη καταλάβει το νοτιοδυτικόν τμήμα της Μικράς Ασίας, αν ο κίνδυνος να επεκτείνουν την κατοχήν των και επί της Σμύρνης δεν εφαίνετο άμεσος, αν το ζήτημα του Φιούμε δεν είχε φέρει αυτούς εις πλήρη ρήξιν με τον πρόεδρον Wilson, και αν, εκ της αφορμής αυτής δεν είχον αποχωρήσει από τη διάσκεψιν. Εχρειάσθησαν όλα αυτά διά να δεχθή την πρόταση του Αγγλου πρωθυπουργού -ως κακόν μη χείρον παντός- και ο Wilson, αλλ' ιδίως ο Clemenceau. Ούτε λοιπόν του ενός, ούτε του άλλου τη στάσιν ενέπνευσε εύνοιαν προς την Ελλάδα, της οποίας την εις Μικράν Ασίαν επέκτασιν εθεώρουν και οι δύο αντίθετον προς τους σκοπούς και τα συμφέροντά των».

Πέραν των όσων αναφέρει ο Σακελλαρόπουλος, που σχετίζονται κυρίως με την Ιταλία, την ελληνική στρατιωτική παρουσία στη Μικρά Ασία επέβαλλαν στις μεγάλες δυνάμεις και οι παρακάτω λόγοι: Η ανικανότητα της Τουρκίας, του σουλτάνου να επιβάλει τάξη στο εσωτερικό της χώρας και να καθυποτάξει το εθνικό επαναστατικό κίνημα, υποχρέωσε τις μεγάλες δυνάμεις να αναζητήσουν ένα ξένο αστυνόμο που θα έφερνε σε πέρας αυτή τη δουλειά, ούτως ώστε αυτές να μοιράσουν με την ησυχία τους την Εγγύς Ανατολή και ιδιαίτερα να κανονίσουν ποιος θα κυριαρχούσε στα πετρέλαια της Μοσούλης και της Μεσοποταμίας. Επίσης υπήρχε διαμάχη αναμεταξύ τους για τον έλεγχο των συγκοινωνιακών κόμβων, ενώ είχαν σοβαρές ανοικτές πληγές με το αντιαποικιακό κίνημα που φούντωνε στην Ανατολή και το εργατικό επαναστατικό κίνημα που τράνταζε την Ευρώπη με το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης19. Ο έλεγχος επομένως της Τουρκίας και ειδικότερα του εθνικοεπαναστατικού κινήματος, που γιγαντωνόταν στο εσωτερικό της, ήταν ζήτημα πρώτης προτεραιότητας για τα τότε ιμπεριαλιστικά κράτη. Το δύσκολο όμως γι' αυτά ήταν να βρούνε ένα κράτος - χωροφύλακα που θα ήταν κοινής εμπιστοσύνης. Έτσι φτάσαμε στην επιλογή της Ελλάδας, την οποία για μια στιγμή η συγκυρία το έφερε να την ανεχτούν ή να την αποδεχτούν ως χωροφύλακα στη Μικρά Ασία όλες οι μεγάλες δυνάμεις.

Οι Εγγλέζοι, που ήσαν και οι υπέρμαχοι της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στη Μικρά Ασία, κράτησαν αυτή τη στάση διότι αναφορικά με τη διαφύλαξη των συμφερόντων τους στην περιοχή, εμπιστεύονταν περισσότερο την Ελλάδα παρά στην Ιταλία που ήταν μια χώρα με αποικιακές κτήσεις και ιμπεριαλιστική συμπεριφορά. Γράφει ο καθηγητής Κ. Σβολόπουλος20: «Η βρετανική πλευρά, και ειδικότερα ο πρωθυπουργός Λόιντ Τζορτζ, υιοθετούσε την άποψη ότι η καλύτερη εξυπηρέτηση των επιδιώξεών του -πολιτικών, στρατηγικών και οικονομικών- στο χώρο της εγγύς ανατολής συνεχόταν με την ενίσχυση του ελληνικού παράγοντα».

Ο ίδιος ο Λόιντ Τζορτζ έλεγε χαρακτηριστικά21: «Οι Ελληνες... θα γίνουν οι πρώτοι φύλακες της μεγάλης οδού ήτις εξασφαλίζει την ενότητα της Συμπολιτείας».

Υπό τέτοιες συνθήκες φτάσαμε στη συνεδρίαση του Ανωτάτου συμμαχικού Συμβουλίου στις 23 Απρίλη/6 Μαΐου του 1919 -κι ενώ απουσίαζαν οι Ιταλοί αντιπρόσωποι- ο Λ. Τζορτζ πρότεινε την απόβαση ελληνικών δυνάμεων στη Σμύρνη. Επιφυλάξεις εξέφρασε μόνο ο Κλεμανσό εκ μέρους της Γαλλίας, αλλά στη συνέχεια δε χρειάστηκαν ούτε αυτές, δεδομένου ότι η Ιταλία και οι ΗΠΑ απέφυγαν να πάρουν αρνητική θέση στην αγγλική πρόταση22.

Αντί επιλόγου

Στην απόφαση για απόβαση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία σημειωνόταν πως σκοπός ήταν να εμποδιστούν οι σφαγές σε βάρος των χριστιανών. Μια τέτοια επιχειρηματολογία -χώρια που οι σφαγές στο τέλος δεν αποσοβήθηκαν- θυμίζει έντονα τις σημερινές στρατιωτικές επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ και των Αμερικανών που βαφτίζονται «ειρηνευτικές αποστολές». Είναι φανερό πως το παρελθόν διδάσκει το μέλλον.

Ένα άλλο παραμύθι είναι ότι δήθεν ο ελληνικός στρατός πήγε και επιτέλεσε εκπολιτιστικό έργο στην περιοχή. Πρόκειται για προπαγανδιστικά τρυκ που πρόβαλε τότε η επίσημη προπαγάνδα του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών23 και που ορισμένοι δεν ντρέπονται να τα επαναλαμβάνουν ως τις μέρες μας. Εντούτοις η αλήθεια δεν μπορούσε να κρυφτεί ούτε τότε, ιδιαίτερα μάλιστα όταν οι επίσημες ελληνικές αρχές εκείνης της εποχής καλούνταν να δώσουν τα διαπιστευτήριά τους στους ισχυρούς του κόσμου. Σε ένα απολογιστικό προπαγανδιστικό έντυπο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, που απευθυνόταν προς τις μεγάλες δυνάμεις διαβάζουμε τα εξής αποκαλυπτικά24: «Η Ελληνική Διοίκησις Σμύρνης... ουδέν παρέλειψεν όπως παρέχη αμέριστον τη συνδρομήν και βοήθειάν της εις ό,τι αφορά της αποτελεσματικήν προστασίαν των ενταύθα ξένων συμφερόντων, έχουσα υπ' όψιν ότι και ταύτα συντελούν μεγάλως εις την οικονομικήν παραγωγήν του τόπου τούτου και εμπράκτως ούτω αποδεικνύουσα ότι, ανεξαρτήτως του κυβερνώντος εκάστοτε κόμματος, εμφορείται πάντοτε υπό των αυτών διαθέσεων σεβασμού προς τα ξένα συμφέροντα και προστασίας αυτών, ου μόνον επί τω σκοπώ της εξασφαλίσεώς των, αλλά και αυτής της προαγωγής των». Περισσότερα σχόλια περιττεύουν...

Η ελληνική αστική τάξη ανέλαβε το ρίσκο τη μικρασιατικής εκστρατείας, χωρίς να αγνοεί τον τυχοδιωκτικό χαρακτήρα της επιχείρησης με σκοπό, υπηρετώντας τα σχέδια και τα συμφέροντα των ισχυρών -και κυρίως της Αγγλίας- να αποκομίσει κάποια οφέλη στο πλαίσιο του μεγαλοϊδεατισμού της. Το ότι γνώριζε τους κινδύνους βεβαιώνεται από πλήθος ιστορικών πηγών. Θα σταθούμε -κλείνοντας αυτό το σημείωμα- σε μία εξ αυτών. Στις 18 Ιανουαρίου του 1921 ο αρχηγός της Επιτελικής υπηρεσίας του Στρατού, στρατηγός Κ. Γουβέλης, σε υπόμνημά του προς την κυβέρνηση γράφει ανάμεσα σε άλλα25: «Η Μικρασιατική εκστρατεία, ως εξέθηκα υμίν, επ' ουδενί λόγω έπρεπε να επιχειρηθή... Μόνον άφρων, θα ετόλμων να είπω, θα ήτο δυνατόν να συλλάβη τοιούτον σχέδιον πολιτικής και στρατιωτικής ενεργείας και να προβή εις εκτέλεσιν τοιαύτης παρατόλμου υπερποντίας εκστρατείας ριψοκινδύνου κι αμφιβόλου λίαν, τελικής και οριστικής επιτυχίας απαιτούσης δεν κολοσσιαίας θυσίας και δυσβάστακτα διά το Ελληνικόν κράτος και τον λαόν βάρη...». Και να σκεφθεί κανείς πως όλα αυτά γράφονται προτού φανεί στον ορίζοντα η Μικρασιατική καταστροφή..!

Το νεαρό τότε ΚΚΕ (ονομαζόταν ΣΕΚΕ), ήταν το μόνο κόμμα που αντιτάχθηκε στη Μικρασιατική εκστρατεία. Σε απόφαση του Εθνικού του Συμβουλίου για την «Εξωτερική πολιτική του Κόμματος», χαρακτηρίζει τις αποφάσεις της Διάσκεψης Ειρήνης του Παρισιού ως «βία κατά των λαών» και καταδικάζει τις προετοιμαζόμενες επεμβάσεις στην Τουρκία, σ' αυτά τα πλαίσια έγινε η Μικρασιατική εκστρατεία, με βάση αυτή τη Διάσκεψη και τις Συνθήκες που ως τότε είχαν υπογραφεί, θεωρώντας ότι αποτελούν συνέχεια του Α' Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου, όπως πράγματι ήταν. «Το Συμβούλιον διαμαρτύρεται κατά της ειρήνης βίας που θέλουν να επιβάλουν εις τους υποφαινομένους λαούς... Απαιτεί από την κυβέρνησιν να έλθη εις σχέσεις με τας σοσιαλιστικάς χώρας. Στιγματίζει τας ιμπεριαλιστικάς αξιώσεις των δυνάμεων μικρών και μεγάλων...»26.

1. Η ημερομηνία είναι με το παλιό ημερολόγιο που ίσχυε τότε. Με το καινούργιο ημερολόγιο ήταν 14 Μαΐου

2. Μ. Ροδά: «Απομνημονεύματα - Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία - Μικρασιατική Καταστροφή», Αθήναι 1950, σελ. 60

3. «Το Αρχείον του Εθνομάρτυρος Σμύρνης Χρυσόστομου», εκδόσεις Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, τόμος Γ, σελ. 47-49

4. Κ. Σβολόπουλου: «Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1900-1945», εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, σελ. 151

5. Μ. Ροδά, στο ίδιο, σελ. 61

6. Χρ. Σολομωνίδη: «Ο Σμύρνης Χρυσόστομος», εκδόσεις ΕΙΡΜΟΣ, σελ. 197-199

7. Φ. Κουντουριώτης: «Εξήντα χρόνια Δημοσιογραφία - Ενας κόσμος μια εποχή», Αθήνα 1975, σελ. 120

8. Σπ. Μαρκεζίνη: «Πολιτική ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος», εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ, τόμος 4ος, σελ. 286

9. Σπ. Μαρκεζίνη, στο ίδιο σελ. 287

10. Χρ. Αγγελομάτη: «Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας (το έπος της Μικράς Ασίας», εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, σελ. 47

11. Χρ. Αγγελομάτη, στο ίδιο, σελ. 50

12. «Η Ιστορία του Ελληνικού Στρατού», ΓΕΣ/ΔΙΣ, 1998, σελ. 194

13. ΓΕΣ/ΔΙΣ: «Επίτομος Ιστορία Εκστρατείας Μικράς Ασίας 1919- 1922», Αθήναι 1967, σελ. 18.

14. ΓΕΣ/ΔΙΣ, στο ίδιο, σελ. 19

15. Ν. Ψυρούκη: «Η Μικρασιατική Καταστροφή», εκδόσεις Επικαιρότητα, σελ. 113

16. Αλέξανδρου Μαζαράκη - Αινιάνος: «Απομνημονεύματα», εκδόσεις Ικαρος 1948, σελ. 257 και 260

17. ΓΕΣ/ΔΙΣ: «Η Ιστορία του Ελληνικού Στρατού», Αθήνα 1998, σελ. 193

18. Κ. Σακελλαρόπουλος: «Η Σκιά της Δύσεως», Αθήναι 1961, σελ. 85-86

19. Ν. Ψυρούκη, στο ίδιο, σελ. 111

20. Κ. Σβολόπουλου, στο ίδιο, σελ. 152

21. Γ. Κορδάτου: «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», εκδόσεις 20ός Αιώνας, τόμος XIII, σελ. 527

22. «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους», εκδοτική Αθηνών, τόμος ΙΕ', σελ. 115

23. "Η Ελλάς εις τη Μικράν Ασίαν", Αθήναι 1921, έκδοσις Γραφείου Τύπου Υπουργείου Εξωτερικών, τεύχος I σελ. 3 και τεύχος II, Αθήναι 1922, σελ. 3

24. «Η Ελλάς εις την Μικράν Ασίαν», τεύχος I, Αθήναι 1921, έκδοσις Γραφείου Τύπου Υπουργείου Εξωτερικών, σελ. 17

25. Ολόκληρο το υπόμνημα: Μ. Ροδά: «Απομνημονεύματα - Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία - Μικρασιατική Καταστροφή», Αθήναι 1950, σελ. 379-381

26. «Ριζοσπάστης», 30 του Μάη 1919.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, ένθετο "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ", φ.16 - 5 - 2004

α)Ένα πορτραίτο του Λουτσιάνο Κάνφορα από το Σπ. Ασδραχά , β) Λ. Κάνφορα: Για την "τρισχιλιετή συνέχεια" του ελληνισμού (συνέντευξη)

α) Ένα πορτραίτο του Λουτσιάνο Κάνφορα

Του Σπύρου Ασδραχά

image

Ο Λουτσιάνο Κάνφορα είναι ελληνιστής. Αυτό σημαίνει ότι γνωρίζει πρωτογενώς την ελληνική αρχαιότητα και τις ιστοριογραφικές της χρήσεις, με αποτέλεσμα να συνενώνει τη μια με την άλλη. Διαβάζοντας κανείς τα κείμενά του, όσα υπερακοντίζουν το πεδίο της ειδίκευσής του, αναθυμιέται μια ρήση του Ανρί Μαρού, στην οποία αναφέρθηκε σε κάποιο από τα γραφτά του ο Πιέρ Βιντάλ Νακέ: ένας ιστορικός που γνωρίζει, σύμφωνα με τα κατηγορήματα της επιστήμης του, μια ιστορική περίοδο, είναι έτοιμος να αναχθεί σε οποιαδήποτε άλλη, γιατί προφανώς είναι σε θέση να γνωρίζει τις προϋποθέσεις μιας ιστορικής ανάλυσης, ανεξαρτήτως του χρονικού ή νοηματικού πεδίου της ανάλυσης αυτής.

Ο Πιέρ Βιντάλ Νακέ και ο Λουτσιάνο Κάνφορα έχουν κοινά χαρακτηριστικά: και οι δυο τους είναι ιστορικοί, ειδικοί μάλιστα της ελληνικής αρχαιότητας - και οι δυο τους είναι πολιτικά πρόσωπα που συμμετέχουν στο σύγχρονο δράμα δεσμεύοντας την πνευματική τους ευθύνη - και οι δυο χρησιμοποιούν την ιστορία ως εργαλείο κατανόησης του παρόντος και όχι ως δικανική συνηγορία των πολιτικών τους απόψεων - και οι δυο τους ανήκουν στη μαρξική πρόσληψη της πνευματικής ευθύνης. Μολονότι συμπίπτουν ως προς την υιοθέτηση του δοκιμιακού λόγου, νομίζω ότι ο Κάνφορα τον επεκτείνει σε πεδία όπου ο Βιντάλ Νακέ θα προέκρινε τον λόγο της πραγματείας: και οι δυο τους όμως ενεργοποίησαν την ιστορία ως μέσο για την κατανόηση της συγχρονικότητας, όπως ενεργοποίησαν τα υπόρρητα της ιστοριογραφικής παράδοσης για την κατανόηση της ιστορικής οντολογίας, στην οποία η τελευταία αναφέρεται.

Ο ιστορικοκρατούμενος πολιτικός Κάνφορα εικονογραφεί τον σύγχρονο κόσμο για να δείξει το πολύπλεγμα από το οποίο είναι δυνατό να ανακύψει η σύγχρονη πιθανή επαναστατική πράξη. Οι ταξινομήσεις των φαινομένων μπορεί να φαίνονται ευχερείς, τα συμπεράσματα όμως στα οποία εκβάλλουν δεν είναι ανώδυνα: δεν είναι ανώδυνα, γιατί τα σφραγίζει το βάρος μιας μακραίωνης ιστορικής διάρκειας, στην οποία φάνηκε ότι μπορούσε να έχει θέσει τέρμα η ορθολογική ανάλυση του καπιταλισμού του 19ου αιώνα και η λογικά θεμελιωμένη υπέρβασή του.

Ο Κάνφορα μάς θυμίζει τα αδιέξοδα της υπέρβασης αυτής, όπως εξατομικεύονται στη λεγόμενη σταλινική εκδοχή της ανατροπής του καπιταλιστικού κόσμου, κι αυτό στο όνομα της διήκουσας αρχής της εγγενώς μεταβλητής λειτουργίας των ενεργητικών μειοψηφιών.

(«Αναγνώσεις» τχ. 160, 15/1/2006, γράφοντας για το βιβλίο του Λουτσιάνο Κάνφορα Κριτική της δημοκρατικής ρητορείας).

β) Λ. Κάνφορα: Για την "τρισχιλιετή συνέχεια" του ελληνισμού

(Αποκλειστική συνέντευξη)

* Κύριε καθηγητά, ασχολείστε συστηματικά με τις (διαστρεβλωμένες) ερμηνείες του κλασικού πολιτισμού που υποστηρίχτηκαν από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα (ναζισμός και φασισμός). Στην Ελλάδα, οι συντηρητικοί κύκλοι έκαναν συχνά εθνικιστική κατάχρηση της αρχαίας κληρονομιάς. Όμως, η ιδέα ότι η σύγχρονη Ελλάδα αποτελεί, γλωσσικά και πολιτιστικά, την απευθείας συνέχεια της αρχαίας (μέσω του Βυζαντίου), είναι βαθιά πεποίθηση (αν και με πιο κριτική προσέγγιση) και πολλών δημοκρατικών διανοουμένων. Άλλοι, δε, υποστηρίζουν ότι η σύγχρονη Ελλάδα δεν έχει καμιά συνέχεια με την αρχαία. Ποια είναι, για σας, η αληθινή κληρονομιά (αν υπάρχει), δηλαδή αυτό που ο κλασικός πολιτισμός κατέλειπε στη σύγχρονη Ελλάδα;

Η ερώτησή σας απαιτεί μια περίπλοκη απάντηση. Ξεκινώ από ένα γνωστό δεδομένο: η έλλειψη μιας μορφωτικής φάσης στην ιστορία των κλασικών σπουδών στην Ελλάδα. Αυτή η έλλειψη έχει κάποιες συνέπειες. Προπαντός, τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στους μελετητές που διαμορφώθηκαν στις ξένες χώρες (Γερμανία και Γαλλία εν πρώτοις) και τους λόγιους τους άθικτους από τέτοιες εμπειρίες. Οι μεν εντάχθησαν σε ξένες παραδόσεις (εννοώ, λόγου χάριν, τον Ραγκαβή, τον Συκουτρή και τον Κοραή). Όμως, η κύρια γραμμή χαράχτηκε από αυτούς που ποτέ τους δεν έφυγαν από τη χώρα, ενώ οι «εκ του εξωτερικού» δεν ήταν σε θέση να δημιουργήσουν στην πατρίδα τους μια διαρκή παράδοση. Συνέπεια αυτής της κατάστασης στάθηκε η έντονη, αφελής κάποτε, χρήση του παρελθόντος, ως πολιτιστική διάρκεια χωρίς τομές.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και η μακρόχρονη τουρκοκρατία έπαιξε σημαντικό ρόλο, αφού επιφόρτωσε την πολιτιστική παράδοση με θρησκευτικά στοιχεία. Πρέπει, όμως, να υπογραμμίσουμε ότι ο αρχαίος πολιτισμός δεν έγινε πάντα δεκτός απερίφραστα από τους συντηρητικούς. Θυμούμαι ότι προκάλεσε σάλο στο εξωτερικό η λογοκρισία της χούντας (1967) εναντίον κάποιων έργων του Ευριπίδη, που θεωρούνταν επαναστατικά. Για να λέμε την αλήθεια, η συνέχεια είναι αποκύημα των μοντέρνων, όπως άλλωστε γίνεται και στην Ιταλία σε σχέση με την αρχαία Ρώμη. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, πρέπει να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι η κληρονομιά του κλασικού πολιτισμού ανήκει σ' όλο τον κόσμο και όχι αποκλειστικά στη σύγχρονη Ελλάδα.

* Άλλο πολυσυζητημένο θέμα στην Ελλάδα είναι η αδιαίρετη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, από την αρχαιότητα έως σήμερα, ακόμα και ως προς την προφορά. Ο Καβάφης, φερ' ειπείν, κατηγόρησε τους ξένους διανοούμενους ότι αγνοούν τη γλωσσική ενότητα και τη διαιρούν σε τρεις ιστορικές φάσεις: αρχαία, βυζαντινή, νέα. Ποια είναι η γνώμη σας;

Περί του θέματος μπορούμε να συζητούμε επ' αόριστον. Η καθαρεύουσα (τεχνητή γλώσσα, να το τονίσω) συνεχίζει χωρίς τομές την κοινή διάλεκτο της ελληνιστικής εποχής. Εντελώς διαφορετικός είναι ο λόγος περί της δημοτικής. Ουδείς μπορεί ν' αμφισβητήσει την ιστορική ενότητα της ελληνικής γλώσσας, γιατί αυτή η ενότητα υπάρχει πάντα, έστω κι αν εν τω μεταξύ συνέβησαν ιστορικές και πολιτιστικές ρήξεις που φαίνονται ανεπανόρθωτες. Η περίπτωση της Ελλάδας είναι όμοια με την ιταλική. Και στις δύο χώρες ο αγώνας για την εθνική ανεξαρτησία τροφοδοτούσε την έννοια της συνέχειας με το παρελθόν, αλλά αυτό το συναίσθημα δεν δίνει στο γεγονός το στίγμα της επιστημονικής αλήθειας.

Και το θέμα της προφοράς πρέπει να στηριχτεί σε φιλολογικές και όχι σε εθνικιστικές βάσεις, αν δεν θέλουμε να πέσουμε σε στείρες παρεξηγήσεις. Η φιλολογική ανάλυση του προβλήματος μας δείχνει ότι η βυζαντινή προφορά (του Ρόιχλιν) ίσχυε σίγουρα ήδη από την όψιμη αρχαιότητα και, συνεπώς, έχει μεγάλη ιστορική σημασία. Είναι όμως αναμφισβήτητο, ότι στην αρχαιότητα η προφορά ήταν διαφορετική από τη σημερινή. Το εικάζουμε από κάποια λογοπαίγνια που βρίσκονται σε κλασικά κείμενα, τα οποία μας μαρτυρούν, λ.χ., ότι το η οι αρχαίοι το λέγανε ε. Το ίδιο, άλλωστε, συμβαίνει και στα λατινικά: στην Ιταλία υιοθετήσαμε την εκκλησιαστική προφορά και όχι την κλασική (Restituta). Από ιστορική άποψη, και οι δύο προφορές είναι εξίσου σημαντικές και αληθινές. Εν κατακλείδι, δεν νομίζω ότι είναι σωστό να δίνουμε μεγάλη σημασία στο θέμα.

* Κατά τη γνώμη σας, η αρχαία παράδοση συνιστά βάρος ή πλεονέκτημα για τους νεοέλληνες συγγραφείς και, συγκεκριμένα, για την αποδοχή των έργων τους στο εξωτερικό, όπου κυριαρχεί η αίγλη του κλασικού πολιτισμού;

Η κάθε λογοτεχνία χρησιμοποιεί το παρελθόν ως υλικό με το οποίο δουλεύει ή προς το οποίο αντιδρά. Πρέπει να προσέξουμε ένα φαινόμενο: στην Ευρώπη υπάρχουν αρκετοί που έχουν την τάση να θεωρούν τους νέους Έλληνες ως κάτι εξωτικό, που βλέπουν τη σημασία τους μόνο σε σχέση με τους ένδοξους προγόνους τους. Αντιθέτως, ο σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός θα έπρεπε να επιβληθεί χάρη στις δικές του αξίες και τους δικούς του προβληματισμούς και όχι γιατί είναι καθρέφτισμα του παρελθόντος.

* Πιστεύετε ότι μια σταθερή και βαθιά γνώση του αρχαίου κόσμου, στο σύνολό του, μπορεί να βοηθήσει τους νέους να γίνουν συνειδητοί πολίτες και να αντιδράσουν στην προκατασκευασμένη και ψευδή εικόνα της πραγματικότητας που μας διαφημίζουν καθημερινά τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και η πολιτική;

Απολύτως ναι. Είναι ο αρχαίος κόσμος μεγάλο εργαστήριο, όπου συνέβαιναν καθημερινά συγκρούσεις ιδεών (κάποτε σφοδρές), όπως μπορούμε να καταλάβουμε ήδη από τα ελάχιστα αποσπάσματα που σώθηκαν, τα οποία μας δείχνουν ότι τέτοιες συγκρούσεις έγιναν χωρίς προσποιήσεις και υποκρισίες. Πρόκειται, λοιπόν, για πολύ χρήσιμο αντίδοτο προς τις δήθεν αλήθειες του σημερινού κόσμου.

*Η δική σας Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας προϋποθέτει αρκετά εκτενείς γνώσεις του αρχαίου πολιτισμού από τον αναγνώστη, που έχει στη διάθεσή του λίγα στοιχεία για τη βιογραφία των συγγραφέων και για τα βασικά χαρακτηριστικά των έργων τους. Ποιος ήταν, λοιπόν, ο στόχος σας και ποια η φιλολογική μέθοδος που χρησιμοποιήσατε;

Λαμβάνοντας εκ των υστέρων υπόψη την αρχική ιδέα του βιβλίου, μπορώ να πω ότι κύριο μέλημά μου ήταν να παρουσιάσω τη λογοτεχνική ιστορία, και προ πάντων τη δική της σύγχρονη αναπαράσταση, ως ιστορία της παράδοσης: ήθελα, δηλαδή, να γίνει φανερό ποια είναι η μέθοδος που χρησιμοποιείται στην περίπτωση της συγκρότησης μιας λογοτεχνικής παράδοσης που αφορά τον αρχαίο πολιτισμό.

* Η διαμάχη περί του παπύρου του Αρτεμιδώρου (της οποίας εσείς είστε ο κυριότερος πρωταγωνιστής) προκάλεσε εξαιρετικό ενδιαφέρον και στο κοινό που δεν έχει κλασική παιδεία, χάρη στην παρέμβαση στο θέμα των διεθνών μέσων μαζικής ενημέρωσης. Αυτό σημαίνει, κατά τη γνώμη σας, ότι ο αρχαίος κόσμος είναι ακόμη σε θέση να ωθεί ένα ευρύτερο ενδιαφέρον κι έξω από το στενό κύκλων των ειδικών;

Η περίπτωση Αρτεμίδωρος άφησε εποχή, αφού η ανακάλυψη υποστηρίχθηκε πολύ έντονα, από την αρχή, από την τηλεόραση και τις εφημερίδες. Αξίζει να σημειώσω, ότι ο πάπυρος παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο κοινό με την ευκαιρία των χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων στο Τορίνο (2006) και στην τελετή πρωτοστατούσαν ο τότε πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Carlo Azeglio Ciampi και η Κάρλα Μπρούνι (τώρα Σαρκοζί). Γυρίστηκαν, προσέτι, μια ταινία (με αφηγητή τον αρχαιολόγο Βαλέριο Μανφρέντι) κι ένα διαφημιστικό σποτ με τον τίτλο "Μπες κι εσύ στον κόσμο του Αρτεμιδώρου". Γι' αυτό το λόγο, όταν ανακαλύφθηκε ότι πρόκειται για πλαστογράφηση, έσκασε η βόμβα.

* Πώς βλέπετε το μέλλον των κλασικών σπουδών στην Ευρώπη;

Στην πλούσια Ευρώπη, φοβούμαι ότι ο χώρος για τα κλασικά θα λιγοστεύει όλο και περισσότερο.

ΠΗΓΗ: Εφημ. ΑΥΓΗ - Ένθετο ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ, 17/05/2009

Το κίνημα του 1909 στο Γουδί

του Γιώργου Πετρόπουλου

Το κίνημα στο Γουδί εξέφραζε την έντονη και για πολλά χρόνια συσσωρευμένη λαϊκή αγανάκτηση στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων του αστικοτζαμπασισμού, της συμμαχίας δηλαδή των ανώτερων στρωμάτων της αστικής τάξης με την τάξη των τσιφλικάδων. Δεν επρόκειτο όμως για επανάσταση με την επιστημονική έννοια του όρου, που σημαίνει το πέρασμα της εξουσίας από τα χέρια μιας τάξης στα χέρια κάποιας άλλης. Το κίνημα στο Γουδί ήταν ένα αστικό κίνημα με ευρεία λαϊκή υποστήριξη, που έφερε μια αλλαγή στον εσωτερικό συσχετισμό του κοινωνικού μπλοκ εξουσίας, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την αστική τάξη έναντι των φεουδαρχών...

Ο Νικόλαος Ζορμπάς (πίνακας Εθνικού Ιστορικού Μουσείου)

___

Συλλαλητήριο στις 14 Σεπτέμβρη του 1909 για να στηριχτούν οι σκοποί του κινήματος (πίνακας Εθνικού Ιστορικού Μουσείου)

____

Συμβολισμός των σκοπών του κινήματος και της λαϊκής του στήριξης. Η Ελλάδα χτυπά το τέρας του παλαιοκομματισμού ενώ επευφημείται από το στρατό και το λαό (πίνακας Εθνικού Ιστορικού Μουσείου)

___

ΠΗΓΗ: εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ - Ένθετο "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ", 12 Αυγούστου 2001

http://www.spoudasterion.pblogs.gr

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

Ανδρέας Εμπειρίκος: Από την πρωτοπορία των ποιητών στην παράδοση των ειρώνων

Tης Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου,

αναπληρώτριας καθηγήτριας Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος έχει συνδεθεί με την ελληνική ιστορία του 20ού αιώνα για δυο καινοτομίες. Ήταν ο πρώτος που άσκησε το 1935 στην Ελλάδα μια καινούργια τότε, τολμηρή θεραπευτική μέθοδο, την ψυχανάλυση, και εκείνος που την ίδια χρονιά εισήγαγε ένα ρηξικέλευθο καλλιτεχνικό κίνημα, τον υπερρεαλισμό. Και για τις δυο αυτές επιλογές του, που επιτρέπουν σήμερα να τον επικαλούνται άνθρωποι από διαφορετικούς χώρους, εξετέθη στην ελληνική πνευματική κοινωνία του Μεσοπολέμου. Όμως εξετέθη για μια ακόμη φορά μετά τον θάνατό του, όταν δημοσιεύτηκε ένα πολύτομο «ερωτογραφικό» ή «πορνογραφικό», αλλά πάντως όχι απλώς «γραφικό έργο» του, το μυθιστόρημα Μέγας Ανατολικός.

Ο μεγάλος υπερρεαλιστής σε φωτογραφία του Άρη Κωνσταντινίδη

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος υπήρξε γόνος μιας οικογένειας απόδημων Ελλήνων, με μακριά παράδοση και όνομα τρανό στον ναυτιλιακό και εμπορικό κόσμο. Γεννήθηκε στη Βραΐλα το 1901, με ρίζες στην Άνδρο, από τη μεριά του πατέρα και στη Ρωσία, από τη μεριά της μάνας. Ένα χρόνο μετά η οικογένεια εγκαθίσταται στη Σύρο. Το 1908 μετακομίζουν στην Αθήνα. Οι γονείς χωρίζουν. Ο ίδιος διαβάζει με πάθος Τολστόι, θέλει να μιμηθεί τον δάσκαλό του και πηγαίνει ξυπόλυτος στο αγρόκτημα της οικογένειάς του στο Μπογιάτι για να δουλέψει με τους αγρότες και να μοιραστεί το συσσίτιό τους. Το 1918 γράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θαυμάζει τον Παλαμά και γράφει παλαμικούς στίχους. Δυο χρόνια αργότερα φεύγει με τη μητέρα του στη Λωζάνη, όπου παρακολουθεί μαθήματα οικονομικών. Ακολουθούν ταξίδια με τον πατέρα, με τη μητέρα, νέες σπουδές στο Λονδίνο, φιλολογίας αυτή τη φορά.

Ένας μεγάλος σταθμός της ζωής του θα είναι η διαμονή του στο Παρίσι, τα χρόνια 1926-1931, όπου θα ασχοληθεί με την ψυχανάλυση κοντά στον Rene Laforgue και θα συνδεθεί με τον Andre Breton και τον κύκλο των Γάλλων υπερρεαλιστών. Ένας άλλος σταθμός θα γίνει στην Αθήνα το 1935, χρονιά που εκδίδει την πρώτη υπερρεαλιστική ποιητική συλλογή Υψικάμινος και αρχίζει να ασκεί επαγγελματικά την ψυχανάλυση. Τη δραστηριότητα αυτή θα εγκαταλείψει οριστικά το 1951, αλλά όχι και την ίδια την ψυχανάλυση. Μια ιδιαίτερα τραυματική εμπειρία στη ζωή του θα είναι η σύλληψή του από τον ΕΛΑΣ τον Γενάρη του 1945 και η ομηρεία του στα Κρώρα, όπου «τιμωρήθηκε φρικτά για τα αμαρτήματα που σήκωνε μόνο και μόνο εξαιτίας του οικογενειακού του επωνύμου», όπως παρατηρεί ο Οδυσσέας Ελύτης.

Ο Εμπειρίκος στη Βρετάνη το 1953

Αυτή την εποχή ­ την ίδια που ο Μπρετόν γράφει την «Ωδή στον Σαρλ Φουριέ» ­ θα αρχίσει να γράφει το μυθιστόρημα Μέγας Ανατολικός, με θέμα το ταξίδι ενός υπερωκεάνιου προς έναν νέο κόσμο στον οποίο θα διασώζεται το όραμα της αταξικής κοινωνίας υπό συνθήκες απόλυτης ελευθερίας του πνεύματος και της ερωτικής επιθυμίας. Θα το τελειώσει το 1951 αλλά θα συνεχίσει να το δουλεύει μέχρι το τέλος της ζωής του. Ακολουθεί νέα ολιγόχρονη διαμονή στο Παρίσι και η οριστική επιστροφή στην Ελλάδα το 1954, όπου θα ζήσει ανάμεσα στην Αθήνα και την Άνδρο μέχρι τον θάνατό του, το 1975. Στο διάστημα αυτό λίγα κείμενά του θα δουν το φως, κυρίως σε περιοδικά. Μετά τον θάνατό του θα δημοσιευτεί το πεζογράφημά του Αργώ ή Πλους αεροστάτου και η ποιητική του συλλογή Οκτάνα, ενώ ο πολύτομος Μέγας Ανατολικός θα δημοσιευτεί στη δεκαετία του '90.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ανδρώθηκε τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, όταν ακόμη το όραμα της επανάστασης μπορούσε να βρίσκει κοινούς στόχους με διαφορετικούς τρόπους έκφρασης στην πολιτική και την τέχνη. Με αυτή τη βούληση αυτός ο θαυμαστής του Μαρξ, ο οπαδός του Φρόυντ, ο φίλος του Αντρέ Μπρετόν και της Μαρίας Βοναπάρτη, μπήκε στην πνευματική ζωή του τόπου μας. Μπήκε με τη σκευή του ποιητή, του ψυχαναλυτή, του υπερρεαλιστή. Αμφισβητήθηκε για όλα αυτά, και παρέμεινε στο προσκήνιο της πνευματικής μας ζωής για όλα αυτά.

Τι ήταν εντέλει ο Ανδρέας Εμπειρίκος; Ήταν ένας «λόγιος», όπως τον είδε ο Γιώργος Σεφέρης, ή ένας «Επαναστάτης με το ε κεφαλαίο», όπως τον είδε ο Οδυσσέας Ελύτης; Ήταν ένας αντιδραστικός μεγαλοαστός ή ένας αντιδογματικός στοχαστής; Η προσωπικότητα του Εμπειρίκου, αποσταγμένη με τεράστια τόλμη στο πολυσχιδές και, κυρίως, προβληματικό στην ταξινόμηση έργο του, δημιούργησε μια μυθολογία. Οι φίλοι του, σύγχρονοι και μεταγενέστεροι, τους οποίους εμύησε στον υπερρεαλισμό, τον λάτρευαν. Όμως και στα μεταδικτατορικά χρόνια μπορεί να τον επικαλείται ο Χρόνης Μίσσιος, για να υμνήσει εκείνους που «έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου» και να στιγματίσει τους ανθρωποφύλακές του.

Το κυριότερο είναι ότι άφησε ένα έργο που από την αρχή αποτέλεσε σκάνδαλο και συνεχίζει να αποτελεί σκάνδαλο, παρά το γεγονός ότι πέρασε πάνω από μισός αιώνας από τη συγγραφή του. Και, προπάντων, είναι βέβαιο, ότι χωρίς αυτόν η πνευματική ζωή μας θα ήταν εντελώς διαφορετική. Γιατί ο Ανδρέας Εμπειρίκος αναβίωσε την πνευματική μορφή του στοχαστή άλλων εποχών, δημιουργώντας μια σύνθεση που ξεπερνά τις δόκιμες ταξινομικές πρακτικές των φιλολόγων.

Ο Εμπειρίκος ήταν μανιώδης φωτογράφος

Ο ίδιος συνέδεσε τη συγγραφική του δραστηριότητα και την πνευματική στάση του με τον υπερρεαλισμό. Εκφράστηκε με όλα τα είδη του λόγου, ποιητικού και πεζού, και κυρίως με ένα είδος παλιό, το ρητορικό ποίημα-κήρυγμα, το οποίο αναβάθμισε σε ποίημα-μανιφέστο, με τους όρους της υπερρεαλιστικής επανάστασης. Το είδος αυτό το αναγνωρίζουμε τόσο στην πρώτη ποιητική του συλλογή, την Υψικάμινο, όσο και στην τελευταία και μεταθανάτια, την Οκτάνα: Στην Υψικάμινο θα διακηρύξει: «Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια... Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη»· και στην Οκτάνα: «Οκτάνα θα πει, όχι πολιτικής μα ψυχικής ενότητος Παγκόσμιος Πολιτεία (πιθανώς ομοσπονδία) με ανέπαφες τις πνευματικές και εθνικές ιδιομορφίες εκάστης εθνικής ολότητος, εις μιαν πλήρη και αρραγή αδελφοσύνην εθνών, λαών και ατόμων, με πλήρη σεβασμόν εκάστου». («Όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα»).

Όμως και το μυθιστόρημά του, ο Μέγας Ανατολικός, είναι ένα απολύτως ιδιόρρυθμο κράμα στο οποίο συνυπάρχουν το ποιητικό-πολιτικό πρόγραμμα, το στοχαστικό δοκίμιο και το μεσσιανικό όραμα για μια μέλλουσα ανθρωπότητα, μια νέα Εδέμ που συναγωνίζεται το φαλανστήριο του Φουριέ, ενώ το ερωτολογικό μέρος του βιβλίου απολήγει σε ένα είδος καθαρτικής δοκιμασίας, κι έτσι διαφοροποιείται ριζικά από το πνεύμα του Μαρκήσιου Ντε Σαντ. Σκοπός εδώ είναι η πραγμάτωση μιας «ουτοπίας», στην οποία η υδρόγειος θα χωρίζεται σε ζώνες εργασίας και ζώνες παραδείσου, οι πληθυσμοί θα εναλλάσσονται αμοιβαία, θα κυκλοφορούν χαρτονομίσματα που το χρώμα τους μέσα σε τακτή προθεσμία θ' αλλοιώνεται ώστε να μην είναι δυνατή η αποταμίευσή τους και θα λειτουργούν ειδικά σχολεία, «ιμερολύκεια», όπου τα παιδιά θα διδάσκονται την τεχνική των ερωτικών θωπειών και περιπτύξεων. «Ο Μέγας Ανατολικός ναυπηγήθηκε με τα υλικά του ψυχαναλυτή στις δεξαμενές ενός οραματιστή και προφήτη», παρατηρεί ο Ελύτης ­ πόσο παλιού και πόσο νέου προφήτη, θα ρωτούσαμε εμείς. Κι εδώ, το πρόβλημα που αναφύεται μας οδηγεί στον χώρο της ιστορίας των ιδεών.

Την εποχή που έγραφε τον Μεγάλο Ανατολικό

Για τη μελλοντική έρευνα, ελπίζω ότι ο Εμπειρίκος θα γίνει αντικείμενο μιας σκέψης νηφάλιας, διεπιστημονικής, η οποία θα θέσει νέα ερωτήματα. Με ποια υλικά συγκρότησε την ταυτότητά του αυτός ο γνήσιος εκπρόσωπος του μείζονος ελληνισμού; Τι σήμαινε γι' αυτόν η εθνική, «ελληνική» καταγωγή; Τι είναι ακριβώς αυτό το μόνιμο θέμα του καραβιού, του υπερωκεάνιου, σύμβολο του ταξιδιού αλλά και της κιβωτού του Νώε, που συναντιέται με τα ανάλογα σύμβολα, τα καράβια και τις βαρκούλες των άλλων μεγάλων μας νησιωτών, του Σολωμού και του Παπαδιαμάντη; Κι ας μη λησμονούμε ότι το καράβι είναι ένα σύμβολο της ιστορίας του ελληνισμού.

Ένα άλλο ζήτημα για την έρευνα είναι η σχέση του Εμπειρίκου με την ψυχανάλυση, δηλαδή με μια ολοκληρωμένη επιστημονική, ορθολογική θεωρία για τον έρωτα, στηριγμένη στο σεξουαλικό ένστικτο. Ωστόσο ο Φρόυντ «ποτέ δεν έγραψε το έργο που σχεδίαζε για την ερωτική ζωή του ανθρώπου», όπως μας πληροφορεί ο Ernest Jones, και στο τέλος της ζωής του ομολογούσε ότι γνωρίζει πολύ λίγα για αυτό το ζήτημα. Μήπως ο Εμπειρίκος δίνει στον επιστήμονα δάσκαλό του την απάντηση του ποιητή; Πράγματι, στο ποίημα «Όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα», συνοψίζει τις αρχές μιας ερωτικής, φροϋδικής φιλοσοφίας, επικεντρωμένης στη σεξουαλική επιθυμία. Όμως η φιλοσοφία αυτή δίνει προτεραιότητα σε μια καθαρά πνευματική λειτουργία, την ποίηση: «Οκτάνα θα πει πυρ, κίνησις, ενέργεια, λόγος, σπέρμα. / Οκτάνα θα πει έρως ελεύθερος με όλας τας ηδονάς του. / Οκτάνα θα πει ανά πάσα στιγμή ποίησις, όμως όχι ως μέσον εκφράσεως μόνον, μα ακόμη ως λειτουργία του πνεύματος διηνεκής». Κι ακόμη: «Οκτάνα θα πει οι άνθρωποι άγγελοι να γίνουν, αλλ' άγγελοι με φύλον φανερόν, συγκεκριμένον». Η μικρή διόρθωση για το φύλο των αγγέλων, εκ πρώτης όψεως μια επίθεση κατά της πουριτανικής ηθικής, μας θυμίζει παράξενα τα φτερωτά πλάσματα του πλατωνικού Φαίδρου.

Στο Παρίσι, διαβάζοντας τον Μεγάλο Ανατολικό. Από αριστερά: Βιβίκα Εμπειρίκου, Γιώργος Σπυριδάκης, Μαριάνθη Σπυριδάκη, Άδωνης Κύρου, Μαρίκα Μπίτσιου, Κώστας Αξελός (1952-53)

Ο Πλάτων είναι ο πρώτος, πριν από τον Φρόυντ, που διατύπωσε μια ολόκληρη θεωρία περί έρωτα, στην οποία αφαιρεί τη σεξουαλικότητα από τον έρωτα, αποδίδοντάς του ένα μη-σεξουαλικό τελικό σκοπό, την αθανασία. Ο Φρόυντ, με μια εξίσου ριζική υπόθεση, έκανε το εντελώς αντίθετο. Όμως ο ίδιος ο Φρόυντ έβρισκε μια τουλάχιστον σημαντική συγγένεια στη θεωρία του με αυτήν του Έλληνα φιλόσοφου, του «θεϊκού Πλάτωνα», όπως τον αποκάλεσε. Σύμφωνα με τον πατέρα της ψυχανάλυσης, ο Πλάτων αναγνώριζε στον έρωτα μια ισχυρή κινητήρια δύναμη που μπορεί να εμπνεύσει το άτομο και να γίνει γενεσιουργός αιτία για μεγάλα επιτεύγματα στην τέχνη, την επιστήμη, τη φιλοσοφία. Ο Φρόυντ, με τη θεωρία της εξιδανίκευσης, πρότεινε μια εξίσου διευρυμένη έννοια του έρωτα, στην οποία περιλαμβάνονταν κάθε είδους σχέσεις με πρόσωπα, με συγκεκριμένα αντικείμενα αλλά και αφηρημένες οντότητες, που θεωρούσε ότι επίσης αποτελούν έκφραση του σεξουαλικού ενστίκτου. Στο έργο του Ψυχολογία της ομάδας και ανάλυση του Εγώ (1921) γράφει ο Φρόυντ: «ως προς την καταγωγή του, τη λειτουργία του και τη σχέση του με τον σεξουαλικό έρωτα, ο Έρως του Πλάτωνα συμπίπτει με τη λίμπιντο της ψυχανάλυσης». Εκεί βεβαίως οι όποιες ομοιότητες σταματούν. Όμως ας μας επιτραπεί να δούμε κάποιο είδος συνέχειας της συζήτησης στον Μεγάλο Ανατολικό. Στις φιλοσοφικές συζητήσεις που γίνονται μεταξύ των προσώπων του Μεγάλου Ανατολικού προβάλλει το κυρίαρχο αίτημα ενός Νέου Κόσμου στον οποίο έχει καταργηθεί η διχοτόμηση σώματος-ψυχής και έχει επιτευχθεί το όραμα της αρχικής ενότητας. Αυτή η αρχική ενότητα είναι κατ' ουσίαν μια επιστροφή στην αθωότητα. «Οκτάνα, φίλοι μου, θα πει μεταίχμιον της Γης και του Ουρανού, όπου το ένα εις το άλλο επεκτεινόμενο ένα τα δυο κάνει», διακηρύσσει ο ποιητής Εμπειρίκος, και ίσως είναι σκόπιμο να αναρωτηθούμε εάν με τον τρόπο αυτό ελέγχει τον φιλόσοφο αφενός και τον επιστήμονα αφετέρου, και προπάντων εάν μας δίνει ένα έναυσμα να σκεφτούμε την άγνοιά μας γι' αυτά τα ζητήματα και να μιλήσουμε για μια ειρωνική διάσταση στο έργο του. Βεβαίως ο υπερρεαλισμός υπήρξε κατ' εξοχήν μια τέχνη του χιούμορ, ως μέσου ανατροπής, όμως εδώ μιλάμε για κάτι διαφορετικό, την παλιά τραγική ειρωνεία, που μέσα από τις εκατοντάδες σελίδες του Μεγάλου Ανατολικού απολήγει σε ένα διπλό ερώτημα: Τελικά, τι γνωρίζουμε για τον έρωτα; Και τι γνωρίζουμε για το ταξίδι; Μήπως εδώ ο Εμπειρίκος συναντά τον Καβάφη;

Στην Αθήνα το 1972

Πιστεύω ότι μέσα από αυτή την ειρωνική στάση ο Ανδρέας Εμπειρίκος προσπάθησε να ξαναφέρει μπροστά στα μάτια μας την ψυχαναλυτική «πρωταρχική σκηνή», δίνοντας μεγάλη έμφαση στα μάτια του τυφλού Οιδίποδα. Οι ερωτικές σκηνές στο υπερωκεάνιο γίνονται ενώπιον ενός θεατή. Πρόκειται για μια τυπική περίπτωση ηδονοβλεψία, ή για τα μάτια του βρέφους πριν από την ανελευθερία του ταμπού; Η ποιητική του Εμπειρίκου είναι μια τέχνη των ματιών, και στο σημείο αυτό ο Έλληνας ποιητής συναντάται με άλλους μεγάλους που έφτιαξαν κόσμους οραματικών ζώων και φυτών, όπως ο Μέλβιλλ στον Μόμπυ Ντικ και ο Παπαδιαμάντης στο διήγημα «Βασιλική δρυς».

Ο Εμπειρίκος, ένας απόδημος Έλληνας και μόνιμος εσωτερικός μετανάστης, κυρίως έγραψε για το πρόβλημα των ματιών, σύμφυτο με το πρόβλημα της κατασκευής της ταυτότητας, χτίζοντας με τον τρόπο των ομηρικών ηρώων καράβια και πόλεις, και γράφοντας με τον τρόπο του Ρήγα Φερραίου την Χάρτα της Νέας Πόλης του, με το ποίημα «Όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα». Δεν είναι διόλου απίθανο οι νεότεροι να βρουν στο έργο του αρετές που εμείς δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Ίσως την επιστροφή στην Εδέμ να τη δουν από μιαν άλλη σκοπιά, πιο «οικολογική», γιατί στον Εμπειρίκο η λατρεία του σώματος είναι γενικότερα λατρεία της φύσης, ως μυστηριακής δύναμης που υπερβαίνει τη γνώση μας.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος όρισε την ποίηση ως «ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου», διόλου μακριά από τα φτερωτά άλογα του μύθου και τα άτια της λαϊκής μας παράδοσης. Μας άφησε επίσης και κάποιες φράσεις που μπορούν να λειτουργήσουν σαν ξόρκι, όπως «πάρε τη λέξη μου, δως μου το χέρι σου». Προπάντων έθεσε ερωτήματα, ίσως προορισμένα να μείνουν ανοιχτά και απρόσιτα, όπως η ουτοπική «Οκτάνα».

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, φ. 20 Νοεμβρίου 1999

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ - Σύνοψις βίου και έργου του ποιητή

See full size image

image Ελαιογραφίες του Ν. Εγγονόπουλου

ΠΗΓΗ: image εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ένθετο ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, φ. 12 - 08 - 2005

http://www.spoudasterion.pblogs.gr

Τάσος ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ Κώστας ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Δυο διαφορετικές ποιητικές εκδοχές

Δύο ποιητές, διαφορετικής γενιάς και διαφορετικών συνθηκών, ο ένας της νεορομαντικής και νεοσυμβολιστικής σχολής, ο άλλος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, διαφορετικής ποιητικής φιλοσοφίας, αλλά ποιητές και οι δύο, οραματιστές της ζωής, «χτυπούν την πόρτα» του Οκτώβρη. Ο Κώστας Καρυωτάκης με τη γέννησή του (30 Οκτώβρη 1896) και ο Τάσος Λειβαδίτης με το θάνατό του (30 Οκτώβρη 1988). Ο πρώτος, με το στίχο του, το σαρκασμό του, προσεγγίζει την πραγματικότητα και τον άνθρωπο μέσα στην κοινωνία της αδικίας χωρίς να μπορεί να δει διέξοδο. Ο δεύτερος, στην εποχή της κατοχής και των μεταπολεμικών χρόνων, μάχεται με την ποίησή του στο πλευρό του λαού.

image

 

Ποιητικά σύμβολα κοινωνικής «ανταρσίας»

Η ανταρσία της ποίησης έχει την ανάγκη και τη δύναμη να χτυπάει την πόρτα του παρόντος κυοφορώντας πάντα τα σημάδια μελλοντικών εικόνων. Ποιητικά σύμβολα γεννημένα στο παρελθόν αναγνωρίζουν καινούρια πάντα μηνύματα. Αδέσμευτα και οικουμενικά τα ποιητικά μηνύματα εξελίσσονται με κάθε ανάγνωση, σε κάθε εποχή, μέσα σε νέες ή διαφορετικές συνθήκες από εκείνες που ενέπνευσαν, που επηρέασαν τους φορείς, τους οραματιστές της ζωής, τους ποιητές. Δύο τέτοιοι ποιητές, διαφορετικής γενιάς και διαφορετικών συνθηκών, ο ένας της νεορομαντικής και νεοσυμβολιστικής σχολής, ο άλλος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, διαφορετικής ποιητικής φιλοσοφίας, αλλά ποιητές και οι δύο, «χτυπούν την πόρτα» του Οκτώβρη, ο Κώστας Καρυωτάκης με τη γέννησή του (30 Οκτώβρη 1896) και ο Τάσος Λειβαδίτης με το θάνατό του (30 Οκτώβρη 1988) και μας παρηγορούν με την πρόσκληση ενός άλλου ποιητή: «Κράτησε τα όνειρά σου· οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς!» (CHARLES BAUDELAIRE, μετάφραση Κ.Γ. Καρυωτάκη).

Παρεξηγημένος από τους συγχρόνους του

Ο Κ.Γ. Καρυωτάκης, βιωματικός και αντιπροσωπευτικός της εποχής του, μπορεί να χαρακτηρίστηκε ποιητής του μηδενισμού και της απαισιοδοξίας, και να έχει περισσότερο ίσως από κάθε άλλον τις ρίζες του στην ιστορική στιγμή και τα περιστατικά που δημιουργούσαν την ασφυκτική ατμόσφαιρα, όμως ταυτόχρονα προεκτείνει ως την εποχή μας. Μπορεί οι σύγχρονοί του εντυπωσιασμένοι από την αυτοκτονία του και βιώνοντας και οι ίδιοι το καταθλιπτικό περιβάλλον, αλλά χωρίς τη δική του ένταση και αδιαλλαξία, στάθηκαν στην απαισιοδοξία του, χωρίς να μπορούν να αντιληφθούν ότι ο Καρυωτάκης κατάφερε να φτάσει ως τη σάτιρα, για να εξευτελίσει, να ελεεινολογήσει, να ξεσπάσει, να καθορίσει την ιδεολογική του στάση. Γιατί ο Καρυωτάκης δεν ταίριαζε μόνο ευχάριστες ομοιοκαταληξίες, έκανε μάχη, με τον τρόπο του, με το στίχο του, το σαρκασμό του, χωρίς ποτέ να παραμερίζει την πραγματικότητα και τον αμετακίνητο στόχο του, τον άνθρωπο μέσα στις αμείλικτες κοινωνίες και κάτω από τη Μοίρα.

«Σε κάποιο κείμενο είδα πάλι επαναλαμβανόμενο τον όρο "καρυωτακισμός"» - γράφει ο Μίλτος Σαχτούρης (1988). «"Καρυωτακισμός" σήμερα το 1988, δε σημαίνει τίποτα. Και τότε γύρω στα 1930 ήταν μια άτυχη λέξη προερχόμενη από την παρεξήγηση ότι ο Καρυωτάκης ήταν τάχα μισάνθρωπος, πεισιθανάτιος κλπ. Ο Καρυωτάκης δεν ήταν τίποτε από όλα αυτά. Ηταν απλώς επαναστατημένος ενάντια στην Ελλάδα του 1928 με τους λασπωμένους δρόμους το χειμώνα, τη σκόνη το καλοκαίρι, με το χαμηλό επίπεδο ζωής, τη δυστυχία των δημοσίων υπαλλήλων που τους έκανε οκνηρούς και αδιάφορους, ριζωμένους στις καρέκλες τους με τους ατέλειωτους καφέδες. Επαναστατημένος για τη δική του καταδίωξη, επειδή αυτός ήταν υπάλληλος υπεύθυνος, γλωσσομαθής, έξω από την εποχή του. Και ήταν ακόμα παρεξηγημένος από όλους τους συγχρόνους του. Ο Καρυωτάκης δεν ήταν minor ποιητής, ήταν μεγάλος ποιητής όπως τον βλέπει τώρα η νέα γενιά κι όπως άλλαξαν γνώμη περί το τέλος της ζωής τους και τον είδαν μεγάλο, οι άλλοτε αρνητές του, Εμπειρίκος και Εγγονόπουλος. Ο πρώτος μάλιστα σε τελευταίο ποίημά του, έτσι τον αποκαλεί, "μεγάλο": "Είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης". Οσο για τον Σεφέρη, δύσκολα κρυβόταν η εκτίμησή του».

Γιατί όπως έγραφε, το 1938, ο Γιάννης Ρίτσος: «Κάποιες βραδινές ώρες, που η πικρία και η μοναξιά δεσπόζουν στην ψυχή μας, τα Ελεγεία και Σάτιρες, μας περιμένουν κάτω από την αρχαία λάμπα. Τέτοιες στιγμές δε θα λείψουν απ' τη ζωή μας. Μαζί μ' αυτές θα ζει για πάντα και ο Καρυωτάκης».

«Γράφω για εκείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν(...)»

Από την άλλη ο Τάσος Λειβαδίτης ανήκει στη γενιά εκείνη που διαμορφώνεται πνευματικά στα χρόνια της κατοχής, τα οποία δρουν στο έργο του ως τραυματικές εμπειρίες. Ανήκει σε εκείνους τους ποιητές που στον εμφύλιο εξορίστηκε, ενώ μετά τον εμφύλιο δικάστηκε αλλά τελικά αθωώθηκε γιατί ένα ποιητικό του έργο θεωρήθηκε επικίνδυνο. Ανήκει σε εκείνους τους ποιητές που αμφισβήτησαν και εναντιώθηκαν στην αστική ιδεολογία, εκφραζόμενοι σε νεωτερική γραφή.

Και οι δύο, ο καθένας από το δικό του χωροχρόνο, μας «επισκέπτονται», συνυφασμένος ο καθένας με τον κοινωνικό χαρακτήρα του έργου του, που βγαίνει μεν από το βίωμα και την προσωπική τους τοποθέτηση, αλλά προσανατολίζονται στο παρόν και το μέλλον των εραστών της ποίησης, γιατί:

«Κάποτε, καθώς φεύγεις/

πηγαίνοντας σε μια μεγάλη μάχη/

θα σου 'τυχε ν' ακούσεις ξαφνικά από 'να παράθυρο/

ένα πιάνο να παίζει./

Ισως ένα κορίτσι με άσπρα δάχτυλα/

ή ένας άντρας με δυνατά χέρια/

να παίζουν αυτόν τον λυπημένο σκοπό/

που σου θυμίζει τα παιδικά σου χρόνια, τους χαμένους έρωτες/

όλα όσα ονειρεύτηκες χωρίς να τα ζήσεις/

τα γιασεμιά που σου γυρίσανε/

την καρδιά σου που την ποδοπατήσαν./

Εσύ στέκεσαι με το στόμα ανοιγμένο/

ακούγοντας κάτω απ' τη βροχή-/

μα πρέπει να βιαστείς, προχωράνε οι άλλοι/

χάθηκαν κιόλας στη στροφή του δρόμου./

Κι όπως ξεκινάς με πλατύ βήμα/

τα παιδικά σου χρόνια/

οι χαμένοι έρωτες/

όλα όσα ονειρεύτηκες χωρίς να τα ζήσεις/

τα γιασεμιά που σου γυρίσανε/

η καρδιά σου που την ποδοπατήσαν/

ξεκινάνε κι αυτά πλάι σου -/

να πολεμήσουν/

μαζί σου.» (Τάσος Λειβαδίτης)

 

Ενας επαναστατημένος αυτόχειρας

Στις 21 Ιουλίου του 1928, με τον ίδιο πυροβολισμό που η Αικατερίνη Καρυωτάκη έχανε τον γιο της, αναγγελλόταν στην Ελλάδα το πέρασμα ενός ποιητή.

Ο Κωνσταντίνος Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη, αλλά ποτέ δεν έζησε εκεί. Το επάγγελμα του πατέρα του ήταν η αιτία που πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε διάφορες επαρχιακές πόλεις, για να καταλήξει στα Χανιά, όπου φοίτησε στις τελευταίες γυμνασιακές τάξεις. Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής της Αθήνας, αρχικά, επιχείρησε να ασκήσει το δικηγορικό επάγγελμα, ελλείψει, όμως, πελατείας, ζήτησε δημόσιο διορισμό. Αρχικά υπουργικός γραμματέας στη Θεσσαλονίκη, στη συνέχεια στις Νομαρχίες Σύρου, Αρτας και Αττικής. Στην Αθήνα γνωρίζεται με την Μαρία Πολυδούρη, με την οποία δημιουργεί το δεύτερο άτυχο ερωτικό του δεσμό. Ακολουθούν διάφορες αποσπάσεις και μεταθέσεις, με προτελευταίο την Πάτρα. Στο μεταξύ, έχει ταξιδέψει στη Γερμανία, στη Ρώμη, στη Ρουμανία, στη Βενετία. Επιστρέφοντας το Μάη του 1928 από το τελευταίο του ταξίδι στο Παρίσι, πήρε νέα μετάθεση για την Πρέβεζα, όπου αυτοκτόνησε στις 21 Ιουλίου του ίδιου χρόνου.

Ασχολήθηκε κυρίως με την ποίηση και τις ποιητικές μεταφράσεις, αλλά έγραψε και κάποια πεζά, σημαντικό συμπλήρωμα του έργου του. Στα Γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1913 από τα λαϊκά περιοδικά «Ελλάς» και «Εικονογραφημένος Παρνασσός», ενώ λίγους μήνες νωρίτερα είχε δημοσιευτεί συνεργασία του στον «Παιδικό Αστέρα» και είχε βραβευτεί στο διαγωνισμό διηγήματος με το πεζό «Ο Αζώρ και ο λωποδύτης». Την επίσημη, όμως, εμφάνισή του την έκανε με την πρώτη ποιητική του συλλογή το 1919 «Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων». Ακολούθησαν «Νηπενθή» (1921) και «Ελεγεία και Σάτιρες» (1927).

Η απαισιοδοξία ως διέξοδος

Η καλλιτεχνική δημιουργία, όπως και η απαισιοδοξία, είναι η διέξοδος από την εσωτερική σύγκρουση του ατόμου με τον κόσμο ή με το άμεσο περιβάλλον του. Η δημιουργία του είναι η πρόσκαιρη κατάργηση ενός κλίματος και η μετάβαση σ' ένα άλλο, που κατασκευάζει ο δημιουργός, όπου και καταφεύγει για να ανασαίνει άνετα μέσα του. Όσο κι αν με τις Σάτιρες και κυρίως με τα πεζά του προβάλει οξύτατα τη διαμαρτυρία και την αγανάκτησή του για τις τερατώδεις δυνατότητες του κοινωνικού μηχανισμού, την τελευταία στιγμή στρέφει την πλάτη στη ζωή και την κοινωνία, εξουθενωμένος από ένα βαθύ αίσθημα ματαιότητας. Με την αυτοχειρία του, επισφραγίζει τη γνησιότητα και την ειλικρίνεια του έργου του.

ΠΡΕΒΕΖΑ

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια, θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται, καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους, ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει για να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα, θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι, κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης. Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα. Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία, «Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!» Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία. Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία... Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους, θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

 

Τραγούδησε γι' αυτούς που κουβαλούν «την ισότητα του κόσμου»

«H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Μαρξ», έγραφε στον «Αιώνα εμπορίου» ο Τάσος Λειβαδίτης. «Ενα μικρό, ανήθικο εμπόριο κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα, μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους λαχειοπώλες διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις, τα αισθήματα στο Χρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση, ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές, χρεόγραφα κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τι σημασία έχει; "ζούμε σε μια μεγάλη εποχή", οι παπαγάλοι δεν κάνουν ποτέ απεργία μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές περηφάνιες, γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ' όλη τη βέβαιη νιότη σου, βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελοί να τα μαζέψουν, νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Βαβυλώνας, δολάρια ασημένια, η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται, πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα - θα χρειαστούν μεθαύριο σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της "μεγάλης μας εποχής", κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω απ' τη φιλάργυρη αιωνιότητα...».

Ο Τάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1922. Μεγάλωσε στην καρδιά της πρωτεύουσας, στο Μεταξουργείο. Από πολύ νεαρή ηλικία, από το Γυμνάσιο της οδού Αγησιλάου κιόλας, είναι και δηλώνει ποιητής. Η νύχτα της Κατοχής τον βρίσκει στο Πανεπιστήμιο Αθήνας, στη Νομική Σχολή, που δεν την τέλειωσε. Μετά την Κατοχή εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Το 1940 γνωρίζει τον Γιάννη Ρίτσο και του δίνει να διαβάσει ποίησή του. Ο Τάσος Λειβαδίτης έγινε και παρέμεινε μέχρι το θάνατό του ο πιο αγαπημένος, ο αδελφικός φίλος του Γ. Ρίτσου.

Η πρώτη εμφάνιση του Τ. Λειβαδίτη στα Γράμματα έγινε το 1946, από τα «Ελεύθερα Γράμματα» του Δημήτρη Φωτιάδη (τεύχος 55, 15/11/1946). Μεταπολεμικά, εκτός από τα «Ελεύθερα Γράμματα», συνεργαζόταν και με τη «Νέα Εστία». Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του περιοδικού «Θεμέλιο», το οποίο όμως εξέδωσε μόνο δύο τεύχη. Το 1947 συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο Μούδρο, στη Μακρόνησο και στον Αϊ-Στράτη, όπου, όπως όλοι οι συνεξόριστοι δημιουργοί, μαθητεύει στην ποίηση του αγώνα ενάντια στα κολαστήρια. Το 1952 εκδίδει τη «Μάχη στην άκρη της νύχτας», την πρώτη από τις 21 μεγάλες ποιητικές συλλογές που κατέλιπε, εκτός από διηγήματα. Το 1953 του απονεμήθηκε το Διεθνές Βραβείο Ποίησης του Παγκόσμιου Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία, για τη συλλογή «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» - το «λαϊκό ανάγνωσμα» της Αριστεράς, το οποίο το 1955 θα απαγορευτεί και ο δημιουργός του θα δικαστεί αλλά τελικά θα αθωωθεί. Το 1954 ήταν μέλος της ιδρυτικής ομάδας του περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης». Από το 1954 έως το 1967 έγραφε κριτική ποίησης στην «Αυγή». Το 1957 του απονέμεται το Α΄ Βραβείο Ποίησης του Δήμου Αθηναίων. Το 1977 το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, για το «Βιολί για έναν μονόχειρα». Το 1979 ξανακερδίζει το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το «Εγχειρίδιο ευθανασίας». Εγραψε επίσης μέγιστα, αθάνατα τραγούδια: «Σαββατόβραδο», «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», «Δραπετσώνα», «Μάνα μου και Παναγιά», «Εχω μια αγάπη», «Λυρικά», με προορισμό πάντα:

«...Τραγουδάω εσάς που ξεκινάτε κάθε αυγή /

κουβαλώντας κάτω απ' το τρύπιο πουκάμισό σας ένα κομμάτι ψωμί /

κι ολάκερη την ισότητα του κόσμου».

_________________

ΠΗΓΗ: εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ - ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ", 20 Οχτώβρη 2002

Λογοτεχνία και πρόσληψη

 

του Δ. ΤΖΙΟΒΑ,

καθηγητή  Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Αγγλίας

 

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, φ. Κυριακής 18 Μαΐου 2003

http://www.spoudasterion.pblogs.gr

Tο τέλος των ποιητικών μύθων

    ΟI ΟPΟI ΠPΟΣΛHΨHΣ THΣ ΠΟIHΣHΣ THΣ ΔHMΟYΛA, ΟI ΟΠΟIΟI ΔIAMΟPΦΩΣAN TIΣ ΠPΟΫΠΟΘEΣEIΣ ΓIA THN KAΘIEPΩΣH AYTHΣ THΣ ΠΟIHΣHΣ ΩΣ ENΟΣ AΠΟ TA ΣHMANTIKΟTEPA ΠΟIHTIKA EPΓA TΩN HMEPΩN MAΣ, ΣHMATΟΔΟTΟYN KAI TΟ ΟPIΣTIKΟ TEΛΟΣ THΣ EΠΟXHΣ TΩN AΠΟKAΛYΠTIKΩN Ή ΠAPHΓΟPΩN ΠΟIHTIKΩN MYΘΩN ΓIA TΟN KΟΣMΟ

του Ευριπίδη Γαραντούδη

  

Έχοντας διαγράψει μια μακρά ποιητική πορεία σχεδόν μισού αιώνα, από τα «Ποιήματα» του 1952, μέχρι την τελευταία συλλογή της, «Χλόη θερμοκηπίου», η Κική Δημουλά προβάλλει σήμερα ως η πιο καταξιωμένη από την κριτική και η πιο αγαπητή από το αναγνωστικό κοινό ποιήτρια της γενιάς της. Είναι γνωστό ότι αυτή η γενιά, που ονομάστηκε από τους γραμματολόγους δεύτερη μεταπολεμική, ήδη από την εποχή των πρώτων εμφανίσεών της τη δεκαετία του 1950 και μέχρι πρόσφατα, έμεινε στο περιθώριο, επειδή το κέντρο της προσοχής συγκέντρωναν, για διαφορετικούς σε κάθε εποχή λόγους, είτε παλαιότεροι είτε νεώτεροι ποιητές. Έτσι λοιπόν, με τη σχεδόν ομόθυμη αποδοχή της Δημουλά από τη λογοτεχνική κριτική και με την ευρεία απήχησή της στους αναγνώστες της ποίησης αποκαταστάθηκε, εν μέρει έστω, μια αδικία.

   Τα 37 ποιήματα της νέας συλλογής της Δημουλά, «Χλόη θερμοκηπίου», προστίθενται σε ένα έργο, τα βασικά θεματικά και εκφραστικά γνωρίσματα του οποίου, αφενός έχουν παγιωθεί παλαιότερα (με τη «Χλόη θερμοκηπίου» δεν σημειώνονται αξιοσημείωτες αποκλίσεις από το παλαιότερο έργο της ποιήτριας), αφετέρου έχουν επισημανθεί από την κριτική. Γι' αυτό έχει σημασία κυρίως να διερευνήσουμε τη σχέση που συνδέει αυτά τα γνωρίσματα και τους όρους πρόσληψης της ποίησης της Δημουλά, έτσι όπως αυτοί διαμορφώθηκαν τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Γνώμη μου είναι ότι η ποίησή της καθιερώθηκε ως σημαντική από τη στιγμή που σχηματίστηκαν εκείνες οι ενδολογοτεχνικές αλλά και εξωλογοτεχνικές προϋποθέσεις, οι οποίες επέτρεψαν τα βασικά χαρακτηριστικά της ποίησής της να θεωρηθούν, τόσο από την κριτική όσο και από το αναγνωστικό κοινό, ως γνωρίσματα ενός σημαντικού έργου, κάτι το οποίο δεν θα μπορούσε να συμβεί παλαιότερα.

   Ίσως η πιο εξόφθαλμη εξωλογοτεχνική προϋπόθεση για την καθιέρωση της Δημουλά έγκειται στη βιωματική και ψυχοσυναισθηματική εγγύτητα ή και συγγένεια που καλλιεργήθηκε ανάμεσα στο έργο της ποιήτριας και στο (κατά βάση, υποθέτω, γυναικείο) κοινό της, εγγύτητα ή συγγένεια στερεωμένη στη βάση των συνθηκών οικογενειακής ζωής, του συναισθηματικού κόσμου και του ψυχισμού του γυναικείου φύλου. Για την κριτική, εξάλλου, η καθιέρωση της Δημουλά φαίνεται να ανταπέδωσε στην αναμφισβήτητη αξία της ποίησής της την από καιρό οφειλόμενη αναγνώριση συλλήβδην της καλής ελληνικής γυναικείας ποίησης. Αρκετές πολύ καλές ποιήτριες της μεταπολεμικής εποχής και της μεταπολίτευσης έμειναν λιγότερο ή περισσότερο στη σκιά των ανδρών ομοτέχνων τους (η έντονη προβολή της Τζένης Μαστοράκη στάθηκε πρόσκαιρη, επειδή δεν τροφοδοτήθηκε στη συνέχεια από την ίδια με νέο ποιητικό έργο), κυρίως εξαιτίας τής κατά βάθος στερεότυπης και συγκαταβατικής στάσης του μεγαλύτερου μέρους τής, ούτως ή άλλως ανδροκρατούμενης, κριτικής απέναντι στη γυναικεία ποίηση.

   Οι ενδολογοτεχνικές προϋποθέσεις για την καθιέρωση της Δημουλά αφορούν κυρίως σε μια προϊούσα αλλαγή του κοσμοειδώλου, έτσι όπως αυτή αποτυπώνεται στο πέρασμα από την ποίηση της μεταπολεμικής εποχής σε εκείνη της μεταπολίτευσης. Εκ πρώτης όψεως η ομόθυμη, γενική, ακόμη και θεσμική αναγνώριση της ποίησης της Δημουλά (με την εκλογή της ποιήτριας ως μέλους της Ακαδημίας Αθηνών) φαίνεται παράδοξη, αν σκεφθούμε ότι το έργο της δεν ανταποκρίνεται στοιχειωδώς σε όλα εκείνα τα γνωρίσματα που σε παλαιότερες εποχές προδιέγραφαν την ποιητική αξία. Βέβαια, το μοντέλο του εθνικού ποιητή ήταν ούτως ή άλλως προ δεκαετιών εξαντλημένο και κανείς δεν θα περίμενε η ποίηση της Δημουλά (και η καθιέρωσή της) να στηριχθεί σε αυτό. Ωστόσο, στην ποίησή της δεν υπάρχει κάποια μείζων αφήγηση ιδεολογικού ή αισθητικού περιεχομένου, δεν απηχείται κάποια συλλογική ταυτότητα και δεν αποκαλύπτεται ή σχολιάζεται κάποια όψη της κοινωνικής πραγματικότητας, δεν υποθάλπεται κάποια μεταφυσική πίστη, δεν διαχέεται καν κάποια αισιόδοξη ή εποικοδομητική στάση ζωής. Συνοπτικά, από την ποίηση της Δημουλά λείπουν οι όποιοι ιδεολογικοί, αισθητικοί ή ψυχολογικοί όροι που συνέβαλαν στην καθιέρωση ποιητικών κειμένων σε παλαιότερες εποχές.

  H κυριαρχική αίσθηση της φθοράς, του θανάτου αλλά και του ανώφελου της ζωής, η διαρκώς ματαιωμένη προσπάθεια επικοινωνίας με τον πεθαμένο σύντροφο, η άλλοτε ειρωνική και άλλοτε σαρκαστική ή και αυτοσαρκαστική απέκδυση του ανθρώπου από το μεταφυσικό στήριγμα της θρησκείας, η αντίληψη της ποίησης ως καταγραφής και αποτίμησης απωλειών, ως ελεγείας για τις πραγματοποιημένες και γι' αυτό διαψευσμένες και για τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες, είναι μερικά από τα θέματα που συνθέτουν τη θεματική της ποίησης της Δημουλά. H θεματική αυτή προσιδιάζει στη θεματική ποιητών όπως ο Καβάφης και ο Καρυωτάκης. H βαθιά θεματική αλλά και εκφραστική συγγένεια της Δημουλά με αμφότερους τους ποιητικούς προγόνους του μεγαλύτερου μέρους της μεταπολεμικής ποίησης δείχνει ότι αν αυτοί ζούσαν και έγραφαν σήμερα θα είχαν άμεση αναγνώριση, πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που είχαν στην εποχή τους.

   Το γεγονός, εξάλλου, ότι στις όψιμες και ωριμότερες συλλογές της, ήδη από «Το λίγο του κόσμου» (1971) και ολοένα εμφανέστερα στη συνέχεια υποχώρησε η τάση των νεανικών της βιβλίων να προσδιορίζονται κοινωνικά οι ψυχικές συμπεριφορές και οι συναισθηματικές αντιδράσεις και κυριάρχησε η εσωτερίκευση και ο εξατομικισμός της ψυχοσυναισθηματικής οδύνης είναι ακόμη μία ένδειξη ότι η ποίησή της, δηλαδή μια ποίηση της αυστηρά ιδιωτικής - υπαρξιακής περιοχής, ανταποκρίνεται στον ορίζοντα προσδοκιών των σημερινών αναγνωστών της ποίησης.

Γράφονται από μόνα τους

   Αν ορισμένοι κατηγόρησαν ή και κατηγορούν την Δημουλά ότι όσο το ποιητικό της έργο εκλεπτύνει τα μέσα, τελειοποιεί τη μορφή και αποσαφηνίζει το σταθερό νόημά του (την αίσθηση της φθοράς και του θανάτου), τόσο περισσότερο συσκοτίζεται το απτό και οικείο πρόσωπο της δημιουργού του, παραβλέπουν ότι αυτή η μετάπλαση του πραγματικού προσώπου στο γραπτό, ίσως και παραμορφωτικό είδωλό του αντανακλά ένα βασικό γνώρισμα του ανθρώπου της εποχής μας: τη σύγχυσή του ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις κάθε είδους αναπαραστάσεις της. Στην ποίηση της Δημουλά η αμεσότητα του βιώματος χάνεται, επειδή τα ποιήματα γράφονται σχεδόν από μόνα τους. H γλώσσα της θάλλει για να μεταπλάσει σε ποιητικό λόγο τη ζωή που φθίνει. Όσο κι αν σε αρκετά ποιήματα της «Χλόης θερμοκηπίου» η Δημουλά θεματοποιεί τις ανεξέλεγκτες διαδικασίες της ποιητικής γραφής, κατά βάθος τα ποιήματά της τροφοδοτούνται από το υλικό της τελειοποιημένης και ενίοτε αυτάρεσκα επινοητικής γλώσσας τους. Ακόμη και η συχνότατη χρήση στην ποιητική γλώσσα της αφηρημένων εννοιών συζευγμένων με συγκεκριμένα ουσιαστικά απηχεί την αίσθηση ενός κόσμου όπου η διάκριση ανάμεσα στο συγκεκριμένο και το αφηρημένο, το απτό και το άδηλο, το αληθές και το ψευδές γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη. Εν κατακλείδι, η ποίηση της Δημουλά λειτουργεί ως θαυμαστό κάτοπτρο του σύγχρονου, ανερμάτιστου ατομικού ψυχισμού.

 

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 30-7-05

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

Η Δημοκρατία σε παρακμή; θρίαμβος και παρακμή ενός ιδεώδους

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

ΠΗΓΗ: image ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ένθετο ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, Παρασκευή
14 - 09 - 2007

http://www.spoudasterion.pblogs.gr

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More