Σάββατο, 18 Απριλίου 2009

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ: ΕΝΟΤΗΤΕΣ 37 - 38


Α. ΚΕΙΜΕΝΟ:


Tandem puella, longa mora standi fessa, rogavit materteram, ut sibi paulisper loco cederet. Tum Caecilia puellae dixit: "ego libenter tibi mea sede cedo". Hoc dictum paulo post res ipsa confirmavit. Nam mortua est Caecilia, quam Metellus, dum vixit, multum amavit; postea is puellam in matrimonium duxit. .

In eum locum res deducta est, ut, nisi qui deus vel casus aliqui subvenerit, salvi esse nequeamus. Equidem, ut veni ad urbem, non destiti omnia et sentire et dicere et facere, quae ad concordiam pertinerent; sed tantus furor omnes invaserat, ut pugnare cuperent, etsi ego clamabam nihil esse bello civili miserius. Omnia sunt misera in bellis civilibus, sed nihil miserius quam ipsa victoria: ea victores ferociores impotentioresque reddit, ut, etiamsi natura tales non sint, necessitate esse cogantur.

Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

1. Να μεταφράσετε τα αποσπάσματα.

2.α. Να γράψετε τους ζητούμενους ονοματικούς τύπους:
puella: γενική πληθυντικού αριθμού
loco: κλητική πληθυντικού αριθμού
sede: γενική πληθυντικού αριθμού
dictum: αιτιατική πληθυντικού αριθμού
res: δοτική πληθυντικού αριθμού
deus: γενική πληθυντικού αριθμού
casus: δοτική ενικού αριθμού
urbem: αιτιατική πληθυντικού αριθμού
furor: αφαιρετική ενικού αριθμού
civili: ονομαστική πληθυντικού αριθμού ουδετέρου γένους
miserius: αφαιρετική ενικού αριθμού
matrimonium: γενική ενικού αριθμού

2.β. Να γράψετε τους ζητούμενους αντωνυμικούς τύπους:

sibi: ίδιο τύπο στα άλλα πρόσωπα
qui: ίδια πτώση και στα τρία γένη της αντίστοιχης ουσιαστικής
aliqui: αιτιατική ενικού αριθμού και στα τρία γένη της αντίστοιχης ουσιαστικής
nihil: γενική & δοτική ενικού αριθμού

3. Να γράψετε τα παραθετικά των επιθέτων (στον ίδιο τύπο) και των επιρρημάτων:
longa, libenter, multum, miserius, ferociores

4.α. fessa: Να γράψετε το β΄ ενικό πρόσωπο της υποτακτικής όλων των χρόνων (λαμβάνοντας για τους περιφραστικούς τύπους υπόψη το υποκείμενο)

mortua est: Να γράψετε τις μετοχές όλων των χρόνων

4.β. Να γράψετε τους ζητούμενους ρηματικούς τύπους:

standi: β΄ ενικό πρόσωπο υποτακτικής ενεστώτα
cederet: ίδιο τύπο σε παρακείμενο
deducta est: απαρέμφατο μέλλοντα
subvenerit: ίδιο τύπο σε ενεστώτα
dicere: β΄ ενικό πρόσωπο προστακτικής ενεστώτα
facere: γ΄ ενικό πρόσωπο υποτακτικής παρατατικού μέσης φωνής
esse: ίδιο τύπο σε μέλλοντα
cogantur: ίδιο τύπο σε παρατατικό
mortua est: β΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα

5.α. Tandem puella, longa mora standi fessa, rogavit materteram, ut sibi paulisper loco cederet: Να αναγνωρίσετε τον πλάγιο λόγο του αποσπάσματος και να τον μετατρέψετε σε ευθύ.

5.β. "ego libenter tibi mea sede cedo": Να μετατρέψετε τον ευθύ λόγο σε πλάγιο με εξάρτηση από τη φράση Tum Caecilia puellae dixit…

5.γ. Να αναγνωρίσετε τον πλαγιασμένο υποθετικό λόγο του 2ου αποσπάσματος.

5.δ. Να εντοπίσετε τα συγκριτικού βαθμού επίθετα του 2ου αποσπάσματος, να βρείτε τους β΄ όρους σύγκρισης & να τους εκφράσετε εναλλακτικά.

5.ε. sed tantus furor omnes invaserat,…, etsi ego clamabam nihil esse bello civili miserius: Να μετατρέψετε σε μετοχική την υπογραμμισμένη πρόταση και κατόπιν να τοποθετήσετε την μετοχή μέσα στην άλλη πρόταση.

5.στ. ego libenter tibi mea sede cedo: Να μετατρέψετε την ενεργητική σύνταξη σε παθητική.



5.ζ. Να αναγνωρίσετε τις δευτερεύουσες προτάσεις:


- ut sibi paulisper loco cederet

- dum vixit

- etsi ego clamabam nihil esse bello civili miserius

- etiamsi natura tales non sint

Σημ.: Τια απαντήσεις των κριτηρίων αξιολόγησης μπορείτε να τις βλέπετε εδώ




Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009

ΦΙΛΟΣΟΦΗΜΕΝΟ ... ΣΤΑΥΡΟΛΕΞΟ

image

image

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΑΔΙΔΑΚΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ: ΑΙΣΧΙΝΗΣ, ΚΑΤΑ ΚΤΗΣΙΦΩΝΤΟΣ, 169-170




Α. ΚΕΙΜΕΝΟ:

Οἶμαι τοίνυν ἅπαντας ἂν ὑμᾶς ὁμολογῆσαι τάδε δεῖν ὑπάρξαι τῷ δημοτικῷ, πρῶτον μὲν ἐλεύθερον εἶναι καὶ πρὸς πατρὸς καὶ πρὸς μητρός, ἵνα μὴ διὰ τὴν περὶ τὸ γένος ἀτυχίαν δυσμενὴς ᾖ τοῖς νόμοις, οἳ σῴζουσι τὴν δημοκρατίαν, δεύτερον δ’ ἀπὸ τῶν προγόνων εὐεργεσίαν τινὰ αὐτῷπρὸς τὸν δῆμον ὑπάρχειν, ἢ τό γ’ ἀναγκαιότατον μηδεμίαν ἔχθραν, ἵνα μὴ βοηθῶν τοῖς τῶν προγόνων ἀτυχήμασι κακῶς ἐπιχειρῇ ποιεῖν τὴν πόλιν. τρίτον σώφρονα καὶ μέτριον χρὴ πεφυκέναι αὐτὸν πρὸς τὴν καθ’ ἡμέραν δίαιταν, ὅπως μὴ διὰ τὴν ἀσέλγειαν τῆς δαπάνης δωροδοκῇ κατὰ τοῦ δήμου. τέταρτον εὐγνώμονα καὶ δυνατὸν εἰπεῖν· καλὸν γὰρ τὴν μὲν διάνοιαν προαιρεῖσθαι τὰ βέλτιστα, τὴν δὲ παιδείαν τὴν τοῦ ῥήτορος καὶ τὸν λόγον πείθειν τοὺς ἀκούοντας· εἰ δὲ μή, τήν γ’ εὐγνωμοσύνην ἀεὶ προτακτέον τοῦ λόγου. πέμπτον ἀνδρεῖον εἶναι τὴν ψυχήν, ἵνα μὴ παρὰ τὰ δεινὰ καὶ τοὺς κινδύνους ἐγκαταλίπῃ τὸν δῆμον. τὸν δ’ ὀλιγαρχικὸν πάντα δεῖ τἀναντία τούτων ἔχειν·


Αισχίνης, Κατα Κτησιφώντος 169-170

Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:


1. Να μεταφράσετε το απόσπασμα.

2.α. Να γράψετε τους ζητούμενους ονοματικούς και αντωνυμικούς τύπους:

ἅπαντας: γενική ενικού αριθμού θηλυκού γένους
τάδε: δοτική πληθυντικού αριθμού θηλυκού γένους
πατρὸς: κλητική ενικού αριθμού
γένος: δοτική ενικού αριθμού
δυσμενὴς: δοτική ενικού αριθμού
μηδεμίαν: δοτική πληθυντικού αριθμού
ἀτυχήμασι: δοτική ενικού αριθμού
ῥήτορος: κλητική ενικού αριθμού

2.β. Να γράψετε τα παραθετικά των ακόλουθων επιθέτων και επιρρημάτων:
πρῶτον, κακῶς, σώφρονα, καλὸν

3. Να γράψετε τους ζητούμενους ρηματικούς τύπους:

Οἶμαι: ίδιο τύπο σε παθητικό αόριστο
βοηθῶν: β΄ενικό προστακτικής ενεστώτα
εἰπεῖν: β΄ενικό υποτακτικής ίδιου χρόνου
προαιρεῖσθαι: ίδιο τύπο σε αόριστο
πείθειν: ίδιο τύπο σε παρακείμενο μέσης φωνής
ἀκούοντας: ίδιο τύπο σε μέλλοντα
ἐγκαταλίπῃ: ίδιο τύπο σε παρακείμενο
δεῖ: ίδιο πρόσωπο σε υποτακτική

4.α. Να αναγνωρίσετε το συντακτικό ρόλο των ακόλουθων λέξεων:
ἅπαντας, τάδε, τὴν περὶ τὸ γένος, τοῖς νόμοις, τό γ’ ἀναγκαιότατον, σώφρονα, εἰπεῖν, τὴν ψυχήν,
τούτων

4.β. προτακτέον: Να αναγνωρίσετε το είδος της σύνταξης του ρηματικού επιθέτου και, ει δυνατόν, να την αναλύσετε σε δει + απαρέμφατο

4.γ. «Οἶμαι τοίνυν ἅπαντας ἂν ὑμᾶς ὁμολογῆσαι τάδε δεῖν ὑπάρξαι τῷ δημοτικῷ»: Να αναγνωρίσετε τον πλάγιο λόγο και να τον μετατρέψετε σε ευθύ.

Ο ΠΛΑΓΙΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΛΑΤΙΝΙΚΗ


Ο ΠΛΑΓΙΟΣ ΛΟΓΟΣ ΜΕ ΑΠΛΑ ΛΟΓΙΑ

Μετατροπή του ευθέως λόγου σε πλάγιο



α) Μεταφορά μιας μόνο κύριας πρότασης (ΚΠ) :

1η υποπερίπτωση: Αν η ΚΠ είναι κρίσεως, δηλ. εκφέρεται με οριστική, μετατρέπουμε το ρήμα της σε ειδικό απαρέμφατο και το υποκείμενο (μαζί με τα ομοιόπτωτά του) το τοποθετούμε σε πτώση αιτιατική, εφόσον σας δοθεί ρήμα εξάρτησης ενεργητικής φωνής.

Για τον χρόνο του απαρεμφάτου αρκεί να θυμάστε:
Η οριστική ενεστώτα μετατρέπεται σε απαρέμφατο ενεστώτα.
Η οριστική μέλλοντα σε απαρέμφατο μέλλοντα.
Η οριστική των παρελθοντικών χρόνων σε απαρέμφατο παρακειμένου.

π.χ.:
: aegrotabat Caecina Paetus, maritus Arriae (23)
ΠΛ:(Servius scripsit) aegrotavisse Caecinam Paetum, maritum Arriae

ωστόσο σας δοθεί ρήμα εξάρτησης παθητικό λεκτικό, τότε ισχύουν τα ίδια για τη μετατροπή του ρήματος σε απαρέμφατο, αλλά, σε ό,τι αφορά το υποκείμενο του απαρεμφάτου, να θυμάστε ότι αυτό πλέον παραμένει σε πτώση ονομαστική, διότι λειτουργεί και ως υποκείμενο του ρήματος εξάρτησης.

π.χ.:
ΕΛ: Aegrotabat Caecina Paetus, maritus Arriae (23)
ΠΛ: (Dicitur) aegrotavisse Caecina Paetus, maritus Arriae

2η υποπερίπτωση: Αν η ΚΠ είναι επιθυμίας, δηλ. εκφέρεται με προστακτική ή προτρεπτική υποτακτική, τότε οι τρόποι μεταφοράς της στον πλάγιο λόγο είναι δύο:

α΄ τρόπος: Μετατρέπoυμε την ΚΠ σε βουλητική, που θα εισαχθεί με ut και θα εκφέρεται με υποτακτική (γ΄ προσώπου) ενεστώτα μετά από ρήμα εξάρτησης αρκτικού χρόνου ή παρατατικού μετά από ρήμα εξάρτησης ιστορικού χρόνου.

π.χ.:
ΕΛ: tu hominem investiga (28)
ΠΛ: (Aesopus monet) illum ut hominem investiget


(Aesopus monuit illum) ut hominem investigaret

β΄ τρόπος: Μετατρέπουμε το ρήμα της ΚΠ σε τελικό απαρέμφατο και το υποκείμενο (μαζί με τα ομοιόπτωτά του) το τοποθετούμε σε πτώση αιτιατική.

π.χ.:
ΕΛ: Tu hominem investiga (28)
ΠΛ: (Aesopus monuit) illum investigare hominem

3η υποπερίπτωση: Αν η ΚΠ είναι ευθεία ερωτηματική τότε την μετατρέπουμε σε πλάγια ερωτηματική, με το ρήμα της σε γ΄ πρόσωπο υποτακτικής. Ο χρόνος της υποτακτικής θα καθοριστεί από την χρονική βαθμίδα του ρήματος εξάρτησης. Εφαρμόζουμε δηλαδή τα γνωστά από την ακολουθία των χρόνων (βλ. παρακάτω).

Προσοχή χρειάζεται στον τρόπο που θα εισάγουμε την πλάγια ερώτηση. Έτσι, οφείλουμε να προσέξουμε αν η ευθεία ερώτηση είναι μερικής ή ολικής άγνοιας. Αν, λοιπόν, η ευθεία ερώτηση είναι μερικής άγνοιας, εισάγεται δηλαδή με ερωτηματικό επίρρημα ή ερωτηματική αντωνυμία, τότε την πλάγια ερώτηση θα την εισάγουμε με το ίδιο ερωτηματικό επίρρημα ή την ίδια ερωτηματική αντωνυμία. Αν, όμως, η ευθεία ερώτηση είναι ολικής άγνοιας, δηλαδή δεν εισάγεται με ερωτηματικό επίρρημα ή ερωτηματική αντωνυμία (ή εισάγεται με τα μόρια num, -ne, none), τότε την πλάγια ερώτηση θα την εισάγουμε με το num.

π.χ.:
ΕΛ: Qui potuisti populari hanc terram? (43 - μερικής άγνοιας)
ΠΛ: (Mater filium interrogat) qui potuerit populari illam terram.
(Mater filium interrogavit) qui potuisset populari illam terram.

ΕΛ: In hoc me longa vita et ifelix senecta traxit? (43 - ολικής άγνοιας)
ΠΛ: (Mater filium interrogat) num in illud se longa vita et ifelix senecta traxerit
(Mater filium interrogavit) num in illud se longa vita et ifelix senecta traxisset


β) Μεταφορά μιας περιόδου, αποτελούμενης από ΚΠ & Δευτερεύουσα πρόταση (ΔΠ):

Για την μεταφορά της ΚΠ ισχύουν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω.

Για την μεταφορά της ΔΠ προσέχουμε τα ακόλουθα:

Η ΔΠ παραμένει, αλλά με το ρήμα της σε γ΄ πρόσωπο υποτακτικής, της οποίας ο χρόνος θα καθοριστεί από την χρονική βαθμίδα του ρήματος εξάρτησης.

Έτσι:

1η υποπερίπτωση: Αν η ΔΠ εκφέρεται με οριστική, τότε μετατρέπουμε το ρήμα της σε υποτακτική, για τον χρόνο της οποίας μπορούμε να θυμόμαστε τα εξής:

Η οριστική ενεστώτα / παρατατικού μετατρέπονται σε υποτακτική ενεστώτα / παρατατικού, μετά από ρήμα εξάρτησης αρκτικού / ιστορικού χρόνου αντίστοιχα.

Η οριστική παρακειμένου / υπερσυντελίκου μετατρέπονται σε υποτακτική παρακειμένου / υπερσυντελίκου, μετά από ρήμα εξάρτησης αρκτικού / ιστορικού χρόνου αντίστοιχα.

Η οριστική μέλλοντα μετατρέπεται σε υποτακτική Ενεργητικής Περιφραστικής συζυγίας Ενεστώτα (-urus sim) ή σε υποτακτική Ενεργητικής Περιφραστικής συζυγίας Παρατατικού (-urus essem) μετά από ρήμα εξάρτησης αρκτικού / ιστορικού χρόνου αντίστοιχα.


2η υποπερίπτωση: Αν η ΔΠ εκφέρεται ήδη με υποτακτική, τότε απλώς ελέγχω αν η υποτακτική της επιτρέπεται από το ρήμα εξάρτησης. Έτσι, αρκεί να θυμάμαι ότι μετά από ρήμα εξάρτησης αρκτικού χρόνου επιτρέπονται οι υποτακτικές ενεστώτα, παρακειμένου, Ενεργητικής Περιφραστικής συζυγίας Ενεστώτα. Μετά από ρήμα εξάρτησης ιστορικού χρόνου επιτρέπονται οι υποτακτικές Παρατατικού, Υπερσυντελίκου, Ενεργητικής Περιφραστικής συζυγίας Παρατατικού.

Αν διαπιστώσουμε ότι η υποτακτική της ΔΠ δεν επιτρέπεται από το ρήμα εξάρτησης, τότε την μετατρέπουμε σε υποτακτική του αμέσως «γειτονικού» χρόνου. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να θυμόμαστε ότι έχουμε τη δυνατότητα την υποτακτική ενεστώτα να την μετατρέψουμε μόνο σε παρατατικού (κι αντίστροφα), την υποτακτική παρακειμένου μόνο σε υπερσυντελίκου (κι αντίστροφα) κλπ.

π.χ.:

Μεταφορά ΚΠ & ΔΠ με υποτακτική

ΕΛ: Id exemplum sutorem quendam incitavit, ut corvum doceret parem salutationem.(29)
ΠΛ: (Servius scribit) id exemplum sutorem quendam incitavisse, ut corvum doceat parem salutationem.
(Servius scripsit) id exemplum sutorem quendam incitavisse, ut corvum doceret parem salutationem.

Μεταφορά ΚΠ & ΔΠ με οριστική

ΕΛ: Fiduciam, quae nimia vobis est, (vos) deponite.
ΠΛ: (Cicero monet) ut fiduciam, quae nimia illis sit, (illi) deponeant.
(Cicero monuit) ut fiduciam, quae nimia illis esset, (illi) deponerent.

ΕΛ: Τum Camillus, qui …in exilio fuerat…, absens dictator est factus.(21)
ΠΛ: (Servius scribit) tum Camillum, qui …in exilio fuerit…, absentem dictatorem esse factum
(Servius scripsit) tum Camillum, qui …in exilio fuisset…, absentem dictatorem esse factum


Τελειώνοντας την αναφορά μου στα σχετικά με την μετατροπή του ευθέως λόγου σε πλάγιο, επιβάλλεται να επισημάνω ότι κάποιες αντωνυμίες καθώς και επιρρήματα μεταβάλλονται.

Ειδικότερα:

Τα ego / nos (υποκείμενα σε ΚΠ κρίσεως) μετατρέπονται σε γ΄ προσώπου se (ως υποκείμενα πλέον του απαρεμφάτου).

Ομοίως, η κτητική αντωνυμία α΄ προσώπου meus / noster μετατρέπεται σε γ΄ προσώπου suus

Τα tu / vos (υποκείμενα σε ΚΠ κρίσεως ή επιθυμίας) μετατρέπονται αντίστοιχα σε illum,illam ή eum,eam / illos,illas ή eos,eas (ως υποκείμενα πλέον του ειδικού ή τελικού απαρεμφάτου).

Τα tu / vos (υποκείμενα σε ΚΠ επιθυμίας) μετατρέπονται αντίστοιχα σε ille, illa ή is, ea / illi,illae ή ei, eae (ως υποκείμενα πλέον του ρήματος της βουλητική πρότασης).

Παρόμοια, η κτητική αντωνυμία β΄ προσώπου tuus / vester μετατρέπονται αντίστοιχα σε γενικές κτητικές illius / illorum ,illarum.

Τα hic,iste μετατρέπονται σε ille,illa,illud ή is,ea,id .

π.χ.:
ΕΛ: Aesopi nostri Licinus servus tibi notus Roma Athenas fugit. (28)
ΠΛ: (Servius scribit) Aesopi sui Licinum servum illi notum Roma Athenas fugisse.

ΕΛ: “Oleum et operam (ego) perdidi” . (29)
ΠΛ: (Sutor dicere solebat) oleum et operam se perdidisse.

ΕΛ: “Ego libenter tibi mea sede cedo”. (38)
ΠΛ: (Tum Caecilia puellae dixit) se libenter illi sua sede cedere

ΕΛ: Curius et Fabricius, antiquissimi viri, et his antiquiores Horatii … locuti sunt.(41)
ΠΛ: (Servius scribit) Curium et Fabricium, antiquissimos viros, et illis antiquiores Horatios … locutos esse.

ΕΛ: “ Quid ergo non (tu) times, ne istae te calvam faciant?”
ΠΛ: (Pater filiam interrogavit) quid illa (ή ea) non timeret, ne illae (ή eae) illam (ή eam) calvam facerent.


Σε ό,τι αφορά τα επιρρήματα, τουλάχιστο με βάση την εξεταστέα ύλη, ας θυμόμαστε ότι:


Το nunc του ευθέως λόγου γίνεται tunc στον πλάγιο.


π.χ.


ΕΛ: Accipe (tu) nunc, quid postea Nasica fecerit. (24)


ΠΛ:(Ille monuit) ut ille acciperet tunc, quid postea Nasica fecisset.

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΑΔΙΔΑΚΤΟΥ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ: ΠΛΑΤΩΝΟΣ, ΚΡΙΤΩΝ, 45 c-e





A. KEIMENO: Πλάτωνος, Κρίτων, 45c - e



"ἔτι δέ, ὦ Σώκρατες, οὐδὲ δίκαιόν μοι δοκεῖς ἐπιχειρεῖν πρᾶγμα, σαυτὸν προδοῦναι, ἐξὸν σωθῆναι, καὶ τοιαῦτα σπεύδεις περὶ σαυτὸν γενέσθαι ἅπερ ἂν καὶ οἱ ἐχθροί σου σπεύσαιέν τε καὶ ἔσπευσαν σὲ διαφθεῖραι βουλόμενοι. πρὸς δὲ τούτοις καὶ τοὺς ὑεῖς τοὺς σαυτοῦ ἔμοιγε δοκεῖς προδιδόναι, οὕς σοι ἐξὸν καὶ ἐκθρέψαι καὶ ἐκπαιδεῦσαι οἰχήσῃ καταλιπών, καὶ τὸ σὸν μέρος ὅ,τι ἂν τύχωσι τοῦτο πράξουσιν· τεύξονται δέ, ὡς τὸ εἰκός, τοιούτων οἷάπερ εἴωθεν γίγνεσθαι ἐν ταῖς ὀρφανίαις περὶ τοὺς ὀρφανούς. ἢ γὰρ οὐ χρὴ ποιεῖσθαι παῖδας ἢ συνδιαταλαιπωρεῖν καὶ τρέφοντα καὶ παιδεύοντα, σὺ δέ μοι δοκεῖς τὰ ῥᾳθυμότατα αἱρεῖσθαι. χρὴ δέ, ἅπερ ἂν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ ἀνδρεῖος ἕλοιτο, ταῦτα αἱρεῖσθαι, φάσκοντά γε δὴ ἀρετῆς διὰ παντὸς τοῦ βίου ἐπιμελεῖσθαι."


Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:


1. Να μεταφράσετε το απόσπασμα.

2.α. Να γράψετε τους ζητούμενους τύπους:
πρᾶγμα: δοτική πληθυντικού αριθμού
σαυτὸν: ίδιο τύπο σε πληθυντικό αριθμό
ἅπερ: δοτική πληθυντικού αριθμού
ὑεῖς: γενική ενικού αριθμού
παῖδας: δοτική ενικού αριθμού
ἀνὴρ: κλητική ενικού αριθμού

2.β. ἀγαθὸς : Να γράψετε τα παραθετικά του επιρρήματος.

2.γ. Να γράψετε τους ζητούμενους ρηματικούς τύπους:

προδοῦναι: ίδιο τύπο σε ενεστώτα
γενέσθαι: β΄ ενικό προστακτικής ίδιου χρόνου
σπεύσαιεν: β΄ ενικό οριστικής ίδιου χρόνου
διαφθεῖραι: β΄ ενικό προστακτικής ίδιου χρόνου
καταλιπών: β΄ ενικό προστακτικής παρακειμένου
τύχωσι: ίδιο πρόσωπο οριστικής μέλλοντα
χρὴ: ίδιο τύπο σε ευκτική
αἱρεῖσθαι: ίδιο τύπο σε αόριστο

3.α. Να αναγνωρίσετε το συντακτικό ρόλο των ακόλουθων τύπων του κειμένου:

προδοῦναι, βουλόμενοι, τοὺς σαυτοῦ, ἐξὸν(2ο ), καταλιπών, μοι (δοκεῖς)

3.β. «οὕς σοι ἐξὸν καὶ ἐκθρέψαι καὶ ἐκπαιδεῦσαι οἰχήσῃ καταλιπών»: Να

αναγνωρίσετε τον λανθάνοντα υποθετικό λόγο της προτάσεως.

ΣΗΜΕΡΟΝ ΚΡΕΜΑΤΑΙ ΕΠΙ ΞΥΛΟΥ...


«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…»

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας. Στέφανον εξ ακανθών
περιτίθεται, ο των αγγέλων βασιλεύς. Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται, ο περιβάλλων
τον ουρανόν εν νεφέλαις. Ράπισμα κατεδέξατο, ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον
Αδάμ. Προσηλώθη, ο νυμφίος της Εκκλησίας. Λόγχη εκαντήθη, ο υιός της Παρθένου.
Προσκυνούμεν σου τα Πάθη, Χριστέ. Δείξον ημίν και την ένδοξόν σου Ανάστασιν.

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, "Πάσχα Ρωμέϊκο"

Ἀπό περιοδ. «Ἑλληνικὴ Δημιουργία», ἔτος Β’ τόμος Τρίτος, τεῦχος 29

250px-Papadiamantis_Aleksandros_by_Nirvanashttp://www.philomusos.blogspot.com/
Ὁ μπάρμπα-Πύπης, γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργα, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου τοῦ κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἑνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δυὸ ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκον του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, ἐσυνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ' ἐμειδία πρὸς αὐτούς.
Ὅταν ἐμειδία ὁ μπάρμπα-Πύπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ' ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκος του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κ' ἐπικληνὴς πρὸς τὸ οὕς, ὅλα παρ' αὐτῶ ἐμειδίων.
Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ• ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῇ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἥν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν ἡ ἐφτακρατόρισσα τῆς Ἀούστριας. Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδιν, μὰ δότο, δοτίσσιμο κὲ ταλέντο! Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο! τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον, μὰ μπράβο! τὸν Σιορπιέρρο, κὲ γκρὰν φιλόζοφο! Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράϊλαν, διὰ τὸν τίτλον ὅν τοῦ εἶχαν ἀπονείμει, φαίνεται οἱ Ἄγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).
Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν Σόλωμο (κὲ ποέτα!), τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα:
Ὡσὰν τὴ σπίθα κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;
Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι' ἀνάφτει
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.
Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσιν ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κ' ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλε πότε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον ἔκτεσι, διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴ τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.
«Ἲλ τραδιτόρε νὸν ἃ κομπασσιόν» -ὁ ἀπατεώνας δὲν ἔχει λύπησι. Ἐνίοτε πάλι ἐμαλάττετο κ' ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνας ἀτελείας. «Οὐδ' ἡ γῆς ἀναμάρτητος -ἄγκε λὰ τέρρα νὸν ἒ ἰμπεκάμπιλε.» Καὶ ὕστερον, ἀφ' οὗ ἡ γῆ δὲν εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τὶς ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκάμπιλε, ἀλλὰ ἰνφαλίμπιλε, δὲν ἤθελε ν' ἀναγνωρίσει τὴν διαφοράν.
Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δυὸ ἢ τρεῖς προσευχάς, ἅς εἴξευρεν τὰς εἴξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του εἴξευρε ρωμέϊκα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος κύριος Σαβαώθ... ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις» Ὅταν μὲ ἐρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο, τὸ ὡς ἐνάντιος, προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πράγμα. Ἀλλὰ μετὰ δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος... ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!»
Ἕν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν' ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἄγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν Δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν' ἀκούση τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου...
Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188... περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιόν τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνη τὶς εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ' Ἀθηνῶν εἰς Πειραιὰ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη ἡ σελήνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν' ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦτο ἴσως πτωχός, δὲν θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώση τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου ἢ θὰ τὰ εἶχε κ' ἔκαμνεν οἰκονομίαν.
Ἀλλ' ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβὴς καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνη κατ' ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, ν' ἀκούη τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην Ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ν' ἀναβαίνη πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.
Ἦτο ὁ μπάρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς τὸν Πειραιὰ διὰ ν' ἀκούση τὸ Χριστὸς Ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ' εὐφρανθῇ ἡ ψυχή του.
Καὶ ὅμως ἦτο... δυτικός!
Ὁ μπάρμπα-Πύπης, Ἰταλοκερκυραῖος, ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός. Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α' «εἶχε μεταλάβει ρωμέϊκα» ὅταν ἐκινδύνευσε ν' ἀποθάνη, ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διά τινων συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς, τοῦ ἔλεγε τίς: «Διατὶ δὲν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» ἡ ἀπάντησίς του ἦτο ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.
Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης μὲ τὴν συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπονεμομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήση τις τὴν ἑβδομάδα τοῦ Ποντίφηκος• τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.
Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον Ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτὲ νὰ ἰδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ὅτε ὁ Ἅγιος ἐπιφανὴς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ, κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον, ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε. Ἀφοῦ εὐρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ὁ μπάρμπα-Πύπης ποτὲ δὲν θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.
Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ὄτε κατέβαινεν εἰς Πειραιὰ πεζός, κρατῶν εἰς τὴν χείρα τὴ λαμπάδα του, ἢν ἔμελλε ν' ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάσῃ εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ, ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίσῃ ἐπ' ὀλίγον ν' ἀναπαυθῆ. Εὗρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν μιᾶς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴν μεσημβρινὴν γωνίαν, κ' ἐκεῖ ἐκάθησεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ἐπέστρωσε τὸ εἰς πολλᾶς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σιγαροθήκην του, ἤναψεν σιγαρέττον κ' ἐκάπνιζεν ἠδονικῶς.
Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης καί, πρὶν προφθάση νὰ στραφῇ νὰ ἴδῃ, ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὗτος κρότος τοῦ κάστηκε ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.
Ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ' ἀνέτελλε μετ' ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὅπου ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδε ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην καὶ τείνουσαν ἐγκαρσίως μακρὸν τί ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.
Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῆ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴν χείρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κ' ἔκραξεν ἐναγωνίως.
-Φίλος! Καλός! μὴ ρίχνεις...
Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερεν τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν οὐδὲ καταβίβασε τὴν σκανδάλην.
-Φίλος! καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.
-Τί θέλω; ἐπανέναβεν ὁ μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι νὰ φουμάρο τὸ τσιγάρο μου.
-Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρης, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὖρες τὸν τόπο, ρέ, νὰ φουμάρης τὸ τσιγάρο σου!
-Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπάρμπα-Πύπης. Τί σας ἔβλαψα;
-Δὲν ξέρω 'γω ἀπ' αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης• ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι' ἄλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ. Ἐγελάστηκες.
Ἦτο πρόδηλον ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸν γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῆ τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῶ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὡπλίσθη μὲ τὴν καραβίναν του.
Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.
-Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν• ἐγὼ κόττες δὲν κλέφτω, οὔτε λωποδύτης εἶμαι• ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιὰ ν' ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.
Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.
-Στὸν Πειραιά; στὸν Ἀϊ-Σπυρίδωνα; κι' ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;
-Ἀπ' τὴν Ἀθήνα.
-Ἀπ' τὴν Ἀθήνα; καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίαις, ν' ἀκούσης Ἀνάσταση;
-Ἔχει ἐκκλησίαις, μὰ ἐγὼ τώχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπάρμπα-Πύπης.
Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν, εἴτα ἐπανέλαβε.
-Νὰ φχαριστᾶς, καϋμένε...
Καὶ τότε μόνον κατεβίβασε τὴν σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμον του.
-Νὰ φχαριστᾶς καϋμένε, τὴν ἡμέρα ποὺ ξημερώνει αὔριον, εἰ δὲ μή, δὲν τώχα γιὰ τίποτες νὰ σὲ ξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!
Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἠτοιμάζετο νὰ ἀπέλθη, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώση τελευταίαν ἀπάντησιν.
-Κάνεις ἄδικα καὶ συχωρεμένος νἆσαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ' εὐχαριστῶ ὡς τόσο ποὺ δὲ μ' ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε.., δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνεις γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης, κ' ἐπήγαινα, σοῦ λέω στὸν Πειραιά.
-Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ...
Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβολιοῦ, κ' ἔγινεν ἄφαντος.
Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.
Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἠμπόδισε τὸν μπάρμπα-Πύπην νὰ ἐξακολουθῇ κατ' ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνει πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμει Πάσχα ρωμέϊκο.
Ἐφέτος τὸ μισοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα νὰ τὸν συνοδεύσω εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴν συνήθειαν νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ Ἅγιον Πάσχα.

KΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ & "ΜΙΚΡΗ ΑΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΙΣ Α ΜΕΙΖΟΝ"




1.Βιογραφία


Γεννήθηκε στην Τρίπολη και ήταν γιός του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη, από τη Συκιά Κορινθίας και της Αικατερίνης Σκάγιαννη, από την Τρίπολη. Ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας. Είχε μια αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, που παντρεύτηκε τον δικηγόρο Παναγιώτη Νικολετόπουλο και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος. Λόγω της εργασίας του πατέρα του, η οικογένεια του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα και το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και στα Χανιά όπου έμειναν ως το 1913. Από νεαρή ηλικία, περίπου δεκαέξι ετών, δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος της Διαπλάσεως των παίδων.


Το 1913, γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας και στα τέλη του 1917 απέκτησε το πτυχίο του. Για ένα διάστημα επιχείρησε να ασκήσει το επαγγέλμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε υπουργικός γραμματέας Α' στην Νομαρχία Θεσσαλονίκης ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον ελληνικό στρατό, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Στο τέλος για ν' αποφύγει τις μεταθέσεις, απ' τη μια νομαρχία στην άλλη, μεταπήδησε στο Υπουργείο Προνοίας και μάλιστα στην κεντρική του υπηρεσία, στην Αθήνα.


Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων, δημοσιεύτηκε το 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο, εξέδωσε το σατιρικού περιεχομένου περιοδικό Η Γάμπα, του οποίου η δημοσίευση όμως απαγορεύτηκε μετά από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο Νηπενθή, εκδόθηκε το 1921. Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, η οποία εργαζόταν μαζί με τον Καρυωτάκη στη Νομαρχία Αττικής. Τον Δεκέμβριο του 1927, εκδόθηκε η τελευταία του ποιητική συλλογή, με τίτλο Ελεγεία και Σάτιρες.


Τον Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην πόλη της Πάτρας και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή, αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και την μικρότητα της τοπικής κοινωνίας. Στις 20 Ιουλίου αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα, αφού επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας, λίγες ώρες αργότερα αυτοκτόνησε με περίστροφο κάτω από έναν ευκάλυπτο, έχοντας πάνω του ένα σημείωμα, το οποίο έγραφε:


"Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς, τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περσότεροι, μαζύ με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τ' αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ημουν άρρωστος.Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.Κ.Γ.Κ.Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι αν επιχειρήσουνε να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης να δέσουν και μια πέτρα στο λαιμό τους. Ολη νύχτα απόψε, επί 10 ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ηπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθή ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.Κ.Γ.Κ."


Ένας λόγος που φαίνεται να ώθησε τον Καρυωτάκη στην αυτοκτονία είναι και η σύφιλη από την οποία πιθανολογείται ότι έπασχε. Ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Σαββίδης, ο οποίος διέθετε το μεγαλύτερο αρχείο για τους Νεοέλληνες Λογοτέχνες, ερχόμενος σε επαφή με τους φίλους και συγγενείς του ποιητή αποκάλυψε ότι ο Καρυωτάκης ήταν συφιλιδικός, και, μάλιστα, ο αδερφός του, Θανάσης Καρυωτάκης, θεωρούσε ότι η ασθένεια συνιστούσε προσβολή για την οικογένεια). Ο Γιώργος Μακρίδης, στη μελέτη του για τον Καρυωτάκη, διατυπώνει την άποψη ότι ο ποιητής αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα, όχι πιεζόμενος από τη μετάθεσή του εκεί, αλλά φοβούμενος να νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, όπως συνέβαινε με όλους τους συφιλιδικούς στο τελικό στάδιο της νόσου την περίοδο εκείνη. Θέλοντας, μάλιστα, να ισχυροποιήσει το επιχείρημά του, τονίζει ότι δεν είναι δυνατόν ένας βαριά καταθλιπτικός ασθενής να αστειεύεται στο επιθανάτιο γράμμα του.
Εκτός από το ποιητικό του έργο, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά ενώ έδωσε και μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών, όπως του Φρανσουά Βιγιόν.


[ΠΗΓΗ: ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ, http://www.el.wikipedia.org/ ]


2. Γενικά χαρακτηριστικά του ποιητή

Α) Απογοήτευση. Επηρεασμένος από τη γαλλική ποίηση και κυρίως από τον Μπωντλαίρ. (Είχε μεταφράσει και άλλους Γάλλους ποιητές). Στα Νηπενθή κυριαρχούν τα μοτίβα του χαμένου Ονείρου και του Χρόνου. Ο Καρυωτάκης δέχεται ότι στον κόσμο επικρατεί η υποκρισία και η μοχθηρία και ότι ο ποιητής δεν μπορεί να βρει θέση πουθενά σ’ αυτόν τον «χαμηλό» κόσμο. Οι πραγματικοί ποιητές είναι «καταραμένοι» να δημιουργούν μέσα σ’ αυτήν τη δυστυχία. Αντιτιθέμενοι στις κοινωνικές συμβάσεις προσπαθούν να ανακαλύψουν με την τέχνη τους έναν κόσμο μαγικό και ιδανικό. Γι’ αυτό και βιώνουν την μετριότητα της ανθρώπινης κοινωνίας, αισθάνονται ξένοι και εξόριστοι, γιατί βλέπουν ότι ο κόσμος δεν μπορεί ν’ ακολουθήσει τα οράματά τους. Έτσι κι ο Καρυωτάκης διακρίνεται από απογοήτευση, διάθεση φυγής, πικρία και απαισιόδοξη στάση.


Β) Σαρκασμός και αυτοσαρκασμός. Στην ποιητική συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες παρατηρείται μια στροφή. Όσα έχει θρηνήσει θα γίνουν αντικείμενο σαρκασμού. Ο Καρυωτάκης επηρεασμένος από τους Fantaisistes του Βιγιόν , του ποιητή που γελούσε κλαίγοντας, αφήνει το θρήνο για το χαμένο όνειρο, αποδέχεται το αναπότρεπτο και ως τελευταίο όπλο κρατά τον σαρκασμό και κυρίως τον αυτοσαρκασμό


Γ) Κοινωνική κριτική. Μέσα σ’ αυτή τη βιοθεωρία εντάσσεται και η κοινωνική κριτική που περνάει στα ποιήματά του. Στο στόχαστρό του βρίσκεται η υποκρισία, ο αριβισμός, η κακία, η εκμετάλλευση, η μοχθηρότητα. Ο ποιητής νιώθει πνιγμένος σ’ αυτά τα πλαίσια, επαναστατεί μέσω της ποίησής του. Είναι βέβαια και συνδικαλιστής αλλά με μικρή καριέρα.
Εξέφρασε με ενάργεια την αδυναμία του απαιτητικού ανθρώπου να προσαρμοσθεί σε έναν κόσμο ηλίθιο και πληκτικό, όπως ήταν η κοινωνία της εποχής του -- και όπως εξακολουθεί βεβαίως να είναι. «αισθάνομαι την πραγματικότητα με σωματικό πόνο» «κάθε πραγματικότητα μου είναι αποκρουστική».


Δ) Καταφύγιο η ποίηση. Ο Καρυωτάκης είναι ένας αυτοαναφορικός ποιητής. Τα μισά σχεδόν ποιήματά του έχουν σχέση με την ποιητική πράξη και γενικότερα την καλλιτεχνική δημιουργία. Γι’ αυτόν η ποίηση είναι «το καταφύγιο που φθονούμε» Αναζητά στην ποίηση τη λύτρωση από τους εφιάλτες του αλλά τελικά κεντρικός άξονας της ποίησής του θα γίνει ο θάνατος.

Ε) Βασικά μοτίβα : απογοήτευση, πικρία, ειρωνεία, αυτοσαρκασμός, πεζολογική διάθεση, ρεαλιστική ματιά.


Στ) Μορφή. Τα ποιήματά του διακρίνονται από μετρική αρτιότητα. Χρησιμοποιεί τις περισσότερες φορές την ομοιοκαταληξία. Δουλεύει πάρα πολύ τον στίχο του, προσπαθεί να συνδυάσει περιεχόμενο και μορφή.






3.Το ποίημα



Γενικά

Μπροστά μας έχουμε έναν ποιητικό αγώνα. Έναν διαγωνισμό.

«ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει»
«μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο»
από τη μια μεριά να βάλει της ζυγαριάς»


Υπάρχει μια παράδοση στη λογοτεχνία τέτοιων αγώνων. Από την αρχαιότητα ξέρουμε τον αγώνα Ομήρου Ησιόδου, αλλά ο πιο γνωστός , που αυτόν σίγουρα έχει στο μυαλό του ο Καρυωτάκης (από τη σκηνή της ζυγαριάς) είναι ο αγώνας Αισχύλου Ευριπίδη που σκηνοθετεί ο Αριστοφάνης στην κωμωδία του Βάτραχοι. Εκεί ο Διόνυσος γίνεται ο κριτής μεταξύ των δύο ποιητών.

Στο δικό μας ποίημα ο αγώνας δίνεται από τη ματιά του ενός διαγωνιζόμενου, του Καρυωτάκη. Ενώ ο κριτής τελικά αποδεικνύεται ο Χρόνος, ο οποίος θα επιτρέψει στο κοινό να ξεκαθαρίσει ποιος είναι ο πραγματικός ποιητής. Για την ώρα αυτός που κρίνει και κατατάσσει τους ποιητές είναι η κοινωνική τους συμπεριφορά και η αποδοχή που έχουν στον κόσμο εξαιτίας των δημοσίων σχέσεων και όχι της ποιητικής τους ικανότητας.

Ο τίτλος.


Μικρή Ασυμφωνία εις Α μείζον


Βασικό μοτίβο του ποιήματος είναι η ειρωνεία. Ο τίτλος δε θα μπορούσε να ξεφύγει απ’ αυτή τη διάθεση του ποιητή.


"Μικρή": ο Καρυωτάκης αν και θεωρεί τη διαφορά μεταξύ του ιδίου και του Μαλακάση μεγάλη , την αποκαλεί μικρή ,γιατί γνωρίζει ότι για τους υπόλοιπους τα σημεία της διαφοράς που αυτός προβάλλει αυτοί τα θεωρούν αμελητέα.


"Ασυμφωνία": πράγματι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ασυμφωνία, με την έννοια της αντιδιαστολής των δύο ποιητών. Από τη μια μεριά έχουμε τη δόξα, την κοινωνική σύμβαση, τον καθωσπρεπισμό και από την άλλη ο Καρυωτάκης είναι συνδεδεμένος με το περιθώριο, την ειλικρίνεια και την πραγματική τέχνη.


Η ασυμφωνία όμως θυμίζει και το μεγάλο σε έκταση (άλλη μια ειρωνική νύξη σε συνδυασμό με το επίθετο «μικρή») μουσικό έργο : τη συμφωνία. Σ’ αυτήν τη μουσική οπτική γωνία μας οδηγεί και το σχόλιο «εις Α μείζον» που είναι μουσικός όρος. Το α το στερητικό (στο α-συμφωνία) έρχεται κι αυτό να ανατρέψει τα καθιερωμένα. Να μην συμφωνήσει σε όσα γίνονται κοινωνικώς αποδεκτά.


Εξάλλου η πρώτη κρίση : μεγάλος ο Μαλακάσης και μικρός ο Καρυωτάκης θα έρθουν σε ασυμφωνία με την τελική κρίση που θα κάνει ο χρόνος που θα καταξιώσει τον ποιητή μας.


"Εις Α μείζον": το ποίημα είναι στιχουργημένο ολόκληρο σε ομοιοκαταληξία που ξεκινά από α: -άση, -άλο, -άσας, -άει….. . μπορούμε βέβαια να υπογραμμίσουμε και το επιφώνημα Α που κυριαρχεί στο ποίημα. Η λέξη «μείζον» έρχεται και αυτή σε αντίθεση με το «μικρή» επιτείνοντας τον σαρκασμό.


Η Α μείζον είναι στην μουσική ορολογία η μείζον κλίμακα του Λα.


Γενικά. Από τον τίτλο ο ποιητής μας κατευθύνει ότι θα παρακολουθήσουμε μια «ασυμφωνία» , μια διαφορά , μια σύγκρουση δυο μελών που δεν συμφωνούν σε τίποτα μεταξύ τους. Μια διαφωνία όμως όχι πολύ σημαντική , όχι γιατί δεν «είναι» αλλά γιατί δεν «φαίνεται» τέτοια στο πλατύ κοινό.


Η ασυμφωνία


Α) Ο Μιλτιάδης Μαλακάσης
Αυτό που προβάλλεται ως χαρακτηριστικό του Μαλακάση είναι η κοινωνική του στάση και πρακτική. Από μόνη της αυτή η επιλογή είναι δείγμα της στάσης που κρατά ο Καρυωτάκης απέναντι στην ποίηση του Μαλακάση: δεν είναι άξια ούτε καν αναφοράς. Μάλιστα ο Καρυωτάκης πιστεύει ότι ο ίδιος ο Μαλακάσης δίνει μεγαλύτερη σημασία στην εικόνα του ως κοινωνικού προσώπου παρά ως ποιητή. Και αυτήν την υποκρισία και την ψευτιά έρχεται να στηλιτεύσει με το ποίημά του. Έτσι τον αποκαλεί δυο φορές «κύριε, κύριε» , ίσως για να ειρωνευτεί τις προσφωνήσεις προς τους επισήμους που γίνονται στις κοινωνικές εκδηλώσεις. Απομονώνει τον επίπλαστο καθωσπρεπισμό του «τους τρόπους, το παράστημά σας, το θελκτικό μειδίαμά σας» , τους τρόπους δηλαδή που υιοθετούμε για να γίνουμε αρεστοί στον κοινωνικό περίγυρο. Προβάλλει ακόμα και το monocle του ποιητή , αντικείμενο που δίνει την εντύπωση ενός αριστοκράτη αλλά και μορφωμένου ανθρώπου, για να τονίσει τη σημασία που έδινε ο Μαλακάσης στο φαίνεσθαι, στην εικόνα του. Γι’ αυτό και η «περιποιημένη φάτσα». Και τέλος αναφέρεται στην προσπάθεια που κάνουν όλοι αυτοί οι κοσμικοί κύριοι να απομονωθούν από τον απλό λαό. Γι’ αυτό και η «υπεροπτική γκριμάτσα» και η συναναστροφή με όσους «μοιάζουν αριστοκράται». Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι το ποίημα γράφτηκε με αφορμή ένα επεισόδιο μεταξύ του Καρυωτάκη και του Μαλακάση: σε μια εκδήλωση με ομιλητή τον δεύτερο ο Καρυωτάκης προσπάθησε να τον χαιρετήσει, να τον συγχαρεί αλλά ο Μαλακάσης δεν του έδωσε σημασία.

Η ειρωνική διάθεση του ποιητή που είναι ευδιάκριτη φανερώνει και την πραγματική στάση του Καρυωτάκη απέναντι στον Μαλακάση. Πίσω από την εμφάνιση κρύβεται το κενό. Ο Μ. είναι ένας αλαζονικός, ακατάδεχτος, φιλάρεσκος, υποκριτής, προσκολλημένος στην εμφάνιση. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται ένας κενός άνθρωπος και επομένως και ένας κενός ποιητής. Η ποίησή του ασχολείται με εντυπωσιακά , επιφανειακά θέματα, εύπεπτα που στόχο έχουν την αποδοχή του κοινού και όχι την έκφραση της πραγματικής συναισθηματικής ανησυχίας του ποιητή.

Β) Ο Καρυωτάκης
Από την άλλη μεριά της ζυγαριάς ο Κ. τοποθετεί τον εαυτό του, ένα άλλο ποιητή. (άλλη μια ένδειξη για τον ποιητικό χαρακτήρα της αναμέτρησης). Φαινομενικά μπροστά μας έχουμε έναν αυτοεξευτελισμό του ποιητή. Φαίνεται να μην έχει καθόλου εκτίμηση στο πρόσωπο και στο έργο του. Όμως, ο ειρωνικός χαρακτήρας του ποιήματος και η μέχρι τώρα στάση απέναντι στον Μαλακάση καθώς και ο τελευταίο ερώτημα: «ποιος τελευταίος θα γελάσει;» δείχνουν ότι ο Καρυωτάκης έχει επίγνωση της ποιητικής του δεινότητας, της υπεροχής του απέναντι στον Μαλακάση και ότι πίσω από τους χαρακτηρισμούς που αποδίδει στον εαυτό του « μισητό σκήνωμα, κύμαβαλον, βάζον» κρύβονται οι απόψεις για τον ίδιο που είχαν η κοινωνία αλλά και η κριτική εκείνη την εποχή, τις οποίες ο Καρυωτάκης ειρωνεύεται για την έλλειψη διορατικότητας αλλά και για την προσκόλλησή τους στην επιφάνεια. Έτσι ο ποιητής μας χαρακτηρίζεται ως:


«σκήνωμα μισητό» δεν είναι γνωστός και αποδεκτός. Μάλιστα η ποίησή του έχει σχέση με το θάνατο (σκήνωμα)
«θανάτου άθυρμα» , παιχνίδι του θανάτου: η ποίησή του είναι πεσιμιστική
«συντριμμένο βάζον» , άχρηστος, κομματιασμένος. Λέγεται ότι η έκφραση είναι παρμένη από το ποίημα του Γάλλου ποιητή Πρυντόμ «La vase brize», «το ραγισμένο βάζο». Αν είναι έτσι, και εδώ τα χαρακτηριστικά του Καρυωτάκη δίνονται με ποιητικούς όρους κάτι που κάνει τη σύγκριση των δύο ανδρών περισσότερο ποιητική.
«Κύμβαλον αλαλάζον», μουσικό κρουστό όργανο, που εκπέμπει εντυπωσιακούς ήχους χωρίς νόημα= ένας ποιητής που μόνο φωνάζει τα συναισθήματά του αλλά στην πραγματικότητα είναι κενός.

Το κριτήριο


Ο Καρυωτάκης δέχεται στην αρχή ειρωνικά ότι δεν μπορεί να βρεθεί ένα κριτήριο για τους δύο , «μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο, ίδια τον ένα και τον άλλο;». Είναι τέτοια η διαφορά τους που δεν μπορεί να βρεθεί ένα μέτρο σύγκρισης. Η ασυμφωνία τους όμως είναι κοινωνική και εκεί πράγματι τα μεγέθη είναι ανόμοια και επομένως και η σύγκριση περιττεύει. Έτσι λοιπόν με κριτήριο την κοινωνική αποδοχή ο αγώνας είναι μάταιος. Υπάρχει όμως κάτι κοινό και αυτό είναι η ποίηση. Μόνο που τώρα η ποίηση έχει χαθεί γιατί ο κόσμος δίνει σημασία στο φαίνεσθαι και όχι στην ουσία. Ο Χρόνος λοιπόν που θα είναι ο τελικός κριτής θα αναδείξει την αξία του νικητή. Γιατί με τον χρόνο θα ξεχαστούν όλα τα υπόλοιπα και το μόνο που θα μείνει από τους ποιητές είναι το έργο τους.

Το αποτέλεσμα

Νικητής σίγουρος βγαίνει ο Καρυωτάκης. Το τελευταίο ερώτημα «ποιος τελευταίος θα γελάσει;» δείχνει ξεκάθαρα ότι τα πράγματα θα αλλάξουν στο μέλλον και αυτός που γνωρίζει τώρα τη δόξα θα πέσει στην αφάνεια ενώ ο άγνωστος ποιητής εκείνης της εποχής θα αναγνωριστεί και από τους ομότεχνούς του αλλά και από το κοινό. Ο Καρυωτάκης είναι σίγουρος για την ικανότητά του αλλά και με διορατικότητα ξέρει ότι τελικά αυτός θα κερδίσει και όχι ο Μαλακάσης.


Μορφικά στοιχεία


Γλώσσα : το λεξιλόγιο του Καρυωτάκη χαρακτηρίζεται καθημερινό, πεζολογικό.
Δείγμα της ρεαλιστικής του ποίησης. ( γκριμάτσα, monocle, βροντήσω, πλάστιγγα). Απ’ την άλλη μεριά έχουμε αρκετές λόγιες λέξεις (κύμβαλον, αλαλάζον, αριστοκράται, άθυρμα) και λόγιες καταλήξεις (βάζον) που ενισχύουν τον ειρωνικό τόνο του ποιήματος. Εξάλλου η καθαρεύουσα εκείνη την εποχή ήταν ένα ακόμα δείγμα καθωσπρεπισμού.


Επίσης μπορούμε να διακρίνουμε το ποίημα και γλωσσικά σε δύο μέρη. Το κομμάτι που αναφέρεται στον ίδιο το Καρυωτάκη (στιχ 16-18) αυτονομείται από το υπόλοιπο και γλωσσικά. Στο ένα μέρος τύποι καθαρευουσιάνικοι και της δημοτικής συμπλέκονται με κωμικά αποτελέσματα , ακόμα και τύποι της λαϊκής αργκό «φάτσα», και ξένες λέξεις που γράφονται με λατινικούς χαρακτήρες (η γνώση μιας ξένης γλώσσας και μάλιστα της γαλλικής ήταν και αυτό απόδειξη κοινωνικής ανέλιξης). Αυτό το συνονθύλευμα θέλει να δείξει την προσπάθεια όλων αυτών που χωρίς πραγματικές βάσεις προσπαθούν να αποδείξουν ακόμα και με τη γλώσσα που χρησιμοποιούν το κοινωνικό τους ύψος , που βέβαια μπορούν να κοροϊδέψουν μόνο τους ανίδεους. Στο δεύτερο μέρος , το οποίο είναι πιο λακωνικό, τέσσερις χαρακτηρισμοί χωρίς φλυαρίες, η γλώσσα αποκτά ένα σοβαρό τόνο που της προσδίδουν οι ευαγγελικές ρήσεις (σκήνωμα, κύμβαλον αλαλάζον) ,ένδειξη και αυτή της σημασίας του Καρυωτάκη έναντι του φλύαρου Μαλακάση.


Στίχος


Εισαγωγικά


Ιαμβικό μέτρο: άτονη- τονισμένη συλλαβή, ( υ - / υ -)
Α κύ / ριε κύ/ ριε Μα/ λα κά/ ση
Τροχαϊκό μέτρο: τονισμένη – άτονη συλλαβή ( - υ / - υ)
Ό σοι / μοιά ζουν/
Μεσοτονικό μέτρο: άτονη – τονισμένη – άτονη, άτονη – τονισμένη- άτονη (υ – υ, υ- υ)
Να βλ έπε, τε μ όνο, στο πλά ι

Το ποίημα είναι γραμμένο σε μια στροφή σε ιαμβικούς εννεασύλλαβους.
Όμως μπορούμε να ανιχνεύσουμε τόσο τροχαϊκά μέτρα στιχ 10 και μεσοτονικά στιχ 8. Αυτό το γεγονός μαζί με τους συνεχείς διασκελισμούς αλλά και τα χασοτονίσματα {τονίζονται με γραμματικό τόνο δυο συνεχόμενες συλλαβές , έτσι ώστε στο μέτρο ο ένας τόνος να χάνεται} ( π.χ. μισητό σκήνωμα) έχει σαν αποτέλεσμα το σπάσιμο του στίχου , το άκουσμα πολλών παρατονισμών βοηθώντας έτσι και στην ακουστική εντύπωση της ασυμφωνίας.
Ομοιοκαταληξία: ζευγαρωτή , πάντοτε αρχίζει από -α


Μορφική αρτιότητα


_Δεν υπάρχουν χασμωδίες
_Πλούσια στίξη
_Πλούσια ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία
_Στίχος ιαμβικός εννεασύλλαβος
( οι παρατονιμσοί είναι εσκεμμένοι)
_Το λεξιλόγιο καθημερινό με λόγια στοιχεία που έχουν στόχο και τα δύο να προβάλλουν την ειρωνική διάθεση του ποιητή


[ΠΗΓΗ: Κόλιας Χρήστος, Φιλόλογοι όλου του κόσμου ... δικτυωθείτε]

EKΘΕΣΗ ΛΥΚΕΙΟΥ: ΕΦΟΔΙΑ & ΑΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ

[ΕΚΘΕΣΗ ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΤΑΞΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΜΟΥ]

ΘΕΜΑ:
Α) Τα διαχρονικά εφόδια και αρετές του ιδανικού δασκάλου
&
Β) ο νέος ρόλος και τα ανάλογα εφόδια που απαιτούνται για τον τελευταίο, δεδομένων των ραγδαίων εξελίξεων.

ΕΠΙΚ. ΠΛΑΙΣΙΟ: Διατύπωση απόψεων στα πλαίσια αποχαιρετιστήριου λόγου προς τους καθηγητές, με αφορμή την αποφοίτηση από το Λύκειο.

ΕΠΙΚ. ΑΝΟΙΓΜΑ:

Αγαπητοί καθηγητές,
στα πλαίσια της σημερινής αποχαιρετιστήριας εκδήλωσης θα ήθελα, εκπροσωπώντας τους συμμαθητές μου, να εκφράσω μαζί με τις ευχαριστίες για τα ανεκτίμητα εφόδια που μας προσφέρατε έως τώρα, και κάποιους προβληματισμούς μου γύρω από το σπουδαίο ρόλο του εκπαιδευτικού.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ:

Όπως είναι γνωστό, το έργο του δασκάλου δεν χαρακτηρίζεται απλά επάγγελμα αλλά θεωρείται και είναι λειτούργημα. Γι’ αυτό κι ανέκαθεν ο τελευταίος όφειλε, σε σχέση με άλλους επαγγελματίες, να διαθέτει σειρά ηθικοπνευματικών εφοδίων, που θα επέτρεπαν τη μεγιστοποίηση της παρεχόμενης ωφέλειας στα παιδιά. Στις μέρες μας, ωστόσο, λόγω των καταλυτικών αλλαγών που έχουν συμβεί στους τομείς της επιστήμης & τεχνολογίας, προβλέπεται διαφοροποίηση του ρόλου του δασκάλου κι επομένως κρίνεται επιτακτική η απόκτηση νέων «όπλων», που θα του επιτρέψουν την προσαρμογή στη νέα εκπαιδευτική πραγματικότητα.

ΚΥΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗ:

(Α΄ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ)

Καταρχάς, ο δάσκαλος, για να χαρακτηριστεί ιδανικός, απαιτείται να διαθέτει κάποιες διαχρονικές αρετές. Πνευματικά, είναι καλό να έχει σφαιρική γνώση της πραγματικότητας, να αποφεύγει το δογματισμό και την μονομέρεια, να είναι ανεκτικός και έτοιμος για συζήτηση οποιουδήποτε προβληματισμού των νέων ανθρώπων. Την ίδια στιγμή, είναι απαραίτητο να διακρίνεται από υπευθυνότητα κι ευσυνειδησία, να συμπεριφέρεται με εντιμότητα και ειλικρίνεια, ώστε να κερδίζει την εμπιστοσύνη των παιδιών και να αποτελεί γι’ αυτά ζωντανό πρότυπο ηθικής. Από κοινωνικοπολιτική άποψη, ο καλός εκπαιδευτικός είναι ευαισθητοποιημένος στα συλλογικά προβλήματα και δε διστάζει μάλιστα να τοποθετείται πολιτικά απέναντι σ’ αυτά, απομακρυσμένος βέβαια από κομματικές σκοπιμότητες. Ακόμη, επιδιώκει το δημοκρατικό διάλογο με τους μαθητές του, και με ένα λόγο συμβάλλει στην υγιή κοινωνικοποίησή και πολιτικοποίησή τους. Τέλος, ο ιδανικός δάσκαλος διακρίνεται από ευαισθησία σε θέματα πολιτισμού και οικολογίας, συμβάλλοντας έτσι στην ανάπτυξη οικολογικής συνείδησης και καλαισθησίας στους μαθητές του. Όλα τα παραπάνω συνιστούν σημαντικές προϋποθέσεις, ώστε να βοηθηθούν οι νέοι άνθρωποι στη διαμόρφωση ολοκληρωμένης προσωπικότητας.

(ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ)

Η εποχή μας ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, διακρίνεται από κάποια ολωσδιόλου νέα χαρακτηριστικά. Η παγκοσμιοποίηση, η έκρηξη της επιστημονικής γνώσης, η αλματώδης τεχνολογική εξέλιξη, το άκρως ανταγωνιστικό οικονομικό περιβάλλον, καθιστούν σαφές ότι κοντά στις παραδοσιακές αρετές ο δάσκαλος οφείλει να διαθέτει σειρά νέων δεξιοτήτων, που θα του επιτρέψουν να παράγει έργο από κάθε άποψη ωφέλιμο για τους μαθητές του.

(Β΄ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ)

Θα ήταν , λοιπόν, καλό να γίνει ιδιαίτερη αναφορά στις νέες ικανότητες και ιδιότητες που επιβάλλονται από τις αντικειμενικές συνθήκες. Ο καλός εκπαιδευτικός του σχολείου, του όχι και τόσο μακρινού μέλλοντος, οφείλει να ξεχάσει τον παλιό ηγεμονικό ρόλο του στην τάξη και να φροντίσει το ταχύτερο δυνατό να αποδεχθεί και να προσαρμοστεί στα νέα καθοδηγητικά κυρίως καθήκοντά του. Από πομπός πληροφορίας θα εξελιχθεί σε πομπό της μεταπληροφορίας. Για να επιτύχει όμως στο νέο αυτό «στοίχημα», επιβάλλεται η διαρκής ενημέρωσή του στις επιστημονικές εξελίξεις, η δια βίου εκπαίδευσή του. Επιπλέον, για να ανταποκριθεί στις καινούριες απαιτήσεις, πέρα από τα αυτονόητα γνωστικά εφόδια κρίνεται αναγκαίο να διαθέτει αυξημένες οργανωτικές ικανότητες, καθώς το μελλοντικό περιβάλλον της μάθησης θα διακρίνεται από συλλογικότητα. Ο εκπαιδευτικός θα συνεργάζεται με τα παιδιά και θα τα καθοδηγεί προς τη γνώση ομαδικά. Τέλος, θα υποχρεωθεί πολλές φορές να συνεργαστεί και με συναδέλφους διαφορετικών ειδικοτήτων ώστε να προσεγγίζει διαθεματικά διάφορα προβλήματα και μ’ αυτό τον τρόπο να βοηθεί τους μαθητές στο σχηματισμό σφαιρικής γνώσης.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ:

Απ’όλα τα παραπάνω εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα, ότι στις μέρες μας ο ρόλος του δασκάλου είναι περισσότερο απαιτητικός από τον αντίστοιχο κάθε άλλης εποχής. Τα εφόδια που πρέπει να έχει είναι πολλά και ιδιαιτέρως δύσκολα στην πρόσκτησή τους. Γι’ αυτό και θα ήταν καλό κάποια στιγμή να στηριχθεί επιτέλους επαρκώς από την πολιτεία, ώστε να μπορέσει να φέρει με επιτυχία σε πέρας τη δύσκολη αποστολή του.
ΕΠΙΚ.ΚΛΕΙΣΙΜΟ: Σας ευχαριστώ...




Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΤΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ








Κασσιανή

Η Κασσιανή ή Κασσία (μεταξύ 805 και 810 - πριν το 867) ήταν βυζαντινή ηγουμένη, ποιήτρια, συνθέτρια, και υμνογράφος. Είναι μία από τους πρώτους μεσαιωνικούς συνθέτες τα έργα των οποίων σώζονται αλλά και μπορούν να ερμηνευτούν από σύγχρονους ειδικούς και μουσικούς. Περίπου 50 από τους ύμνους έχουν διασωθεί και 23 από αυτούς περιλαμβάνονται στα λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο ακριβής αριθμός τους είναι εξαιρετικά δυσχερές να προσδιοριστεί, καθώς πολλοί ύμνοι αποδίδονται σε διαφορετικά πρόσωπα σε διάφορα χειρόγραφα, ενώ συχνά δε σώζεται το όνομα του υμνογράφου.


Επιπλέον, σώζονται 789 μη λειτουργικοί της στίχοι. Πρόκειται για επιγράμματα, γνωστά σαν «γνωμικά». Ένα παράδειγμα:
Απεχθάνομαι τον πλούσιο άντρα που γκρινιάζει σαν να ήταν φτωχός.



Η ζωή της


Γεννήθηκε μεταξύ του 805 και του 810 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν γόνος πλούσιας οικογενείας. Όταν μεγάλωσε συνδύαζε τη σωματική ομορφιά με την εξυπνάδα της. Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι, ο Συμεών ο μεταφραστής, ο Γεώργιος Αμαρτωλός και ο Λέων ο Γραμματικός, αναφέρουν ότι έλαβε μέρος στην τελετή επιλογή νύφης για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, την οποία είχε οργανώσει η μητριά του Ευφροσύνη. Σε αυτή ο αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγο της αρεσκείας του δίνοντας της ένα χρυσό μήλο. Θαμπωμένος από την ομορφιά της Κασσίας, ο νεαρός αυτοκράτορας την πλησίασε και της είπε: «Από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά [πράγματα]», αναφερόμενος στην αμαρτία και τις συμφορές που προέκυψαν από την Εύα. Η Κασσία, ετοιμόλογη, του απάντησε: «Και από μία γυναίκα [ήρθαν στον κόσμο] τα καλά [πράγματα]», αναφερόμενη στην ελπίδα της σωτηρίας από την ενσάρκωση του Χριστού μέσω της Παναγίας. Με βάση την παράδοση ο ακριβής διάλογος ήταν:

-Εκ γυναικός τα χείρω.-Kαι εκ γυναικός τα κρείττω.


Ο εγωισμός του Θεόφιλου τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να απορρίψει την Κασσιανή και να επιλέξει τη Θεοδώρα για σύζυγό του.


Οι επόμενες πληροφορίες που σώζονται για την Κασσιανή είναι ότι το 843 ίδρυσε ένα κοινόβιο στα δυτικά της Κωνσταντινούπολης, κοντά στα τείχη της πόλης, του οποίου έγινε και η πρώτη ηγουμένη. Αν και πολλοί ερευνητές αποδίδουν την επιλογή της αυτή στην αποτυχία της να γίνει αυτοκράτειρα, μία επιστολή του Θεόδωρου του Στουδίτου αποδίδει διαφορετικά κίνητρα στην ενέργεια της αυτή. Διατηρούσε στενή σχέση με τη γειτονική Μονή Στουδίου, η οποία έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επανέκδοση βυζαντινών λειτουργικών βιβλίων τον 9ο και το 10ο αιώνα, με αποτέλεσμα τη διάσωση των έργων της (Kurt Sherry, σελ. 56).



Το Τροπάριο της Κασσιανής

Το Τροπάριο της Κασσιανής είναι ο πιο γνωστός ύμνος της Κασσιανής. Ψάλλεται μόνο μία φορά το χρόνο κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, και συγκεκριμένα στον όρθρο της Μεγάλης Τετάρτης, ο οποίος παραδοσιακά τελείται το απόγευμα της Μεγάλης Τρίτης.


Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ•
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου
βοστρύχοις•
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.




Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ' αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου•
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
τ' άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ' αμέτρητο έλεος.


[ΠΗΓΗ:ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ, www.el.wikipedia.org/]

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ: ΕΝΟΤΗΤΕΣ 41 - 42

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ
ΕΝΟΤΗΤΕΣ 41-42

Α. KEIMENA
Curius et Fabricius, antiquissimi viri, et his antiquiores Horatii plane ac dilucide cum suis locuti sunt; non Sicanorum aut Pelasgorum, qui primi colluisse Italiam dicuntur, sed aetatis suae verbis utebantur. Tu autem, proinde quasi cum matre Evandri nunc loquaris, sermone abhinc multis annis iam obsoleto uteris, quod neminem scire atque intellegere vis, quae dicas.

quorum auctoritatem secuti multi, non solum improbi verum etiam imperiti, si in hunc animadvertissem, crudeliter et regie id factum esse dicerent. Nunc intellego, si iste in Manliana castra pervenerit, quo intendit, neminem tam stultum fore, qui non videat coniurationem esse factam, neminem tam improbum, qui non fateatur.

B. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
1. Να μεταφράσετε τα αποσπάσματα.

2.α. Να γράψετε τους ζητούμενους ονοματικούς τύπους:
Curius: κλητική ενικού αριθμού.
viri:γενική πληθυντικού αριθμού.
verbis: αιτιατική πληθυντικού αριθμού.
matre: γενική πληθυντικού αριθμού.
Evandri:ονομαστική ενικού αριθμού.
coniurationem: δοτική πληθυντικού αριθμού.

2.β. Να γράψετε τους ζητούμενους αντωνυμικούς τύπους:
his: ονομαστική πληθυντικού αριθμού και στα τρία γένη.
suis: ίδιο τύπο στα υπόλοιπα πρόσωπα.
neminem: ίδιο τύπο της αντίστοιχης επιθετικής αντωνυμίας στο αρσενικό & θηλυκό γένος.

3. Να γράψετε τα παραθετικά των επιθέτων καθώς και των αντίστοιχων επιρρημάτων:
primi, multis, stultum

4.α. utebantur: Να γράψετε όλους τους ονοματικούς τύπους του ρήματος.

4.β. Να γράψετε τους ζητούμενους ρηματικούς τύπους:
locuti sunt: ίδιο τύπο σε ενεστώτα.
colluisse: ίδιο τύπο μέλλοντα.
dicuntur: β΄ ενικό πρόσωπο προστακτικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής.
scire: β΄ πληθυντικό πρόσωπο ενεστώτα ενεργητικής φωνής.
vis: β΄ ενικό πρόσωπο υποτακτικής παρατατικού.
dicas: ίδιο τύπο σε υπερσυντέλικο.
secuti: ίδιο τύπο σε μέλλοντα.
animadvertissem: ίδιο τύπο σε μέλλοντα.
factum esse: ίδιο τύπο σε μέλλοντα.
fore: εναλλακτικός τύπος.
videat: ίδιο τύπο σε παρακείμενο.
fateatur: ίδιο τύπο σε παρατατικό.

5.α. viri, his, aetatis, Evandri, neminem, id: Να αναγνωρίσετε το συντακτικό ρόλο των λέξεων.

5.β. colluisse: Να βρείτε το υποκείμενο του απαρεμφάτου και να δικαιολογήσετε την πτώση του.

5.γ. quorum auctoritatem secuti multi, non solum improbi verum etiam imperiti, …, crudeliter et regie id factum esse dicerent ( a me): Να μετατρέψετε την παθητική σύνταξη του απαρεμφάτου σε ενεργητική.

5.δ. Να εντοπίσετε τον πλαγιασμένο υποθετικό λόγο , και αφού αποπλαγιάσετε να τον αναγνωρίσετε.

5.ε. Tu autem, proinde quasi cum matre Evandri nunc loquaris, sermone abhinc multis annis iam obsoleto uteris, quod neminem scire atque intellegere vis, quae dicas: Να μεταφέρετε την περίοδο στον πλάγιο λόγο με εξάρτηση από τη φράση Ιs dixit

5.στ. si in hunc animadvertissem, crudeliter et regie id factum esse dicerent: Να μετατρέψετε τον υποθετικό λόγο ώστε να δηλώνει την πιθανή υπόθεση.

5.ζ. proinde quasi cum matre Evandri nunc loquaris qui non videat coniurationem esse factam: Να αναγνωρίσετε τις δευτερεύουσες προτάσεις.









ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ - ΥΠΟ Joan Coderch-i-Sancho

De Jesu Christi passione - ΓΙΑ ΤΑ ΑΓΙΑ ΠΑΘΗ [Στη Λατινική γλώσσα]


HISTORIA
--------------------------------------------------------------------------------

De Jesu Christi passione
Passio Jesu Christi in quattuor evangeliis descripta est, quorum tres synoptici, videlicet Marci, Matthaei et Lucae, similia narrant. Sunt qui evangeliorum veritatem recusant, quod

1. redacta sint postquam quadraginta aut plures anni transierant,

2. scriptores factis non adfuerint, sed ex memoria aliorum ea didicerint, ideo a referentibus fortasse commutata sint,

3. illi, qui facta referrent, ea pro bono suo partim effingere potuerint,

4. saepe in evangeliis alia aliter narrata sint,

5. hoc sibi proposuerunt evangelistae, ut veritatem Christi confirmarent, non ut historiam diligenter proderent.

In evangeliis et facta et theologicae cogitationes de Christi vitae et mortis significatione leguntur, praeterea antiquorum veteris testamenti prophetarum scripta respiciuntur ut Jesus Messias ab Judaeis exspectatus fuisse arguatur. Nullo cum ornatu passio in evangeliis narrata est, cum posteriores fabulae plurimis singulis exornatae sint. Mors tantum Jesu in cruce ab historicis comprobata est, nam post annos sexaginta historicus Judaeus Josephus Flavius haec refert:

"Tempore illo apparuit Jesus sapiens mirabilia perficiens, magister illorum qui libenter veritatem accipiunt. Cuius asseclae et ex Judaeis et ex Graecis exorti sunt. Cum autem Pilatus Jesum propter Judaeorum principum accusationes crucis poena damnaverat, ii qui illum amaverant amare non desierunt: cuius grex "Christianorum" ab ipso appellatus usque ad hunc diem minime defecit."

Haec vero ab historico Romano Tacito relata sunt:

"auctor nominis eius (id est nominis Christianorum) Christus Tiberio imperitante per procuratorem Pontium Pilatum supplicio adfectus erat".

Sunt narrationes quae ex antiquo testamento, praesertim ex libro prophetae Isaiae, singula alia desumant; ex psalmo vicesimo primo verba haec a narratoribus repetita "omnia ossa mea numeraverunt" (in versu XXI) ita leguntur, ut Christi corpus tantopere extentum sit, ut singula ossa eius praesentibus aspicere et enumerare liceret.

Alia in scriptis apocryphis, ab ecclesia reiectis, inveniuntur, exempli gratia in Nicodemi evangelio. Commentaria sanctorum Augustini et Hieronymi aliorumque doctorum magistrorum de passione scripserunt; ita sanctus Ephraim:

"Membra eius extenderunt eumque deriserunt, vir quidam ab ipso creatus flagellum detinuit, creaturarum omnium auctor terga sua verberibus obtulit."

Opera Aevi Medii, sicut Petri Comestoris "Historia Scholastica" et Jacobi de Voragine "Legenda Aurea", opiniones addiderunt ut narratio vividior fieret: Johannes evangelista scripsit manipulum a tribuno et principibus Judaeorum ductum Jesum comprehendisse et vinxisse, passionis narrationes autem hoc addiderunt, Christi manus tam arte vinctas esse, ut cruor ex unguibus manaret. Monachus Aevi Medii Johannes Fécamp accurate morientis corpus descripsit, unde aliquot pictorum animi concitati sunt:

"Eius pectus nudatum pallebat, latus cruentum rubescebat, viscera extenta desiccabantur, oculorum lumen evanescebat, crura marmorea pendebant, rivus sancti cruoris pedes perforatos irrigabant."

Mel Gibson ad pelliculam filmicam "De Christi passione" perficiendam alia fabula usus est, id est "De acerba passione Domini nostri Jesu Christi", quo visiones sororis Germanicae Annae Catharinae Emmerich describuntur, quae se Christi excruciationes vidisse putavit. Exempli gratia, haec addidit verberationis narrationi:

"(Milites) baculo spinoso nodis et assulis praedito usi sunt, verbera carnem in frusta reduxerunt, cruor profluebat ... Flagella tenuibus catenis confecta unculis ferreis praedita erant, quae usque ad os penetrabant et maiora ictu quoque carnis frusta evellebant." Quae soror Judaeos multo severius accusat, quam quod in evangeliis invenitur.

Quando Christus crucifixus est? Haec ab evangelistis ceterisque auctoribus inferuntur: anni cuiusdam inter XXV et XXXV p. C. n. vere, Veneris die luna plena, primo die Paschae Judaeorum aut pridie. Plures dies a studiosis varias ob causas designati sunt: VII mensis Aprilis anni XXX p. C. n., III Aprilis XXXIII, XXX Aprilis XXVIII, sed recentiores articuli de die XVIII Martii XXIX maiore cum fide testificantur.


Scripsit Herimannus Novocomensis

[ΠΗΓΗ: www.ephemeris.alcuinus.net

Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ [ΕΝΟΤΗΤΕΣ:37-38]

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΕΝΟΤΗΤΕΣ: 37-38

Α. ΚΕΙΜΕΝΑ
Omnia sunt misera in bellis civilibus, sed nihil miserius quam ipsa victoria: ea victores ferociores impotentioresque reddit, ut, etiamsi natura tales non sint, necessitate esse cogantur. Bellorum enim civilium exitus tales sunt semper, ut non solum ea fiant, quae velit victor, sed etiam ut victor obsequatur iis,quorum auxilio victoria parta sit.

Caecilia, uxor Metelli, dum more prisco omen nuptiale petit filiae sororis, ipsa fecit omen. Nam in sacello quodam nocte cum sororis filia persedebat expectabatque dum aliqua vox congruens proposito audiretur. Tandem puella, longa mora standi fessa, rogavit materteram, ut sibi paulisper loco cederet.

Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Να μεταφράσετε τα αποσπάσματα.

2.α. Να γράψετε τους ζητούμενους τύπους για τις ακόλουθες συνεκφορές:
bellis civilibus: αιτιατική πληθυντικού αριθμού
nihil miserius: γενική ενικού αριθμού
exitus tales: γενική πληθυντικού αριθμού
more prisco: αιτιατική ενικού αριθμού
omen nuptiale: ονομαστική πληθυντικού αριθμού
aliqua vox:γενική ενικού αριθμού

2.β. Να γράψετε τους ζητούμενους αντωνυμικούς τύπους:
quae:αιτιατική πληθυντικού αριθμού και στα τρία γένη
quodam: αιτιατική ενικού αριθμού και στα τρία γένη
sibi: ίδιο τύπο στα άλλα πρόσωπα

Να γράψετε τα παραθετικά των επιθέτων και των αντίστοιχων επιρρημάτων:
misera, ferociores, longa

4. α. Να γράψετε το ίδιο πρόσωπο της υποτακτικής όλων των χρόνων:
οbsequatur

4.β. Να γράψετε τους ζητούμενους ρηματικούς τύπους (λαμβάνοντας, όπου χρειάζεται, υπόψη το υποκείμενό τους):

sunt: απαρέμφατο μέλλοντα
cogantur: ίδιο τύπο σε υπερσυντέλικο & β΄ ενικό πρόσωπο προστακτικής ενεστώτα
fiant: ίδιο τύπο σε παρατατικό & απαρέμφατο μέλλοντα
velit: β΄ ενικό πρόσωπο υποτακτικής ενεστώτα & παρατατικού
parta sit: β΄ ενικό οριστικής ενεστώτα & μετοχή μέλλοντα (θηλ.γένους,ονομ.ενικ.αρ.)
fecit: δοτ. γερουνδίου & αφαιρετική σουπίνου
audiretur: ίδιο τύπο σε παρακείμενο & β΄ ενικό οριστικής ενεστώτα
fessa: β΄ πληθυντικό προστακτικής ενεστώτα & απαρέμφατο μέλλοντα
rogavit: γ΄ ενικό πρόσωπο υποτακτικής υπερσυντελίκου & μετοχή ενεστώτα (σε γενική πτώση)
cederet:ίδιο τύπο σε ενεστώτα & μέλλοντα

5.α. Να αναγνωρίσετε το συντακτικό ρόλο των τύπων:
miserius, ferociores, civilium, uxor, filiae, mora

5.β. Να αναγνωρίσετε πλήρως τις δευτερεύουσες προτάσεις:
quae velit victor
etiamsi natura tales non sint
dum aliqua vox congruens proposito audiretur
ut sibi paulisper loco cederet

5.γ. Να μετατρέψετε την ενεργητική σύνταξη σε παθητική:
dum more prisco omen nuptiale petit filiae sororis

5.δ. Να μετατρέψετε σε μετοχή την υπογραμμισμένη δευτερεύουσα πρόταση:
Caecilia, uxor Metelli, dum more prisco omen nuptiale petit filiae sororis, ipsa fecit omen.

5.ε. Να βρείτε τον πλάγιο λόγο της περιόδου, να τον αναγνωρίσετε και να τον μεταφέρετε σε ευθύ λόγο:
Tandem puella, longa mora standi fessa, rogavit materteram, ut sibi paulisper loco cederet.

5.στ. Να μεταφέρετε την περίοδο στον πλάγιο λόγο με εξάρτηση από το Cicero dixit:
ea victores ferociores impotentioresque reddit, ut, etiamsi natura tales non sint, necessitate esse cogantur







ΕΚΘΕΣΗ Β/Γ ΛΥΚΕΙΟΥ: ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ

[ΕΚΘΕΣΗ ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΤΑΞΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΜΟΥ]
ΘΕΜΑ : Οι κοινωνικές επιπτώσεις της υποκρισίας.
ΕΠΙΚ. ΠΛΑΙΣΙΟ : Παραγωγή δοκιμιακού λόγου

ΠΡΟΛΟΓΟΣ:
Η προσποίηση και η υποκρισία αναμφίβολα αποτελούν συμπεριφορές που απαντώνται συχνότατα στην κοινωνική ζωή. Μάλιστα, παρά την κοινή πεποίθηση για τον a priori αρνητικό χαρακτήρα τους, λησμονείται ότι ενίοτε μπορούν να βοηθήσουν θετικά τον άνθρωπο στην κοινωνικοποίησή του, στην προσπάθεια απόκρυψης σκληρών αληθειών από αγαπημένα πρόσωπα ή στην προσπάθεια φυγής από την πεζή πραγματικότητα μέσω του αστεϊσμού. Ωστόσο, όταν στοχεύουν στην εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων ή, ακόμη χειρότερα, στη βλάβη του συνανθρώπου, τότε ασφαλώς αποτελούν κοινωνική πληγή.

ΚΥΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗ:
Αρχικά, η αρνητική επενέργεια της υποκρισίας εντοπίζεται στον πνευματικό και ηθικό τομέα. Η επικράτηση του ψεύδους, η σκόπιμη απόκρυψη της αλήθειας σε κρίσιμα ζητήματα για την εύρυθμη λειτουργία του κοινωνικού συνόλου, επιφέρουν ή διαιωνίζουν στερεότυπα, προκαταλήψεις, ρατσιστικές νοοτροπίες και πνευματικό σκοτάδι. Έτσι, η κοινωνία εύκολα μπορεί να οδηγηθεί σε φαινόμενα βίας, εκμετάλλευσης και φανατισμού. Την ίδια στιγμή, η προσποίηση που σχετίζεται με το συμφέρον αποτελεί συνώνυμο της ανηθικότητας. Ο συμφερολάτρης άνθρωπος εύκολα μετατρέπεται σε αμοραλιστή, που δε διστάζει να παραβιάσει κάθε αρχή, να πατήσει ακόμη και επί πτωμάτων, για να επιτύχει τις επιδιώξεις του. Τέτοιες συμπεριφορές σίγουρα διασπούν τον κοινωνικό ιστό και μετατρέπουν την κοινωνία σε ζούγκλα.

Επιπλέον, η υποκρισία προκαλεί σοβαρά κοινωνικοπολιτικά προβλήματα. Εξαιτίας της πλήθος κοινωνικών προβλημάτων παραμένουν άλυτα, διότι απλά ο κοινωνικός περίγυρος εθελοτυφλεί και δείχνει απρόθυμος να εγκαταλείψει το «βόλεμά» του και τον εφησυχασμό του. Επίσης, η προσποίηση υπονομεύει τις διαπροσωπικές σχέσεις καθώς εμβάλλει στον άνθρωπο καχυποψία και αμφιβολία για τα αληθινά κίνητρα της προσέγγισής του από τους άλλους. Παρόμοια, και η πολιτική ζωή βλάπτεται σοβαρά. Η ασυνέπεια μεταξύ λόγων και πράξεων σε πολίτες και πολιτικούς, ο λαϊκισμός, ο πατερναλισμός, είναι φαινόμενα που ασφαλώς ερείδονται στην υποκρισία και οδηγούν στην οπισθοδρόμηση και τη ναρκοθέτηση της δημοκρατίας.

Θα ήταν , τέλος, παράλειψη να μην αναφερθούμε και στις επιπτώσεις της υποκρισίας στον πολιτισμό και τα εθνικά θέματα. Η διάδοση στις μέρες μας της εμπορευματοποιημένης τέχνης, που υποκριτικά προβάλλεται ως γνήσια , έχει ως συνέπεια τη επικράτηση της ακαλαισθησίας. Η κυριαρχία των βιομηχανικών, ανέμπνευστων τυποποιημένων "καλλιτεχνικών" προϊόντων και ο συνακόλουθος παραγκωνισμός των αληθινών καλλιτεχνικών δημιουργιών, κρατούν το λαό δέσμιο της υποκουλτούρας και της μαζοποίησης. Παράλληλα, η σκόπιμη απόκρυψη της ιστορικής αλήθειας για την υπηρέτηση σκοπιμοτήτων, η απροθυμία αντιμετώπισης και διατύπωσης της αλήθειας επάνω σε κρίσιμα εθνικά θέματα, μπορούν να οδηγήσουν την κοινωνία στην υιοθέτηση εθνικιστικών αντιλήψεων, άκρως επικίνδυνων για τις σχέσεις με άλλους λαούς και στη λήψη αποφάσεων που μελλοντικά ενδέχεται να αποδειχθούν καταστροφικές για την ασφάλεια και τη συνοχή της.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ:
Από τα παραπάνω εύκολα συνάγεται ότι η υποκρισία στην κακή της μορφή συνιστά μεγάλη πληγή στο σώμα της κοινωνίας. Μπορεί να διαρρήξει τον κοινωνικό ιστό, να εξαλείψει σπουδαίες αξίες, απαραίτητες για την αρμονική συμβίωση, να εξαχρειώσει ηθικά τους ανθρώπους . Γι’ αυτό, ας κρατήσουμε στις κοινωνικές «αποσκευές» μας μόνο το αναγκαίο πρόσωπό της, όπως αυτό περιγράφτηκε σύντομα στον πρόλογο, κι ας πετάξουμε το βλαβερό.

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More