Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΒΑΦΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΒΑΦΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Ηξερε ο Καβάφης ελληνικά;

του Γ. ΒΕΛΟΥΔΗ, καθηγητή πανεπιστημίου


Το ερώτημα: «ήξερε ο Καβάφης ελληνικά;» το προκάλεσε η διαβόητη για το δογματισμό της απόφανση του Σεφέρη για τους «τρεις ποιητές μας», Σολωμό, Κάλβο και Καβάφη, που «δεν ήξεραν ελληνικά». 

Σε μια πρόσφατη μελέτη μου για τη γλώσσα του Σολωμού παρατηρούσα ότι η προκλητική αυτή παρέμβαση του Σεφέρη συνεξέφραζε, την ιστορική εκείνη στιγμή (1936/37), «τη νέα προσπάθεια για την επίσημη, εκ των άνω, επιβολή της νέας, "δημοτικής", "εθνικής" κοινής με τη Νεοελληνική Γραμματική (1941) του Μ. Τριανταφυλλίδη, της οποίας προπαγανδιστής και πάτρωνας ήταν ακριβώς ο ανώτατος πολιτικός προϊστάμενος (και) του Σεφέρη: ο Ι. Μεταξάς». 

Ο Καβάφης και οι άλλοι δύο συγκατηγορούμενοί του στο έκτακτο γλωσσοδικείο του Σεφέρη είχαν, παρά τις μεγάλες διαφορές μεταξύ τους, ένα κοινό γνώρισμα: ήταν και οι τρεις Ελληνες της Διασποράς, που είχαν περάσει όλη τη ζωή τους, όπως π.χ. και ο Κοραής, έξω από την Ελλάδα, σ' ένα πολυγλωσσικό περιβάλλον, ήταν και οι τρεις πολύγλωσσοι και είχαν την εξαιρετική τύχη να μην πάνε ποτέ σ' ελληνικό σχολείο - και επομένως δεν ήταν καθόλου προδιατεθειμένοι να ξαπλώσουν, μετά θάνατον και παρά τη θέλησή τους, στη «δημοτικιστική» κλίνη του Μεταξά, του Σεφέρη, του Τριανταφυλλίδη ή οποιουδήποτε άλλου Προκρούστη της γλωσσικής «εθνικής ενότητας». 

Θα συνοψίσω εδώ, προκαταβολικά, τα πορίσματα μιας συστηματικότερης μελέτης για τη γλώσσα (της ποίησης) του Καβάφη: 

α) Το γλωσσικό μίγμα των ελλήνων εμπόρων της Διασποράς αποτελούσε τη βάση της γλώσσας του Καβάφη. 

β) Η ποιητική γλώσσα του Καβάφη αποτελεί ένα μίγμα, του οποίου βασικό υλικό είναι η μητρική του γλώσσα και η γλώσσα που μιλιόταν στο άμεσο κοινωνικό του περιβάλλον· σ' αυτό έχουν προσμιχθεί γλωσσικά στοιχεία που έχουν αντληθεί από τους αρχαίους και τους μεσαιωνικούς έλληνες συγγραφείς, που διάβαζε ο Καβάφης. 

γ) Το γλωσσικό αυτό μίγμα υποστηρίζεται θεωρητικά από την αντίληψη του Καβάφη για τη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας - μια αντίληψη που εκτείνεται σ' ολόκληρη την ελληνική ιστορία. 

δ) Ο Καβάφης έμεινε συνειδητά αμέτοχος στο «γλωσσικό αγώνα» που πυροδότησε το Ταξίδι (1888) του Ψυχάρη - σ' αντίθεση με τους Ελληνες της «εμπορικής» Διασποράς Π. Βλαστό και Α. Πάλλη· ταυτόχρονα, δεν πήρε μέρος στους (ψευτο-)εθνικούς αγώνες, που συγκλόνισαν την Ελλάδα της εποχής του: ο Καβάφης ήταν και στα «εθνικά» ζητήματα, όπως και στην ποίησή του, ένας «κριτικός ρεαλιστής». 
 
ε) Ο Καβάφης δεν μπορούσε να υποτάξει τις καλλιτεχνικές-ποιητικές εκφραστικές του ανάγκες σε ένα «γλωσσικό μοντέλο» - ούτε του Κοραή, του Κόντου ή του Ψυχάρη

Ενα υποτιθέμενο γλωσσικό «λάθος», η χρήση του «λανθασμένου» λαϊκού τύπου της προστακτικής επέστρεφε στο ομότιτλο ποιητικό μικρογράφημα του Καβάφη (1904/1909/1912), που προξένησε τόση αμηχανία στους μελετητές του, μπορεί να ερμηνευτεί ως ένα αριστοτεχνικό εκφραστικό μέσο της ποιητικής του: Ο Καβάφης ήξερε, βέβαια, και τον ορθό τύπο της προστακτικής επίστρεφε, επέλεξε όμως, μ' εξαιρετική ποιητική ευφυΐα, το λαϊκό επέστρεφε, για να εκφράσει, και «φωνητικά», την έννοια της «επανάληψης». Η κεντρική για το συντομότατο αυτό ποίημά του έννοια αυτή εκφράζεται όχι μόνο με πολλούς γλωσσικούς δείκτες (συχνά, πάλι, όταν... όταν), αλλά και με την επανάληψη, και μάλιστα το διπλασιασμό, των τεσσάρων φωνηέντων (ε) του τίτλου στο «εσωτερικό» του ποιήματος: επέστρεφε και παίρνε με.
 
Ο Καβάφης ήξερε την (αρχαία, μεσαιωνική και νέα) ελληνική γλώσσα, όπως άλλωστε και τη μετρική, πολύ καλύτερα από το Σεφέρη και τους άλλους πτυχιούχους της Νομικής: σαν επιστήμονας γλωσσολόγος

Τα γλωσσικά ενδιαφέροντά του επέδειξε ο Καβάφης με την κριτική του παρέμβαση στο έργο δύο (νεο)ελληνιστών, του άγγλου J. Blackie (1891) και του γάλλου Η. Pernot (1918), ενώ τη γλωσσολογική του ιδιοφυΐα απέδειξε μ' ένα μικρό αλλά πρωτότυπο «ετυμολογικό» άρθρο του για την ορθογράφηση του ονόματος «Χρίστος» (Χρίστος και όχι Χρήστος, 1901): Ο Καβάφης τεκμηριώνει, πειστικά και οριστικά, την ορθή γραφή του ονόματος «Χρίστος», ετυμολογώντας το από το αρχαίο επίθετο «Χριστός». Τα ερμηνευτικά του επιχειρήματα τα αντλεί ο Καβάφης με εκπληκτική ευστροφία από αρχαία και νεότερα παραδείγματα, για να καταλήξει στο διπλό συμπέρασμα ότι ο παρατονισμός του ονόματος (Χρίστος>χριστός) εξηγείται πρώτον μεν από τον κανόνα μετακίνησης του τόνου από τη λήγουσα στην παραλήγουσα, σε αρχαία επίθετα, όταν γίνονται κύρια ονόματα, «και δεύτερον με την ευσεβή συνήθειαν να διαφέρη κατά τύπον από του θείου επιθέτου». 

Με τη δεύτερη αυτή παρατήρησή του ο Καβάφης υποδεικνύει, χάρη στις μαρτυρημένες ανθρωπολογικές του μελέτες, ένα γλωσσικό φαινόμενο άγνωστο ακόμα και σε πολλούς - πανεπιστημιακούς - γλωσσολόγους: την ανάγκη για τη διάκριση ανάμεσα στο «βέβηλο» και τον «ιερό» τύπο μιας λέξης. Στα «ονοματολογικά» παραδείγματα του Καβάφη μπορούμε να προσθέσουμε την αντιπαράθεση του «βέβηλου» Σταύρος στο «ιερό» σταυρός.
 
Πάνω στην ίδια διάκριση «ιερό» vs. «βέβηλο» στηρίζονται όχι μόνο οι χριστιανικές λέξεις-ταμπού ύδωρ-νερό, άρτος-ψωμί, οίνος-κρασί κ.ά., αλλά και η αρχαία, «ειδωλολατρική», απαγόρευση της ονοματοθεσίας των θνητών με τα ονόματα των θεών τους. Η μεταγενέστερη παραλαβή των πρώην «ιερών» αυτών ονομάτων (Ερμής, Αρτεμις, Αθηνά, Αφροδίτη κ.ά.) από τους χριστιανούς σήμαινε, εννοείται, και τη «βεβήλωση», την αποϊέρωση, των αρχαίων θεϊκών ονομάτων.
Reblog this post [with Zemanta]

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009

reBlog from spoudasterion.pblogs.gr: Ludus Literarius

Anatole FranceImage via Wikipedia

I found this fascinating quote today:

Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΕΙΡΩΝΕΙΑΣ: ΚΑΒΑΦΗΣ & ΑΝΑΤΟΛ ΦΡΑΝΣ

Αν βασικό γνώρισμα του όψιμου Καρυωτάκη είναι ο τραγικός αυτοσαρκασμός, ο Καβάφης είναι αναμφίβολα ο απαράμιλλος τεχνίτης της συγκαλυμμένης ειρωνείας ... ... ... ".spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius,Sep 2009

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

Η τόλμη του Καβάφη και οι προκαταλήψεις για το έργο του

Recuerda cuerpo...Image by Hablando del asunto via Flickr

Του Μίμη Σουλιώτη

Η εποχή που ο Κ. Π. Καβάφης κινδύνευε από τις επικρίσεις και τις λοιδορίες των πολεμίων του παρήλθε ανεπιστρεπτί και ο ποιητής έχει πολιτογραφηθεί στην εκλεκτή χορεία των δημιουργών που κινδυνεύουν μόνο από τους θαυμαστές και τους υποστηρικτές τους. Ακριβώς η ανεπιφύλακτη αποδοχή του ως μείζονος ποιητή παγιώνει στην αναγνωστική μας συνείδηση όλες τις προκαταλήψεις όσες έχουμε εκθρέψει κατά την αναστροφή μας με το έργο του: αν είχαμε λ.χ. την εντύπωση ότι ο Καβάφης είναι «τολμηρός» επειδή παρουσιάζει τον «ανορθόδοξο έρωτα» στην ποίησή του, η καθολική του αναγνώριση μάς παρασύρει να πιστέψουμε ότι σωστά τον τιμούμε για την ερωτική του κυρίως «τόλμη» (η οποία κατά κανόνα συσκοτίζει την ποιητική).

Ασφαλώς είναι δύσκολο να διακριβώσουμε τα γνωρίσματα που αναγορεύουν σε μείζονα ένα ποιητή, μπορούμε όμως να εντοπίσουμε μερικά από εκείνα που είτε δεν ισχύουν διόλου είτε ισχύουν, αλλά δεν συνιστούν την ικανή συνθήκη για την αποτίμηση του ποιητή ως μείζονος. Πολλοί αναγνώστες προκρίνουν τον Καβάφη επειδή τα ποιήματά του είναι και λίγα και ολιγόστιχα. Οποιος ωστόσο θαυμάζει αυτά, ενώ αποστρέφεται την «πολυλογία» λ.χ. του Βαλαωρίτη, δεν προσλαμβάνει σωστά μήτε την άψογη λακωνικότητα του ενός μήτε τους πετυχημένους πλατειασμούς του άλλου. Και υπό τύπο ερώτησης, κατ' αντιδιαστολή προς ποιον πολυγράφο ποιητή απολαμβάνουμε τον ολιγογράφο Καβάφη; Είτε ξέρουμε να απολαύσουμε και τον Βαλαωρίτη και τον Καβάφη είτε ξεμένουμε στην πτωχευμένη απόλαυση του ενός μόνο από τους δύο.

Η λιτότητα του ύφους
Ο Καβάφης επαινείται για τη «λιτότητα» του ύφους. Αν με τον όρο εννοούμε ότι το ποιητικό αποτέλεσμα το επιτυγχάνει με τα πιο οικονομημένα μέσα, τότε περιττολογούμε, καθώς είναι απαράβατο γνώρισμα της ποίησης να εκφέρει τον οικονομημένο λόγο: ο στίχος του Παλαμά «Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη χώρα» δεν θα μπορούσε να διατυπωθεί με λιγότερα ούτε με φτωχότερα λόγια για το ίδιο ποιητικό νόημα. Αν όμως με τη «λιτότητα» εννοούμε ότι ο Καβάφης αποφεύγει τα σχήματα λόγου και τον στολισμό του ύφους, τότε δεν έχουμε προσέξει ότι η ποίησή του περιέχει και διακοσμήσεις και περιφράσεις και άλλα ρητορικά σχήματα. Παρ' όλα αυτά, η γενική εντύπωση είναι ότι το Καβαφικό ύφος είναι λιτό ενώ του Παλαμά διακοσμημένο. Η εξήγηση βρίσκεται στο ότι ο Καβάφης δημιουργεί πάνω στους καθημερινούς τόνους ομιλίας και έτσι πολλά από τα σχήματα της ποίησής του είναι, λόγω κοινοχρησίας, αδρανή, οπότε τα προσλαμβάνουμε ως «φυσικό, λιτό λόγο» και όχι ως ρητορικά. Η εντύπωση της λιτότητας προκύπτει, εξάλλου, πάντοτε, όταν ο στίχος είναι πολύ καλός ή άψογος, ενώ την αίσθηση ορισμένου περισσεύματος ­ μιας αργοπορίας στη διατύπωση ­ μας τη δίνει το δίστιχο του Γ. Σεφέρη «τον άγγελο/τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια» («Μυθιστόρημα», Α/), μολονότι γράφτηκε με προγραμματική αξίωση λιτότητας. Εδώ το μπόσικο οφείλεται στη δυσκολία να συσχετίσουμε τις δύο βασικές σημασίες: ή «περιμέναμε» ή ήμασταν «προσηλωμένοι» ­ οι δύο ενέργειες μαζί σπανίως συμβαίνουν.

Ορισμένοι αποδίδουν τη μεγαλοσύνη του Καβάφη στην ιστορική διάσταση της ποίησής του, μολονότι λ.χ. η Φλογέρα του Βασιλιά ή ο Δωδεκάλογος του Γύφτου του Κωστή Παλαμά ανατρέχουν σε ευρύτερα πεδία της ιστορίας (και του ελληνισμού). Αλλά ο Παλαμάς καλπάζει στο οριζόντιο επίπεδο, ενώ ο Καβάφης ποντίζεται στην ιστορία με τρόπο ουσιαστικό, θα αντιτείνουν. Θυμίζω ότι ο Ελιοτ χαρακτηρίζει «κατακόρυφο» τον Σαίξπηρ και «οριζόντιο» ποιητή τον Δάντη και συνεπώς οι δύο διαστάσεις είναι τουλάχιστον ισότιμες· το βάθος δεν είναι ανώτερο από την επιφάνεια. Το ότι ο Καβάφης είναι ιστορικώς εμβριθέστατος δεν πρέπει να μας παρασύρει στην άποψη πως, γι' αυτόν τον λόγο, είναι και ανώτερος ποιητής από τον επίπεδο και πλατειαστικό Παλαμά.

Αλλοι πάλι αναγνώστες, εθισμένοι στη φιλολογία για τον Διονύσιο Σολωμό και προεξοφλώντας (ορθά, εν πολλοίς) ότι η γλώσσα είναι η βασική συνιστώσα του ποιητικού μεγαλείου, υπερτονίζουν τη λόγια προέλευση των «εκλεκτών» λέξεων της Καβαφικής ποίησης και την εντυπωσιακή, για τα φιλολογικά δεδομένα της εποχής, πρόσμειξή τους με τις λέξεις της καθομιλουμένης. Τονίζω ότι το λεξιλόγιο του Καβάφη δεν παρουσιάζει μήτε την ποσότητα μήτε το εύρος μήτε την ποικιλία ώστε να χαρακτηρισθεί μείζον (ενώ μείζον είναι το λεξιλόγιο λ.χ. του Σικελιανού). Στο ερώτημα πώς συμβαίνει να αναγορεύουμε σε μείζονα έναν ποιητή που δεν διαθέτει μείζον λεξιλόγιο, μια απάντηση είναι ότι στη θέση της λεξιλογικής ευρύτητας ο Καβάφης έταξε το μέγιστο παιχνίδι των σημασιολογικών αποχρώσεων. Στο δημοφιλές ποίημα (που έφθασε να απαγγελθεί ακόμη και στον τάφο της Τζάκι Κένεντι) ο ποιητής ομιλεί για τον «πηγαιμό στην Ιθάκη», για το «φθάσιμον εκεί», για «βγάλσιμο στο δρόμο» προς την Ιθάκη, για «άραγμα στο νησί» ­ και ωστόσο από κανένα στίχο του περιώνυμου ποιήματος δεν συνάγεται ότι ο ήρωας είναι Ιθακήσιος που παλιννοστεί και όχι κάποιος που πρόκειται να ταξιδέψει, για πρώτη ίσως φορά, στην Ιθάκη.

Η ερωτική του τόλμη
Το Καβαφικό διφορούμενο μας παρασέρνει εξάλλου και στα ερωτικά ποιήματα. Στο «Θέατρον της Σιδώνος» ο «προ πάντων ευειδής» έφηβος είναι, κατά τη λαμπρή διατύπωση, «ποικίλως αρεστός» ­ όπου το ομοφυλοφιλικό υπονοούμενο του επιρρήματος τονίζεται ή λανθάνει αναλόγως με την αναγνωστική μας προαίρεση. Και δεν είναι λίγα τα ποιήματα του Καβάφη που έχουν πιστωθεί στην ομοφυλοφιλική τάση χωρίς, ωστόσο, να παρέχουν αδιαμφισβήτητες ενδείξεις: ο ποιητής είναι απαράμιλλος στις σημασιολογικές αποκρύψεις, παραλλαγές και διαφοροποιήσεις. Αφού λοιπόν έχουμε εντοπίσει τη ρητή και τη λανθάνουσα ομοφυλοφιλία σε βαθμό υπερβολής, είναι καιρός να ανιχνεύσουμε και τη δυνητική αμφιφυλοφιλία στην ποίηση του Αλεξανδρινού, σε ποιήματα όπως το «Μέσα στα Καπηλειά»: «Το μόνο που με σώζει/σαν ομορφιά διαρκής, σαν άρωμα που επάνω/στην σάρκα μου έχει μείνει, είναι που είχα δυο χρόνια/δικό μου τον Ταμίδη, τον πιο εξαίσιο νέο, /δικό μου όχι για σπίτι ή για έπαυλη στον Νείλο». Σύμφωνοι, από το Καβαφικό περικείμενο ομιλεί άρρην για άρρενα, αλλά ποιος στίχος του συγκεκριμένου ποιήματος θα εμπόδιζε να εικάσουμε θήλυ τον αφηγητή;

Οσοι θέλουμε να απολαύσουμε την ερωτική «τόλμη» του ποιητή, αυτή υπάρχει και σε υπερθετικό κιόλας βαθμό, όχι όμως στην ομοφυλοφιλική θεματική όσο σε άλλα μοτίβα ερωτικά. Ο Γ.Π. Σαββίδης το έχει επισημάνει ότι οι στίχοι «Τα έμορφά τους πρόσωπα, τα εξαίσιά τους νειάτα, /η αισθητική αγάπη που είχαν μεταξύ τους, /δροσίσθηκαν, ζωντάνεψαν, τονώθηκαν/απ' τες εξήντα λίρες του χαρτοπαικτείου» είναι από τους τολμηρότερους στη νεοελληνική ποίηση ­ χώρια η εκφραστική τόλμη του τίτλου: «Δύο νέοι, 23 έως 24 ετών». Συγκριτικά με στίχους σαν κι αυτούς, η θρυλούμενη ομοφυλοφιλική τόλμη του Καβάφη μοιάζει κοινότοπη σύμβαση.

Αν έχουμε προκρίνει τον Καβάφη για τη «φιλοσοφική» διάσταση της ποίησής του, θα ήταν προτιμότερο να ικανοποιήσουμε τη φιλοσοφική μας όρεξη προστρέχοντας στη Ζωή Καρέλλη ή στον Τάκη Παπατσώνη (δεν διαθέτει η γραμματεία μας πολλούς του είδους), καθώς ο «φιλοσοφικός Καβάφης» πραγματεύεται με θυμόσοφη διάθεση κάποια ψήγματα και όχι μια φιλοσοφία καθεαυτήν. «Φιλοσοφικός» ποιητής είναι ο Δάντης ή ο Τ. Σ. Ελιοτ και «σοφός» ποιητής είναι ο Γκαίτε, εφόσον αποδώσουμε στους όρους το βάρος του περιεχομένου τους. Ο Αλεξανδρινός αρθρώνει τα ποιήματά του με αντιθέσεις λογικές, ρητές («Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης») ή εννοούμενες («Ηδονή») και νοήματα πάντοτε απλά. Σύνθετη ωστόσο, διαλεκτική δηλαδή και ειρωνική, είναι η εκφορά των νοημάτων. Στην ιδεολογικά φορτισμένη δεκαετία του 1970 είχα συζητήσει μια φορά με τον καθηγητή Κώστα Βεργόπουλο για τον Καβάφη, οπότε μου έδωσε ένα χαρακτηρισμό που εκείνος δεν θα τον θυμάται: ο ποιητής Καβάφης είναι μαχητής. Τούτο είναι διαφωτιστικό και δεν αφορά μόνο τα εμφανώς μαχητικά ποιήματα όπως το περίφημο «Στα 200 π.Χ.»: ακόμη και στο πολύ γνωστό ποίημα «Η πόλις» ο ποιητής μάχεται την αυταπάτη ότι αρκεί να φύγεις σε άλλη πόλη για να σωθείς από τα «ερείπια της ζωής» που σε πλακώνουν στον τόπο της διαμονής σου. «Φιλοσοφική» επομένως δεν είναι η καβαφική ποίηση, είναι όμως μαχητική: ειρωνική και ρητορική.

Αναπόφευκτες συγκρίσεις
Αξιοπρόσεκτη είναι μια παλαιότερη επιφύλαξη ενός από τους πιο αφοσιωμένους αναγνώστες του Αλεξανδρινού, του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, που διαπιστώνει ότι στον Καβάφη δεν συναντούμε την έλλαμψη της ποιητικής μεγαλοφυίας: «Μέσα από το έργο του Καβάφη περνά αυτό που λέμε "ρίγος της μεγαλοφυίας", αυτό το τρομερό ρίγος που το αισθανόμαστε και σε πολύ κατώτερους σε ολοκλήρωση έργου ποιητές και που διατρυπά ξάφνου τον αναγνώστη σαν ξίφος και τον καθηλώνει ­ ή απλώς το κυριαρχικό αίσθημα που νιώθουμε διαβάζοντας τους στίχους του είναι ο θαυμασμός για την άρτια, καίρια και αμίμητη εκφραστική ή μια άκρως λεπτή έως έντονα οδυνηρή συγκίνηση διανοητικού τύπου που μόλις ψαύει τα κράσπεδα της καρδιάς;» (Υπέρ και Κατά. Σημειώσεις Κριτικής, σελ. 76). Τέτοιο ρίγος συναντούμε, κατά τον Αναγνωστάκη, στους στίχους του Κάλβου, του Μαγιακόβσκι, του Ρεμπό. Παραθέτω στίχο με την καθήλωση που νομίζω ότι αναζητεί ο Αναγνωστάκης: «Η σάρκα είναι γεμάτη θλίψη, αλίμονο! Και διάβασα όλα τα βιβλία» (Μαλαρμέ, μετ. Αλ. Ζήρας). Το Μαλαρμεϊκό ρίγος προκύπτει εδώ από την ιδέα και όχι από τις λέξεις του στίχου (ανεξάρτητα από όσα υποστηρίζει ο μέγας Γάλλος για την αξία των λέξεων στην ποίηση). Ο Καβάφης στράτευσε ωστόσο την ιδιοφυία του στον τρόπο της ποιητικής διαπραγμάτευσης αφενός (δραματική δομή) και προπαντός στις έξοχες λεκτικές συνάψεις («θεωρία και μελέτη», «στα μπάνια, και στην παραλία», «προσκυνητά, πάνσεπτα δώματα»). Η λεκτική ιδιοφυΐα του Καβάφη δεν κεραυνοβολεί άνωθεν, όπως του Μαγιακόβσκι, παρά έχει μια λάμψη εγκόσμιας ρητορικής (με την καλύτερη σημασία του όρου: «Ρήματα της καυχήσεως του Αιμιλιανού Μονάη»). Οι λεκτικές συνάψεις παρέχουν το έδαφος για να χαρούμε την ιδιοφυΐα του· σ' αυτόν τον τομέα ο Αλεξανδρινός υπερτερεί και θα υπερτερεί.

Στους κινηματογραφικούς κύκλους κυκλοφορεί η άποψη ότι «αν η ζωή σου δεν αξίζει να γυριστεί ταινία, σημαίνει πως μάταια έζησες». Κατά τους δικούς μου υπολογισμούς, όταν η ζωή ενός ανθρώπου εμπνέει πολύ για να γυριστεί σε ταινία, σημαίνει ότι δεν ήταν δική του παρά αλλότρια και υποχείρια στις περιστάσεις. Σε κάθε περίπτωση, η «τακτοποιημένη και πεζή» ζωή του Καβάφη «τέτοια θεαματικά και φοβερά», που να ικανοποιούν την επιθυμία μας για μυθοποίηση του βίου, «δεν έχει» ­ και όσα είχε δεν ξεπερνούν τις κοινές φουρτούνες της συνήθους υπαλληλικής ζωής. Μάταια λοιπόν θα γυρεύαμε τη μεγαλοσύνη του Καβάφη στη βιογραφία του· το εξαιρετικό στην περίπτωση, έγκειται ακριβώς στο ότι δεν υπάρχουν καταπληκτικά γεγονότα ζωής που να προαλείφουν τη μεγαλοσύνη της ποίησής του. Το μόνο μεγαλείο ζωής που κέκτηται ο Καβάφης, εκείνο που υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο όρο, ήταν η συνταρακτική υποταγή της ζωής στην «ποιητική εργασία» του επί 30 και πλέον συναπτά έτη. Οποιος δεν το βλέπει αυτό και προσπαθεί να βρει μια μυστικοπαθή εξήγηση του Καβαφικού μεγαλείου, ρέπει στα θαύματα επειδή, πράγματι, είναι οδυνηρό να παραδεχθούμε ότι ένας απλός γραφέας με κοινές εμπειρίες ζωής, που σχεδόν ποτέ δεν μετακινήθηκε από τη θέση και την πόλη του, κατόρθωσε να γράψει υψηλή ποίηση, τη στιγμή που εμείς οι άλλοι διασχίσαμε ωκεανούς υδάτων και εμπειριών. Μα πότε παρατηρείτε τη ζωή, μετρ, με τόσες ώρες και τόσα πολλά που γράφετε; είχαν ρωτήσει τον Μπαλζάκ. ­ Α, δεν ευκαιρώ να παρατηρώ. Εγώ γράφω! απάντησε ο γάλλος μυθιστοριογράφος. Καταλαβαίνουμε καλύτερα τον Καβάφη συγκριτικά: όταν ακούμε από την άλλη όχθη τον Παλαμά να πασχίζει να εμψυχώσει τον ξεπερασμένο (από την κοινωνική εξέλιξη) ρόλο του βάρδου, υψωνόμενος όσο μπορούσε πάνω από τις βιοτικές περιστάσεις και τραγουδώντας μόνο με τη γλώσσα της παράδοσης, όσο αυτή μπορούσε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Και τον Καβάφη να αντλεί υλικό έξω από την ποιητική γλώσσα και να είναι (μαζί με τον Καρυωτάκη, που άντεξε «ως τα μισά») όχι ο υψιπέτης ταγός, παρά ο γειωμένος (συχνά και «σαν νεκρός θαμμένος») μισθωτός που δουλεύει με τους τόνους της υπαλληλικής και της αγοραίας γλώσσας, αναχωνεύοντας εκεί μέσα την εμπειρία της «τακτοποιημένης και πεζής» ζωής του (με τα «ινδάλματα της ηδονής» της). Χωρίς την κατ' αντιδιαστολήν «αφόρητη πολυτομία» του Παλαμά, θα διαμορφωνόταν ένας Καβάφης διαφορετικός από αυτόν που έχουμε.

Και συνοψίζοντας, ο Καβάφης είναι πολύ μεγάλος ποιητής για να χωρέσει στις προκαταλήψεις που δικαιολογημένα έχουμε διαμορφώσει όσοι αναγνώστες αναστρεφόμαστε πολλά χρόνια με το έργο του: εμείς επιζητούμε τη γρηγορότερη, ετικεταρισμένη απόλαυση. Και εξάλλου οι προκαταλήψεις μας είναι, μερικές φορές, γόνιμες και ενδιαφέρουσες. (ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 19-3-2000)
Reblog this post [with Zemanta]

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

Κωστὴς Παλαμὰς - Κ.Π.Καβάφης: Διαφορετικοὶ ἀλλὰ πόσο;

Roilos-georgios-poets-parnassos-literary-clubImage via Wikipedia

τοῦ Νάσου Βαγενᾶ
Συμπληρώνονται εφέτος (2003) 60 χρόνια από τον θάνατο του Κωστή Παλαμά (1859-1943), 140 χρόνια από τη γέννηση και 70 από τον θάνατο του Κ. Π. Καβάφη (1863-1933). Διπλή λογοτεχνική επέτειος για δύο ποιητές που σφράγισαν με το έργο τους, ίσως περισσότερο απ' ό,τι κάθε άλλος ομότεχνος, τον ελληνικό 20ό αιώνα. Ποιητές της ίδιας γενιάς, όμως τεχνοτροπικά διαφορετικοί μεταξύ τους, τόσο ώστε ο πρώτος να θεωρείται το τέλος μιας ποιητικής εποχής και ο δεύτερος, παρά την ιδιοτυπία του, η αρχή μιας νέας, συναντιούνται ωστόσο σε ορισμένα κοινά σημεία, γεγονός που κάνει τις διαφορές τους ακόμη περισσότερο ενδιαφέρουσες. Με το αφιέρωμα αυτό οι «Νέες Εποχές» επιχειρούν να προσδιορίσουν τις σχέσεις ανάμεσα στους δύο μεγάλους ποιητές.

Είναι δύσκολο να υπάρξει περίπτωση δύο ποιητών της ίδιας γενιάς τόσο διαφορετικών μεταξύ τους όσο ο Παλαμάς και ο Καβάφης, που να τους συνδέουν τόσες ομοιότητες. Ο χαρακτηρισμός του Καβάφη ως ποιητή της γενιάς του 1880 θα πρέπει βέβαια να ξενίζει, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όσο διαρκεί συνήθως η διαμόρφωση των ποιητών μιας νέας γενιάς - στη συγκεκριμένη περίπτωση ως το τέλος του αιώνα - ο Καβάφης ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τους κοινούς ποιητικούς δρόμους των ομηλίκων του ποιητών. Ο ρομαντισμός, ο παρνασσισμός και ο συμβολισμός είναι οι πόλοι και της δικής του συνομιλίας με την ευρωπαϊκή ποίηση της εποχής, ενώ οι δυσκολίες της μετάβασης από την καθαρεύουσα στη δημοτική αποτελούν και γι' αυτόν, όπως αποτελούσαν ως το 1890 περίπου και για τους άλλους ποιητές της γενιάς, ένα εγχώριο πρόβλημα.

Γύρω στο 1900 οι δύο ποιητές έχουν τακτοποιήσει τους λογαριασμούς τους με τη γενιά τους. Ο Παλαμάς έχει αναδειχτεί σε ηγέτη της, ενώ ο Καβάφης θέτει εαυτόν εκτός γενεάς· αποσχίζεται από τις κοινές τάσεις του ελληνικού και του ευρωπαϊκού ρεύματος για να χαράξει έναν δικό του, μοναχικό δρόμο, που θα αποδειχτεί παράλληλος - αν και διαφορετικής κατασκευής - με εκείνον που θα ανοίξουν σε λίγο οι ποιητές του δυτικού μοντερνισμού.

* Ανόμοια εξέλιξη

Η πορεία των δύο ποιητών προς την κορύφωση της τέχνης τους είναι αντίστροφη. Ο Παλαμάς είναι ποιητής της ταχείας ωρίμανσης. Με τη «Φοινικιά», την οποία γράφει σε ηλικία 41 ετών (το 1900) και η οποία ακολουθεί έργα σπουδαία, όπως τα Ιαμβοι και ανάπαιστοι (1897) και Ο τάφος (1898), θα οδηγήσει την ελληνική ποίηση στο υψηλότερο, ως εκείνη την εποχή, μετασολωμικό επίτευγμά της. Από εκεί και πέρα, και καθώς θα αναλάβει ανάμεσα σε άλλα και τον ρόλο του εθνικού ποιητή, τα ποιήματά του - κρινόμενα με σημερινά κριτήρια - θα είναι τα ελάσσονα έργα ενός μεγάλου ποιητή. Ωστόσο στο ποιητικό προσκήνιο θα κυριαρχεί επί τρεις ακόμη δεκαετίες, παρά την αμφισβήτηση της ποιητικής του αξίας, που θα πυκνώνει από το 1920, και παρά την ισομεγέθη από τα μέσα της δεκαετίας του 1910 άνοδο του Σικελιανού και την επιβλητική - εις πείσμα της εκδοτικής του πρακτικής - ανάδυση, από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, του Καβάφη.

Ο Καβάφης είναι ο ποιητής της βραδείας - της βραδύτατης - ανακάλυψης (ακριβέστερα, κατάκτησης) μιας εκφραστικής ιδιοτυπίας. Ως τα 35 του δεν διαφέρει από τους ποιητές του σωρού, ενώ θα πρέπει να φτάσει στα 40 του για να αρχίσει να διακρίνεται εκείνο που στα επόμενα δέκα χρόνια, δηλαδή ως τα μέσα της δεκαετίας του 1910, θα ολοκληρωθεί ως το «μοναδικό και ανεπανάληπτο», όπως το χαρακτήρισε ο Βάρναλης, ποιητικό του πρόσωπο. Σε ό,τι αφορά την απήχησή του, θα γίνει ακόμη πιο επιβλητική μετά το 1935, έτος της συγκεντρωτικής έκδοσης - δηλαδή της δημόσιας κυκλοφόρησης σε ενιαίο σώμα - των ποιημάτων του, τα οποία, μαζί με την άνοδο της γενιάς του '30 στην ποιητική σκηνή, θα καταστήσουν την ποίηση του Παλαμά ποίηση μιας παλαιότερης εποχής.

Από την άποψη της εκφραστικής οικονομίας και της γλώσσας οι δύο ποιητές είναι διαφορετικοί. Ο Παλαμάς είναι ποιητής μιας ευρύτατης κλίμακας συναισθημάτων, που αναπτύσσονται - ενίοτε με μακρότατες συνθέσεις - σε ένα πολύτομο έργο, και μιας χυμώδους λυρικής γλώσσας που όχι λίγες φορές γίνεται ανοικονόμητη. Ο Καβάφης περιορίζεται σε ορισμένα βασικά συναισθήματα, που συμπυκνώνονται σε έναν μικρό αριθμό σύντομων ποιημάτων και σε μιαν ειρωνική γλώσσα, αντιλυρική και «ασυγκίνητη», που κάποτε γίνεται αντιποιητικά στεγνή.

* Τα κοινά στοιχεία

Οι μεγάλες ωστόσο διαφορές των δύο ποιητών δεν εμποδίζουν να αισθανθούμε τις ομοιότητές τους, που είναι, όπως είπαμε, όχι ασήμαντες. Μία από αυτές είναι άλλωστε φανερή. Αναφέρομαι στην περίοπτη θέση που κατέχει στο έργο τους ο ελληνισμός. Αποτελεί ωμή παρανάγνωση του Καβάφη, αποτέλεσμα της προσπάθειας εφαρμογής στους στίχους του σημερινών πεποιθήσεων περί ετερότητας, η ανακάλυψη σε αυτούς μιας μεταμοντέρνας διάστασης που υπερβαίνει τις αναζητήσεις της εθνικής ταυτότητας. Κι αυτό γιατί η έννοια της πρόσμειξης του ελληνικού στοιχείου με το ξένο εθνοτικό στοιχείο απορρέει στον Καβάφη όχι από την ανάγνωση σημερινών εγχειριδίων περί εθνογενέσεως αλλά από την αναγκαιότητα της «ποικίλης δράσεως των στοχαστικών προσαρμογών». Ο Καβάφης πιστεύει στην αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνισμού όχι λιγότερο απ' ό,τι ο Παλαμάς, και η πεποίθησή του αυτή μαζί με τη συχνότητα των ελληνικών θεμάτων στην ποίησή του τον κάνουν ποιητή εξίσου ελληνοκεντρικό με τον Παλαμά.

Ενα δεύτερο στοιχείο ομοιότητας, λιγότερο εμφανές, είναι οι πρωτοποριακές προσωδιακές τους αναζητήσεις. Σήμερα, καθώς διαβάζουμε τους στίχους του Παλαμά μέσα από την εμπειρία του ελεύθερου στίχου, δεν είναι εύκολο να αντιληφθούμε την τόλμη που απαιτούσαν στο τέλος του 19ου αιώνα τόσο η διατάραξη του παγιωμένου μετρικού βηματισμού σε ορισμένους δεκαπεντασύλλαβους, στους Ιάμβους και αναπαίστους και στον Τάφο, όσο και η αποδέσμευση των στίχων από την ισοσυλλαβία, την οποία πραγματοποιεί ο Παλαμάς σε όχι λίγα ποιήματά του εκείνης της εποχής. Η στιχουργική καινοτομία αυτών των έργων είναι αναλογικά (για τη δεκαετία κατά την οποία εμφανίζεται) όχι μικρότερη από την απελευθέρωση από το μέτρο, που θα επιχειρήσει αργότερα ο Καβάφης, για την οποία έχει προετοιμάσει το έδαφος ο Παλαμάς.

Ακόμη λιγότερο εμφανές είναι ένα άλλο κοινό στοιχείο του Παλαμά με τον Καβάφη, εκείνο της διαμεσολαβημένης έκφρασης του συναισθήματος. Οσο και αν ο Παλαμάς εκδηλώνεται ως ποιητής ενός σφύζοντος λυρισμού και μιας αισθησιακής γλώσσας, κατά βάθος είναι, όπως ο Καβάφης, «διανοητικός» ποιητής: «αισθάνεται» και αυτός «με τη σκέψη του». Ο ίδιος άλλωστε χαρακτηρίζει τον εαυτό του ποιητή της «λυρικής Σκέψης» (Η ποιητική μου, Δ'). Βέβαια με μια διαφορά ως προς τις διαθέσεις της αισθαντικότητας μέσα στο κράμα αισθήματος - σκέψης. Στον Παλαμά η αισθαντικότητα είναι εξωστρεφής, ενώ στον Καβάφη εσωστρεφής. Γι' αυτό στον πρώτο εκφράζεται με λυρική και στον δεύτερο με ειρωνική γλώσσα, που είναι μια μορφή «διανοητικής» γλώσσας.

* Η μεταθανάτια τύχη

Δύο ποιητές της ίδιας βιολογικής γενιάς που έχουν θεματοποιήσει την ποίηση στους στίχους τους αναλογικά περισσότερο από κάθε άλλον ποιητή της εποχής τους - αυτό είναι ένα ακόμη κοινό τους στοιχείο - και που αισθάνονται την τέχνη τους ως το μόνο υπολογίσιμο αντίβαρο στη φθορά του χρόνου, δεν θα μπορούσαν να μην ένιωθαν ανταγωνιστικά μεταξύ τους και να μην έκαναν σκέψεις για τη διάρκεια όχι μόνο της δικής τους ποίησης αλλά και της ποίησης του άλλου. Ολα τα στοιχεία δείχνουν ότι ο Καβάφης ήθελε να αναγνωριστεί ως ο κύριος ανταγωνιστής του Παλαμά. Αλλά και ο Παλαμάς από το 1920 και μετά θα έπρεπε στον Καβάφη να έβλεπε και όχι στον Σικελιανό το αντίπαλο ποιητικό δέος. Οπως και να έχει το πράγμα, ο λιγότερο ανήσυχος για την μετά θάνατον τύχη του έργου του θα πρέπει να ήταν ο Καβάφης. Βαθύτερος μελετητής της ανθρώπινης φθοράς, θα πρέπει να ένιωθε ότι ο ειρωνικός λόγος που με τόσο μόχθο κατόρθωσε να δημιουργήσει θα μετρούσε περισσότερο στην «τράπεζα του μέλλοντος» απ' ό,τι ο λυρικός λόγος του Παλαμά.
ΠΗΓΗ: ἐφημ. Τὸ Βῆμα,16 Μαρτίου 2003
Reblog this post [with Zemanta]

Κυριακή 23 Αυγούστου 2009

reBlog from spoudasterion.pblogs.gr: Ludus Literarius

Konstantinos KavafisImage via Wikipedia

του Μανόλη Λαμπρίδη


Γλώσσα και Ποίηση στον Καβάφη


Reblog this post [with Zemanta]

Σάββατο 25 Ιουλίου 2009

Η παγκοσμιότητα της ποίησης του Καβάφη

 

του Νάσου Βαγενά

καβάφης

Κανένας ίσως έλληνας ποιητής δεν υπήρξε τόσο καλός κριτικός αναγνώστης του έργου του όσο ο Καβάφης. Η φράση «ο Καβάφης είναι ποιητής του μέλλοντος», την οποία διοχέτευε εντέχνως στο ευρύτερο κοινό μέσω του στενού περιβάλλοντος των θαυμαστών του, υπαγορευόταν ­ είναι φανερό ­ λιγότερο από ματαιοδοξία και περισσότερο από την επίγνωση ότι θα ερχόταν μια εποχή που η ασύμβατη με τα ποιητικά δεδομένα του καιρού του ποίησή του θα επιβαλλόταν ως μεγάλη ποίηση, όχι μόνο μέσα στο περιορισμένο νεοελληνικό πλαίσιο. Ο Καβάφης γνώριζε ότι ο ποιητικός του λόγος, που με τόσο κόπο και με τόση τέχνη είχε διαπλάσει μέσα από την αναχώνευση ποικίλων στοιχείων των ποιητικών τεχνοτροπιών του 19ου αιώνα και της αρχαίας ελληνικής εποχής, θα γινόταν, παρά την ιδιοτυπία του, όχι μόνο δεκτός στον ποιητικό κανόνα αλλά και θα διαμόρφωνε τον κανόνα περισσότερο απ' όσο συνήθως τον διαμορφώνει ένα έργο που έρχεται να προστεθεί σ' αυτόν. Αυτά σκέφτεται κανείς όταν παρατηρεί το μέγεθος της διεθνούς απήχησης του Καβάφη σήμερα. Βιβλία για την ποίησή του τυπώνονται σε διάφορες γλώσσες· διεθνή συνέδρια διοργανώνονται σε διάφορες χώρες· μελέτες με τίτλους όπως «Ωντεν και Καβάφης», «Ουνγκαρέττι και Καβάφης», «Πλάτεν και Καβάφης» δημοσιεύονται σε διεθνή περιοδικά· τα ποιήματά του παρέχουν το θεματικό υλικό σε έργα μειζόνων ζωγράφων και μουσουργών· διδάσκονται σε τμήματα όχι μόνο νεοελληνικών σπουδών αλλά και συγκριτικής φιλολογίας των ξένων πανεπιστημίων.

Η σημερινή απήχηση της καβαφικής ποίησης τόσο στους Ελληνες όσο και στους ξένους αναγνώστες της, αποκτά τις διαστάσεις φαινομένου, όταν σκεφτούμε ότι ο Καβάφης, που είναι ένας χρονικά παλαιός ποιητής, δεν διαβάζεται ως ένας ποιητής που είχε ξεχαστεί και που ανακαλύπτεται εκ νέου. Ως προς τους Ελληνες, η μελέτη της αναγνωστικής του τύχης δείχνει ότι ­ διαφορετικά από εκείνη του νεότερού του Σικελιανού, ο οποίος, έπειτα από μια περίοδο αναγνωστικής παραμέλησης, φαίνεται να επανεκτιμάται, και δικαίως, σήμερα, όμως ως παλαιός ποιητής ­ η γοητεία της ποίησης του Καβάφη, από την εποχή του θανάτου του (1933) έως σήμερα, παρουσιάζει μιαν ανοδική πορεία, και ότι ο Καβάφης διαβάζεται και σήμερα ­ για την ακρίβεια, σήμερα διαβάζεται περισσότερο ­ με την αμεσότητα με την οποία διαβάζεται ένας σημερινός ποιητής. Το ίδιο θα λέγαμε και για την απήχησή του στους ξένους αναγνώστες, η οποία στο επίπεδο του ευρύτερου κοινού γίνεται αισθητή από τη δεκαετία του 1960 και εξής. Ο ποιητής που γράφει τα ποιήματά του στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα διαβάζεται ως ποιητής ­ και μάλιστα χαρακτηριστικός ­ του τέλους του 20ού αιώνα.

Ενα από τα στοιχεία που το αποδεικνύουν αυτό, από τα πλέον δηλωτικά του φαινομένου το οποίο προσπαθώ να περιγράψω, μας το παρέχει η μελέτη της παρωδίας της καβαφικής ποίησης. Η διασκεδαστική και εξαίρετα σχολιασμένη συναγωγή που εξέδωσε πέρυσι ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος με τον τίτλο Παρωδίες καβαφικών ποιημάτων (εκδόσεις Πατάκη) αποτελείται από 170 ελληνικές (γιατί υπάρχουν και ξενόγλωσσες) παρωδίες που εμφανίστηκαν σε χρονικό διάστημα ογδόντα ετών (1917-1997). Ο αριθμός, όπως δηλώνει ο επιμελητής της έκδοσης, είναι χαρακτηριστικός, όχι εξαντλητικός. Ο Δασκαλόπουλος παρατηρεί ότι το πλήθος των παρωδιών της καβαφικής ποίησης αποτελεί «ένα πολύ ενδιαφέρον και αδιερεύνητο κεφάλαιο της καβαφικής φιλολογίας, παρόμοιο του οποίου δεν θα συναντήσουμε να υπάρχει, σε τόσην έκταση και διάρκεια, γύρω από το έργο κανενός άλλου νεοέλληνα λογοτέχνη». Και πράγματι, η διάρκεια της διάθεσης για παρώδηση του καβαφικού ποιητικού τρόπου είναι κάτι περισσότερο από αξιοσημείωτη, αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι η παρωδιακή διάθεση, όπως το δείχνει η μελέτη της παρωδίας, είναι περισσότερο ισχυρή την εποχή που εμφανίζονται τα παρωδούμενα έργα. Αλλά δεν είναι μόνο η διάρκεια. Είναι και το γεγονός ότι στο βιβλίο του Δασκαλόπουλου ο αριθμός των παρωδιών με το πέρασμα του χρόνου αντί να μειώνεται, όπως θα ήταν φυσικό, αυξάνεται, πράγμα που ασφαλώς συμβαίνει και με τον πραγματικό αριθμό των καβαφικών παρωδιών: ενώ για τα πρώτα πενήντα χρόνια από την εμφάνιση της πρώτης παρωδίας καβαφικού ποιήματος (1917-1966) το βιβλίο περιέχει 73 παρωδίες, από το 1970 ως το 1997, δηλαδή για ένα διάστημα 27 ετών, οι παρωδίες είναι 97.

Ο Δασκαλόπουλος διευκρινίζει ότι συγκροτεί τη συναγωγή του με παρωδίες κατά τον συνήθη ορισμό της παρωδίας ως κωμικής μίμησης ενός έργου, και όχι με την ευρύτερη έννοια του όρου, που περιλαμβάνει και την υπέρβαση της κωμικής μίμησης και προσδιορίζεται ως επανάληψη με διαφορά: όχι μόνο περιπαικτική και ευτράπελη αλλά και ομόλογη και εμπλουτιστική· που περιλαμβάνει δηλαδή και έργα τα οποία χαρακτηρίζονται με τη φράση a la maniere de ­. Για τα ποιήματα αυτά, τα γραμμένα «με τον τρόπο του Καβάφη», αλλά και για τα ποιήματα με θέμα τον ίδιο τον Καβάφη, ο Δασκαλόπουλος ετοιμάζει μια δεύτερη συναγωγή, η οποία πιστεύω πως θα δείξει ότι η απήχηση της καβαφικής ποίησης στους έλληνες ποιητές, από την εποχή του θανάτου του Καβάφη ως σήμερα, ακολουθεί και αυτή μιαν αύξουσα πορεία.

Λέω «στους έλληνες ποιητές», γιατί η τύχη του καβαφικού έργου στο εξωτερικό είναι ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο της καβαφικής φιλολογίας, το οποίο μόλις τον τελευταίο καιρό έχει αρχίσει να ερευνάται συστηματικότερα. Δεν αναφέρομαι τόσο στην υποδοχή του Καβάφη από το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, κύριο τεκμήριο της οποίας είναι οι αθρόες για τα εμπορικά δεδομένα της ποίησης πωλήσεις των καβαφικών μεταφράσεων. Εννοώ κυρίως την απήχηση του Καβάφη στους ξενόγλωσσους ομοτέχνους του, η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη απ' ό,τι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Αυτό δείχνουν τα πορίσματα ενός ερευνητικού προγράμματος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, ο σκοπός του οποίου ήταν να καταγράψει την «παρουσία» του Καβάφη στο έργο ξένων ποιητών: να συγκεντρώσει ποιήματα που έχουν γραφεί κατά μίμηση, κατ' επίδραση, σε συνομιλία με την ποίηση του Καβάφη, ή που έχουν ως θέμα τον ίδιο τον Καβάφη. Παρ' ότι η έρευνα περιορίστηκε σε είκοσι μόνο χώρες, επιβεβαίωσε αυτό που είπαμε στην αρχή: ότι ο Καβάφης διαβάζεται σήμερα, ακόμη και μέσα από μετάφραση, ως ένας σημερινός ποιητής. Επιβεβαίωσε, ακόμη, ότι ο Καβάφης έχει αποκτήσει το κύρος και την αίγλη ενός παγκόσμιου ποιητή. Εδειξε, τέλος, ότι η γοητεία της καβαφικής ποίησης έχει προκαλέσει τη δημιουργία ενός πλήθους ξένων ποιημάτων, τα οποία λόγω της σχέσης τους με το καβαφικό έργο, αλλά και της συγκινησιακής έντασης αυτής της σχέσης, αποτελούν (μαζί με τα αντίστοιχα ελληνικά) μιαν ιδιότυπη κατηγορία ποιημάτων, τα οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «καβαφογενή». Για τα ποιήματα αυτά θα μιλήσουμε στην επόμενη επιφυλλίδα μας.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 11/7/1999

Σάββατο 18 Ιουλίου 2009

Ο Roderick Beaton για τον Κ.Καβάφη

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

ΠΗΓΗ: image Roderick Beaton, Εισαγωγή στη Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2009

Γ.Δάλλας, Κ.Καβάφης - Ο ποιητής των μελλουσών γενεών

 

image

image

image

image

image image

image

image

image

image

image

image

image

image

ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ένθετο 7 ΗΜΕΡΕΣ, KYPIAKH 11 IANOYAPIOY 1998

Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ

image

του Ευγένιου Αρανίτση

ΠΗΓΗ: image περ. Η ΛΕΞΗ, τ.174, Μάρτης - Απρίλης 2003

http://www.spoudasterion.pblogs.gr

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More