Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Ιουνίου 2010

H πανδημία της αποβλάκωσης

Ας μη διστάσουμε να αψηφήσουμε τις προκαταλήψεις για το ποδόσφαιρο! Αντίθετα από κάποιους που «συγχέουν» τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (τον ΟΗΕ, αυτό το «μαραφέτι» όπως το χαρακτήριζε ο Ντε Γκωλ) με τη FIFA, και αντίθετα από εκείνους που θέλουν να συγκρίνουν τα κράτη με τις ποδοσφαιρικές ομάδες, θα ορίσουμε πιο επιστημονικά την τρέχουσα παγκοσμιοποίηση του ποδοσφαίρου με τον ακόλουθο τρόπο: η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης συνδέεται ευθέως με τον τρόπο παραγωγής μέσα στον οποίο αναπτύσσεται: ο καπιταλισμός της τρίτης εποχής, δηλαδή ένας φιλελευθερισμός που πηγάζει από υψηλές (και χαμηλές) σφαίρες του χρηματοοικονομικού καπιταλισμού, ο οποίος απορρυθμίζει και καμιά φορά καταστρέφει όλα όσα μπόρεσαν να αναπτύξουν και να διατηρήσουν ως σήμερα τα δημοκρατικά κράτη: τις δημόσιες υπηρεσίες, τις εθνικοποιημένες επιχειρήσεις, το εργατικό δίκαιο...

Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/#ixzz0rFsLMAcY
Under Creative Commons License: Attribution

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Πολιτισμός στο παγκόσμιο χωριό

Πολιτιστικές πολιτικές σε μια παγκόσμια εποχή - Αβεβαιότητα, αλληλεγγύη και καινοτομία

του ΣΤΕΛΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΑΔΗ

Η ανισορροπία που προέκυψε μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης, την άνοδο Κίνας, Ινδίας, Ρωσίας και χωρών της Νότιας Αμερικής και τώρα τη δομική οικονομική κρίση της Δύσης, διαταράσσει όχι μόνο τις μεταπολεμικές πολιτικές βεβαιότητες, αλλά και τις πολιτιστικές: επιστροφή στη θρησκεία, έξαρση ρατσισμού και εθνικισμού, αλλά και υπεράσπιση παραδόσεων, γλωσσών, συμβόλων και μνημείων, ταυτότητας, ανεξαρτησίας, πολυπολιτισμικότητας και βιοποικιλότητας.

Επίσης, προκαλεί αναζήτηση νέων μορφών έκφρασης και τροποποιεί ή αντιστρέφει τα μοντέλα της Δύσης.

Με τη συμβολή διανοουμένων απ' όλο τον κόσμο, οι Ντέιβιντ Χελντ και Ενριέτα Μουρ προσπαθούν να θίξουν και να ερμηνεύσουν πολλά διαφορετικά ζητήματα κουλτούρας που συνυπάρχουν στον σύγχρονο κόσμο, υποστηρίζοντας ότι «η κουλτούρα δεν διαχωρίζεται από την παγκοσμιοποίηση» . Στο βιβλίο «Πολιτιστικές πολιτικές σε μια παγκόσμια εποχή - Αβεβαιότητα, αλληλεγγύη και καινοτομία» (εκδόσεις «One world», Οξφόρδη) εξετάζονται μέσα από δεκάδες κείμενα οι θετικές και αρνητικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης υπό το πρίσμα του πολιτισμού σε πολλά επίπεδα, κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά, καλλιτεχνικά, οικολογικά, θρησκευτικά κ.λπ.

Καπιταλισμός και ΜΜΕ

* Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η σύγχρονη εποχή διαπνέεται ακόμα από αντιλήψεις που έρχονται από τον Μεσαίωνα. Για τη σχέση αναπτυγμένου και αναπτυσσόμενου κόσμου, ο Ούλριχ Μπεκ, καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και στο London School of Economics, διαπιστώνει ότι οι θέσεις του Σάμουελ Χάντινγκτον και του Φράνσις Φουκουγιάμα που προσδιόρισαν σε πολιτιστική βάση το υπόβαθρο της αμερικανικής πολιτικής έναντι του ισλαμικού κόσμου, είναι αντίστοιχες με τις απόψεις του φιλόσοφου ντε Σεπούλβεδα και του δομινικανού ιερέα Λας Κάζας πριν από πεντακόσια χρόνια: Ο πρώτος θεωρούσε τους Ινδιάνους κατώτερους, άρα έπρεπε να διαπαιδαγωγηθούν με υποταγή και εκμετάλλευση, και ο δεύτερος τους θεωρούσε «ίδιους» που έπρεπε όμως να αποκτήσουν την κουλτούρα των κατακτητών για να εξομοιωθούν πλήρως. Δύο επιφανειακά διαφορετικές προσεγγίσεις που είχαν το ίδιο αποτέλεσμα: γενοκτονία και αλλοτρίωση.

«Ο Λας Κάζας και ο Φουκουγιάμα αντιλαμβάνονται την εξαφάνιση της διαφορετικότητας ως διαδικασία εκπολιτισμού, στη μία περίπτωση μέσα από τον χριστιανισμό και στην άλλη μέσα από τις ανώτερες δυτικές αξίες», γράφει ο Μπεκ.

* Στο δικό του άρθρο, ο Τζον Τόμλινσον, καθηγητής Πολιτιστικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Τρεντ του Νότιγχαμ, επισημαίνει τις ποιοτικές αλλαγές στη φύση του καπιταλισμού. Οχι μόνο αλλάζουν οι τεχνικές παραγωγής και διακίνησης προϊόντων, αλλά και η μετακίνηση κεφαλαίων έχει αφηρημένη μορφή αποσυνδεμένη από την παραγωγική διαδικασία. Ενας καπιταλισμός γρήγορος, που εντείνει το άγχος αντί να κάνει τη ζωή πιο εύκολη και άνετη. Χωρίς να διανέμει τον πλούτο πιο ίσια, αυξάνει απεριόριστα την κατανάλωση, εντείνοντας την εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας και του φυσικού περιβάλλοντος σε κάποια άλλη περιοχή του κόσμου.

Και τα ΜΜΕ συνηγορούν προβάλλοντας εικόνες μιας καλής ζωής που είναι δήθεν αποτέλεσμα της μεγάλης κατανάλωσης. Το πρόβλημα για τον συγγραφέα δεν είναι μόνο ιδεολογικό, αλλά και αποτέλεσμα της άμεσης και εύκολης πρόσβασης στην τηλεπικοινωνία που ενθαρρύνει μη ρεαλιστικές προσδοκίες ανεμπόδιστης αφθονίας στην καθημερινή ζωή.

* «Οι τεράστιες βιομηχανίες πολιτισμού βοηθούν να κατασκευάζουμε τις ιδέες μας», γράφει με τη σειρά του ο κριτικός Ντάγκλας Κέλνερ αναφορικά με τον ηγεμονικό πλέον ρόλο της τηλεόρασης, του τύπου, του διαδικτύου, του Χόλιγουντ κ.λπ. Και ο κινηματογραφιστής και δημοσιογράφος Ντάνι Σέκτερ περιγράφει την κυριαρχία των μίντια στην πολιτική κουλτούρα. Οι βιομηχανίες κουλτούρας με ψυχαγωγικά προγράμματα και ειδήσεις «διαδίδουν πληροφορίες, ιδεώδη και ιεδολογήματα με ένα τρόπο πολύ πιο ισχυρό και διεισδυτικό από τις αποφάσεις που λαμβάνουν οι πολιτικοί και τα κοινοβούλια. Με πολλούς τρόπους τα προϊόντα των ΜΜΕ αποπολιτικοποιούν την πολιτική, μετατρέποντας τους πολιτικούς αγώνες σε διαγωνισμούς προσωπικοτήτων και τα σημαντικά ζητήματα σε απλουστευμένα μηνύματα. Η δημοκρατία, η οποία στη θεωρία είναι υπόλογη στους ψηφοφόρους της έχει μετατραπεί σε μιντιοκρατία υπόλογη στην αγορά. Στην πράξη, όσο αυξάνεται η ισχύς τους, τα ΜΜΕ υπαγορεύουν την ατζέντα και θέτουν τους όρους του δημόσιου διαλόγου. Οταν ένα ζήτημα δεν προβάλλεται στην τηλεόραση, για τους περισσότερους ανθρώπους δεν υφίσταται.

»Οταν οι υπέρμαχοι κάποιας πολιτικής δεν ακούγονται στα ρεπορτάζ, ο αντίκτυπος των απόψεών τους είναι μηδαμινός. Κι όμως, πολλοί εξέχοντες πολιτικοί και ακτιβιστές δεν αναγνωρίζουν ότι το πρόβλημα με τα μίντια βρίσκεται στην καρδιά της πολιτικής κρίσης στην Αμερική. Γι' αυτό, το κόμμα της αποχής έχει γίνει η πιο σημαντική ομάδα στις δυτικές δημοκρατίες. Τα ΜΜΕ ενθαρρύνουν αυτή την αντιδημοκρατική τάση. Οι ειδήσεις αποστειρώνονται, οι δημοσιογράφοι λογοκρίνονται και οι σημαντικές υποθέσεις αποσιωπούνται».

Το μονοπώλιο των ειδήσεων

Ο μεγιστάνας Τεντ Τέρνερ, ιδρυτής του CNN, δηλώνει κατηγορηματικά: «Οι μεγάλες εταιρείες δεν έχουν ανταγωνισμό. Ελέγχουν μονοπωλιακά τα νέα και κερδίζουν δισ. από τις μεταξύ τους συναλλαγές». Από την άλλη, η News Corporation του Ρούπερτ Μέρντοχ ελέγχει το τηλεοπτικό Fox News και τις εφημερίδες «New York Post» και «Wall Street Journal» στις ΗΠΑ, 110 εφημερίδες στην Αυστραλία, τους «Times», τη «Sun» κ.ά. στην Αγγλία, το τηλεοπτικό Sky News, το διαδικτυακό My Space, εταιρείες δίσκων και κινηματογράφου κ.λπ. Η σχέση με τους πολιτικούς; Μαντέψτε! Ετσι, η «κατασκευή της συγκατάθεσης» διαποτίζει τα μίντια και το σύστημα εξακολουθεί να αυτοαποκαλείται «δημοκρατία».

Reblog this post [with Zemanta]

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

Το πλοίο των τρελών

του Γεράσιμου Βώκου, καθηγητή φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

image

Ίσως ένα από τα εντυπωσιακότερα γεγονότα των τελευταίων ετών είναι οι περίφημες διαδηλώσεις σε διάφορα μέρη του κόσμου εναντίον του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης.


Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/#ixzz0gapUDQjH
Under Creative Commons License: Attribution


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Ο Μεγάλος Αδελφός, η παθητικότητα των πολιτών και η λατρεία της τεχνολογίας

image

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι κοινός τόπος ότι οι περισσότερες κυβερνήσεις, στον έναν ή στον άλλο βαθμό, επιδιώκουν την παθητικότητα των πολιτών τους, έστω και με διαφορετική μεθοδολογία και πιο εκλεπτυσμένους (;) τρόπους από αυτήν του Μεγάλου Αδελφού στο «1984».

Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται στην αρχική μας σελίδα.

Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Οι βάρβαροι και οι νεοβάρβαροι


Μόνο με τον διάλογο, την ανεκτικότητα και τη συνύπαρξη των διαφορών θα αφήσουμε πίσω μας την εποχή των πολέμων, του φονταμενταλισμού και της αντιπαράθεσης Δύσης- Ισλάμ, υποστηρίζει ο γνωστός θεωρητικός Τσβετάν Τοντόροφ


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".
Reblog this post [with Zemanta]

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Χρειάζεται ακόμη η θρησκεία;

a man alone in the street with his cup - Bangk...Image by Sailing "Footprints: Real to Reel" (Ronn ashore) via Flickr

Αυτή η νέα κατάσταση δημιουργεί ένα κενό, έναν χώρο μέσα στον οποίο τα άτομα καλούνται να πάρουν μια σειρά από αποφάσεις χωρίς τη βοήθεια της παράδοσης ή της συλλογικής ιδεολογίας. Με άλλα λόγια στην ύστερη νεωτερικότητα το άτομο καλείται, όπως το θέτει ο Anthony Giddens, «να κατασκευάσει τη δική του βιογραφία» ­ να αποφασίσει σχεδόν εκ του μηδενός ή μάλλον με βάση τη δική του ιδιοσυγκρασία για τον τρόπο της ζωής του: για το αν θα παντρευτεί ή όχι, για το αν και πόσα παιδιά θα κάνει, για το αν και σε ποια εκκλησία θα πάει, ποιο κόμμα θα ψηφίσει, ποιο «image» θα προβάλει στους άλλους μέσω της ενδυμασίας, της δίαιτας, της γυμναστικής, της πλαστικής εγχείρησης κτλ. Ξαφνικά δηλαδή το μεταμοντέρνο άτομο καλείται επί μονίμου βάσεως να καλύψει με τις δικές του δυνάμεις το κενό που η έκλειψη πρώτα της παράδοσης και μετά των συλλογικών ιδεολογιών δημιούργησε...


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".
Reblog this post [with Zemanta]

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

Ποιοι δημιουργούν την παγκόσμια φτώχεια


I found this fascinating quote today:


Αν θέλουμε να εξηγήσουμε τη φτώχεια του Τρίτου Κόσμου πρέπει να επικεντρώσουμε την προσοχή μας όχι μόνο στη δομή της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά και στη δομή του κράτους στις περισσότερες χώρες της περιφέρειας και της ημιπεριφέρειας. Με άλλα λόγια το πρόβλημα της παγκόσμιας φτώχειας (και η λύση του) έχει διττό χαρακτήρα. Έχει να κάνει και με τον ρόλο που οι οικονομικά ισχυρές χώρες παίζουν στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησηςμε τον τύπο της κρατικής εξουσίας που κυριαρχεί στις χώρες του Νότου ­ ένας τύπος εξουσίας που μπορεί κανείς να ονομάσει κλεπτοκρατικό. και spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius
You should read the whole article.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

«Κουκουλοφόροι»


του Κ.Τσουκαλά, καθηγητή Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών


Η κοινωνία και το «οικουμενικό έγκλημα»

Μερικοί αριθμοί είναι εφιαλτικοί: σύμφωνα με τον ΟΗΕ, το ετήσιο εισόδημα των «υπερεθνικών» εγκληματικών οργανώσεων και οργανισμών είναι της τάξεως του ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων. Ποσό που υπερβαίνει το αθροιστικό εθνικό εισόδημα όλων των υπανάπτυκτων χωρών, στις οποίες συνωθούνται τρία δισεκατομμύρια άνθρωποι, έξι δηλαδή στους δέκα κατοίκους του πλανήτη. Και ταυτόχρονα ξεπερνά επίσης τον αθροιστικό κύκλο εργασιών των 500 μεγαλύτερων επιχειρήσεων του κόσμου, όπως αναφέρονται από το περιοδικό «Fortune».

Τέτοιας όμως τάξης εισοδήματα δεν «τρώγονται» ούτε και «μοιράζονται» με οποιοννήποτε τρόπο στους πολυάριθμους υπαλλήλους, συμμετόχους και συνεργούς. Σαν το κεφάλαιο εν γένει, πρέπει να «επενδυθούν», να διακινηθούν και να συσσωρευθούν στο μεγαλύτερο μέρος τους. Και αυτό θα γίνει βέβαια κατά προτίμηση στη ρευστή, ανώνυμη και ανεξέλεγκτη υπερεθνική οικονομία, η οποία μετά από μια λιγότερο ή περισσότερο περίπλοκη διαδικασία «ξεπλύματος» αποδίδει τους νέους κεφαλαιούχους στην άσπιλη κοινωνία των «καθαρών» μεγιστάνων. Οι «δημοσιονομικοί παράδεισοι» των ευλογημένων νησιών της Καραϊβικής, που δεν θέλουν να γνωρίζουν το χρώμα του χρήματος ή των καταθετών, διακινούν ήδη πάνω από 15% του ακαθάριστου παγκόσμιου προϊόντος. Το περισσότερο από αυτό είναι υπό μεταβάπτισιν. Ετσι, τα τερατώδη ποσά που διακινούνται από το «έγκλημα» θα πρέπει να αντιπροσωπεύουν ένα μικρό μόνο μέρος από τα ποσά που διακινούνται από τους «εγκληματίες» και τους νόμιμους ή παράνομους διαδόχους τους. Ως βρώμικο, υπό καθαρισμόν ή ήδη απαστράπτον, το μεγαλύτερο ίσως μέρος του υπερεθνικού κεφαλαίου είναι σαφέστατα και απερίφραστα «εγκληματογενές.

Από τη μεριά τους, εγκλωβισμένες στις δικές τους αναχρονιστικές κανονιστικές προϊδεάσεις, οι έννομες Πολιτείες προτάσσουν και προστατεύουν τις έστω αμφιλεγόμενες «αξίες» τους. Αιχμάλωτες της υπερεθνικής ανταγωνιστικότητας, αρκούνται στο να ψελλίζουν τον περί δικαιοσύνης, δικαίου, αξιοκρατίας και επιείκειας λόγο. Υποτασσόμενες στα συλλογικά κελεύσματα των σε μεγάλο βαθμό εγκληματολάγνων ή, στην καλύτερη περίπτωση, πραγματιστικά ανεκτικών κατεχόντων, εμφανίζονται αδέκαστες έναντι όλων των ορατών μικροπαραβατών. Εκλιπαρούν επενδύσεις από τους νόμιμους διαδόχους των μεγαλεμπόρων ηρωίνης και καταδιώκουν τους απλούς χρήστες κάνναβης. Διακινούν και επινέμουν το ανεξέλεγκτο και ολοένα διογκούμενο ιθαγενές «πολιτικό χρήμα» πατάσσοντας επιδεικτικά όσα φαινόμενα μικροδιαφθοράς θα εκβρασθούν παρ' ελπίδα στην επιφάνεια της (ελεγχόμενης) δημοσιότητας. Σαν τον Σολομώντα κηρύσσουν ακατάπαυστα την αρετήν «ενώπιον τριακοσίων γυναικών και επτακοσίων παλλακίδων». Αντίθετα όμως με τον φιλήδονο βασιλέα, και ακολουθώντας ίσως τη συνταγή του Αγίου Τερτυλλιανού, «πιστεύουν» ή προσπαθούν να πείσουν ότι η αρετή αυτή μπορεί πράγματι, κάποτε, να πρυτανεύσει, επειδή κάτι τέτοιο είναι απίστευτο. Credo quia absurdum.

Εν τω μεταξύ βέβαια οι Πολιτείες και οι πολίτες αντιμετωπίζουν τα εφιαλτικά απόνερα του παγκόσμιου ζόφου. Εξουθενωμένες από τις σωρευτικές επενέργειες του συστήματος, οι άνεργες και ανοικονόμητες μάζες μετακινούνται, απειλούν, απελπίζονται και αρπάζουν. Ακόμη και αν φτάνουν στα αφτιά τους τα κηρύγματα περί αρετής και αξιοκρατίας, δεν είναι βέβαια δυνατόν να ηχήσουν πειστικά. Ως μόνοι εναπομένοντες Θωμάδες «αυτοί» δεν πιστεύουν στην αγγελική αξιοκρατία. Και χωρίς να το ξέρουν, άγονται απλώς στο να μιμηθούν τους πραγματικούς εμπνευστές της απόγνωσής τους, μεταφέροντας τη βία και τον φόβο στην καθημερινότητα των καλών νοικοκυραίων.

Αυτοί οι τελευταίοι όμως «πιστεύουν», ή τουλάχιστον υποκρίνονται ότι πιστεύουν. Και γι' αυτό ίσως θα αφήσουν τον εαυτό τους να εμπνευσθεί και αυτός από τον δίκαιο Σολομώντα, υπερβαίνοντάς τον βέβαια. Η δική τους βία είναι συμβολικά «δικαιωμένη». Και προκειμένου να εξορύξουν επί πιστώσει τους κατά τεκμήριο απειλητικούς οφθαλμούς, οπλίζονται με τα δίκαννά τους και την αγανάκτησή τους, απειλούν να αυτοδικήσουν, οργανώνουν πογκρόμ και διατρανώνουν ότι θα πάρουν το κράτος και τον «νόμο» (ποιον;) στα χέρια τους: με τις ευλογίες βέβαια των ΜΜΕ, που ολοένα και περισσότερο τρέφονται με τη βία την οποία καταδικάζουν και υποθάλπουν. Τα αποτελέσματα είναι τερατώδη. Οπως δήλωσε προσφυώς ο υπεραμυνόμενος του προσωπικού του αντιρατσισμού δήμαρχος της Ραφήνας, «πρέπει να γίνουμε ρατσιστές» (sic!). Και όχι μόνο. Οι «κουκουλοφόροι» ληστές θα αποτελέσουν τον καταλύτη που θα ενεργοποιήσει σε οικουμενικό επίπεδο τη «θεμελιώδη προτεραιότητα των αυθόρμητων και επιθετικών δυνάμεων», για τις οποίες μιλούσε ο Νίτσε.

Ποιοι όμως είναι οι πραγματικοί «κουκουλοφόροι»; Οι απάτριδες «Αλβανοί χωρίς όνομα» που ενεργοποιούν την υστερική βία των πολιτών ή οι υπερεθνικοί «καταθέτες χωρίς όνομα» που καταστρέφουν την αξιοπιστία των Πολιτειών; Των μεν πρώτων τα ίχνη είναι προσπελάσιμα. Αργά ή γρήγορα οι «εγκέφαλοι» θα συλληφθούν, αν δεν έχει προλάβει να τους «ξεκοιλιάσει» το αυθόρμητο κοινό. Τα ίχνη όμως των δεύτερων θα καλυφθούν με επιμέλεια. Ουδείς γνωρίζει ούτε θα στοιχειοθετήσει ποτέ με την απαιτούμενη πραγματολογική ακρίβεια τις συγκεκριμένες αιτιακές αλυσίδες που συνδέουν από τη μια μεριά τις «επενδυτικές» μετακινήσεις των δισεκατομμυρίων δολαρίων των εμπόρων κοκαΐνης από το Χονγκ Κονγκ στα Μπαρμπάντος και από την άλλη τις ληστείες των «Θρακομακεδόνων». Αυτών των αλυσίδων οι «εγκέφαλοι» θα εξακολουθήσουν να λιάζονται ξένοιαστα στις τροπικές ακτές.

Από τη θεωρία του χάους γνωρίζουμε ότι το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στο Πεκίνο αρκεί για να ενεργοποιήσει τους κυκλώνες του Ειρηνικού. Οπως όμως και η μετεωρολογική, έτσι και η κοινωνική αιτιοκρατία δεν είναι πια προφανής. Εξαπολύοντας τις οικονομικές, κοινωνικές και κανονιστικές διαδικασίες που αλλάζουν τη μορφή του κόσμου, το οικουμενικό «έγκλημα» δεν γνωρίζει καν τις συνέπειες, για τις οποίες άλλωστε δεν μπορεί παρά να αδιαφορεί παχυλότατα. Πολύ περισσότερο που οι πραγματικοί «κουκουλοφόροι» δεν είναι αθώες πεταλούδες. Είναι τα αόρατα όρνια που θα ενεργοποιήσουν τα θύματα και τους θύτες, οι οποίοι καλούνται να αλληλοσφαγούν στο όνομα των «αντικειμενικών» παρενεργειών του συστήματος. Από τη θεωρία του χάους έχουμε ήδη φθάσει στην υπερεθνική κοινωνία του χάους. ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 19-1-1997

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

Ο «ιερός πόλεμος» της Δύσης

Umberto Galimberti 1Image by Hop-Frog via Flickr

από το Θ.Γιαλκέτση

Με την επιλογή του πολέμου, η Δύση αρνείται τα ορθολογικά εργαλεία και επιστρέφει στο συμβολικό και στη βία. Ο ιταλός φιλόσοφος Ουμπέρτο Γκαλιμπέρτι αναλύει την παρούσα κρίση στο φως της Ιστορίας.

Ο Ουμπέρτο Γκαλιμπέρτι είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Βενετίας και συγγραφέας πολλών έργων. Στη γλώσσα μας κυκλοφορεί το βιβλίο του «Τοπία ψυχής» (εκδ. «Ιταμος», 2001).
Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «La Repubblica» στις 25.9.2001, δηλαδή πριν από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν.

του ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΓΚΑΛΙΜΠΕΡΤΙ

Θα ήθελα να ξοδέψω λίγα ανώφελα λόγια ενάντια στον πόλεμο που η Δύση φαίνεται ότι ετοιμάζεται να εξαπολύσει ενάντια στον κόσμο του Ισλάμ. «Ανώφελα», επειδή είναι γνωστό σε όλους πόσο αδύναμα είναι τα εργαλεία του λόγου απέναντι στην ισχύ των συμβόλων που εκμηδενίζουν τις διαφορές, φλογίζουν τις καρδιές, αφού προηγουμένως έχουν ναρκώσει τα μυαλά. Η ανθρώπινη ιστορία έχει βγει από τη συμβολική διάσταση εδώ και δύο μόνον αιώνες και αυτό έχει συμβεί μόνο στη Δύση. Η Δύση με το Διαφωτισμό παραχώρησε τα πρωτεία στο Λόγο και σε εκείνο το παράρτημά του που είναι ο αθεϊσμός, ενώ ο Θεός ήταν το θεμέλιο κάθε συμβολικής διάστασης. Πριν από αυτήν την εξέλιξη, ο «ιερός πόλεμος» ή, όπως λένε οι Αραβες, ο «τζιχάντ», ήταν κοινός τόσο στον ισλαμικό κόσμο όσο και στη χριστιανική Δύση και άπλωνε τις ρίζες του στον παλιό εβραϊκό πολιτισμό, ο Θεός του οποίου ήταν ένας θεός του πολέμου, ικανός να εξαπολύει ανέμους και καταιγίδες, βροντές και αστροπελέκια, θεομηνίες κάθε είδους, προκειμένου να βοηθήσει τους ανθρώπους που είχαν τεθεί υπό την προστασία του. Ο εβραϊκός «ιερός πόλεμος» τελείωσε το 70 μ.Χ. με την καταστροφή του ναού της Ιερουσαλήμ, αλλά ο χριστιανισμός, που περισυνέλεξε την κληρονομιά του εβραϊσμού, ήδη με την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη ξεθάβει την εικονογραφία του ιερού πολέου και απεικονίζει το Χριστό με ακονισμένο δρεπάνι στο χέρι, με έναν άγγελο στις διαταγές του, για να θερίσει τη γη και να την παραδώσει στη θεϊκή οργή.

Ο χριστιανισμός θα γίνει θρησκεία της Δύσης στον αστερισμό του πολέμου, όταν ο Κωνσταντίνος είδε στον ουρανό κάτι που έμοιαζε με το σημείο του σταυρού: «Εν τούτω νίκα». Στον αστερισμό του πολέμου θα προσηλυτιστούν στη συνέχεια οι λαοί του Βορρά, οι λεγόμενοι «βάρβαροι» που είχαν εισβάλει στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Κάτω από αυτόν τον αστερισμό θα συνενωθούν τα στρατεύματα του Καρλομάγνου, από τα οποία θα γεννηθεί η Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η διαχωρισμένη από την αυτοκρατορία της Ανατολής με την ορθόδοξη πίστη και από το Ισλάμ που είχε κάνει την εμφάνισή του τον 7ο αιώνα στη Σαουδική Αραβία με τον Μωάμεθ.

Ο τότε γνωστός κόσμος διαιρέθηκε σε τρία μέρη: η Ορθοδοξία, εκκινώντας από την Κωνσταντινούπολη, εξαπλώθηκε και στο σλαβικό κόσμο, ενώ στη Μεσόγειο συνέχισαν τη διαμάχη τους οι χώρες του Ισλάμ και ο χριστιανισμός και οι δυο τους με «ιερούς πολέμους» ή «σταυροφορίες». Αυτή η νοοτροπία δεν εξαλείφθηκε στο χριστιανικό κόσμο με το Μεσαίωνα, αλλά εγκαινιάζει και τη σύγχρονη εποχή με τον Χριστόφορο Κολόμβο, ο οποίος στο δικό του «ταξιδιωτικό ημερολόγιο» καθορίζει τους στόχους του εγχειρήματός του. Ο πρώτος είναι εκείνος ενός αφοσιωμένου τέκνου της χριστιανοσύνης, το οποίο θέλει να σώσει τον κόσμο φέρνοντας το βάπτισμα στους ειδωλολάτρες. Ο δεύτερος είναι εκείνος στον οποίο ο σύγχρονος κόσμος θα αναγνωρίσει τον εαυτό του: να φέρει στην πατρίδα πολύ χρυσάφι («Ο Κύριος με την καλοσύνη του με βοηθάει να βρω αυτό το χρυσάφι», 23 Δεκεμβρίου 1492). Το τίμημα του εγχειρήματος: εκείνο το «πλήθος των γυμνών και ανυπεράσπιστων», όπως το αποκαλεί ο Κολόμβος στο ταξιδιωτικό του ημερολόγιο, που ήσαν εφτά εκατομμύρια τη στιγμή της άφιξής του και που θα γίνουν μόλις δεκαπέντε χιλιάδες έπειτα από δεκάξι χρόνια.

Το να εξάγει βαπτίσματα και να εισάγει πλούτο, αυτό ήταν το νόημα εκείνου του χριστιανικού ιερού πολέμου. Και παρ' όλες τις μεταβολές στα ονόματα και στις μορφές, αυτό ήταν επίσης το νόημα της «νεωτερικότητας» που προωθήθηκε με την αποικιοκρατία, η οποία αρχικά ήταν εδαφική και σήμερα είναι οικονομική.

Από αυτήν τη σύντομη ιστορική αναδρομή γίνεται προφανές ότι ο «ιερός πόλεμος» ή ο «τζιχάντ» δεν είναι ένα αποκλειστικό προνόμιο του ισλαμικού κόσμου ούτε και μια μεσαιωνική καθυστέρηση (αφού διατρέχει όλο το τόξο της σύγχρονης ιστορίας), αλλά είναι ένα τυπικό γνώρισμα των μονοθεϊστικών θρησκειών, που με ήσυχη συνείδηση βρίσκουν στο Θεό τη δικαιολόγηση των πιο ειδεχθών εγκλημάτων που διαπράττονται στο όνομά του.

Τίποτα λοιπόν δεν είναι πιο ευεργετικό από το «Θάνατο του Θεού» που διακήρυξε ο Νίτσε και που είχε αναγγελθεί, έναν αιώνα πριν, από τον αθεϊσμό του Διαφωτισμού. Ενα θάνατο (εδώ χρειάζεται να προσέξουμε πολύ) που δεν αφήνει μόνον ορφανά αλλά και κληρονόμους. Και μεταξύ αυτών των κληρονόμων είναι και εκείνοι οι οποίοι, αφού εγκαταλείφθηκε ο «ιερός πόλεμος», προσεγγίζουν σήμερα τον «δίκαιο πόλεμο». Οπου η έννοια της «δικαιοσύνης» στη διαμάχη δύο πλευρών χωρίς διαιτησία δύσκολα μπορεί να διακριθεί από την έννοια της «εκδίκησης», που περιπλέκει την ιστορία σε ένα φαύλο κύκλο, του οποίου τις τραγικές συνέπειες κανείς δεν μπορεί να φανταστεί. Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι, στο δικό τους μικρό χώρο, μας έχουν ήδη αφηγηθεί το μέλλον. Αν αποφασίσαμε ότι αυτό θα είναι το μέλλον μας, δεν έχουμε παρά να ακολουθήσουμε παθητικά την ιστορία.

Το Ισλάμ είναι ακόμα βυθισμένο στη συμβολική διάσταση, την πιο τρομερή, επειδή τα σύμβολα λειτουργούν με το νόμο τού όλα ή τίποτα, με μια θρησκευτική λογική που προβλέπει μόνο σωτηρία ή καταδίκη. Η Δύση μόλις έχει βγει από τη συμβολική διάσταση και έχει προσεγγίσει τη διαφωτιστική χρήση του λόγου, όχι χάρη στο χριστιανισμό, που μιλάει για ειρήνη χωρίς να έχει τους τίτλους γι' αυτό, αλλά χάρη στην αποχριστιανοποίηση της Δύσης, η οποία αφού εγκατέλειψε τις αποκαλυπτικές μορφές της πίστης, άρχισε να κινείται στους πιο στενούς, πιο μετριοπαθείς αν θέλετε, αλλά πιο αποτελεσματικούς δρόμους του λόγου. Ενός λόγου ο οποίος, χωρίς να διαθέτει μια προκαθορισμένη αλήθεια, δεν παραιτείται από τη σκληρή εργασία της έρευνας και της κατανόησης.

Τώρα είναι αναγκαίο η Δύση να μην αρνηθεί τον εαυτό της και τα ορθολογικά εργαλεία που κέρδισε με κόπο στη διαδρομή της ιστορίας της και να μην ξαναπέσει στο συμβολικό και στη βία, που πάντοτε συνόδευαν αυτήν την πεποίθηση για την οποία το καλό βρίσκεται όλο από τη μια μεριά και το κακό από την άλλη: «Ή με μας ή εναντίον μας», όπως λέει άστοχα ο πρόεδρος Μπους, με σαφή αναφορά στο βιβλικό γράμμα και πνεύμα που είναι πατέρας και μητέρα όλων των «τζιχάντ».

Η θεοκρατική χριστιανοσύνη του Μεσαίωνα από τη μια μεριά και η ισλαμική θεοκρατία από την άλλη είχαν μεταβιβάσει στη «νεωτερικότητα» το δικό τους οικουμενιστικό παράδειγμα. Χάρη σε ένα προνόμιο που παραχώρησε ο Θεός, ήταν καθήκον του Ισλάμ από τη μια πλευρά και της χριστιανοσύνης από την άλλη να διαδώσουν τις δικές τους πολιτισμικές μορφές ώς τα πέρατα της Γης. Δεν θα ήθελα η Δύση, η οποία θεωρεί ότι έχει απελευθερωθεί από αυτή τη λογική, χάρη στη διαδικασία της αποχριστιανοποίησης, που συντελείται εδώ και δύο αιώνες στους κόλπους της, να επαναλάβει σήμερα, με νέες μορφές και με νέες μεθόδους, τη μεσσιανική τάση με την οποία αναπτύχθηκε επί δεκαοκτώ αιώνες.

Και να επιλέξει έτσι, με τη δύναμη των όπλων και του χρήματος, μπροστά σε μια τρομερή επίθεση, το δρόμο της καταστροφής και της αφομοίωσης, προτείνοντας τον εαυτό της ως «ολότητα», αντί να συλλάβει τη δυνατότητα ανθρώπινης ανάπτυξης που ενυπάρχει στην επικοινωνία με τη «διαφορετικότητα». Σε αυτήν την περίπτωση, ο πόλεμος που προετοιμάζει η Δύση, ακόμη και αν δεν αποκληθεί «ιερός πόλεμος», σε τίποτα δεν θα διαφέρει από έναν αληθινό «τζιχάντ», γιατί όταν το καλό είναι όλο από τη μια μεριά και το κακό είναι όλο από την άλλη, το συμβολικό έχει ήδη κάνει την πιο καταστροφική ζημιά του.


ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 21/10/2001
Reblog this post [with Zemanta]

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009

Αξίες και παγκοσμιοποίηση

του Ν.Μουζέλη,
καθηγητή της London School of Economics

Για να κυριαρχήσουν οι κοσμοπολιτικές αξίες, βασική προϋπόθεση είναι το πέρασμα από το νεοφιλελεύθερο σε ένα νεοσοσιαλδημοκρατικό σύστημα ελέγχου της παγκόσμιας οικονομίας και κοινωνίας

Στην ύστερη νεωτερικότητα βλέπουμε όχι μόνο την παγκοσμιοποίηση αξιών που συνδέονται με τη ραγδαία απελευθέρωση των αγορών (ανταγωνιστικότητα, παραγωγικότητα, καταναλωτισμός), αλλά και αξιών που εστιάζονται στους μη οικονομικούς χώρους του παγκόσμιου συστήματος, αξιών που έχουν να κάνουν με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία στον πολιτικό χώρο, με την αλληλεγγύη έναντι των φτωχών/περιθωριοποιημένων πληθυσμών στον κοινωνικό χώρο και με τον σεβασμό της πολιτισμικής διαφορετικότητας στον χώρο της κουλτούρας. Αυτές οι αξίες πήραν τη «νεωτερική» τους έκφανση τον 18ο και τον 19ο αιώνα, κατά τη διάρκεια της μετάβασης από την αδιαφοροποίητη παραδοσιακή/φεουδαρχική κοινότητα στο κράτος-έθνος. Σ' αυτή την περίοδο της «πρώιμης νεωτερικότητας» ο βιομηχανικός καπιταλισμός και το κράτος-έθνος οδήγησαν σε κοινωνίες που χαρακτηρίζονταν από έντονη διαφοροποίηση: δηλαδή από τη δημιουργία θεσμικών χώρων (του οικονομικού, πολιτικού, κοινωνικού, πολιτισμικού) που ο καθένας είχε - εν δυνάμει τουλάχιστον - τη δική του λογική, τη δική του ιστορική δυναμική και τις δικές του αξίες.

Στην πρώιμη νεωτερικότητα οι αξίες που ανέφερα πιο πάνω αναδύθηκαν μέσα από αγώνες που στόχευαν το ξεπέρασμα του φεουδαρχικού τοπικισμού/κατακερματισμού και τη δημιουργία ευρύτερων χώρων στο επίπεδο του κράτους-έθνους. Στην ύστερη, «παγκοσμιοποιημένη» νεωτερικότητα, οι ίδιες αξίες μετασχηματίζονται μέσα από αγώνες που στοχεύουν το ξεπέρασμα του εθνικού/κρατικού «τοπικισμού» και τη δημιουργία ενός κοσμοπολιτικού πλαισίου μέσα στο οποίο δίνεται λιγότερη έμφαση στις εθνικιστικές ιδεολογίες και περισσότερη σε προβληματισμούς και οράματα που ξεπερνούν τα στενά εθνικά/κρατικά σύνορα. Με άλλα λόγια, οι βασικές αξίες της νεωτερικότητας που αρχικά αναδύθηκαν στους διαφοροποιημένους θεσμικούς χώρους του κράτους-έθνους αποκτούν στην ύστερη νεωτερικότητα μια πλανητική διάσταση. Από αυτή την άποψη θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για έναν αναδυόμενο κοσμοπολιτισμό όχι μόνο στην οικονομική σφαίρα (όπου το ξεπέρασμα των κρατικών συνόρων από το πολυεθνικό κεφάλαιο αποτελεί μια κυρίαρχη πραγματικότητα) αλλά και στην πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική σφαίρα.

* Τα ανθρώπινα δικαιώματα

Ξεκινώ από τον πολιτικό χώρο όπου μπορεί κανείς να διακρίνει τη σταδιακή παγκοσμιοποίηση των αξιών της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτές οι αξίες πήραν μεν την πιο προχωρημένη μορφή τους στο πλαίσιο του δυτικοευρωπαϊκού κράτους-έθνους, αλλά σήμερα αποκτούν όλο και περισσότερο έναν καθολικό, παγκόσμιο χαρακτήρα. Και αυτό με την έννοια ότι τείνουν να γίνονται αποδεκτές (όχι βέβαια από όλους - αλλά) από άτομα που ζουν σε μεταπαραδοσιακά πλαίσια - είτε αυτά τα πλαίσια βρίσκονται στη δικτατορική Κίνα, στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες του Πρώτου Κόσμου, στις ψευδοδημοκρατίες του Τρίτου Κόσμου ή τέλος στις μαφιόζικες δημοκρατίες του λεγόμενου Δεύτερου Κόσμου. Παρ' όλο που στο επίπεδο των πολιτικών και κοινωνικών πρακτικών το δημοκρατικό έλλειμμα είναι τεράστιο, στο κανονιστικό, δεοντολογικό επίπεδο οι αξίες γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα παίζουν έναν όλο και πιο κεντρικό, νομιμοποιητικό ρόλο. Δηλαδή όλο και περισσότερο γίνεται αποδεκτό (από άτομα, το επαναλαμβάνω, που ζουν σε μεταπαραδοσιακά πλαίσια) ότι η μαζική καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όχι μόνο δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί αλλά ούτε και προστατεύεται πλέον στη βάση της ιδεολογίας περί εθνικής κυριαρχίας και της μη παρέμβασης στα εσωτερικά του κράτους-έθνους.

Ετσι, για παράδειγμα, αν ήταν σχετικά εύκολο στις αρχές του 20ού αιώνα για τον Κεμάλ Ατατούρκ να «ομοιογενοποιήσει» εθνοτικά το σύγχρονο τουρκικό κράτος-έθνος ακολουθώντας όχι μόνο εθνοκαθαρτικές αλλά και γενοκτονικές στρατηγικές (Πόντιοι, Αρμένιοι), ήταν πολύ πιο δύσκολο για τον Μιλόσεβιτς στα τέλη του 20ού αιώνα να κάνει το ίδιο στα πλαίσια της «Μεγάλης Σερβίας». Και αυτή η διαφορά δεν εξηγείται μόνο, όπως πολλοί νομίζουν στον τόπο μας, από το ότι ο «αμερικανικός ιμπεριαλισμός» εναντιώθηκε στα μεγαλοϊδεατικά οράματα του Μιλόσεβιτς. Εξηγείται επίσης από το ότι η παγκόσμια κοινή γνώμη όχι μόνο καταδικάζει αλλά και ενεργά υποστηρίζει την πάταξη τέτοιων πρακτικών - ακόμη και αν αυτό σημαίνει την καταπάτηση της αρχής της εθνικής κυριαρχίας. Εξηγείται, με άλλα λόγια, από το ότι σήμερα οι παγκόσμιες αξίες γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν περιορίζονται μόνο στους στενούς κύκλους μερικών φιλοσόφων, διανοουμένων, ιδεολόγων. Οπως φάνηκε καθαρά π.χ. στην περίπτωση Πινοσέτ, οι αξίες αυτές διαχέονται και προς τα κάτω (στο επίπεδο του απλού πολίτη) και προς τα πάνω (στο επίπεδο των ελίτ).

* Η κοινωνική αλληλεγγύη

Την ίδια διαδικασία παγκοσμιοποίησης των αξιών βλέπουμε και στον κοινωνικό χώρο. Οπως η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες, ενώ συγχρόνως κάνει, μέσω της επικοινωνιακής επανάστασης, πιο ορατή την εξαθλίωση των φτωχών και περιθωριοποιημένων πληθυσμών της Γης, αρχίζει σταδιακά να αναπτύσσεται η ιδέα ότι το θέμα της απόλυτης φτώχειας πρέπει να αντιμετωπισθεί όχι μόνο στο επίπεδο του κράτους-έθνους αλλά και στο επίπεδο του «παγκόσμιου χωριού». Αυτού του είδους τον κοινωνικό κοσμοπολιτισμό τον βλέπουμε κυρίως σε μια μεγάλη κατηγορία νέων ανθρώπων που ενδιαφέρονται λιγότερο για το χρηματιστήριο και την ανεγκέφαλη κατανάλωση και περισσότερο για έναν μεταϋλιστικό τρόπο ζωής (Ingelhart). Νομίζω πως το είδος των νέων κινημάτων που ξεκίνησαν από το Σιάτλ και πήραν την πιο πρόσφατη μορφή τους στη Γένοβα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του είδους του κοινωνικού κοσμοπολιτισμού. Στην τελευταία περίπτωση, παρ' όλη την ουτοπική ρητορική της αντι-παγκοσμιοποίησης, η συντριπτική πλειοψηφία των διαδηλωτών ήταν υπέρ μιας παγκοσμιοποίησης που δεν θα περιοριζόταν στην ανάπτυξη των αγορών και της παραγωγικότητας, αλλά θα επεκτεινόταν και στην ανάπτυξη της κοινωνικής αλληλεγγύης και συνοχής στο επίπεδο του πλανήτη (βλ. σχετικό άρθρο μου, «Το Βήμα», 29.7.2001).

Και βέβαια ο κοινωνικός κοσμοπολιτισμός που εστιάζεται στα ζητήματα της παγκόσμιας φτώχειας συνδέεται άρρηκτα με το αυξανόμενο ενδιαφέρον για το περιβάλλον - αφού μια βασική προϋπόθεση για μια αποτελεσματική περιβαλλοντική πολιτική είναι η ανάπτυξη του Τρίτου Κόσμου κατά τρόπο που να αποφεύγει τον σπάταλο και οικολογικά καταστρεπτικό τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκαν τα κράτη-έθνη του Πρώτου και του Δεύτερου Κόσμου. Από αυτή τη σκοπιά οι κοινωνικές αξίες που στοχεύουν στην ουσιαστική βοήθεια των φτωχών χωρών είναι στενά συνδεδεμένες με τις οικολογικές αξίες και τα παγκόσμιας εμβέλειας εθελοντικά κινήματα που τις προωθούν.

* Το πολιτισμικά διαφορετικό

Αν το πέρασμα από τη μη διαφοροποιημένη παραδοσιακή κοινότητα στο κράτος-έθνος σήμαινε την αποδιάρθρωση του πολιτισμικού τοπικισμού και την ελεύθερη διακίνηση νέων ιδεών και αξιών στην ευρύτερη πολιτισμική αρένα του κράτους-έθνους, στην ύστερη νεωτερικότητα βλέπουμε το πέρασμα από τον εθνικιστικό επαρχιωτισμό/σοβινισμό του κράτους-έθνους σε έναν παγκόσμιο προβληματισμό γύρω από την πολυπολιτισμικότητα και την αξία του σεβασμού του πολιτισμικά διαφορετικού. Οι αξίες και διαδικασίες που οδηγούν στο ξεπέρασμα των εθνικών συνόρων στον χώρο της κουλτούρας στηρίζονται στις τεράστιες πληθυσμικές ανακατατάξεις που η παγκοσμιοποίηση ενθαρρύνει - ανακατατάξεις που οδηγούν στο πέρασμα από τις πολιτισμικά ομοιογενοποιημένες στις σημερινές πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Στηρίζονται επίσης, όπως έδειξε πολύ πειστικά ο γνωστός βρετανός κοινωνιολόγος John Urry, στην παγκόσμια ανάπτυξη του μαζικού τουρισμού, που έστω και σε ένα επιφανειακό επίπεδο βοήθησε την ανάπτυξη αξιών που αποθαρρύνουν τις μισαλλοδοξίες, τους μεσσιανισμούς και τον πολιτισμικό ιμπεριαλισμό των εθνικιστικών ιδεολογιών. Ετσι δημιουργείται ένα πλαίσιο που ευνοεί το άνοιγμα προς το πολιτισμικά άλλο και τον ανοιχτό διάλογο μεταξύ διαφορετικών κοσμοθεωριών και τρόπων ζωής. Ενας τέτοιος διάλογος προϋποθέτει, όπως τονίζει ο φιλόσοφος Charles Taylor, όχι μόνο την ανοχή αλλά και τον ειλικρινή σεβασμό του πολιτισμικά «άλλου».

* Πέρα από τα όρια του κράτους

Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι όχι μόνο στον χώρο της οικονομίας αλλά και στους θεσμικά διαφοροποιημένους χώρους του πολιτικού, κοινωνικού και του πολιτισμικού γίγνεσθαι βλέπουμε στην ύστερη νεωτερικότητα την ανάδυση αξιών που έχουν έναν καθολικό, κοσμοπολιτικό χαρακτήρα: την αξία της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον πολιτικό χώρο, την αξία της αλληλεγγύης με τους φτωχούς και περιθωριοποιημένους πληθυσμούς του πλανήτη στον κοινωνικό χώρο και την αξία της ανοχής και του σεβασμού της πολιτισμικής διαφορετικότητας στον χώρο της κουλτούρας. Οι φορείς αυτών των αξιών προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα καίρια προβλήματα που η παγκοσμιοποίηση δημιουργεί κοιτώντας πέρα από τα στενά όρια του κράτους-έθνους και των εθνικιστικών/σοβινιστικών ιδεολογιών της πρώιμης νεωτερικότητας.

Οπως ήδη ανέφερα, κατά την άποψή μου, οι αξίες αυτές δεν είναι, όπως υποστηρίζουν διάφοροι μεταμοντέρνοι στοχαστές, «ευρωκεντρικές». Στη σημερινή συγκυρία αποκτούν όλο και περισσότερο έναν καθολικό, παγκόσμιο χαρακτήρα. Και αυτό όχι βέβαια με την πλατωνική έννοια του «αιώνια καθολικού», αλλά με την παρσονική έννοια του «εξελικτικά καθολικού»: δηλαδή σε μια συγκεκριμένη φάση της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών (στη φάση της ύστερης νεωτερικότητας), οι αξίες αυτές είναι ικανές να λειτουργήσουν νομιμοποιητικά και να νοηματοδοτήσουν τον βίο ατόμων που ζουν στα μεταπαραδοσιακά πλαίσια διαφόρων καθεστώτων και πολιτισμών. Και όπως σε δύο περίπου δεκαετίες τα 3/4 του πληθυσμού του πλανήτη θα ζουν σε πόλεις, η απήχηση αυτών των αξιών θα ενταθεί κατά θεαματικό τρόπο.

Περνώντας τώρα από τη μεταμοντέρνα, σχετικιστική στην - εκ διαμέτρου αντίθετη - φονταμενταλιστική κριτική του κοσμοπολιτισμού, εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι η τυχόν κυριαρχία κοσμοπολιτικών αξιών δεν σημαίνει, όπως υποστηρίζουν οι οπαδοί της εθνικιστικής περιχαράκωσης, την εξαφάνιση της εθνικής ταυτότητας. Κατά τον ίδιο τρόπο που, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, το κράτος-έθνος δεν παρακμάζει αλλά αλλάζει λειτουργίες, έτσι και η ταύτιση με το εθνικό σύνολο αλλάζει μορφή. Η ταύτιση με την πατρίδα αρχίζει σιγά σιγά να βασίζεται λιγότερο στον εθνικιστικό σοβινισμό, τη μισαλλοδοξία και την ιδέα της φυλετικής ή πολιτισμικής ανωτερότητας και περισσότερο σε έναν μη παρανοϊκό, ψυχολογικά ώριμο πατριωτισμό. Αυτός ο «ανοιχτός» προς τα έξω πατριωτισμός οδηγεί τους πολίτες να αγαπούν τον τόπο τους όπως τα ώριμα άτομα αγαπούν τους γονείς τους: τους αγαπούν και τους σέβονται όχι επειδή είναι τα πιο τέλεια και θαυμαστά ανθρώπινα όντα που παρουσιάστηκαν στον πλανήτη, αλλά επειδή μεταξύ γονιού και παιδιού δημιουργείται μια σχέση που είναι εκ των πραγμάτων μοναδική και ανεπανάληπτη. Ολα τα παραπάνω δεν σημαίνουν βέβαια ότι στο επίπεδο των κοινωνικών πρακτικών οι αξίες που ανέφερα πιο πάνω έχουν γίνει κυρίαρχες ή ότι θα γίνουν κυρίαρχες στο μέλλον. Τα εμπόδια για την επικράτησή τους είναι τεράστια και προέρχονται από δύο κατευθύνσεις:

α) Από τη σημερινή αναβίωση διαφόρων φονταμενταλιστικών κινημάτων (εθνικιστικού, θρησκευτικού, πολιτισμικού χαρακτήρα), κινημάτων που βλέπουμε να αναπτύσσονται ραγδαία όχι μόνο στον Τρίτο αλλά και στον Πρώτο Κόσμο.

β) Από την άνιση, ανισόρροπη ανάπτυξη αυτών των ίδιων των αξιών. Πιο συγκεκριμένα, από την «αποικιοποίηση» του κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού χώρου από τον οικονομικό. Μέσα στο πλαίσιο της - υπό την αμερικανική ηγεμονία - νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης οι οικονομικές αξίες της παραγωγικότητας και του ανταγωνισμού αντί να συνυπάρχουν σε κατάσταση ισορροπίας με τις αξίες της δημοκρατίας, της κοινωνικής αλληλεγγύης και του σεβασμού της πολιτισμικής διαφορετικότητας, υπερισχύουν απόλυτα και διαβρώνουν τις ιδιαίτερες λογικές των μη οικονομικών θεσμικών χώρων.

Πιο συγκεκριμένα: Αν οι διάφοροι φονταμενταλισμοί εναντιώνονται στην εξάπλωση των κοσμοπολιτικών αξιών «από τα έξω», ο οικονομικός ιμπεριαλισμός των πολυεθνικών εταιρειών τη διαβρώνει από τα μέσα. Η παγκόσμια κουλτούρα του άκρατου καταναλωτισμού και η νεοφιλελεύθερη πίστη στους μηχανισμούς της αγοράς σαν τρόπο λύσης όχι μόνο των οικονομικών αλλά και των πολιτικών, κοινωνικών, πολιτισμικών και οικολογικών προβλημάτων της ανθρωπότητας έχει οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου:

- Οι αξίες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας ευτελίζονται όταν χρησιμοποιούνται από τις ηγεμονεύουσες ΗΠΑ σαν ιδεολογικό εργαλείο εναντίον των αντιπάλων τους (π.χ., η κριτική για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών ελευθεριών στην Κίνα δεν λαμβάνει υπόψη της ότι η Κίνα πέτυχε να αποφύγει τη ρωσικού τύπου καταστροφική αποδιοργάνωση ακριβώς επειδή αρνήθηκε να ανοίξει συγχρόνως και το οικονομικό και το πολιτικό της σύστημα - βλ. σχετικό άρθρο μου στο «Βήμα» τής 13.9.1998).

- Οι αξίες της κοινωνικής αλληλεγγύης και η ιδέα της ουσιαστικής βοήθειας στα θύματα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας (είτε αυτά βρίσκονται στις πλούσιες είτε στις φτωχές χώρες του πλανήτη) θεωρούνται από τους διάφορους γκουρού του νεοφιλελευθερισμού ως αφελή ιδεολογήματα που απλώς εμποδίζουν την παραπέρα εξάπλωση της αγοραίας λογικής, που είναι, σε τελευταία ανάλυση, ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος εξάλειψης της παγκόσμιας φτώχειας και περιθωριοποίησης.

- Οι αξίες της ανοχής και του σεβασμού του πολιτισμικά διαφορετικού εκφυλίζονται όταν εντάσσονται στο γενικό πλαίσιο του άκρατου καταναλωτισμού - σε ένα συγκρητικό πλαίσιο όπου κάθε πολιτισμική ιδιαιτερότητα, κάθε «ξένο» στοιχείο (στον χώρο της ενδυμασίας, της διατροφής, της σκέψης, της τέχνης) αντιμετωπίζεται «ξεκάρφωτα» και υπερφίαλα σαν εμπόρευμα προς άμεση κατανάλωση.

* Συμπέρασμα

Οι κοσμοπολιτικές αξίες που ανέλυσα σ' αυτό το άρθρο δεν είναι απλώς επιθυμητές αλλά και απαραίτητες για την επιβίωση του πλανήτη μας. Για τη στιγμή βέβαια, παρ' όλο που έχουν αρχίσει να γίνονται αισθητές στην παγκόσμια αρένα, κάθε άλλο παρά κυριαρχούν. Για να κυριαρχήσουν, η βασική προϋπόθεση είναι το πέρασμα από το νεοφιλελεύθερο σε ένα νεοσοσιαλδημοκρατικό σύστημα ελέγχου της παγκόσμιας οικονομίας και κοινωνίας. Μόνο στη βάση ενός τέτοιου ελέγχου θα μπορέσουν οι κοσμοπολιτικές αξίες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της παγκόσμιας κοινωνικής αλληλεγγύης και του σεβασμού της πολιτισμικής και εθνικιστικής ιδιαιτερότητας να ξεπεράσουν τα εμπόδια του φονταμενταλισμού και της αγοροκρατίας που αυτή τη στιγμή τις περιθωριοποιούν.

Το άρθρο αυτό βασίζεται στην εισήγηση του συγγραφέα στο διεθνές συμπόσιο «Ξανασκεφτόμαστε τον Πολιτισμό», Αθήνα, 21.9.2001.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 17 Φεβρουαρίου 2002

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

Μετανεωτερικά δεινά

Zygmunt Bauman_Debats1Image by UOC_Universitat via Flickr

I found this fascinating quote today:

Τραγική φιγούρα που συγκεφαλαιώνει το πνεύμα της σύγχρονης αβεβαιότητας αποτελεί βεβαίως, κατά τον Μπάουμαν, η μορφή του παράνομου μετανάστη. Στους χρόνους της παγκοσμιοποιημένης Αγριας Δύσης η παρατεταμένη αθλιότητα δημιουργεί απελπισία σε πολλά εκατομμύρια ανθρώπων. Είναι τα «ανθρώπινα απόβλητα» που καταφτάνουν στην Ευρώπη, χωρίς να έχουν κάποια χρήσιμη λειτουργία να επιτελέσουν στη χώρα της προσωρινής τους παραμονής και χωρίς ταυτόχρονα να υπάρχει καμιά ρεαλιστική προοπτική επιστροφής στη χώρα απ' όπου προήλθαν. Δύσμοιροι και απέλπιδες αποτελούν τον αυτονόητο στόχο στον οποίο οι «εγκατεστημένοι» διοχετεύουν τη δυσφορία τους και γίνονται παραλήπτες της σημερινής ανεξέλεγκτης οργής για την οποία δεν φέρουν την παραμικρή ευθύνη.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Η φιλοσοφία ενάντια στα είδωλα


από τον Θανάση Γιαλκέτση

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια συνέντευξη του ιταλού φιλοσόφου Τζάνι Βάτιμο, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «La Stampa».

- Καθηγητή Βάτιμο, η φιλοσοφία γίνεται δημόσιο γεγονός, προσελκύει κοινό. Τι συμβαίνει;

«Εγώ θα ξεκινούσα λέγοντας πολύ ωμά ότι οι άνθρωποι έχουν μπουχτίσει από την τηλεόραση, επειδή η τηλεόραση έχει εκφυλιστεί. Το διαπιστώνω στον ίδιο τον εαυτό μου. Δεν την ανάβω πλέον, όχι μόνον επειδή στην Ιταλία ανήκει όλη στον Μπερλουσκόνι, αλλά και επειδή δεν βρίσκω πλέον τίποτα που να με ενδιαφέρει. Εκτός από την πλήξη που προκαλεί η τηλεόραση, νομίζω ότι η δημοτικότητα της φιλοσοφίας εξαρτάται και από τη σοβαρότητα των προβλημάτων με τα οποία ζούμε, από τη βιοηθική ώς την πολιτική, από τον πόλεμο ώς τη σχέση ανάμεσα σε πολιτισμικά διαφορετικούς κόσμους».

- Με ποιον τρόπο η φιλοσοφία μπορεί να μας βοηθήσει να επιλύσουμε τα προβλήματα της νεωτερικότητας;

«Ο Βίτγκενσταϊν έλεγε ότι "η φιλοσοφία μπορεί μόνον να μας απελευθερώσει από τα είδωλα". Στο βάθος η φιλοσοφία έχει μια λειτουργία περισσότερο αρνητική παρά θετική. Ενα άτομο που έχει διαβάσει πολλή φιλοσοφία δεν είναι πάντα ένας άνθρωπος με ισχυρές πεποιθήσεις. Κατά τούτο, παράδοξα, υπάρχει ένα είδος αμφισημίας και στη διαδεδομένη επιθυμία για φιλοσοφία. Οποιος απευθύνεται στη φιλοσοφία νομίζει αληθινά ότι θα βρει ένα υποκατάστατο της θρησκείας; Οχι, δεν το νομίζω. Εγώ έχω βιώσει άμεσα αυτή τη δημοτικότητα των "φεστιβάλ φιλοσοφίας" εδώ και πολλά χρόνια. Σε αυτούς τους χώρους οι άνθρωποι δεν περιμένουν να τους εξηγήσει κάποιος το πού βαδίζει ο κόσμος ή το ποιο είναι το νόημα της ζωής. Επιθυμούν να κινητοποιηθούν ελεύθερα οι έννοιες. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την επιτυχία των φιλοσοφικών καφενείων σε πολλές μητροπόλεις του κόσμου. Το κοινό συχνάζει εκεί περισσότερο για να μιλάει παρά για να ακούει. Ακούει στην αρχή και έπειτα αρχίζει να παρεμβαίνει. Από τη φιλοσοφία οι άνθρωποι προσδοκούν μάλλον έναν χώρο διανοητικής δραστηριότητας -και με δική τους συμμετοχή- παρά μια διδασκαλία που θα την ακούσουν και θα την αποδεχθούν».

- Φαίνεται ότι η φιλοσοφία είναι κυρίως μια δυτική γνώση.

«Πράγματι, έτσι είναι. Είναι μια γνώση που αναπτύχθηκε στον δικό μας κόσμο. Ετυχε να πάω μερικές φορές στην Ιαπωνία. Ζητούσα να μιλήσω με έναν φιλόσοφο στο ινστιτούτο που με είχε προσκαλέσει. Μου έστελναν ή έναν Ιάπωνα που είχε σπουδάσει στη Χαϊδελβέργη ή έναν βουδιστή μοναχό».

- Αν από πολλές απόψεις η φιλοσοφία είναι μια δυτική μορφή γνώσης, αυτό σημαίνει ότι οι άλλοι δεν μπορούν να την κατανοήσουν;

«Δεν το πιστεύω αυτό. Η φιλοσοφία απλώς είναι μια πολιτισμική μορφή αρκετά χαρακτηριστική της Δύσης, που προσπαθεί σοβαρά να μην ταυτιστεί με τον δυτικό τρόπο ζωής. Για παράδειγμα, η ιδέα ότι διδάσκεται φιλοσοφία σε άλλα μέρη του κόσμου δεν θα συσχετιστεί και με το γεγονός ότι και εκεί υπολογίζουν τα έτη από τη γέννηση του Χριστού, εξαρτώνται από τις αμερικανικές τράπεζες, χρησιμοποιούν τα τεχνολογικά μας εργαλεία που δημιουργήθηκαν με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή επιστήμη; Είναι αλήθεια ότι πολλή επιστήμη θεμελιώθηκε σε σχέση με το ισλάμ, αλλά από ένα ορισμένο σημείο αναπτύχθηκε εδώ.

Η "παγκοσμιοποίηση" της Δύσης είναι αμφίσημη. Δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι μόνον κακή. Σίγουρα υπάρχει μια αυτοκρατορία, υπάρχει μια κυριαρχία, αλλά υπάρχει και η διάδοση επιστημονικών και φιλοσοφικών γνώσεων. Πάρα πολλοί Ινδοί μεταναστεύουν στη Δύση, ενώ ελάχιστοι δυτικοί μεταναστεύουν στην Ινδία. Δεν λέω ότι έχουμε δίκιο εμείς, αλλά πραγματικά υπάρχει μια δυτικοποίηση του κόσμου που υλοποιεί την οικουμενικότητα του φιλοσοφικού λόγου, όπως την αντιλαμβάνονταν οι πρόγονοί μας. Και, την ίδια στιγμή που την υλοποιεί, τη θέτει υπό αμφισβήτηση. Δεν μπορούμε να έχουμε την αξίωση να σκέφτονται όλοι όπως ο Αριστοτέλης ή ο Πλάτωνας».

- Η πολιτική χρειάζεται τη φιλοσοφία;

«Ο ρόλος της φιλοσοφίας είναι να αποδογματοποιεί τις πολιτικές μας βεβαιότητες. Ας πάρουμε τους μεγάλους φιλοσόφους του εικοστού αιώνα. Ο Ντεριντά, που πέθανε πρόσφατα, ήταν ένας που ποτέ δεν θα ορκιζόταν στην απόλυτη αλήθεια των θεσμών μας. Ποτέ δεν θα είχε καταλάβει το Ιράκ για να εξαγάγει τη δημοκρατία. Οι φιλόσοφοι δεν συμπεριφέρονται όπως ο Μπους. Ισως ο Χάιντεγκερ να ήθελε να εξαγάγει τον Χίτλερ, αλλά, πέρα από αστεϊσμούς, κανένας από τους μεγάλους στοχαστές της νεωτερικότητας δεν συμμεριζόταν τις δικές μας πολιτικές βεβαιότητες. Οι διαφωτιστές ίσως να ήταν οι τελευταίοι που, παράδοξα, θα μπορούσαν να είχαν σκεφτεί να εξαγάγουν τη δημοκρατία, αλλά ούτε και αυτοί, ως διαφωτιστές, δεν θα μπορούσαν να γίνουν φανατικοί και επομένως θα σκέφτονταν ότι έπρεπε πρώτα να συζητήσουν το θέμα με τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Σε σχέση με τη δυτική πολιτική, σήμερα η φιλοσοφία έχει το μεγάλο καθήκον να μας διδάξει μία φορά πώς να νικήσουμε τις ειδωλολατρίες. Το καλύτερο στοιχείο της σύγχρονης φιλοσοφίας είναι η ερμηνευτική, ο διάλογος, η πληροφορημένη συναίνεση, η οικουμενικότητα ως γεγονός που θεμελιώνεται με τη συνεννόηση μάλλον παρά με τη φωτεινή σύλληψη μιας ιδέας».

- Η φιλοσοφία είναι και ηθική.

«Ακόμη μία φορά, η φιλοσοφία δύσκολα διδάσκει την ηθική ως σύστημα αρχών. Ας θυμηθούμε το "δαιμόνιον" του Σωκράτη. Το δαιμόνιο έλεγε στον Σωκράτη τι δεν έπρεπε να κάνει και όχι τι έπρεπε να κάνει (...)».


ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 7 - 20/02/2005
Reblog this post [with Zemanta]

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

Άρχισε ο 4ος Παγκόσμιος Πόλεμος; - Ο εφιαλτικός φαύλος κύκλος

World Trade Center aerial view March 2001Image via Wikipedia

I found this fascinating quote today:

ΚΑΝΕΝΑΣ νηφάλιος άνθρωπος δεν χειροκροτεί τις τρομοκρατικές επιθέσεις, τις ανθρωποκτονίες, τους εμπρησμούς. Άλλο, όμως, το εγκώμιο στους δράστες και άλλο η υποδαύλιση μίσους κατά των «καθαρμάτων», που καλλιεργούν οι επιτήδειοι. Και ακόμα πιο άλλο, η αντικατάσταση των νόμων και των δικαιωμάτων από ασφυκτική αστυνόμευση των πάντων και από έκνομη δικαιοσύνη, όπως ευαγγελίζονται (και εφαρμόζουν ήδη) οι «έννομοι προφήτες των αντιποίνων».spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

Παγκοσμιοποίηση: audi et altera partem (;)

I found this fascinating quote today:

Η ελευθερία ως πολιτισμός

του MARIO VARGAS LLOSA, συγγραφέα

Αν και πιστεύω ότι αυτό το πολιτιστικό επιχείρημα κατά της παγκοσμιοποίησης είναι απαράδεκτο, θα πρέπει να αναγνωρίσω ότι βαθιά μέσα του κρύβεται μια αναμφίβολη αλήθεια. Αυτόν τον αιώνα, ο κόσμος στον οποίο θα ζήσουμε θα είναι λιγότερο γραφικός και εμποτισμένος με λιγότερο τοπικό χρώμα από εκείνον που μόλις αφήσαμε πίσω μας.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

Παγκοσμιοποίηση, μύθοι και πραγματικότητες

Immanuel Wallerstein (b.Image via Wikipedia

του Νίκου Μουζέλλη, καθηγητή Κοινωνιολογίας στην LSE

Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο. Ο γνωστός στοχαστής Ι. Wallerstein εντοπίζει το πρώτο παγκόσμιο σύστημα στον 16ο-17ο αιώνα. Σ' αυτή την περίοδο αναδύεται στον ευρωπαϊκό κυρίως χώρο μια διεθνής αγορά όπου τα συμμετέχοντα κράτη ανταγωνίζονταν οικονομικά κατά τέτοιο τρόπο ώστε κανένα δεν κατάφερε να κυριαρχήσει πολιτικά - δεν κατάφερε δηλαδή να αντικαταστήσει τη λογική της ανοιχτής αγοράς με τη διοικητική λογική ενός γραφειοκρατικά οργανωμένου imperium. Κατά τον Wallerstein είναι ακριβώς η δυναμική του πρώτου αυτού παγκόσμιου συστήματος που εξηγεί γιατί η νεωτερικότητα πρωτοεμφανίστηκε στη Δύση και όχι σ' άλλες προηγμένες προβιομηχανικές κοινωνίες όπως η Κίνα.

Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο. Ο γνωστός στοχαστής Ι. Wallerstein εντοπίζει το πρώτο παγκόσμιο σύστημα στον 16ο-17ο αιώνα. Σ' αυτή την περίοδο αναδύεται στον ευρωπαϊκό κυρίως χώρο μια διεθνής αγορά όπου τα συμμετέχοντα κράτη ανταγωνίζονταν οικονομικά κατά τέτοιο τρόπο ώστε κανένα δεν κατάφερε να κυριαρχήσει πολιτικά - δεν κατάφερε δηλαδή να αντικαταστήσει τη λογική της ανοιχτής αγοράς με τη διοικητική λογική ενός γραφειοκρατικά οργανωμένου imperium. Κατά τον Wallerstein είναι ακριβώς η δυναμική του πρώτου αυτού παγκόσμιου συστήματος που εξηγεί γιατί η νεωτερικότητα πρωτοεμφανίστηκε στη Δύση και όχι σ' άλλες προηγμένες προβιομηχανικές κοινωνίες όπως η Κίνα.

Μια δεύτερη παγκοσμιοποίηση παρατηρούμε στην περίοδο 1860-1914, μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από το άνοιγμα των διεθνών αγορών, την ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων και την εποπτεία του ανοιχτού αυτού συστήματος από την ηγεμονεύουσα τότε Μ. Βρετανία. Με τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο οι ανοιχτές αγορές καταρρέουν, οι αντιμαχόμενες δυνάμεις υψώνουν τα εθνικά τείχη και ο οικονομικός προστατευτισμός κυριαρχεί στις διεθνείς συναλλαγές. Τέλος, στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα βλέπουμε ξανά ένα νέο, απότομο άνοιγμα των αγορών, μια πρωτοφανή κινητικότητα του κεφαλαίου και τη διαμόρφωση ενός παγκόσμιου οικονομικού χώρου υπό την εποπτεία των ΗΠΑ αυτή τη φορά.

Αν συγκρίνουμε τώρα τα τρία παγκόσμια συστήματα που ανέφερα πιο πάνω, βλέπουμε ότι στο πρώτο (16ος-17ος αι.) το κέντρο βάρους παραμένει η παραδοσιακή κοινότητα - αφού ούτε το κράτος ούτε οι μηχανισμοί της παγκόσμιας αγοράς διεισδύουν την περιφέρεια μιας χώρας σε βαθμό που να μειώνουν σημαντικά τη σχετική αυτονομία του οικονομικού, πολιτικού, κοινωνικού και πολιτισμικού τοπικισμού που χαρακτήριζε όλες τις προνεωτερικές κοινωνίες. Με την παγκοσμιοποίηση του 1860-1914, το κέντρο βάρους μετατίθεται από το τοπικό στο κρατικό επίπεδο: το κράτος-έθνος, αντίθετα με τα προνεωτερικά κράτη, αποκτά τεχνολογίες και διοικητικά μέσα που του επιτρέπουν να διεισδύσει την περιφέρεια μιας επικράτειας αμβλύνοντας τους παραδοσιακούς τοπικισμούς και συγκεντρώνοντας όχι μόνο τα μέσα παραγωγής αλλά και τα μέσα κυριαρχίας και επιρροής στο εθνικό κέντρο. Εδώ έχουμε λιγότερο την τοπική και περισσότερο την κρατική αυτονομία, αφού οι παγκόσμιοι μηχανισμοί της αγοράς διεισδύουν μεν τον κρατικό χώρο αλλά όχι σε βαθμό που να αποδυναμώνουν σημαντικά τα εθνικά σύνορα - πράγμα το οποίο συμβαίνει στην τωρινή παγκοσμιοποίηση.

Πράγματι σήμερα το κέντρο βάρους μετατίθεται στο παγκόσμιο επίπεδο αφού οι πολυεθνικές εταιρείες διεισδύουν τον κρατικό και τοπικό χώρο σε βαθμό που ήταν αδιανόητος στις δύο προηγούμενες παγκοσμιοποιήσεις. Αν σκεφτεί κανείς πως μια πολυεθνική, όπως η Sony για παράδειγμα, έχει σήμερα παραρτήματα όχι μόνο στις πρωτεύουσες όλων σχεδόν των χωρών του πλανήτη αλλά και στις περισσότερες πόλεις κάθε χώρας, αντιλαμβάνεται τον βαθμό διεισδυτικότητας του παγκόσμιου κεφαλαίου.

Η τωρινή παγκοσμιοποίηση δεν έχει μόνο μια οικονομική αλλά και μια πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική διάσταση. Αν στον οικονομικό χώρο οι πολυεθνικές εταιρείες είναι κυρίαρχες, στον πολιτικό τα κράτη-έθνη παραμένουν οι κύριοι παίκτες. Η θέση ότι σήμερα το κράτος-έθνος περιθωριοποιείται και ότι μακροπρόθεσμα θα εκλείψει δεν ευσταθεί. Πρόκειται περί μύθου. Το κράτος-έθνος χάνει λειτουργίες στο εσωτερικό της επικράτειας, αλλά αποκτά νέες λειτουργίες στην παγκόσμια αρένα. Και είναι ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο που, στην ύστερη νεωτερικότητα, η κρατική μηχανή (σε ό,τι αφορά υλικούς και ανθρώπινους πόρους) δεν μικραίνει αλλά μεγαλώνει. Αρα αυτό που σταδιακά εκλείπει δεν είναι το κράτος αλλά ο κρατισμός: δηλαδή η ικανότητα των κρατικών ελίτ να ελέγχουν εντός των εθνικών συνόρων τις κινήσεις κεφαλαίων, την εγκληματικότητα, τις αυξανόμενες ανισότητες κτλ.

Περνώντας τώρα στον κοινωνικό χώρο, εδώ βλέπουμε τη σημαντική ανάπτυξη παγκόσμιων μη κυβερνητικών οργανώσεων, καθώς και νέων κινημάτων τύπου Σιάτλ και Γένοβας. Αυτού του τύπου οι οργανώσεις/κινήματα παρουσιάζουν ένα δυναμισμό που τα παραδοσιακά συνδικάτα και κόμματα έχουν απολέσει. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως, όπως πολλοί νομίζουν, τα πρώτα θα αντικαταστήσουν ή περιθωριοποιήσουν τα δεύτερα. Σημαίνει όμως πως μια συνεργασία επί ίσοις όροις μεταξύ των δύο θα μπορούσε να αναζωογονήσει το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι σε εθνική και παγκόσμια κλίμακα.

Τέλος στον πολιτισμικό χώρο παρατηρούμε μια πρωτοφανή συγκέντρωση των ΜΜΕ στα χέρια ενός μικρού αριθμού μεγιστάνων (π.χ. Μέρντοκ) που επιβάλλουν μιαν άκρως καταναλωτική κουλτούρα - μια κουλτούρα που διαμορφώνει ταυτότητες και τρόπους ζωής σε πλανητικό επίπεδο.

Η τωρινή παγκοσμιοποίηση και λόγω του διεθνούς ανταγωνισμού και λόγω των νέων τεχνολογιών έχει οδηγήσει στην παραγωγή τεράστιου πλούτου. Ως γνωστόν αυτός ο πλούτος κατανέμεται κατά εξαιρετικά άνισο τρόπο. Οι εντεινόμενες ανισότητες, ενδοκρατικές και διακρατικές, έχουν οδηγήσει σε μια τερατώδη κατάσταση όπου λίγα άτομα, που δεν λογοδοτούν σε κανένα, κατέχουν πόρους οι οποίοι ξεπερνούν το εθνικό προϊόν μικρών τριτοκοσμικών χωρών.

Από την άλλη μεριά, αν οι πλούσιοι γίνονται συνεχώς πλουσιότεροι, οι απόλυτα φτωχοί δεν γίνονται φτωχότεροι. Λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης της Κίνας και της Ινδίας το ποσοστό των ανθρώπων που ζουν κάτω από το όριο της απόλυτης φτώχειας αρχίζει να μειώνεται σημαντικά. Ετσι, ενώ το 1970 αυτό το ποσοστό ήταν 38%, το 1992 κατέβηκε στο 25% περίπου (βλ. Μ. Wolf, Why globalization works, 2004, σελ. 158-163). Αρα η αριστερή θέση ότι ο παραγόμενος παγκόσμιος πλούτος δεν διαχέεται καθόλου προς τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας δεν ευσταθεί. Βέβαια σε χώρες (κυρίως αφρικανικές) που δεν διαθέτουν κατάλληλες υποδομές παρατηρούμε μείωση παρά αύξηση της απόλυτης φτώχειας. Επιπλέον δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στις σημερινές τεχνολογικές συνθήκες ένα λιγότερο νεο-φιλελεύθερο, πιο σοσιαλδημοκρατικό σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης θα μπορούσε να εξαλείψει παντελώς το φαινόμενο της απόλυτης φτώχειας, δηλαδή την κατάσταση όπου ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού της Γης ζει σε συνθήκες υποσιτισμού, έλλειψης καθαρού νερού, μεγάλης παιδικής θνησιμότητας και πολύ χαμηλού προσδοκώμενου ορίου ζωής.

Η (πονηρή) φυγή του κεφαλαίου


Πώς εξηγείται η παραπάνω θλιβερή κατάσταση; Στις απαρχές της εκβιομηχάνισης υπήρχε μια ανισορροπία μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η εργατική τάξη δεν ήταν οργανωμένη, ενώ το κράτος έπαιζε απλά τον ρόλο του «νυχτοφύλακα». Ως γνωστόν, αυτή η ανισορροπία οδήγησε στην απόλυτη εξαθλίωση μιας σημαντικής μερίδας του εργατικού δυναμικού. Στη συνέχεια όμως λόγω της ανάπτυξης μαζικών συνδικάτων και φιλεργατικών κομμάτων παρατηρούμε μια ισορροπία μεταξύ εργασίας και εργοδοσίας. Αυτό οδήγησε, στις αναπτυγμένες δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες, στο κράτος πρόνοιας και στην καλυτέρευση των συνθηκών εργασίας. Σήμερα όμως μια νέα ανισορροπία εμφανίζεται - σε παγκόσμια κλίμακα αυτή τη φορά. Λόγω της πρωτοφανούς κινητικότητας του κεφαλαίου, κάθε προσπάθεια σοβαρής ανακατανομής καθώς και επιβολής περιοριστικών μέτρων οδηγεί στη φυγή του κεφαλαίου σε χώρες όπου τα συνδικάτα είναι αδύναμα, η εργασία φτηνή και η κρατική προστασία των εργαζομένων ανύπαρκτη.

Αυτή η νέα βαρβαρότητα δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί σε εθνικό επίπεδο. Ούτε μπορεί να ξεπεραστεί με στρατηγικές αντι-παγκοσμιοποίησης. Στο επίπεδο των τεχνολογικών εξελίξεων η παγκοσμιοποίηση δεν μπορεί να ανατραπεί ή να σταματήσει. Στο επίπεδο όμως του ελέγχου των νέων τεχνολογιών, των νέων παραγωγικών δυνάμεων, το ισχύον νεο-φιλελεύθερο status quo (το περίφημο Washington Consesus / συναίνεση της Ουάσιγκτον) μπορεί και πρέπει να αλλάξει. Μπορεί και πρέπει να επιτευχθεί μια νέα παγκόσμια ισορροπία μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας - μια ισορροπία βασισμένη σε μια σοσιαλδημοκρατικού τύπου διακυβέρνηση του πλανήτη. Μια διακυβέρνηση που θα πετύχει σε παγκόσμια κλίμακα αυτό που οι δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες πέτυχαν σε εθνικό επίπεδο κατά την περίοδο της λεγομένης «χρυσής εποχής της σοσιαλδημοκρατίας» (1945-1970): δηλαδή το πάντρεμα της παραγωγικότητας/ανταγωνιστικότητας στον οικονομικό χώρο, της κοινωνικής συνοχής στον κοινωνικό χώρο και της δημοκρατίας στον πολιτικό χώρο.

Το πέρασμα από το σημερινό μονοπολικό σε ένα πολυπολικό σύστημα όπου οι ανερχόμενες δυνάμεις της Κίνας, της Ινδίας, της ΕΕ θα έχουν φωνή ως προς τον τρόπο διακυβέρνησης του πλανήτη είναι μια αναγκαία αν όχι και ικανή προϋπόθεση για τον εξανθρωπισμό του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. ΠΗΓΗ: εφημ.ΤΟ ΒΗΜΑ,14 Οκτωβρίου 2007
Reblog this post [with Zemanta]

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009

Παν.Κονδύλης, Η Παγκοσμιοποίηση ως ιδεολογική κατασκευή

Panajotis Kondylis' only published picture.  D...Image via Wikipedia

Ο Π. Κονδύλης αναλύει γιατί η διχοτομία μεταξύ πολιτικής και οικονομίας είναι αβάσιμη από ιστορική και κοινωνιολογική άποψη

Κύκλοι με απτά υλικά συμφέροντα, αλλά και διάφοροι καλόπιστοι, οι οποίοι εξ ιδιοσυγκρασίας ενστερνίζονται τις ελπιδοφόρες προοπτικές, προπαγανδίζουν την άποψη ότι η προϊούσα παγκοσμιοποίηση θα επιφέρει όλο και μεγαλύτερη εξίσωση των συλλογικών συνθηκών ζωής και των συλλογικών σκοπών, δημιουργώντας έτσι κοινά σημεία μεταξύ των ανθρώπων και καθιστώντας περιττές τις αιματηρές συγκρούσεις· γιατί, όπως λέγεται, η παγκοσμιοποίηση θα εξασθενήσει ή ίσως και θα καταργήσει τις υποτιθέμενες αιτίες αυτών των συγκρούσεων, δηλαδή τα έθνη και τα κράτη. Η αντίληψη αυτή αναγορεύθηκε, προπαντός μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, σε αυταπόδεικτη αλήθεια και άρθρο πίστεως, έτσι ώστε δεν διερευνώνται επαρκώς οι προϋποθέσεις της και η λογική συνοχή της.

Ως φορέας της παγκοσμιοποίησης και της εξίσωσης των συνθηκών και των σκοπών (αξιών) δεν θεωρείται βέβαια οποιαδήποτε δραστηριότητα, π.χ. το κήρυγμα της αδελφοσύνης και της αγάπης, αλλά μια δραστηριότητα εντελώς συγκεκριμένη: η διευρυνόμενη και διαπλεκόμενη οικονομία. Μια πρώτη προϋπόθεση της παραπάνω αντίληψης είναι λοιπόν η πίστη στην πρωτοκαθεδρία της οικονομίας ­ και μάλιστα της οικονομίας στην αντίθεσή της προς την πολιτική, η οποία λίγο – πολύ ταυτίζεται με την «πολιτική της ισχύος» και αντιπαρατίθεται προς την υποτιθέμενη εγγενή ειρηνικότητα της οικονομίας. Αυτή όμως η διχοτομία μεταξύ πολιτικής και οικονομίας είναι δυνατή μόνο αν οι δύο αυτοί τομείς οριστούν τόσο στενά (αν δηλαδή η οικονομία περιοριστεί στην τεχνική διαδικασία της παραγωγής και η πολιτική περισταλεί στη διοίκηση και στη διαχείριση), ώστε χάνεται κάθε ουσιαστική σχέση με την κοινωνική πράξη και πραγματικότητα.

Το «ζωτικό συμφέρον»

Από ιστορική και κοινωνιολογική άποψη η διχοτομία είναι επίσης αβάσιμη· αποτελεί μια ιδεολογική κατασκευή και ένα ιδεολογικό όπλο που, καθώς είναι γνωστό, πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον ανερχόμενο αστικό φιλελευθερισμό εναντίον του απολυταρχικού κράτους, ενώ και σήμερα παραμένει προσφιλές επιχείρημα διαφόρων οικονομικών κύκλων, οι οποίοι βέβαια την ίδια στιγμή κάνουν ό,τι μπορούν προκειμένου να επιστρατεύσουν την πολιτική για δικούς τους σκοπούς και διόλου δεν περιφρονούν επικερδείς κρατικές παραγγελίες και πιστώσεις. Κατά τα λοιπά, η ιδεολογική αυτή κατασκευή συνδέθηκε ήδη από τον 17ο αιώνα με την κοσμοϊστορική πρόβλεψη ότι το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο. Τι έγινε έκτοτε, το γνωρίζουμε καλά.

Ο γενικός λόγος για τον οποίο πολιτική και οικονομία ­ με την οποιαδήποτε κοινωνικά βαρύνουσα έννοια των όρων ­ παραμένουν αδιαχώριστες είναι προφανής. Η οικονομία και η πολιτική αφορούν εξίσου τις συγκεκριμένες σχέσεις συγκεκριμένων ανθρώπων και κάθε οικονομική αλλαγή προκαλεί μια μετατόπιση του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος ορισμένων ανθρώπων και εις βάρος άλλων. Οι οικονομικοί σκοποί ούτε επιδιώκονται ούτε επιτυγχάνονται μέσα σε ένα κοινωνικό κενό, παρά μετριούνται με κριτήριο την απόδοση των ανταγωνιστών, και ανάλογα αξιολογούνται. Ο,τι όλοι μπορούν να παραγάγουν και ό,τι όλοι μπορούν να απολαύσουν δεν έχει ούτε οικονομική ούτε πολιτική αξία ­ γιατί αξία σημαίνει πάντα: ιδιαίτερη αξία. Γι’ αυτό τα απόλυτα κέρδη, δηλαδή όσα σημαίνουν βελτίωση σε σχέση με την προγενέστερη δική μας κατάσταση, φαίνονται πολύ λιγότερο σημαντικά από τα σχετικά κέρδη, δηλαδή εκείνα που επιτυγχάνονται σε σύγκριση με την τωρινή κατάσταση των ανταγωνιστών μας.

Αν μια πλευρά πιστεύει ότι τα σχετικά της μειονεκτήματα είναι αδύνατο να υπερκαλυφθούν στο προβλεπτό μέλλον με οποιαδήποτε προσπάθεια, τότε είναι αναγκασμένη να επιλέξει ανάμεσα στη συνθηκολόγηση μπροστά στη δύναμη της «αόρατης χειρός» (Α. Smith) και στην πολιτικοποίηση της οικονομικής σύγκρουσης. Γιατί από καταβολής κόσμου υπάρχουν μόνο δύο δυνατότητες για να αποκτήσει κανείς αγαθά: να τα παραγάγει ο ίδιος ή να τα πάρει από όποιον τα παράγει, αδιάφορο αν αυτό το κάνει με το ξίφος ή μέσω εμπορικών ποσοστώσεων. Η έννοια του «ζωτικού συμφέροντος» υπάρχει εξίσου στην οικονομία και στην πολιτική, και μάλιστα θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε ως τον μεγάλο κοινό τους παρονομαστή.

Η κατάσταση αυτή μπορεί να συγκεφαλαιωθεί ως εξής: η πολιτική διεισδύει στην οικονομία όχι τόσο μέσω των διαδικασιών της παραγωγής και της επικοινωνίας όσο μέσω του προβλήματος της κατανομής. Είναι άκρως χαρακτηριστικό ότι η συζήτηση για την παγκοσμιοποίηση στρέφεται γύρω από διαδικασίες και προτάσεις οι οποίες αφορούν τη διαπλοκή της παγκόσμιας βιομηχανίας και του παγκοσμίου εμπορίου καθώς και την πύκνωση των παγκοσμίων επικοινωνιακών δικτύων ­ το μυστικό μιας παγκόσμια αποδεκτής κατανομής των πόρων και του πλούτου δεν το έχει αποκαλύψει ως σήμερα κανείς. Η ειρήνη όμως μεταξύ πολιτικών μονάδων και ανθρώπων γενικά δεν μπαίνει τόσο σε κίνδυνο λόγω του τρόπου παραγωγής και επικοινωνίας όσο λόγω των όρων και των ανισοτήτων της κατανομής.

Η παγκοσμιοποίηση της παραγωγής και της οικονομίας θα οξύνει το πρόβλημα της κατανομής από δύο απόψεις. Στο εσωτερικό των ανερχομένων οικονομικών δυνάμεων θέτει σε κίνηση διαδικασίες οι οποίες γρηγορότερα μπορούν να πολλαπλασιάσουν παρά να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες για σχετικά κέρδη ­ και ως γνωστόν ο μισοχορτασμένος είναι πιο επιθετικός παρά ο μισοπεθαμένος από την πείνα. Ακόμη και η περιορισμένη ικανοποίηση τέτοιων προσδοκιών δημιουργεί πάντως, καθώς πίσω της στέκουν τεράστιες ανθρώπινες μάζες, έναν πλούτο σημαντικό, οπότε το σχετικό μερίδιο των ανεπτυγμένων χωρών στον παγκόσμιο πλούτο μειώνεται συνεχώς. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο αγώνας κατανομής μεταφέρεται και στο εσωτερικό των πλουσίων χωρών, οι οποίες αναγκάζονται να σφίξουν το ζωνάρι (τουλάχιστον ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων) προκειμένου να παραμείνουν ανταγωνιστικές.

Θεώρηση made in USA

Οποιος φαντάζεται ότι αυτό αποτελεί απλώς μια βραχυπρόθεσμη ή μεσοπρόθεσμη αναπροσαρμογή, η οποία οπωσδήποτε θα πετύχει αρκεί να επιδείξουμε κάποια υπομονή και επιδεξιότητα ­ όποιος το φαντάζεται αυτό, ασφαλώς δεν έχει κατανοήσει την έκταση της μεταβολής που επιτελείται σήμερα σε πλανητική κλίμακα. Η βιομηχανικά ανεπτυγμένη «Δύση» συνεχίζει να βλέπει τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης από την άτρομη και παραπλανητική σκοπιά του τμήματος εκείνου του πλανήτη το οποίο ακόμη κατέχει πάνω από τα τρία τέταρτα του παγκοσμίου πλούτου και της παγκόσμιας ενέργειας. Και πρέπει να προσθέσουμε ότι καθοριστική εδώ είναι η αμερικανική θεώρηση των πραγμάτων, η οποία βέβαια, παρά τις ιδεολογικές ομολογίες πίστεως προς την αυτοματική της οικονομίας, στηρίζεται πρωταρχικά στο σημερινό στρατιωτικό και διπλωματικό προβάδισμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Οποιος υπερέχει (προς το παρόν) τόσο πολύ έχει τη φυσική τάση να βλέπει την παγκοσμιοποίηση πρώτα – πρώτα ως διεύρυνση του δικού του πεδίου δράσεως και δεν μπορεί ή δεν θέλει να βάλει με τον νου του τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της αναστροφής του ρεύματος.

Ωστόσο, μέσα στην αυτοπεποίθηση της «Δύσης» έχει ήδη εμφιλοχωρήσει η πρώτη αμφιβολία, αλλά και το πρώτο ρίγος, προπαντός στην Ευρώπη, όπου συνειδητοποιείται όλο και εντονότερα ότι η βαθύτερη αιτία της μόνιμης κρίσης είναι η ένταση του παγκοσμίου ανταγωνισμού και η συνεχής πτώση του ειδικού ευρωπαϊκού βάρους μέσα στην παγκόσμια οικονομία. Οι αμφιβολίες και τα ρίγη θα επιταθούν κάτω από την πίεση εισαγομένων και ενδογενών δημογραφικών και οικολογικών παραγόντων. Τότε τα σύνορα, τα οποία έχει γκρεμίσει στο μεταξύ η παγκοσμιοποίηση, θα ανεγερθούν και πάλι εξαιτίας της όξυνσης των αγώνων κατανομής, μολονότι δεν γνωρίζουμε επακριβώς ποιος και πού θα τα χαράξει αυτή τη φορά.

Η όξυνση τούτη πρέπει να αναμένεται ακόμη περισσότερο επειδή η δεύτερη προϋπόθεση της αντίληψης που αναφέραμε στην αρχή, ότι δηλαδή η εξίσωση των συνθηκών και των σκοπών της ζωής θα αμβλύνει τις συγκρούσεις, απλούστατα είναι εσφαλμένη. Η κοινότητα των σκοπών γεννά φιλία μεταξύ δύο πλευρών όταν ο σκοπός πρόκειται να επιτευχθεί εναντίον ενός τρίτου· σπέρνει όμως την έχθρα όταν η επίτευξη του κοινού σκοπού από μέρους της μιας πλευράς είτε κάνει αδύνατη είτε καθιστά άνευ αξίας την επίτευξή του από μέρους της άλλης. Η φιλία λοιπόν δεν προκύπτει από τον κοινόν σκοπό καθ’ εαυτόν, αλλά από τη συμφωνία δύο πλευρών για το ποια σειρά θα κατέχει η καθεμιά τους κατά την επιδίωξη του κοινού σκοπού και ποια οφέλη θα αντλήσει από την επίτευξή του. Αν στο κρίσιμο αυτό σημείο δεν επιτευχθεί συμφωνία, τότε η σύγκρουση θα οξυνθεί ακριβώς επειδή ο σκοπός είναι κοινός ­ για τον ίδιο λόγο για τον οποίο ο χασάπης δεν εχθρεύεται τον μανάβη απέναντί του παρά τον χασάπη δίπλα του. Κοινότητα σκοπών σημαίνει αγώνα με τους ίδιους πόρους, τις ίδιες αγορές, τους ίδιους χώρους και τα ίδια έπαθλα. Και αν η κοινότητα των σκοπών επεκταθεί και στους σκοπούς της κατανάλωσης, τότε ο Ινδός και ο Κινέζος θα πρέπει να καταναλώσουν τόση ενέργεια και άλλες τόσες πρώτες ύλες όσες ο Βορειοαμερικανός. Ποιες θα είναι οι συνέπειες για τον πλανήτη;

Οι εμφύλιοι πόλεμοι

Η εξίσωση συνθηκών και σκοπών ζωής εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης θεωρείται και υπό μιαν άλλη έννοια ως πρόδρομος ειρηνικών εξελίξεων. Λέγεται ότι οι ψυχοπνευματικές συνέπειες θα συμβάλουν στην αποδυνάμωση των εθνικών πολιτισμών και επομένως των συγκρούσεων που οφείλονται σε εθνικές και πολιτισμικές αιτίες. Αν η οικουμενική εξίσωση του τρόπου ζωής των ανθρώπων θα διαμορφώσει αναγκαστικά έναν ενιαίο παγκόσμιο πολιτισμό, δεν χρειάζεται να το εξετάσουμε εδώ. Πάντως ο παγκόσμιος αυτός πολιτισμός θα αποτελούσε εγγύηση για την ειρήνη μονάχα αν στο παρελθόν οι αιματηρές συγκρούσεις είχαν γίνει αποκλειστικά μεταξύ εθνικά και πολιτισμικά διαφορετικών συλλογικών υποκειμένων.

Η Ιστορία όμως γνώρισε και πάμπολλους εμφυλίους πολέμους, και αυτοί συχνά ήσαν και οι χειρότεροι. Ωστε το μόνο που μπορεί να εγγυηθεί η οικονομική και πολιτισμική παγκοσμιοποίηση είναι η μετατροπή όλων των πολέμων σε εμφυλίους πολέμους.

Οποιος προσδοκά την παγκόσμια ειρήνη από την εξασθένηση ή τη διάλυση των εθνικών κρατών καθ’ εαυτήν λησμονεί ότι οι πόλεμοι είναι φαινόμενο πολύ παλαιότερο από τα εθνικά κράτη. Λησμονεί ότι το εθνικό κράτος διόλου δεν συνιστά το μόνο δυνατό κυρίαρχο πολιτικό υποκείμενο, επομένως η κατάργηση του εθνικού κράτους δεν συνεπάγεται αυτόματα την κατάργηση της έννοιας του κυρίαρχου κράτους και των κυριαρχικών δικαιωμάτων. Και τέλος λησμονεί ότι πολύ χειρότερος από κάθε σύγκρουση μεταξύ οργανωμένων πολιτικών μονάδων μπορεί να είναι ο άμεσος αγώνας ανθρώπου προς άνθρωπο υπό συνθήκες παγκόσμιας ανομίας.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ,16 Μαρτίου 1997.
Reblog this post [with Zemanta]

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

Τρίτη 7 Ιουλίου 2009

Η Δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης

 

Επιβεβλημένη η συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων που τους αφορούν

image

του Διονύση  Κ.Μαγκλιβέρα,

Καθηγητή κοινωνιολογίας - δοκιμιογράφου

Κατά το τέλος του 18ου, τον 19ο και κυρίως τον 20ό αιώνα σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης καταβλήθηκε συστηματική προσπάθεια η τεχνολογική και οικονομική πρόοδος να συνδυαστεί με την πολιτική και κατ΄ επέκταση την κοινωνική δημοκρατία. Ήδη η Αμερικανική Επανάσταση (1776) είχε ως στόχο την εγκαθίδρυση μιας νέας μορφής διακυβέρνησης με προϋπόθεση τη συμμετοχή των πολιτών στον δημόσιο βίο, ώστε να δημιουργηθεί ισχυρή βάση υλικής ευημερίας. Η δε Γαλλική Επανάσταση (1789) έδωσε διέξοδο στη λαϊκή εξουσία μέσω του μοντέλου του κοινωνικού συμβολαίου που υπερέβαινε τα όρια των πολιτικών δικαιωμάτων (δημόσια ελευθερία), φτάνοντας ως τη διαχείριση της δημόσιας ευτυχίας.

Ο 20ός αιώνας, και κυρίως η «χρυσή» τριακονταετία μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, χαρακτηρίστηκε από το ιδεώδες της κοινωνικής δημοκρατίας. Η Ευρώπη είχε καταστραφεί από την επικράτηση της δικτατορίας του φασιστικού ναζιστικού κινήματος, οπότε η πολιτική δημοκρατία θεωρήθηκε το αναμφισβήτητο σύστημα διακυβέρνησης. Το αιτούμενο ήταν η σύνδεση αυτού του μοναδικού συστήματος διακυβέρνησης (το απόφθεγμα του Τσόρτσιλ διευκρίνιζε ότι η δημοκρατία είναι η χειρότερη μορφή διακυβέρνησης με εξαίρεση όλες τις άλλες) με την πολιτική ρύθμιση της οικονομίας ώστε να οικοδομηθεί το κράτος πρόνοιας των κοινωνικών παροχών, της αλληλεγγύης, της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η σοσιαλδημοκρατία που επικράτησε εκείνη την εποχή στις κυριότερες ευρωπαϊκές χώρες πέτυχε ώστε το κράτος να συμφιλιώσει την οικονομική δραστηριότητα (το κεφάλαιο) με την κοινωνική προστασία για να βελτιωθεί το ρημαγμένο από τον πόλεμο επίπεδο ζωής των πολιτών και να εδραιωθεί ένα καθεστώς ασφάλειας της εργασίας και ευημερίας μέσω της αναδιανομής του πλούτου. Το γενναιόδωρο σύστημα της κοινωνικής προστασίας λειτούργησε από τη φορολογία του κεφαλαίου, το οποίο παράλληλα- είχε ανάγκη για την ανάπτυξή του από την επαύξηση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων. Υπήρξε δηλαδή μια συλλογικότητα στην οικονομική διαχείριση που κατέληγε στην κοινωνικοπολιτική πρόοδο.

Ο ΠΟΛΙΤΗΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Το αναδιανεμητικό αυτό σύστημα λειτούργησε αλλού περισσότερο, αλλού λιγότερο αποδοτικά. Οι λαοί αισθάνθηκαν τη θαλπωρή της κοινωνικής αλληλεγγύης, τα αγαθά της ανάπτυξης της οικονομίας, οι νέες δυνάμεις που ήρθαν στην επιφάνεια προσέφεραν αναβάθμιση της ποιότητας της πολιτικής ζωής και ενίσχυσαν την έννοια του κράτους δικαίου. Το κράτος αυτό απέβλεπε σε μια κοινωνία αξιών, αρχών, ιδεών, παραδόσεων, συμπεριφορών, των στοιχείων δηλαδή που σχηματοποιούν τα διακριτικά γνωρίσματα της εθνικής ταυτότητας. Οι πολλαπλές ατομικές προσδοκίες για ειρήνη, απασχόληση και προσωπική ευτυχία εναποτέθηκαν στο κράτος, το οποίο δεν διέθετε πάντα τα αναγκαία μέσα για να τις ικανοποιήσει (κυρίως σε χώρες μη αναπτυγμένες, όπως η Ελλάδα).

Αυτή όμως η επικράτηση- έργω και λόγω- της δημοκρατίας με την ανάδειξη στην εξουσία των δυτικών χωρών νέων δεδομένων (σε αντίθεση με όσα συνέβαιναν στα παλαιού μοντέλου απολυταρχικά καθεστώτα των ανατολικών χωρών) έδωσε μεγαλύτερη κυριαρχία στα εθνικά κράτη. Το κάθε κράτος, ως έκφραση της ηθικής της δημοκρατίας και έχοντας το παρόν ως σημείο αναφοράς, έθεσε τον άνθρωπο ως προτεραιότητα της δημοκρατίας, ενίσχυσε τις δυνατότητες του πολίτη, απαίτησε ισοτιμία στις σχέσεις της διεθνούς κοινότητας.

Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΣΜΟΥ

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 αρχίζει να εκδηλώνεται η μεγάλη μεταπολεμική κρίση που οδήγησε στην περίοδο της μεταδημοκρατίας που διανύουμε. Η κρίση αυτή οφείλεται στην έκρηξη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, στην επιστροφή της μαζικής ανεργίας, στην αμφισβήτηση του παρεμβατικού ρόλου του κράτους στην οικονομία, στην αδυναμία της εξυπηρέτησης των αναγκών του κράτους πρόνοιας. Το οικονομικό εξελίσσεται σε μοναδικό στοιχείο στην οργάνωση των σύγχρονων κοινωνιών, δεδομένου ότι το άτομο μεταβάλλεται και συμπεριφέρεται αποκλειστικά ως homo economicus, αδιαφορώντας για κάθε άλλη σύζευξη με κοινωνικούς θεσμούς. Το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα στην ουσία προσέβλεψε στην αύξηση της κατανάλωσης, με αποτέλεσμα οι μεγάλες μάζες να επιδιώκουν προσανατολισμούς που στην πράξη τις ίδιες μεν τις καθιστούσαν φτωχότερες, τα δε πλούσια στρώματα πλουσιότερα. Ο καταναλωτισμός αντιπάλευε τη δημοκρατία και συνεχίζει να το πράττει με περισσότερο ενεργούς ρυθμούς.

Η μετεξέλιξη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) σε Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ) θεωρήθηκε ότι μπορούσε, πέρα από τις εθνικές πολιτικές, να δημιουργήσει- έστω μακροπρόθεσμα- ένα μοντέλο που θα οδηγούσε στην πλήρη απασχόληση, στην οικονομική επάρκεια, στην κοινωνική δικαιοσύνη. Η επικράτηση όμως των όρων της παγκοσμιοποίησης οδήγησε τελικά σε απορρύθμιση την παραπάνω συγκεκριμένη στόχευση.

Οι θεμελιακοί θεσμοί της δημοκρατίας λειτουργούν ουσιαστικά όταν οι πολίτες, λαμβάνουν ενεργό μέρος στον προσδιορισμό των πολιτικοκοινωνικών προτεραιοτήτων. Σε αντίθεση όμως με την παραπάνω αρχή, στις σύγχρονες ατροφικές μεταδημοκρατικές πρακτικές η λαϊκή συμμετοχή περιορίζεται στον παθητικό ρόλο της επαναλαμβανόμενης ανά τετραετία διαδικασίας των εκλογών, που καθοδηγείται όμως συνήθως και αυτή από τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, τα οποία, όσο περνά ο καιρός, αποκτούν παγκόσμια διάσταση. Σήμερα η δημοκρατία που γεννήθηκε από την ανάγκη να ενωθούν, να αποκτήσουν δύναμη και να εκφραστούν οι πολλοί (φτωχοί και αδύναμοι), η δημοκρατία που ως σύστημα στηρίχθηκε στις ανάγκες και τις αρετές του έθνους-κράτους, υποχωρεί προς όφελος των ισχυρών οικονομικών συμφερόντων και των προνομιούχων δυνάμεων που κινούνται κατά τρόπο ολοκληρωτικό μέσα στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης.

Και οι λαοί; Γι΄ αυτούς η ανάγκη της επικοινωνίας μεταξύ αρχόντων και αρχομένων θεωρήθηκε ότι εκφράζεται μέσω της παρεχόμενης «πληροφόρησης» που λογίστηκε ως συμμετοχή τους στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική διακυβέρνηση. Η πληροφόρηση, παρ΄ ότι κατευθυνόμενη τελικά από τα μεγάλα συμφέροντα, αναδείχθηκε «τέταρτη εξουσία», ισάξια περίπου με την καθολική ψήφο. Μάλιστα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι σήμερα η έτσι εκφραζόμενη «πληροφόρηση» μεταβλήθηκε σε πρώτη εξουσία, από την οποία εξαρτώνται όλες οι άλλες, δεδομένου ότι η κοινή γνώμη προσανατολίζεται και καθοδηγείται από τα ΜΜΕ. Τα περισσότερα όργανα του Τύπου και τα μεγαλύτερα ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά δίκτυα προωθούν, διαδίδουν, επιβάλλουν τρόπους ζωής και προσανατολισμούς. Η «πληροφόρηση», κυρίως μέσω της τηλεόρασης, κατάντησε καθοδηγούμενη ψυχαγωγία που εξάπτει τα πάθη σε απλοϊκά θέματα, όσο το δυνατόν μαζικότερα: αθλητικούς αγώνες, τηλεοπτικά παιχνίδια, άνευρο αλλά καθαρά προπαγανδιστικό προς προκαθορισμένες κατευθύνσεις συμφερόντων πολιτικό λόγο, ανεύθυνο, χαμηλού ενδιαφέροντος κουτσομπολιό, μαζικές εκδηλώσεις λαϊκής μουσικής κτλ. Η καθημερινότητα του πολίτη δεν είναι σπάνιο να βρίσκεται στο έλεος του καταναλωτισμού, του πολιτικοκοινωνικού αποπροσανατολισμού, της απομάκρυνσης από τις αρχές και το ήθος της δημοκρατίας μονοσήμαντης χειραγώγησης.

Η παγκοσμιοποίηση έχει δύο κύριες κατευθύνσεις: η πρώτη περιλαμβάνει τη διαδικασία ελέγχου της τεχνολογίας και της οικονομίας, η δεύτερη καθοδηγεί τη διάπλαση των προσωπικών μας αναγκών. Ο πολίτης δεν θεωρείται συμμετοχική πολιτική οντότητα, ο δε άνθρωπος κατευθύνεται στο να αισθάνεται- και στην ουσία είναι!- αδύναμος, απροστάτευτος ως μονάδα, με αποτέλεσμα να οδηγείται, για την προσωπική του ασφάλεια, προς τη συλλογικότητα με αντίτιμο την παραχώρηση των δικαιωμάτων της ατομικής του ελευθερίας («φάκελοι» προσωπικών στοιχείων για ταξιδεύοντες, έλεγχος του DΝΑ, συνεχής ταυτοποίηση με τον ΑΦΜ, χρήση της αστυνομικής ταυτότητας σε κάθε συναλλαγή κ.ά.). Και όλα αυτά απαιτούνται πέρα από τα σύνορα του κράτους καταγωγής ή διαβίωσης, σε διεθνές επίπεδο! Ηδη από το 1972 ο Αγγελος Τερζάκης προέβλεπε: «Πηγαίνουμε σε χάος, σ΄ έναν παγκόσμιο ακατανόμαστον συμφυρμό, που θα τον εκμεταλλευθούν οι ίδιες, προαιώνιες αποσυνθετικές δυνάμεις, οργανωμένες τώρα γύρω από μια τεχνοκρατία παντοδύναμη αλλά κι εξαγορασμένην ή υποδουλωμένη, έτσι που να μη μπορεί να υπηρετήσει την καλύτερη, την εσωτερική απελευθερωτική πλευρά του ανθρώπου» ( Το πρωτείο του πνεύματος, Οι Εκδόσεις των Φίλων).

ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΥΣΗ;

Η λύση δεν μπορεί να είναι άλλη από την επιστροφή στη λειτουργία της πραγματικής δημοκρατίας, του πολιτικοκοινωνικού συστήματος που οικοδομείται από κοινού από όλες τις δυνάμεις της πολιτικής κοινότητας. Για να γίνει αυτό, τα πολιτικά κόμματα οφείλουν να αποτελέσουν τους αντιπροσωπευτικούς σχηματισμούς που θα βοηθήσουν στην άμεση έκφραση των λαϊκών επιθυμιών, των εντολών μέσω των δημοκρατικών διαδικασιών στην καθημερινή ζωή. Η εφαρμογή αυτών των διαδικασιών (όπως, π.χ., η Συμμετοχική Δημοκρατία, η ισχυροποίηση των τοπικών αυτοδιοικητικών δυνάμεων, η υιοθέτηση της οριζόντιας ψηφοφορίας) θα αποβλέπει στο να ξαναδώσουν στον πολίτη την ιδιότητα του δημόσιου προσώπου, να τον μεταβάλουν και πάλι από απλό ψηφοφόρο ή μόνον καταναλωτή, σε άτομο με καθοριστική συμμετοχή στα μεγάλα θεσμικά προβλήματα της κοινωνίας και της πολιτείας. Ο πολίτης, πνευματικά ελεύθερο άτομο, αποτελεί κύτταρο με δύναμη ψυχής. Η δύναμη αυτή, κατάλληλα χρησιμοποιούμενη δημιουργεί ισχυρά αντισώματα στις σύγχρονες επιβουλές της παγκοσμιοποίησης.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, image ,τεύχος 04/7/2008

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More