Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009

reBlog from spoudasterion.pblogs.gr: Ludus Literarius

Karl PopperImage via Wikipedia

I found this fascinating quote today:

του Μάριου Πλωρίτη

ΤΑ ΤΕΙΧΗ

Από την «ανοιχτή κοινωνία» της ελευθερίας και του ανθρωπισμού στην «κλειστή κοινωνία» των τειχών για τους εκτός και για τους εντόςspoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Sep 2009



You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

Η τόλμη του Καβάφη και οι προκαταλήψεις για το έργο του

Recuerda cuerpo...Image by Hablando del asunto via Flickr

Του Μίμη Σουλιώτη

Η εποχή που ο Κ. Π. Καβάφης κινδύνευε από τις επικρίσεις και τις λοιδορίες των πολεμίων του παρήλθε ανεπιστρεπτί και ο ποιητής έχει πολιτογραφηθεί στην εκλεκτή χορεία των δημιουργών που κινδυνεύουν μόνο από τους θαυμαστές και τους υποστηρικτές τους. Ακριβώς η ανεπιφύλακτη αποδοχή του ως μείζονος ποιητή παγιώνει στην αναγνωστική μας συνείδηση όλες τις προκαταλήψεις όσες έχουμε εκθρέψει κατά την αναστροφή μας με το έργο του: αν είχαμε λ.χ. την εντύπωση ότι ο Καβάφης είναι «τολμηρός» επειδή παρουσιάζει τον «ανορθόδοξο έρωτα» στην ποίησή του, η καθολική του αναγνώριση μάς παρασύρει να πιστέψουμε ότι σωστά τον τιμούμε για την ερωτική του κυρίως «τόλμη» (η οποία κατά κανόνα συσκοτίζει την ποιητική).

Ασφαλώς είναι δύσκολο να διακριβώσουμε τα γνωρίσματα που αναγορεύουν σε μείζονα ένα ποιητή, μπορούμε όμως να εντοπίσουμε μερικά από εκείνα που είτε δεν ισχύουν διόλου είτε ισχύουν, αλλά δεν συνιστούν την ικανή συνθήκη για την αποτίμηση του ποιητή ως μείζονος. Πολλοί αναγνώστες προκρίνουν τον Καβάφη επειδή τα ποιήματά του είναι και λίγα και ολιγόστιχα. Οποιος ωστόσο θαυμάζει αυτά, ενώ αποστρέφεται την «πολυλογία» λ.χ. του Βαλαωρίτη, δεν προσλαμβάνει σωστά μήτε την άψογη λακωνικότητα του ενός μήτε τους πετυχημένους πλατειασμούς του άλλου. Και υπό τύπο ερώτησης, κατ' αντιδιαστολή προς ποιον πολυγράφο ποιητή απολαμβάνουμε τον ολιγογράφο Καβάφη; Είτε ξέρουμε να απολαύσουμε και τον Βαλαωρίτη και τον Καβάφη είτε ξεμένουμε στην πτωχευμένη απόλαυση του ενός μόνο από τους δύο.

Η λιτότητα του ύφους
Ο Καβάφης επαινείται για τη «λιτότητα» του ύφους. Αν με τον όρο εννοούμε ότι το ποιητικό αποτέλεσμα το επιτυγχάνει με τα πιο οικονομημένα μέσα, τότε περιττολογούμε, καθώς είναι απαράβατο γνώρισμα της ποίησης να εκφέρει τον οικονομημένο λόγο: ο στίχος του Παλαμά «Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη χώρα» δεν θα μπορούσε να διατυπωθεί με λιγότερα ούτε με φτωχότερα λόγια για το ίδιο ποιητικό νόημα. Αν όμως με τη «λιτότητα» εννοούμε ότι ο Καβάφης αποφεύγει τα σχήματα λόγου και τον στολισμό του ύφους, τότε δεν έχουμε προσέξει ότι η ποίησή του περιέχει και διακοσμήσεις και περιφράσεις και άλλα ρητορικά σχήματα. Παρ' όλα αυτά, η γενική εντύπωση είναι ότι το Καβαφικό ύφος είναι λιτό ενώ του Παλαμά διακοσμημένο. Η εξήγηση βρίσκεται στο ότι ο Καβάφης δημιουργεί πάνω στους καθημερινούς τόνους ομιλίας και έτσι πολλά από τα σχήματα της ποίησής του είναι, λόγω κοινοχρησίας, αδρανή, οπότε τα προσλαμβάνουμε ως «φυσικό, λιτό λόγο» και όχι ως ρητορικά. Η εντύπωση της λιτότητας προκύπτει, εξάλλου, πάντοτε, όταν ο στίχος είναι πολύ καλός ή άψογος, ενώ την αίσθηση ορισμένου περισσεύματος ­ μιας αργοπορίας στη διατύπωση ­ μας τη δίνει το δίστιχο του Γ. Σεφέρη «τον άγγελο/τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια» («Μυθιστόρημα», Α/), μολονότι γράφτηκε με προγραμματική αξίωση λιτότητας. Εδώ το μπόσικο οφείλεται στη δυσκολία να συσχετίσουμε τις δύο βασικές σημασίες: ή «περιμέναμε» ή ήμασταν «προσηλωμένοι» ­ οι δύο ενέργειες μαζί σπανίως συμβαίνουν.

Ορισμένοι αποδίδουν τη μεγαλοσύνη του Καβάφη στην ιστορική διάσταση της ποίησής του, μολονότι λ.χ. η Φλογέρα του Βασιλιά ή ο Δωδεκάλογος του Γύφτου του Κωστή Παλαμά ανατρέχουν σε ευρύτερα πεδία της ιστορίας (και του ελληνισμού). Αλλά ο Παλαμάς καλπάζει στο οριζόντιο επίπεδο, ενώ ο Καβάφης ποντίζεται στην ιστορία με τρόπο ουσιαστικό, θα αντιτείνουν. Θυμίζω ότι ο Ελιοτ χαρακτηρίζει «κατακόρυφο» τον Σαίξπηρ και «οριζόντιο» ποιητή τον Δάντη και συνεπώς οι δύο διαστάσεις είναι τουλάχιστον ισότιμες· το βάθος δεν είναι ανώτερο από την επιφάνεια. Το ότι ο Καβάφης είναι ιστορικώς εμβριθέστατος δεν πρέπει να μας παρασύρει στην άποψη πως, γι' αυτόν τον λόγο, είναι και ανώτερος ποιητής από τον επίπεδο και πλατειαστικό Παλαμά.

Αλλοι πάλι αναγνώστες, εθισμένοι στη φιλολογία για τον Διονύσιο Σολωμό και προεξοφλώντας (ορθά, εν πολλοίς) ότι η γλώσσα είναι η βασική συνιστώσα του ποιητικού μεγαλείου, υπερτονίζουν τη λόγια προέλευση των «εκλεκτών» λέξεων της Καβαφικής ποίησης και την εντυπωσιακή, για τα φιλολογικά δεδομένα της εποχής, πρόσμειξή τους με τις λέξεις της καθομιλουμένης. Τονίζω ότι το λεξιλόγιο του Καβάφη δεν παρουσιάζει μήτε την ποσότητα μήτε το εύρος μήτε την ποικιλία ώστε να χαρακτηρισθεί μείζον (ενώ μείζον είναι το λεξιλόγιο λ.χ. του Σικελιανού). Στο ερώτημα πώς συμβαίνει να αναγορεύουμε σε μείζονα έναν ποιητή που δεν διαθέτει μείζον λεξιλόγιο, μια απάντηση είναι ότι στη θέση της λεξιλογικής ευρύτητας ο Καβάφης έταξε το μέγιστο παιχνίδι των σημασιολογικών αποχρώσεων. Στο δημοφιλές ποίημα (που έφθασε να απαγγελθεί ακόμη και στον τάφο της Τζάκι Κένεντι) ο ποιητής ομιλεί για τον «πηγαιμό στην Ιθάκη», για το «φθάσιμον εκεί», για «βγάλσιμο στο δρόμο» προς την Ιθάκη, για «άραγμα στο νησί» ­ και ωστόσο από κανένα στίχο του περιώνυμου ποιήματος δεν συνάγεται ότι ο ήρωας είναι Ιθακήσιος που παλιννοστεί και όχι κάποιος που πρόκειται να ταξιδέψει, για πρώτη ίσως φορά, στην Ιθάκη.

Η ερωτική του τόλμη
Το Καβαφικό διφορούμενο μας παρασέρνει εξάλλου και στα ερωτικά ποιήματα. Στο «Θέατρον της Σιδώνος» ο «προ πάντων ευειδής» έφηβος είναι, κατά τη λαμπρή διατύπωση, «ποικίλως αρεστός» ­ όπου το ομοφυλοφιλικό υπονοούμενο του επιρρήματος τονίζεται ή λανθάνει αναλόγως με την αναγνωστική μας προαίρεση. Και δεν είναι λίγα τα ποιήματα του Καβάφη που έχουν πιστωθεί στην ομοφυλοφιλική τάση χωρίς, ωστόσο, να παρέχουν αδιαμφισβήτητες ενδείξεις: ο ποιητής είναι απαράμιλλος στις σημασιολογικές αποκρύψεις, παραλλαγές και διαφοροποιήσεις. Αφού λοιπόν έχουμε εντοπίσει τη ρητή και τη λανθάνουσα ομοφυλοφιλία σε βαθμό υπερβολής, είναι καιρός να ανιχνεύσουμε και τη δυνητική αμφιφυλοφιλία στην ποίηση του Αλεξανδρινού, σε ποιήματα όπως το «Μέσα στα Καπηλειά»: «Το μόνο που με σώζει/σαν ομορφιά διαρκής, σαν άρωμα που επάνω/στην σάρκα μου έχει μείνει, είναι που είχα δυο χρόνια/δικό μου τον Ταμίδη, τον πιο εξαίσιο νέο, /δικό μου όχι για σπίτι ή για έπαυλη στον Νείλο». Σύμφωνοι, από το Καβαφικό περικείμενο ομιλεί άρρην για άρρενα, αλλά ποιος στίχος του συγκεκριμένου ποιήματος θα εμπόδιζε να εικάσουμε θήλυ τον αφηγητή;

Οσοι θέλουμε να απολαύσουμε την ερωτική «τόλμη» του ποιητή, αυτή υπάρχει και σε υπερθετικό κιόλας βαθμό, όχι όμως στην ομοφυλοφιλική θεματική όσο σε άλλα μοτίβα ερωτικά. Ο Γ.Π. Σαββίδης το έχει επισημάνει ότι οι στίχοι «Τα έμορφά τους πρόσωπα, τα εξαίσιά τους νειάτα, /η αισθητική αγάπη που είχαν μεταξύ τους, /δροσίσθηκαν, ζωντάνεψαν, τονώθηκαν/απ' τες εξήντα λίρες του χαρτοπαικτείου» είναι από τους τολμηρότερους στη νεοελληνική ποίηση ­ χώρια η εκφραστική τόλμη του τίτλου: «Δύο νέοι, 23 έως 24 ετών». Συγκριτικά με στίχους σαν κι αυτούς, η θρυλούμενη ομοφυλοφιλική τόλμη του Καβάφη μοιάζει κοινότοπη σύμβαση.

Αν έχουμε προκρίνει τον Καβάφη για τη «φιλοσοφική» διάσταση της ποίησής του, θα ήταν προτιμότερο να ικανοποιήσουμε τη φιλοσοφική μας όρεξη προστρέχοντας στη Ζωή Καρέλλη ή στον Τάκη Παπατσώνη (δεν διαθέτει η γραμματεία μας πολλούς του είδους), καθώς ο «φιλοσοφικός Καβάφης» πραγματεύεται με θυμόσοφη διάθεση κάποια ψήγματα και όχι μια φιλοσοφία καθεαυτήν. «Φιλοσοφικός» ποιητής είναι ο Δάντης ή ο Τ. Σ. Ελιοτ και «σοφός» ποιητής είναι ο Γκαίτε, εφόσον αποδώσουμε στους όρους το βάρος του περιεχομένου τους. Ο Αλεξανδρινός αρθρώνει τα ποιήματά του με αντιθέσεις λογικές, ρητές («Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης») ή εννοούμενες («Ηδονή») και νοήματα πάντοτε απλά. Σύνθετη ωστόσο, διαλεκτική δηλαδή και ειρωνική, είναι η εκφορά των νοημάτων. Στην ιδεολογικά φορτισμένη δεκαετία του 1970 είχα συζητήσει μια φορά με τον καθηγητή Κώστα Βεργόπουλο για τον Καβάφη, οπότε μου έδωσε ένα χαρακτηρισμό που εκείνος δεν θα τον θυμάται: ο ποιητής Καβάφης είναι μαχητής. Τούτο είναι διαφωτιστικό και δεν αφορά μόνο τα εμφανώς μαχητικά ποιήματα όπως το περίφημο «Στα 200 π.Χ.»: ακόμη και στο πολύ γνωστό ποίημα «Η πόλις» ο ποιητής μάχεται την αυταπάτη ότι αρκεί να φύγεις σε άλλη πόλη για να σωθείς από τα «ερείπια της ζωής» που σε πλακώνουν στον τόπο της διαμονής σου. «Φιλοσοφική» επομένως δεν είναι η καβαφική ποίηση, είναι όμως μαχητική: ειρωνική και ρητορική.

Αναπόφευκτες συγκρίσεις
Αξιοπρόσεκτη είναι μια παλαιότερη επιφύλαξη ενός από τους πιο αφοσιωμένους αναγνώστες του Αλεξανδρινού, του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, που διαπιστώνει ότι στον Καβάφη δεν συναντούμε την έλλαμψη της ποιητικής μεγαλοφυίας: «Μέσα από το έργο του Καβάφη περνά αυτό που λέμε "ρίγος της μεγαλοφυίας", αυτό το τρομερό ρίγος που το αισθανόμαστε και σε πολύ κατώτερους σε ολοκλήρωση έργου ποιητές και που διατρυπά ξάφνου τον αναγνώστη σαν ξίφος και τον καθηλώνει ­ ή απλώς το κυριαρχικό αίσθημα που νιώθουμε διαβάζοντας τους στίχους του είναι ο θαυμασμός για την άρτια, καίρια και αμίμητη εκφραστική ή μια άκρως λεπτή έως έντονα οδυνηρή συγκίνηση διανοητικού τύπου που μόλις ψαύει τα κράσπεδα της καρδιάς;» (Υπέρ και Κατά. Σημειώσεις Κριτικής, σελ. 76). Τέτοιο ρίγος συναντούμε, κατά τον Αναγνωστάκη, στους στίχους του Κάλβου, του Μαγιακόβσκι, του Ρεμπό. Παραθέτω στίχο με την καθήλωση που νομίζω ότι αναζητεί ο Αναγνωστάκης: «Η σάρκα είναι γεμάτη θλίψη, αλίμονο! Και διάβασα όλα τα βιβλία» (Μαλαρμέ, μετ. Αλ. Ζήρας). Το Μαλαρμεϊκό ρίγος προκύπτει εδώ από την ιδέα και όχι από τις λέξεις του στίχου (ανεξάρτητα από όσα υποστηρίζει ο μέγας Γάλλος για την αξία των λέξεων στην ποίηση). Ο Καβάφης στράτευσε ωστόσο την ιδιοφυία του στον τρόπο της ποιητικής διαπραγμάτευσης αφενός (δραματική δομή) και προπαντός στις έξοχες λεκτικές συνάψεις («θεωρία και μελέτη», «στα μπάνια, και στην παραλία», «προσκυνητά, πάνσεπτα δώματα»). Η λεκτική ιδιοφυΐα του Καβάφη δεν κεραυνοβολεί άνωθεν, όπως του Μαγιακόβσκι, παρά έχει μια λάμψη εγκόσμιας ρητορικής (με την καλύτερη σημασία του όρου: «Ρήματα της καυχήσεως του Αιμιλιανού Μονάη»). Οι λεκτικές συνάψεις παρέχουν το έδαφος για να χαρούμε την ιδιοφυΐα του· σ' αυτόν τον τομέα ο Αλεξανδρινός υπερτερεί και θα υπερτερεί.

Στους κινηματογραφικούς κύκλους κυκλοφορεί η άποψη ότι «αν η ζωή σου δεν αξίζει να γυριστεί ταινία, σημαίνει πως μάταια έζησες». Κατά τους δικούς μου υπολογισμούς, όταν η ζωή ενός ανθρώπου εμπνέει πολύ για να γυριστεί σε ταινία, σημαίνει ότι δεν ήταν δική του παρά αλλότρια και υποχείρια στις περιστάσεις. Σε κάθε περίπτωση, η «τακτοποιημένη και πεζή» ζωή του Καβάφη «τέτοια θεαματικά και φοβερά», που να ικανοποιούν την επιθυμία μας για μυθοποίηση του βίου, «δεν έχει» ­ και όσα είχε δεν ξεπερνούν τις κοινές φουρτούνες της συνήθους υπαλληλικής ζωής. Μάταια λοιπόν θα γυρεύαμε τη μεγαλοσύνη του Καβάφη στη βιογραφία του· το εξαιρετικό στην περίπτωση, έγκειται ακριβώς στο ότι δεν υπάρχουν καταπληκτικά γεγονότα ζωής που να προαλείφουν τη μεγαλοσύνη της ποίησής του. Το μόνο μεγαλείο ζωής που κέκτηται ο Καβάφης, εκείνο που υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο όρο, ήταν η συνταρακτική υποταγή της ζωής στην «ποιητική εργασία» του επί 30 και πλέον συναπτά έτη. Οποιος δεν το βλέπει αυτό και προσπαθεί να βρει μια μυστικοπαθή εξήγηση του Καβαφικού μεγαλείου, ρέπει στα θαύματα επειδή, πράγματι, είναι οδυνηρό να παραδεχθούμε ότι ένας απλός γραφέας με κοινές εμπειρίες ζωής, που σχεδόν ποτέ δεν μετακινήθηκε από τη θέση και την πόλη του, κατόρθωσε να γράψει υψηλή ποίηση, τη στιγμή που εμείς οι άλλοι διασχίσαμε ωκεανούς υδάτων και εμπειριών. Μα πότε παρατηρείτε τη ζωή, μετρ, με τόσες ώρες και τόσα πολλά που γράφετε; είχαν ρωτήσει τον Μπαλζάκ. ­ Α, δεν ευκαιρώ να παρατηρώ. Εγώ γράφω! απάντησε ο γάλλος μυθιστοριογράφος. Καταλαβαίνουμε καλύτερα τον Καβάφη συγκριτικά: όταν ακούμε από την άλλη όχθη τον Παλαμά να πασχίζει να εμψυχώσει τον ξεπερασμένο (από την κοινωνική εξέλιξη) ρόλο του βάρδου, υψωνόμενος όσο μπορούσε πάνω από τις βιοτικές περιστάσεις και τραγουδώντας μόνο με τη γλώσσα της παράδοσης, όσο αυτή μπορούσε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Και τον Καβάφη να αντλεί υλικό έξω από την ποιητική γλώσσα και να είναι (μαζί με τον Καρυωτάκη, που άντεξε «ως τα μισά») όχι ο υψιπέτης ταγός, παρά ο γειωμένος (συχνά και «σαν νεκρός θαμμένος») μισθωτός που δουλεύει με τους τόνους της υπαλληλικής και της αγοραίας γλώσσας, αναχωνεύοντας εκεί μέσα την εμπειρία της «τακτοποιημένης και πεζής» ζωής του (με τα «ινδάλματα της ηδονής» της). Χωρίς την κατ' αντιδιαστολήν «αφόρητη πολυτομία» του Παλαμά, θα διαμορφωνόταν ένας Καβάφης διαφορετικός από αυτόν που έχουμε.

Και συνοψίζοντας, ο Καβάφης είναι πολύ μεγάλος ποιητής για να χωρέσει στις προκαταλήψεις που δικαιολογημένα έχουμε διαμορφώσει όσοι αναγνώστες αναστρεφόμαστε πολλά χρόνια με το έργο του: εμείς επιζητούμε τη γρηγορότερη, ετικεταρισμένη απόλαυση. Και εξάλλου οι προκαταλήψεις μας είναι, μερικές φορές, γόνιμες και ενδιαφέρουσες. (ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 19-3-2000)
Reblog this post [with Zemanta]

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

http://spoudasterion.pblogs.gr/2009/09/513865.html

Από τη Μεγάλη Ιδέα στη Μικρασιατική Καταστροφή

Επιδράσεις στα ρεύματα και στη θεματική της ελληνικής λογοτεχνίας

http://spoudasterion.pblogs.gr/2009/09/513865.html

Shared via AddThis

Οι κοινωνίες της επιτήρησης

Jeremy Bentham's "Auto-Icon" at Univ...Image via Wikipedia

του Δ.Τζιόβα, καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Αγγλίας και διευθυντή του Κέντρου Βυζαντινών, Οθωμανικών και Νεοελληνικών Σπουδών του ιδίου πανεπιστημίου.

Μεταξύ των διαφόρων χαρακτηρισμών που έχουν αποδοθεί κατά καιρούς στις δυτικές κοινωνίες θα μπορούσε να προστεθεί και αυτός της επιτήρησης. Από την εποχή του Τζέρεμι Μπένθαμ (1748-1832), που με το περίφημο Περίοπτον ή Πανοραμικόν (Panoptikon) επινόησε ένα νέο σχέδιο οργάνωσης της φυλακής, το οποίο επέτρεπε στους φύλακες να επιβλέπουν συνεχώς τους κρατούμενους από έναν πύργο-παρατηρητήριο που βρισκόταν στη μέση ενός κυκλικού κτιρίου με πλήρως ορατά κελιά, σηματοδοτείται η μετάβαση των δυτικών κοινωνιών όπως έδειξε διεξοδικά ο Μισέλ Φουκώ από την τιμωρία βασισμένη στη βάσανο του σώματος στον κοινωνικό έλεγχο της συνείδησης. Ο Μπένθαμ μπορεί να χαρακτηριστεί ο πατέρας της κοινωνικής επίβλεψης, γιατί αν και η πανοραμική φυλακή που σχεδίασε δεν χτίστηκε ποτέ, αποτέλεσε, εντούτοις, το πρότυπο επίβλεψης στη βικτωριανή Αγγλία για εργοστάσια, υφαντουργεία, πτωχοκομεία και άλλους μαζικούς χώρους εργασίας ή κοινωφελή ιδρύματα.

Με την ανάπτυξη των πόλεων ως επακόλουθο της βιομηχανικής επανάστασης η επιτήρηση αποτέλεσε έναν από τους βασικούς μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου, ώστε να προλαμβάνεται η εξάπλωση των μεταδοτικών ασθενειών που αποτελούσαν μάστιγα εκείνη την εποχή για τις αγγλικές πόλεις όπου συνέρρεαν πλήθος φτωχών και αδυνάτων. Ακόμη και η ανάπτυξη του αστυνομικού μυθιστορήματος συνδέεται με την αυξανόμενη σημασία της επιτήρησης και της παρατήρησης κατά τον 19ο αιώνα. Η βασική και διδακτική αρχή του αστυνομικού μυθιστορήματος συνίσταται στο αξίωμα ότι παρατηρώντας και παρακολουθώντας μαθαίνει κανείς να εξιχνιάζει και να αποκαλύπτει. Η έμφαση στη διείσδυση και στην υπέρβαση των φαινομένων μέσω της παρατήρησης και της εξιχνίασης μυστικών αποτελεί και το ιδεώδες των ραγδαία αναπτυσσόμενων φυσικών επιστημών εκείνη την εποχή που φιλοδοξούν να καταστήσουν ορατό ό,τι ήταν αόρατο και κρυφό. Η διεισδυτική ματιά και η σχολαστική παρατήρηση αποκτούν στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα τρομακτική σημασία, που βρήκαν και στον εικοστό νέες λειτουργίες.

Στον εικοστό αιώνα μπορεί η έννοια της επιτήρησης να συνδέεται με πολεμικές δραστηριότητες και την τελειοποίηση των κατασκοπευτικών μεθόδων και της σχετικής τεχνολογίας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου, τούτο όμως δεν σημαίνει ότι η επιτήρηση παύει να συναρτάται με τον κοινωνικό έλεγχο. Αν ο ψυχρός πόλεμος αποτελεί έναν σημαντικό σταθμό στην ιστορία της επιτήρησης στον εικοστό αιώνα, η ανάπτυξη του κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης αποτελεί τον επόμενο. Με την ανακάλυψη και την εξάπλωση αυτού του συστήματος, η κοινωνία της επιτήρησης βρίσκει το βασικό όργανο για την καλύτερη οργάνωση και αστυνόμευσή της. Χιλιάδες κάμερες μας παρακολουθούν παντού στους δρόμους, στους σταθμούς, στα καταστήματα και ο αριθμός τους στην Αμερική και στην Ευρώπη διαρκώς αυξάνεται.

Τα κλειστά εμπορικά κέντρα (shopping malls) θεωρούνται τα πιο ασφαλή μέρη των μεγαλουπόλεων καθώς η κίνηση παρακολουθείται διαρκώς και πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι τα κλειστά κυκλώματα συμβάλλουν στη μείωση του εγκλήματος καθιστώντας τις πόλεις πιο ασφαλείς. Ολα όμως αυτά συνδέουν την τεχνολογία της επιτήρησης με την αστυνόμευση, τον κοινωνικό έλεγχο και την παρακολούθηση των πολιτών, με μηχανισμούς δηλαδή καταστολής και εξουσίας. Η κάμερα για πολλούς είναι το μάτι της εξουσίας και το σύμβολο της κοινωνίας της επιτήρησης.

Τα τελευταία όμως χρόνια η ανάπτυξη του διαδικτύου οδηγεί σταδιακά στη δημοκρατικοποίηση της τεχνολογίας. Οποιοσδήποτε τώρα μπορεί να τοποθετήσει μια κάμερα είτε μέσα είτε έξω από το σπίτι του και να μεταδίδει την εικόνα στο διαδίκτυο. Πρόσφατα μάλιστα ένας νεαρός στην Αγγλία κατέγραψε τυχαία με την κάμερά του τον ξυλοδαρμό ενός πολίτη από αστυνομικούς δείχνοντας έτσι ότι η κάμερα μπορεί να είναι και αντιεξουσιαστικό μέσο. Τηλεοπτικές εκπομπές, όπως αυτή του «Μεγάλου Αδελφού», παρά τις διαμαρτυρίες που ξεσήκωσε, αποτέλεσε το αποκορύφωμα της κοινωνίας της επιτήρησης και μας αναγκάζει να παραδεχτούμε δύο σημαντικές εξελίξεις στις δυτικές κοινωνίες.

Πρώτον, την υπονόμευση της ιδιωτικότητας. Η ιερότητα της ιδιωτικότητας που αποτέλεσε μια θεμελιώδη αρχή του δυτικού πολιτισμού απειλείται. Τα πάντα γίνονται δημόσια. Δεν υπάρχουν πια ιδιωτικές στιγμές ενώ γίνεται λόγος για μια νέα μορφή κοινωνικής πραγματικότητας. Δεύτερον, με τη σύνδεση διαδικτύου και τηλεόρασης και τη μαζική τηλεφωνική ψηφοφορία των θεατών, αρκετοί υποστηρίζουν ότι μέσω της τηλεόρασης και του διαδικτύου θα διενεργούνται στο μέλλον δημοψηφίσματα ή ακόμη και εκλογές. Με αυτές τις εξελίξεις και την ανεξέλεγκτη κυριαρχία του διαδικτύου οι σχέσεις των μελών της κοινωνίας της επιτήρησης αλλάζουν. Η παθητική και μονομερής σχέση επιτηρητή και επιτηρούμενου μεταβάλλεται σε σχέση αλληλενέργειας και ισοτιμίας. Η κάμερα από όργανο εξουσίας γίνεται και μέσο άμυνας των πολιτών χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κυριαρχία της μειώνεται αφού στο μέλλον η αναγνώριση ή η ταύτιση προσώπων θα γίνεται με την αποτύπωση της ίριδας των ματιών μας και την αναγνώρισή της από ειδικές κάμερες. (ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 2-12-2001)
Reblog this post [with Zemanta]

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

reBlog from spoudasterion.pblogs.gr: Ludus Literarius

What is Futurism? (1)Image by jungmoon via Flickr

I found this fascinating quote today:

ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

Φεβρουάριος 1909. Το πρωτοσέλιδο δημοσίευμα στην παρισινή εφημερίδα «Φιγκαρό» με τον τίτλο « Ο φουτουρισμός », γραμμένο από τον ιταλό ποιητή Φιλίπο Τομάζο Μαρινέτι , έμελλε να στρέψει θεαματικά όλες τις τέχνες προς το τεχνικό στοιχείο και τις μηχανές, προς το ριζοσπαστικό πνεύμα, την πρόκληση και την επιθετικότητα. Το μανιφέστο αυτό, από το οποίο δεν έλειπαν τα φιλοπολεμικά και αντιφεμινιστικά συνθήματα, αποτέλεσε άμεσα μια θεωρητική πλατφόρμα για πρωτότυπες δράσεις και εκδηλώσεις σε αναπάντεχους χώρους και στον δρόμο, για διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες που λογίζονταν καλλιτεχνικά γεγονότα, για σκάνδαλα που εμφανίζονταν ως καθημερινά τελετουργικά με αισθητική αξία. Φουτουρισμός ήταν η ακραία, ευρηματική όσο και παρεμβατική τέχνη που αποθέωνε το στιγμιαίο και την ίδια την ταχύτητα, που διεκδικούσε τη δυναμική του αυτοσχεδιασμού, που επεδίωκε την ταύτιση τέχνης και ζωής, ενώ στόχευε στην έκπληξη, στο σοκ, στη σύμπραξη του θεατή. ... ... ...spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius,Sept 2009

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

Ο άγνωστος Χαρίλαος Τρικούπης

Charilaos Trikoupis, father of the New PartyImage via Wikipedia

ΤΗΣ ΛΥΝΤΙΑΣ ΤΡΙΧΑ, δικηγόρου και ασχολουμένης με την ιστορική έρευνα

Το ανθρώπινο πρόσωπο, οι αδυναμίες και οι αρετές του πολιτικού που εδραίωσε τον κοινοβουλευτισμό στην Ελλάδα και δέσποσε στην πολιτική ζωή το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα



Ο άθλιος, ελεεινός, αυθάδης, απατεώνας, ανόητος, κεφάλας, βιοθανής, συκοφάντης, αρχοπείνης και αναίσχυντος πολιτικός, που είναι επιπλέον και λαθρέμπορος, κατάσκοπος και πλαστογράφος1, μπορεί συγχρόνως να έχει χαλύβδινο χαρακτήρα, αδάμαστη θέληση, μεγαλοφυές πνεύμα, να είναι σοβαρός και αγέρωχος και να θαυμάζεται σε Ανατολή και Δύση2; Αναφέρονται στο ίδιο πρόσωπο αυτοί οι χαρακτηρισμοί; Στον Χαρίλαο Τρικούπη. Ποιος ήταν πράγματι ο Τρικούπης;

Ξέρουμε την αποφασιστική συμβολή του στην καθιέρωση του κοινοβουλευτικού συστήματος στην Ελλάδα, το ενδιαφέρον του για τους σιδηροδρόμους και τα μεγάλα δημόσια έργα, το οικονομικό του πρόγραμμα με τα δάνεια και τους φόρους, την πολιτική του στα θέματα του αλύτρωτου ελληνισμού, την προσπάθειά του να αναδιοργανώσει τη δημόσια διοίκηση και τον στρατό. Για τον ίδιο όμως, σαν άτομο, σαν χαρακτήρα, τι ξέρουμε;

Ολες οι περιγραφές των συγχρόνων του συμφωνούν στην αυστηρή μορφή, στην άκαμπτη κορμοστασιά, στο σκούρο κοστούμι, αγγλικής εμπνεύσεως, και συνήθως, και αγγλικής κατασκευής. Ετσι τον βλέπουμε στις λίγες φωτογραφίες του που έχουν σωθεί. Το ίδιο στητός και σοβαρός στα νιάτα του και στο μεσουράνημά του. Δεν συνηθιζόταν βέβαια τότε να χαμογελάς στον φακό...

Συμφωνούν ακόμη στον ισχυρό χαρακτήρα του, στην εντιμότητά του, στην ατσαλένια θέλησή του, στη φοβερή αντοχή του, στην εργατικότητα και στη φιλομάθειά του. Μικρός συνήθιζε να ξενυχτά διαβάζοντας, αναγκασμένος να χαμηλώνει τη λάμπα του όταν άκουγε τα βήματα των γονιών του που φώναζαν και να τη δυναμώνει πάλι όταν απομακρύνονταν. Μεγάλος ξενυχτούσε δουλεύοντας. Το φως στο γραφείο του, έλεγαν, δεν έσβηνε ποτέ. Πού θα ευρεθή ένας σαν τον Τρικούπην, μονολογούσε ο Συγγρός, να μην έχη ώρας ύπνου, ώρας αναπαύσεως, καλέ να μη κοιμάται σας λέω...

Συστηματικός και οργανωμένος από τη φύση του, δεν έχανε πολύτιμο χρόνο ψάχνοντας. Ταξινομούσε μόνος του όλα τα χαρτιά του σε φακέλους και τα φύλαγε προσεκτικά στα συρτάρια του και σε ένα ντουλάπι με πολλές θυρίδες, που είχε σχεδιάσει μόνος του. Το γραφείο του επάνω το ήθελε καθαρό και τακτοποιημένο, χωρίς όγκους χαρτιών. Και ό,τι χρειαζόταν το εύρισκε αμέσως.

Εχοντας ζήσει πολλά χρόνια της νεότητάς του στο Λονδίνο, επηρεάστηκε τόσο από την αγγλική πολιτική όσο και από τον βρετανικό τρόπο ζωής και τη βρετανική ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση. Χαρακτηριστική είναι η διήγηση της αδελφής του Σοφίας για τον θάνατο της μητέρας τους, που πνίγηκε στην Αίγινα. Βλέποντάς την η νεαρή Σοφία έβγαλε μια σπαρακτική κραυγή που παρέλυσε τους πάντες και σταμάτησε μόνο κάτω από το επιτακτικό βλέμμα του Χαρίλαου. Το ίδιο βράδυ, μόλις βρέθηκαν μόνοι, εμβρόντητη τον άκουσε να της λέει ότι δεν περίμενε ποτέ από εκείνη παρόμοια συμπεριφορά. «Εις τοιαύτας στιγμάς δεν σκέπτεταί τις περί εαυτού, αλλά περί του τι οφείλει να πράξη», της είπε.

Δεχόταν τους φίλους του πάντοτε όρθιος, κρατώντας τα χέρια πίσω από την πλάτη του. Απέφευγε, έλεγαν, τις πολλές χειραψίες. Οταν όμως έδινε το χέρι του, η χειραψία ήταν θερμή, γενναία και αγγλική. Ετσι, χωρίς εναγκαλισμούς, αποχαιρέτησε και την αδελφή του, όταν έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι στην Ευρώπη, μετά τη μεγάλη του εκλογική ήττα.

Παρά το αγέρωχο ύφος του, ήταν προσηνής με όλους. Στο σπίτι του όμως τους πολιτικούς του φίλους τους δεχόταν και τους εξυπηρετούσε η Σοφία. Στα χρόνια της μεγάλης ακμής του Τρικούπη, το σαλόνι της Σοφίας, που επί χρόνια δεν έβγαινε καθόλου έξω από το σπίτι, ήταν ανοιχτό από το πρωί ως το βράδυ. Οι πιο οικείοι περίμεναν ως τα μεσάνυκτα που εμφανιζόταν ο Τρικούπης για να απολαύσουν τη συντροφιά του και το πνεύμα του. Στο σαλόνι, στον πρώτο όροφο, κόσμος έμπαινε και έβγαινε συνεχώς. Στο ισόγειο, στο γραφείο του, επικρατούσε άκρα ησυχία και ηρεμία.

Αρχικά ο Τρικούπης έμενε στην Ομόνοια, στην οικία Σαρόγλου. Τα 13 τελευταία χρόνια της ζωής του τα έζησε στην οδό Ακαδημίας και Μαυρομιχάλη σε ένα νοικιασμένο σπίτι. Την περιουσία που του άφησε ο πατέρας του ο Τρικούπης είχε αναγκαστεί σιγά σιγά να την πουλήσει και πέθανε φτωχός. Είχε κληρονομήσει ένα ακίνητο στην Αθήνα, το σημερινό Ασυλο Ανιάτων, ένα σπίτι στην Αίγινα, που πουλήθηκε στον άγγλο πρεσβευτή Εγκερτον, ένα στο Μεσολόγγι, ένα στο Αργος και άλλο στο Ναύπλιο.

Ζούσε σπαρτιατικά. Κοιμόταν λίγο και ξυπνούσε νωρίς το πρωί. Του άρεσε να πίνει τσάι, ενώ απέφευγε τα οινοπνευματώδη, έτρωγε γρήγορα και πολύ λίγο και δεν κάπνιζε. Του άρεσαν τα μπιφτέκια, τα φρούτα και τα γλυκά. Συνήθιζε να μην κρατάει χρήματα επάνω του και δεν ήταν σπάταλος. Στα ταξίδια που έκανε στο εξωτερικό ως ιδιώτης έμενε, έλεγαν, προσδιορίζοντας έτσι το μέγεθος και την πολυτέλεια των δωματίων, σε δωμάτια με ένα μόνο παράθυρο.

Οταν ήρθε να εγκατασταθεί στην Ελλάδα, είχε έναν ξενικό τόνο στην ομιλία του, τον οποίο προσπάθησε να αποβάλει. Χρειάστηκε να κάνει μεγάλη προσπάθεια, σαν άλλος Δημοσθένης, για να γίνει ένας καλός ρήτορας. Διατήρησε, όμως, παρά τη βαριά φωνή του, μια περίεργη προφορά στο και. Ακούραστος, παρακολουθούσε ατέλειωτες ώρες τις συνεδριάσεις της Βουλής και φρόντιζε όταν έπαιρνε τον λόγο να είναι άριστα προπαρασκευασμένος.

Χρησιμοποιούσε αγέλαστη και αλύγιστη καθαρεύουσα, όπως έλεγε ο Παλαμάς, θεωρώντας την απλή γλώσσα κατάλληλη για την ποίηση μόνο και όχι τον πεζό λόγο. Στην ίδια γλώσσα έγραφε ακόμη και τα προσωπικά του γράμματα στην αδελφή του, που τα υπέγραφε ο αδελφός. Λιγόλογος και φλεγματικός, όταν η αδελφή του τον ρώτησε αν η μητέρα τους ήταν νεκρή, της απήντησε Το φοβούμαι, ενώ είναι γνωστές οι φράσεις του Δυστυχώς επτωχεύσαμεν και Ανθ' ημών λοιπόν βουλευτής ο κύριος Γουλιμής. Καληνύχτα σας.

Προσαρμοζόταν εύκολα στις περιστάσεις και αδιαφορούσε για το ότι τον ονόμαζαν Πετρέλαιο, Φορομπήχτη, Μογγόλο, Ξένο, Αγγλο, Εγγλέζικο κεφάλι και Μυλόρδο. Θα με ανεχθούν μέχρι να αρχίσω να τους φορολογώ και μετά θα με ρίξουν, είχε πει σε έναν φίλο του άγγλο δημοσιογράφο, και κατέθεσε στη Βουλή σωρεία φορολογικών νομοσχεδίων. Οταν αποφάσιζε κάτι που θεωρούσε σωστό, δεν τον σταματούσε τίποτε.

Ηταν, όμως, όντως ο Τρικούπης τόσο αυστηρός και δύσκαμπτος; Παρά τη γενικώς κρατούσα άποψη, φαίνεται πως όχι.

Γελούσε συχνά και το γέλιο του ήταν ζεστό και ηχηρό. Καλό και ζωηρό τον περιγράφει στα νεανικά του χρόνια ο ξάδελφός του Νικόλαος Μαυροκορδάτος. Αργότερα, διαβάζοντας τις εφημερίδες της εποχής, διαπιστώνουμε ότι δεν έλειπε από κανένα χορό ­ που στις αρχές του χρόνου και στις απόκριες γίνονταν σχεδόν σε καθημερινή βάση ­ και ότι μάλιστα διασκέδαζε ιδιαίτερα αστειευόμενος με τις κυρίες, που κυριολεκτικά τον πολιορκούσαν, και χορεύοντας. Και αν δεν πήγε σε κάποιο χορό του Συγγρού, αυτό έδειχνε απλώς και μόνο την αποδοκιμασία του που ο Συγγρός τις περασμένες μέρες δεν τάχθηκε μαζί του στη Βουλή...

Απορροφημένος από την πολιτική, δεν παντρεύθηκε ποτέ. Στη δεκαετία όμως του 1880, όταν είχε πια συμπληρώσει τα 50 του χρόνια, φαίνεται ότι ερωτεύθηκε την 25χρονη ωραία βαρόνη φον Τράουτενμπεργκ, τη σύζυγο του αυστριακού πρεσβευτή, και ο τρυφερός αυτός δεσμός ­ που πιθανώς να ήταν και μόνο πλατωνικός ­ κράτησε ως τον θάνατό του. Δεν είναι τυχαίο ότι το ζεύγος φον Τράουτενμπεργκ βρισκόταν δίπλα του στις Κάννες τις τελευταίες στιγμές του, ότι η βαρόνη ήταν εκείνη που συνεννοείτο με τον γιατρό και ότι στη βαρόνη ανέθεσε ο Τρικούπης να κάψει ορισμένα χαρτιά του λίγο προτού πεθάνει. Ούτε είναι τυχαίο ότι στα δύο - τρία γράμματά του προς τη βαρόνη που σώζονται η αδελφή του Σοφία φρόντισε να κόψει με το ψαλίδι οποιαδήποτε προσωπική αναφορά και να σβήσει επιμελέστατα το όνομά της, όπου ήταν γραμμένο, πράγμα που δεν έχει κάνει σε κανένα άλλο έγγραφό του. Διαφωνούσε με τον δεσμό; Δεν ήθελε να εκθέσει την αδυναμία του αδελφού της στις επόμενες γενιές; Ποιος ξέρει... Στην ωραία βαρόνη αναφέρεται και ο Σουρής όταν γράφει:

Επιθυμώ αλήθεια να δω και τον Τρικούπη

που τούχει γίνη τώρα ο έρωτας κουνούπι...

Σε νεότερα δημοσιεύματα έχουν αναφερθεί και άλλοι δεσμοί του, με παντρεμένες πάντα γυναίκες: με τη σύζυγο του λόρδου Πάλμερστον στα νεανικά του χρόνια και με τη σύζυγο άλλου αυστριακού πρεσβευτή, του βαρόνου Κότζεκ, αργότερα. Οι αναφορές όμως αυτές γίνονται χωρίς την παράθεση κάποιου αξιόπιστου στοιχείου και έχουμε κάθε λόγο να μην τις πιστέψουμε: στα νεανικά του χρόνια ο Τρικούπης διαπραγματεύθηκε την ένωση των Ιονίων και κατάφερε να τροποποιήσει ορισμένους όρους, έτσι ώστε η συνθήκη που υπογράφηκε να θεωρηθεί μεγάλη διπλωματική του επιτυχία. Η επίκληση ενός δεσμού με την λαίδη Πάλμερστον και η απόδοση της διπλωματικής του επιτυχίας στην παρέμβασή της αποσκοπεί μάλλον στη μείωση της σημασίας των προσωπικών ικανοτήτων του. Δεν φαίνεται να στηρίζεται σε κανένα γεγονός παρά μόνο στο ότι ο νεαρός Τρικούπης διατηρούσε κοινωνικές σχέσεις με την οικογένεια Πάλμερστον. Οσον αφορά δε τον δεσμό του με τη βαρόνη Κότζεκ, πέρα από το ότι προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι φέρεται να δημιουργεί διαδοχικά δεσμό με όλες τις γυναίκες των αυστριακών πρεσβευτών, η σαφής χρονική του τοποθέτηση πριν από αυτόν με τη βαρόνη Τράουτενμπεργκ αποδεικνύει από μόνη της το ανυπόστατον του δεσμού, καθώς ο Κότζεκ ήρθε στην Αθήνα μετά τον Τράουτενμπεργκ.

Ολα του τα χρόνια ο Τρικούπης τα έζησε με την αδελφή του Σοφία, που τον αγαπούσε υπερβολικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι όχι μόνο στα γράμματά της προς τρίτους αλλά και στις προσωπικές της σημειώσεις, όποτε αναφερόταν σε αυτόν, έγραφε το Αδελφός με Α κεφαλαίο.

Η Σοφία είχε εξαιρετική ανατροφή και μόρφωση και με την ευφυΐα της, τη γλυκύτητά της και την καλοσύνη της βοηθούσε πολλαπλά τον Χαρίλαο στις πολιτικές του επιδιώξεις. Ηταν γι' αυτόν αδελφή και φίλη, οικοδέσποινα, γραμματέας και συνεργάτις.

Του Τρικούπη του άρεσε η ζωή στην εξοχή, το κολύμπι, το ψάρεμα ­ κυρίως η συρτή ­ και το κυνήγι. Κυνηγούσε αγριοπερίστερα στην Αίγινα και πάπιες στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου. Η Σοφία Τρικούπη σε προσωπικές σημειώσεις της τον περιγράφει να στέκεται ασπροντυμένος στη μέση της βάρκας τους και να κοιτάζει χαμογελώντας τα σκυλιά του να κολυμπούν με τη λεία τους στο στόμα, ενώ δίπλα του η ίδια λυπόταν τα ωραία περιστέρια.

Αγαπούσε πολύ τα σκυλιά και διηγούνται ότι σε κάποιο ταξίδι του βλέποντας έναν σκύλο να πέφτει στη θάλασσα και να κινδυνεύει να πνιγεί ζήτησε από τον καπετάνιο να σταματήσει για να τον μαζέψουν. Ο καπετάνιος δεν φάνηκε τόσο πρόθυμος και ο Τρικούπης για να τον εξαναγκάσει να σταματήσει έβγαλε το σακάκι του και πήδηξε και ο ίδιος στο νερό.

Του άρεσε πολύ το διάβασμα, διάβαζε καθημερινά τις κυριότερες ελληνικές εφημερίδες και καταβρόχθιζε τις αγγλικές. Στις συναναστροφές όπου ήταν περιζήτητος, καθώς ήταν δεινός causeur, εντυπωσίαζε τους συνομιλητές του με τις γνώσεις του γύρω από καλλιτεχνικά θέματα, τις κρίσεις του για τα μυθιστορήματα του Ζολά ή τις αναλύσεις του για τον Φάουστ του Γκαίτε. Στις παρέες του ήταν ομιλητικός και εύχαρις, μιλούσε ακόμη και για τη γυναικεία μόδα, έλεγε αστεία, γελούσε. Ηξερε τέλεια αγγλικά και γαλλικά και καλά γερμανικά και ιταλικά. Παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τις θεωρίες του Δαρβίνου και του Σπένσερ, του άρεσε όμως και να αφήνεται στη φλυαρία του γέροντα Ξύδη, του κουρέα του.

Σε στιγμές απολογισμού του έργου του και της ζωής του ο ίδιος σκεπτόταν ότι μετά από έναν αιώνα όλη αυτή η περίοδος της προσωπικής του κυριαρχίας στον πολιτικό βίο της Ελλάδας θα αναφέρεται στην παγκόσμια ιστορία με λίγες μόνο γραμμές. Και στις γραμμές αυτές το όνομά του ούτε που θα αναφέρεται!

Φαντάζομαι ότι θα αισθανόταν δικαίωση μαθαίνοντας ότι η Βουλή κήρυξε το 1996 έτος Τρικούπη και ότι οι έλληνες ιστορικοί εξετάζουν επισταμένως την περίοδο αυτή από όλες τις πλευρές: την οικονομία, την πολιτική, τα κοινωνικά ρεύματα, τις πνευματικές ενασχολήσεις. Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα είναι τα τρικουπικά χρόνια. Το όνομά του αναφέρεται παντού και ακόμη και όσοι διαφωνούν με ορισμένες πολιτικές ή οικονομικές επιλογές του αναγνωρίζουν ότι αυτός ήταν η μορφή που δέσποζε στην εποχή του. (ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 18 Αυγούστου 1996)
Reblog this post [with Zemanta]

Περί κράτους τινά

του Μάριου Πλωρίτη

Τι είναι η τυραννία ενός θνητού ατόμου μπρος στην τυραννία του αθάνατου κράτους;

H ΔΕΙΝΗ πολιτική, οικονομική και κοινωνική κρίση που ανεμοδέρνει το πλεούμενο «Ελλάδα», παρακινεί έναν «πολύπαθο» (όπως αυτοχαρακτηρίζεται) αναγνώστη ν' αναρωτηθεί και να ρωτήσει: «Μα γιατί, τελοσπάντων, αυτό το Κράτος (με κεφαλαίο) μας ταλαιπωρεί και μας ξεζουμίζει τόσο λυσσαλέα, με τόσους τρόπους και με τόση αναλγησία;»

Διαβάστε το στο: www.spoudasterion.pblogs.gr

Από τη «Nouvelle Revue» στην αθηναϊκή «Εστία»


του Ι. Παπακώστα, καθηγητή της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Σε προηγούμενο άρθρο μας («Το Βήμα», 30.11.2003) σχολιάσαμε αδρομερώς μερικά σημεία άγνωστων επιστολών του Γ. Βιζυηνού, από τις οποίες (και μάλιστα από αφορμή την έκδοση της ποιητικής του συλλογής Ατθίδες Αύραι) προέκυπτε η διαρκής έγνοια και αγωνία του να γίνει γνωστό το ποιητικό του έργο στο εξωτερικό. Στο παρόν άρθρο θα αναφερθούμε στο αφηγηματικό του έργο και ειδικότερα στον τρόπο σύνδεσής του με συγκεκριμένα έντυπα και τον τρόπο που γίνεται το πέρασμα από το γαλλικό περιοδικό «La Nouvelle Revue» στην «Εστία», το σημαντικότερο περιοδικό της εποχής αυτής στην Ελλάδα, όπου και δημοσιεύτηκαν τα πέντε από τα έξι κορυφαία διηγήματά του.

Ο Γ. Βιζυηνός ήταν από τους λίγους συγγραφείς του 19ου αιώνα στο πρόσωπο του οποίου συνδυάζονταν συστηματικές σπουδές, επιστημονικό έργο, ποιητική και έγκυρη αφηγηματική δημιουργία. Ηταν επίσης από τους πλέον ταξιδεμένους συγγραφείς αφού, με μικρά διαλείμματα, από το 1875 ίσαμε το 1884, έχοντας τη γενναία χορηγία του Γ. Ζαρίφη, έζησε στις κυριότερες πόλεις της Γερμανίας (Γοττίγκη, Λειψία, Βερολίνο) και επίσης στο Παρίσι και στο Λονδίνο.

Αν οι περισσότερες αυτές πόλεις συνδέονται με τις σπουδές του στη φιλοσοφία, στα παιδαγωγικά και στην ψυχολογία και επίσης με την ποιητική του δημιουργία, το Παρίσι έχει ταυτιστεί αποκλειστικά και μόνο με την ενασχόλησή του με τον αφηγηματικό λόγο και ιδίως με το διήγημα.

Και τούτο όχι μόνο γιατί εκεί, στο περιοδικό «La Nouvelle Revue» της Juliette Lamber-Adam, δημοσιεύτηκε το πρώτο του διήγημα «Το αμάρτημα της μητρός μου», αλλά γιατί την περίοδο της διαμονής του στο Παρίσι (Ιούνιος - Δεκέμβριος 1882) ο Βιζυηνός εξεδήλωσε έμπρακτα την πρόθεσή του να ασχοληθεί με το νέο για εκείνον λογοτεχνικό είδος, το διήγημα.

* Στροφή στο διήγημα

Εχει, κατ' επανάληψη και από παλαιά, ειπωθεί ότι η παρότρυνση προς τον Βιζυηνό να ασχοληθεί με το διήγημα προήλθε από τον Δ. Βικέλα. Παρότρυνση που βεβαίως δεν θα ήταν αρκετή αν ο ίδιος ο Βιζυηνός δεν ήταν έτοιμος να στραφεί προς την πεζογραφία. Με τη στροφή αυτή γίνονται αντικείμενο λογοτεχνικής πραγμάτωσης οι παιδικές του αναμνήσεις, οι σπουδές του γύρω από την ψυχολογία και τα παιδαγωγικά, παράγοντες που τον οδηγούν και προς την ψυχογραφία, και βεβαίως τα διαβάσματά του από την ξένη λογοτεχνία και ιδίως τη γερμανική. (Ο Γ. Βελουδής ως μια πηγή του υπέδειξε τον Auerbach.) Είναι ωστόσο γεγονός ότι η αναστροφή του Βιζυηνού με τον Βικέλα ήρθε στην πιο κατάλληλη στιγμή με θαυμαστά για εκείνον και για τη νεοελληνική λογοτεχνία αποτελέσματα.

Χωρίς τη μεσολάβηση του Βικέλα, η δημοσίευση του ανωτέρω διηγήματος στο εν λόγω γαλλικό περιοδικό δεν θα είχε πραγματοποιηθεί. H απόφαση όμως του Βιζυηνού να δει το (πρώτο) διήγημά του δημοσιευμένο πρώτα σε ευρωπαϊκό περιοδικό και κατόπιν σε ελληνικό προκαλεί ερώτημα. Το ερώτημα είναι αν η επιθυμία του αυτή προερχόταν από κάποια τάση επίδειξης ή συνδέεται με την πικρία που σίγουρα θα είχε δοκιμάσει για τον υποτιμητικό τρόπο με τον οποίο τον είχαν αντιμετωπίσει κατά το ολιγόμηνο χρονικό διάστημα της παραμονής του στην Αθήνα το 1882, οπότε του προσάπτονταν κολακεία, παρασιτία, χυδαιότητα, γελοιότητες και μάλιστα σε ανώνυμα δημοσιεύματα.

Οπως και αν έχει το πράγμα, το βέβαιο είναι ότι η δημοσίευση του διηγήματος οφείλεται στον Βικέλα, ο οποίος είχε αναλάβει και την τυπογραφική επιμέλεια, φροντίζοντας μάλιστα και για το τράβηγμα ανατύπων. Για «ταύτην την πρόβλεψιν» ο Βιζυηνός, ο οποίος τότε βρισκόταν στο Λονδίνο, του εκφράζει τις ευχαριστίες (επ. 24.3.1883). Στον Βικέλα οφείλεται επίσης και η μετάφραση από τον Queux de Saint Hilaire του διηγήματος (Μουλλάς), αν και αυτό αποσιωπάται στο δημοσίευμα, όπως προκύπτει από φωτοτυπία που μου προμήθευσε η Κατερίνα Κωστίου.

Αν η απάντηση στα ανωτέρω έχει υποθετικό χαρακτήρα, το ερώτημα όμως παραμένει για ένα άλλο συναφές θέμα, που αφορά τον χρόνο δημοσίευσης του διηγήματος, αφού αυτό ήταν ήδη έτοιμο τουλάχιστον τέσσερις μήνες πριν από τη δημοσίευσή του. Τούτο προκύπτει από σχετική αγγελία που δημοσιεύτηκε στο «Δελτίον της Εστίας» (αριθ. 313, 26.12.1882) και η οποία δεν προσέχτηκε από την έρευνα. H σχετική μαρτυρία έχει ως εξής: «Λίαν προσεχώς η "Εστία" θέλει δημοσιεύσει εις τας στήλας αυτής ωραίον πρωτότυπον διήγημα του γνωστού ποιητού κ. Γεωργίου Βιζυηνού. Το διήγημα τούτο, μεταφρασθέν και γαλλιστί, θέλει δημοσιευθεί συγχρόνως και εν τω εγκρίτω γαλλικώ περιοδικώ "La Nouvelle Revue" των Παρισίων».

Οπως είναι γνωστό, το εν λόγω διήγημα δημοσιεύτηκε παράλληλα στο Παρίσι και στην Αθήνα. Στο Παρίσι η δημοσίευση έγινε στο τεύχος Μαρτίου - Απριλίου (σελ. 632-653) και στην Αθήνα στην «Εστία», σε δύο συνέχειες (10 και 17 Απριλίου 1883).

Από την αγγελία είναι ολοφάνερη η θετική στάση της σύνταξης της «Εστίας» έναντι του Βιζυηνού. Αξιοπρόσεκτος, εν προκειμένω, είναι ο χαρακτηρισμός «πρωτότυπον», ύλη που αναζητεί επίμονα κατά τη νέα του αυτή περίοδο (1881 κ.εξ.) το περιοδικό, προσπαθώντας έτσι να περιορίσει τις μεταφράσεις γαλλικών ρομάντζων και να αναδείξει τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια εντάσσεται και ο «Διαγωνισμός προς συγγραφήν ελληνικού διηγήματος» που προκήρυξε η «Εστία» το 1883. Από την αγγελία προκύπτει επίσης ότι τον Δεκέμβριο του 1882 το διήγημα ήταν ήδη έτοιμο. Αν έτσι έχει το πράγμα, τότε γιατί σε επιστολή του στις 24 Μαρτίου 1883 ο Βιζυηνός γράφει στον Βικέλα ότι τότε θα έστελνε το χειρόγραφο, ενώ παράλληλα εξέφραζε την αγωνία μήπως η δημοσίευσή του γίνει «προ του γαλλικού»;

Σημειώνεται ότι διευθυντής του «Δελτίου της Εστίας» και τακτικός συνεργάτης του περιοδικού, του οποίου μάλιστα αργότερα, το 1889, ανέλαβε και τη διεύθυνση, υπήρξε ο Νικόλαος Πολίτης. Τούτο σημαίνει ότι το εν λόγω διήγημα του Βιζυηνού, όπως και τα άλλα τέσσερα, η δημοσίευση των οποίων επακολούθησε, απηχούσε τη θετική στάση του περιοδικού έναντι του θρακιώτη συγγραφέα. Ας προστεθεί εδώ ότι το εν λόγω διήγημα καταχωρίστηκε πρωτοσέλιδα, ενώ στο ίδιο τεύχος στις αμέσως επόμενες σελίδες ακολουθούν συνεργασίες των N. Γ. Πολίτη και Γ. Δροσίνη, οι οποίοι, σημειωτέον, ήσαν και οι βασικοί συνεργάτες του περιοδικού, καθορίζοντας οιονεί και την πορεία του.

Το προβάδισμα, όπως είναι φανερό, δίνεται στον Βιζυηνό για το «πρωτότυπον» του διηγήματός του. Το ίδιο προβάδισμα δίνεται και στα υπόλοιπα διηγήματά του, ακόμη και όταν αυτά, λόγω έκτασης, τέμνονται σε δύο ή και τρεις συνέχειες, όπως για παράδειγμα συνέβη με το «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου». Ας προστεθεί εδώ ότι τα πάσης φύσεως δημοσιεύματα (ποιήματα, πεζά, μελέτες, μεταφράσεις) του Βιζυηνού που φιλοξενήθηκαν στην «Εστία» ξεπερνούν τα 35 και επίσης ότι τα τέσσερα από τα διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στην «Εστία» ενώ ακόμη ο συγγραφέας βρισκόταν στο Λονδίνο.

Είναι φανερό ότι η «Εστία» και ο κύκλος της (μαζί με τη «Νέα Εφημερίδα» του Ιω. Καμπούρογλους) αποτελούν τις μοναδικές εξαιρέσεις ευνοϊκής στάσης έναντι του Βιζυηνού. Και τούτο σε αντίθεση με άλλα έντυπα, στα οποία ακόμη και ανυπόγραφα άρθρα ή υβριστικά σημειώματα φιλοξενούνταν, ενώ η ποιότητα του πεζογραφικού του έργου για καιρό είχε αποσιωπηθεί. Μέσα σε αυτό το κλίμα εκδηλώθηκε και η φρενοβλάβειά του το 1892, πράγμα που έκανε τον Γρ. Ξενόπουλο, πάλι μέσω της «Εστίας», να εκφράσει με οργή την αγανάκτησή του για τον τρόπο αντιμετώπισης του συγγραφέα.

Οταν δε το 1895 άρχισε η δημοσίευση του διηγήματος «Μοσκώβ Σελήμ» και ενώ ο συγγραφέας βρισκόταν έγκλειστος πια στο Δρομοκαΐτειο, η «Εστία», αναγγέλλοντάς το, διατύπωσε και την πάντοτε θετική αξιολογική κρίση της, ότι «κάθε έργον του [Βιζυηνού] φέρει τόσον καταφανή την σφραγίδα της ισχυράς και πρωτοτυπότατης αυτού ιδιοφυΐας».

Cardiff 22 Φευρουαρίου 1884

Φίλτατε κύριε Βικέλα!

Τέλος πάντων δύναμαι να είπω, ότι εξεκόλλησα! Σήμερον αναχωρώ εκ Cardiff ερχόμενος εις Αθήνας διά Κωνσταντινουπόλεως.

Περιδρομικά ταξίδια καθώς βλέπετε, αλλά τι να γίνη. Ελπίζω ότι μετά τρεις το πολύ εβδομάδας θα ήμαι αυτού, εύχομαι δε να μη αναχωρήσητε εξ Αθηνών μέχρι τότε.

Ολως υμέτερος

Γ. M. Βιζυηνός ***

5 Sydner Road Stoke Nemington 22 Ιανουαρίου 1884

Φίλτατε Κύριε Βικέλα!

Οσον λυπούμαι διότι επιβαρύνεσθε προς τόσοις άλλοις και με την βιβλιοκρισίαν των Ατθίδων Αυρών άλλο τόσον χαίρω, διότι θα γραφή τι περί αυτών εν τη Nouvelle Revue παρ' Ελληνος και μάλιστα παρ' υμών, του μόνου, όστις ημπορεί να εκτιμήσει το βιβλίον μου, όπως πρέπει, και να συγκεντρώσει έστω και εις ολίγας λέξεις, τα χαρακτηριστικά του αλανθάστως, διότι και ορθοτάτην κρίσην έχετε, και τα ποιήματά μου γνωρίζετε διά μακρού χρόνου και συνεχείς αναθεωρήσεις. Σας ευχαριστώ λοιπόν εκ των προτέρων διά το επίμετρον τούτο της καλοσύνης. Ο Κύρος Ιωνίδης με παρεκίνει να σας πείσω να γράψητε εις αγγλικόν τι φύλλον, δεν σας έγραψα όμως τίποτε, διότι υπώπτευον ότι θα ενοχληθήτε έτσι και έτσι εν Παρισίοις.

Σας εύχομαι εξ όλης ψυχής καλό κατευόδιο· ελπίζω δε ότι και εγώ μετά δύο ή τρεις εβδομάδας θα ξεκουμπιστώ εντεύθεν ώστε καλήν εντάμωσιν εις Αθήνας.

Εις τον Κύριον N. Μαυροκορδάτον στέλλω εγώ το βιβλίον μου εις πλείονα του ενός αντίτυπα της δευτέρας εκδόσεως ώστε δεν χρειάζεται να σταλή και άλλο. Σας ευχαριστώ δια τας διευθύνσεις και τον κόπον να αποστείλητε τα βιβλία. Τα πρόσωπα είναι βεβαίως τα καταλληλότατα.

Εν Λονδίνω έστειλα κατ' αίτησιν του Κυρίου Ιωνίδη δεξιά-αριστερά μετ' αφειδίας την πρώτην έκδοσιν χωρίς σκοπόν υποθέτω, διότι οι πλείστοι των Κυρίων μοί γράφουν ότι δεν εννοούν την γλώσσαν. Προσεχώς γράφω εις τον Κύριον Μαρκήσιον, ελπίζω ότι θα έχει τον καιρόν να επιθεωρήση το βιβλίον εις την Revue du mond(e) Latin ή αλλαχού.

Εγώ δεν εξήλθα ακόμη ως εκ της βρογχίτιδος σκέπτομαι όμως να εξέλθω σήμερον ολίγον.

Ολως υμέτερος

Γ. M. Βιζυηνός

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ,
22 Φεβρουαρίου 2004

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More