Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2009

Πίσω από τις ανάγκες παιδείας του πληθυσμού

LOS ANGELES, CA - NOVEMBER 19:  University of ...Image by Getty Images via Daylife

του Αθανασίου Γκότοβου,
καθηγητή Παιδαγωγικής
στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


Η σχέση ενός πληθυσμού με την εκπαίδευση –δηλαδή με τον οργανισμό που διαθέτει, διαχειρίζεται και διαχέει τα παραπάνω κοινωνικά αγαθά– μπορεί να εκφραστεί με ποικίλους τρόπους. Η κατανομή των εκπαιδευτικών τίτλων στον πληθυσμό είναι ίσως ο πιο γνωστός και καθιερωμένος τρόπος ανίχνευσης αυτής της σχέσης, αλλά και μέτρο σύγκρισης των εκπαιδευτικών συστημάτων διαφορετικών χωρών ή διαχρονικής σύγκρισης του εκπαιδευτικού συστήματος της ίδιας χώρας. Η σχέση των Ελλήνων με την εκπαίδευση τα τελευταία πενήντα χρόνια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αργή βελτίωση, υπό την έννοια ότι συγκριτικά με το κάθε φορά παρελθόν όλο και περισσότεροι Eλληνες συμμετέχουν στους εκπαιδευτικούς θεσμούς. Oμως ταυτόχρονα λειτουργούν συγκεκριμένοι παράγοντες αναστολής μιας διευρυμένης συμμετοχής των πολιτών στην εκπαίδευση και περιορισμού τους στις χαμηλές και μεσαίες εκπαιδευτικές βαθμίδες, κρατώντας το ποσοστό των Ελλήνων με ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση ακόμη χαμηλό σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά και διεθνή μέτρα.

Αν ήθελε να ερμηνεύσει κανείς αυτήν την πορεία αργής βελτίωσης των δεικτών εκπαίδευσης τα τελευταία πενήντα χρόνια, θα έπρεπε να πάρει υπόψη παράγοντες όπως:

α) Tην ελληνική οικονομία, όπως αυτή διαμορφώνεται μετά τη λήξη του εμφυλίου.

β) Tην εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση (αστικοποίηση) στις τρεις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

γ) Tον έντονα επιλεκτικό χαρακτήρα του σχολείου σε όλη αυτήν την περίοδο και μέχρι σήμερα.

δ) Tον υλοκεντρικό και φρονηματιστικό προσανατολισμό του σχολείου

ε) Tη θέση της γυναίκας στην κοινωνία και την εκπαίδευση καθώς επίσης και τις αντιλήψεις που την συνοδεύουν.

στ) η δημιουργία ενός παράλληλου συστήματος άτυπης εκπαίδευσης (φροντιστήρια, οικοδιδασκαλία) με τις οικονομικές του συνιστώσες, και

ζ) Tη συνεχιζόμενη αποξένωση ορισμένων οικονομικά ευάλωτων κοινωνικών ομάδων από τους εκπαιδευτικούς θεσμούς.

Ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσεται η ελληνική οικονομία στη δεκαετία του ’50, αλλά και αργότερα, δεν δημιουργεί εκείνες τις πιέσεις προς το εκπαιδευτικό σύστημα και τα συναφή κίνητρα για τον πληθυσμό ώστε να συμμετάσχει με διευρυμένο τρόπο στην εκπαίδευση. Ούτε ο ιδιωτικός τομέας ούτε ο δημόσιος ενθαρρύνουν τέτοια επίπεδα εξειδίκευσης ή γενικής παιδείας που θα έδιναν ώθηση στη ζήτηση εκπαίδευσης.

Η μετακίνηση του πληθυσμού στα αστικά κέντρα και η μετανάστευση εξασθενίζουν τις εκπαιδευτικές δομές της περιφέρειας, όπου η διαρροή από την πρωτοβάθμια προς τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι πολύ υψηλή. Ούτως ή άλλως, για μεγάλο διάστημα, η μετάβαση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ελέγχεται, αντί να ενθαρρύνεται.

Η αποξένωση του σχολείου –ιδιαίτερα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης– από την πραγματικότητα και τα αιτήματά της, και η κατά κάποιον τρόπο αυτόματη σύνδεση των σχολικών τίτλων με τα επαγγέλματα του κρατικού τομέα, σε συνδυασμό με την παραδοχή ότι μόνον η τεχνική εκπαίδευση πρέπει να είναι «γειωμένη» στην πραγματικότητα, ενώ η γενική μπορεί να είναι απαλλαγμένη από την υποχρέωση αυτή, δεν ενίσχυσαν το προφίλ μιας κοινωνικά λειτουργικής εκπαίδευσης.

Η καθυστερημένη είσοδος των γυναικών στο εκπαιδευτικό προσκήνιο δημιούργησε αποκλεισμούς, κάτι που φαίνεται καθαρά και από τη σημερινή σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας. Η ασύμμετρη σχέση ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση ανώτατης εκπαίδευσης και ο τεχνητός περιορισμός της πρόσβασης αποφοίτων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην τριτοβάθμια, δημιούργησε και μια πρόσθετη «εκπαιδευτική αγορά», τα φροντιστήρια, αποδυναμώνοντας κατ’ ουσίαν το κεκτημένο της εκπαίδευσης ως δημόσιου αγαθού.

Τέλος, οι σημαντικές προσπάθειες της πολιτείας να καταπολεμηθεί η εκπαιδευτική περιθωριοποίηση ομάδων του πληθυσμού που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, ενώ απέδωσαν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, παραμένουν ατελέσφορες στη μεταγυμνασιακή.

Θα ήταν περιττό να προσθέσει κανείς ότι και για εθνικούς λόγους η περαιτέρω βελτίωση της σχέσης των Ελλήνων με την εκπαίδευση πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα της πολιτείας. Τα ελληνικά συμφέροντα στο νέο διεθνές περιβάλλον υπηρετούνται καλύτερα με ένα υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης της νέας γενιάς.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25-7-2004
Reblog this post [with Zemanta]

Δύο κείμενα για τη θανατική ποινή

Global Death penalty Around The WorldImage by BlatantNews.com via Flickr

I found this fascinating quote today:


Το ερώτημα αυτό βρίσκεται στην καρδιά του προβληματισμού για τη θανατική ποινή. Υπάρχουν κοινωνίες που σέβονται την ανθρώπινη ζωή και άλλες που την περιφρονούν. Κατά πάσα πιθανότητα όλοι μας επιλέγουμε τις πρώτες. Η θεώρηση όμως της ανθρώπινης ζωής ως υπέρτατης αξίας δεν μπορεί παρά να αφορά εξίσου τον άγιο και τον δολοφόνο, ειδάλλως ήδη παζαρεύουμε την αξία της ζωής. Αν δεχόμαστε πως το δικαίωμα στη ζωή είναι το ύψιστο δικαίωμα, τότε πώς θα επιτρέψουμε σε οποιαδήποτε κοινωνία να εξαιρέσει από αυτό τους δολοφόνους; Μήπως θα πρέπει να επανεξετάσουμε και το 2ο άρθρο του Συντάγματός μας, που θεωρεί καθήκον της πολιτείας τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου;spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Dec 2009

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Μια καλή ιδέα

του Δ.Μαρωνίτη

Η βολική άποψη ότι όσοι κυκλοφορούν στους χώρους των γραμμάτων είναι εξ ορισμού διανοούμενοι δημιουργεί ανυπόφορη σύγχυση

Καλή ιδέα το «ΒΗΜΑ Ιδεών», που η κυκλοφορία του εγκαινιάστηκε επισήμως την περασμένη Παρασκευή, με τη μορφή σαραντασέλιδου ένθετου. Ευπρόσδεκτη και η υπότιτλη διασάφηση στο ενυπόγραφο ιδρυτικό κείμενο ότι πρόκειται για «Εκδοση Αναζήτησης και Διαλόγου», με το αιτιολογικό πως: «Σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, οι σκεπτομένοι πολίτες, και ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές, απορρίπτουν αλήθειες υπαγορευμένες και δογματικές επιταγές». Εκκρεμεί βέβαια το ερώτημα όχι μόνον πώς διακρίνονται οι δογματικές από τις αδογμάτιστες ιδέες, αλλά και πώς η διάκριση αυτή κατά περίπτωση εφαρμόζεται. Το προκείμενο τεύχος προτείνει μια δική του απάντηση στο διπλό αυτό ερώτημα, που αποτελεί γενικότερη πρόκληση, στην οποία, απρόσκλητος εγώ, ανταποκρίνομαι.

Να θυμίσω πρώτα ότι (σύμφωνα και με το «Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής» του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη) ο όρος «ιδέα» (και ο πληθυντικός του «ιδέες») γνώρισε και γνωρίζει πολλαπλές (συγκλίνουσες και αποκλίνουσες) σημασίες: φιλοσοφικές, νοητικές, πολιτικές, ηθικές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται να ενδιαφέρουν περισσότερο οι νοητικές και οι πολιτικές σημασίες. Υπόθεση που εξηγεί τη σύνοδο στο ιδρυτικό τεύχος πολλών διαθέσιμων διανοουμένων, στον ρόλο των οποίων αφιερώνονται και δύο ομόθεμα άρθρα: το «Εγκώμιο στον ανεξάρτητο διανοούμενο» του Jorge Semprun και η «Σιωπή ή φλυαρία των διανοουμένων» της Ρέας Γαλανάκη. Θα επιμείνω.

Για το πρώτο άρθρο, παρέχονται εντυπωσιακά στοιχεία ταυτότητας του συγγραφέα: ισπανική καταγωγή, γονική εξορία, σπουδές στο Παρίσι, συμμετοχή στην κατοχική αντίσταση κατά των Γερμανών, θητεία υπουργού πολιτισμού στη μεταδικτατορική Ισπανία, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας Γκονκούρ, αντιπροσωπευτικά έργα, μεταφρασμένα και στη γλώσσα μας («Εκδόσεις Εξάντας»). Η ταυτότητα όμως του συγκεκριμένου κείμενου παραμένει έκδηλα λειψή: δεν δηλώνονται η πηγή του, η αφορμή του, ο μεταφραστής του. Η εξαιρετική εξάλλου συντομία του αφήνει απορίες για την αυτοτέλειά του.

Οπως κι αν έχει το πράγμα, ύστερα από τη σαρωτική απόρριψη του «οργανικού διανοούμενου» (στην εκδοχή Γκράμσι - Λένιν), επειδή ο τύπος αυτός καθιστούσε τον διανοούμενο διαχειριστή και υποχείριο του κομμουνιστικού κόμματος, ο συγγραφέας καταλήγει στο επόμενο ανακουφιστικό συμπέρασμα: «Σήμερα, μετά την κατάρρευση της κομμουνιστικής αυταπάτης, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Ευτυχώς, θα έλεγα. Διότι, παρότι είναι πιο σύνθετη και λιγότερο μανιχαϊστική, παρότι στερούμαστε απόλυτων, καθολικών βεβαιοτήτων, η παρούσα κατάσταση μας αναγκάζει να αποφασίζουμε μόνοι μας, να σκεφτόμαστε χωρίς a priori ιδεολογικό κώδικα».

Επεται όμως και παρορμητικός επίλογος, ενμέρει ακατανόητος και ενμέρει αντιφατικός. Αντιγράφω επακριβώς: «Είναι λοιπόν ξεκάθαρο: ζήτω ο στρατευμένος και μη οργανικός αριστερός διανοούμενος!». Το ακατανόητο της ζητωκραυγής οφείλεται προφανώς σε τυπογραφικό λάθος: φαίνεται να έχει εκπέσει η άρνηση «μη» ανάμεσα στο άρθρο «ο» και στη μετοχή «στρατευμένος». Ο αντιφατικός όμως χαρακτήρας της καθιστά εύλογες κάποιες απορίες.

Εφόσον απορρίπτεται ο a priori ιδεολογικός κώδικας, τί ακριβώς προτείνεται προς αναπλήρωσή του; Μια a posteriori, ανοιχτή και εξελισσόμενη, ιδεολογία; ή μήπως αποκρούεται κάθε τύπος συλλογικής ιδεολογίας, προς όφελος της «ατομικής απόφασης»; Που πάει να πει, αν καταλαβαίνω καλά, καθένας και η ιδέα του. Τότε όμως δεν παροπλίζεται ο, εύφημος στον επίλογο του άρθρου, αριστερός διανοούμενος; Γιατί, αν όντως επιζητείται αδογμάτιστη αριστερή ιδεολογία, ως υπόσχεση μιας αδογμάτιστης αριστερής πολιτικής, είμαστε υποχρεωμένοι να την επινοήσουμε και να την υπερασπιστούμε στο πλαίσιο μιας αδογμάτιστης αριστερής κοινότητας. Στο κεφάλαιο αυτό, καλώς ή κακώς, οι ατομικές αποφάσεις δεν αρκούν, όταν δεν αποτελούν άλλοθι πολιτικής αδράνειας.

Αυτό εξάλλου υπονοεί, στο οικειότερο και διεξοδικότερο άρθρο της, η Ρέα Γαλανάκη, αποδίδοντας την ισχύουσα σήμερα «σιωπή ή φλυαρία των διανοουμένων» στην απουσία μιας «απαραίτητης συλλογικότητας», με αυτοελεγχόμενη συνοχή και αμοιβαία ευθύνη των μελών της. Θα πρόσθετα ότι η διασάλευση αυτής της συλλογικότητας στον τόπο μας και στις μέρες μας οφείλεται κυρίως στη μεταπολιτευτική αριστερά, που δεν κατόρθωσε να ορίσει και να υπερασπιστεί, με τους όποιους διανοουμένους της, μια ανανεωμένη και διακριτή συλλογική ιδεολογία. Χρειάζεται βέβαια προηγουμένως, όπως σωστά επιλέγει η Ρέα Γαλανάκη, να επαναπροσδιοριστούν ο τύπος και ο ρόλος του πραγματικού διανοουμένου. Γιατί η βολική άποψη ότι όσοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κυκλοφορούν στους χώρους των γραμμάτων, της τέχνης και της επιστήμης, είναι εξ ορισμού διανοούμενοι, δημιουργεί ανυπόφορη σύγχυση. Σ' αυτήν εξάλλου την καταναλωτική ευκολία ενέδωσε η μεταπολιτευτική ανανεωτική αριστερά, και το πλήρωσε. Αν χρειαστεί, θα επανέλθω. ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ,13 Μαΐου 2007
Reblog this post [with Zemanta]

H βιοηθική πάει σχολείο

University of Toronto Joint Centre for BioethicsImage via Wikipedia

του Στ.Αλαχιώτη,
καθηγητή Γενετικής,
προέδρου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου
και πρώην πρυτάνεως του Πανεπιστημίου Πατρών.

Οι νέες τάσεις μεταξύ των επιστημόνων υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα διαλόγου στο σχολείο για κοινωνικά θέματα σχετιζόμενα με την επιστήμη και την τεχνολογία και θέλουν τους μαθητές να συμμετέχουν ενεργά σε τέτοιες επίκαιρες συζητήσεις

Τη Λουίζ Μπράουν, το πρώτο παιδί του σωλήνα που είναι σήμερα 26 ετών, ακολούθησαν χιλιάδες τέκνα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Ωστόσο ήδη άρχισαν να ακούγονται ηχηρά και κάποιες φωνές που παραλληλίζουν την αναπαραγωγική κλωνοποίηση με την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, χωρίς ίσως να «αντιλαμβάνονται» ότι οι διαδικασίες αυτές διαχωρίζονται από ένα χάος. Από την άλλη μεριά, οι εναντιωμένες φωνές προς τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς άρχισαν να πνίγονται στο ρεύμα της «πραγματικότητας» στο οποίο παρασύρονται τα νεοφανή προϊόντα που φθάνουν ανεξέλεγκτα σχεδόν στον αδαή καταναλωτή. Ο «θαυμαστός καινούργιος κόσμος» μας που αναδύεται γοργά συμπαρασύρει και τον σκεπτικισμό για τη σωστή εφαρμογή της νέας γνώσης. Το λεγόμενο επίσης «Βιόσωμα», που αφορά τις αντιδράσεις μεταξύ μηχανών, τεχνολογίας δηλαδή, ανθρώπου και κοινωνίας, τείνει να εξασθενήσει με την υποταγή των δύο τελευταίων μερών του στο πρώτο.

Το ερώτημα βέβαια που προκύπτει αβίαστα αφορά το πώς μπορεί να πορευτεί καλύτερα ο άνθρωπος ως ένα ισορροπημένο Βιόσωμα ενταγμένο σε ένα αποτελεσματικό βιοηθικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα κινείται με περισσότερη ασφάλεια η κοινωνική πρόοδος που «μεταφέρεται» από το «όχημα» των νέων τεχνολογιών. Διότι ενώ υπάρχουν, π.χ., λεπτομερή πρωτόκολλα ελέγχου των κινδύνων ενός γενετικά τροποποιημένου οργανισμού, δεν τηρούνται με την «ευλογία» των πολυεθνικών συμφερόντων λόγω της απαράδεκτης βιασύνης που γιγαντώνει το τίμημα. Ηδη έσπευσαν διάφοροι να «πουλήσουν» κάποιες περίεργες ατελέσφορες βιοϊατρικές εξετάσεις που βασίζονται στα ανακαλυφθέντα από τη χαρτογράφηση του γονιδιώματος του ανθρώπου ευρήματα, ενώ άλλοι πρόσφατα άρχισαν να «προπαγανδίζουν» την «παντοδυναμία του θηλυκού» με την τεκνοποίηση θηλυκού αλόγου, δότης του οποίου ήταν η μητέρα του.

Και ενώ η ερευνητική σκαπάνη αποκαλύπτει ότι η απόσταση μεταξύ του γενοτύπου και του φαινοτύπου είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που φαινόταν παλαιότερα, η εκμετάλλευση της γονιδιακής φλέβας ανεβάζει τις τιμές της στο χρηματιστήριο. Ποιος όμως μπορεί να αναχαιτίσει αυτή την ορμητική πορεία που σκεπάζει μερικές φορές με την «ιλύ» (λάσπη) της τη λάμψη των ερευνητικών ευρημάτων; Το ερώτημα αυτό δεν διαφέρει από άλλα σχετικά σημαντικά ερωτήματα, όπως λ.χ. το πώς θα αναχαιτισθεί η κακοποίηση του περιβάλλοντος ή γενικότερα η κάθε μορφή εκμετάλλευσης του ανθρώπου. Οι απαντήσεις βέβαια δεν είναι απλές αλλά παραπέμπονται όλες στο πιο βασικό επίπεδο που ανάγονται τέτοιες μεγάλες συζητήσεις, στο επίπεδο δηλαδή της εκπαίδευσης και της παιδείας.

H πρόσφατη π.χ. κυβερνητική άδεια της Αγγλίας για τη γέννηση γενετικά τροποποιημένου παιδιού το οποίο θα «χρησιμοποιηθεί» για τη σωτηρία του πάσχοντος αδελφού του ουσιαστικοποιεί έναν σοβαρό βιοηθικό προβληματισμό, αν και η περίπτωση αυτή δεν αφορά την «ενισχυτική ιατρική» αλλά μια θεραπευτική προσέγγιση. H βιοηθική λοιπόν είναι μια ελπίδα που μπορεί να σκιαγραφήσει, να επικαιροποιήσει και να μορφοποιήσει ηθικούς κανόνες, όχι τόσο ως φρόνημα (morale) που δεν βρίσκει σήμερα μεγάλη απήχηση, αλλά ως κώδικας (ethics) συμπεριφοράς, ως αξία και στάση. Γι' αυτό η βιοηθική, απαλλαγμένη από τις ευγονικές ρίζες της, πρέπει να γίνει αντικείμενο γενικού προβληματισμού και ενημερωτικής διδασκαλίας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης καθώς αφορά τις ηθικές προεκτάσεις της εμπλοκής του ανθρώπου με τη ζωή· και θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι είναι «η αγάπη προς τη ζωή», μια πολύ ευρεία έννοια, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εμπερικλείει τις προσπάθειες εξισορρόπησης του οφέλους με το ρίσκο και το τίμημα της προόδου.

H στοίχιση λοιπόν του καθενός πίσω από τις επιπτώσεις εφαρμογής ενός γενετικού νεωτερισμού εξαρτάται πρωτίστως από την εκπαίδευση. Και αυτή η δυνατότητα δεν εξαρτάται (μόνο) από τα γονίδιά μας αλλά κυρίως από την παιδεία μας. Σχετικές μελέτες σε χώρες, όπως π.χ. η Νέα Ζηλανδία και η Ιαπωνία, έχουν αναδείξει το ενδιαφέρον των εκπαιδευτικών στη διδασκαλία κοινωνικών, ηθικών και περιβαλλοντικών θεμάτων που αφορούν την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, την προγεννητική διάγνωση, τη βιοτεχνολογία, την πυρηνική δύναμη, τα εντομοκτόνα και τη γενετική μηχανική, που σχεδόν μονοπωλεί τελευταία το περισσότερο ενδιαφέρον. Υποστηρίζεται λοιπόν η αναγκαιότητα διαλόγου στο σχολείο για κοινωνικά θέματα σχετιζόμενα με την επιστήμη και την τεχνολογία, με τους μαθητές να συμμετέχουν ενεργά σε επίκαιρες τέτοιες συζητήσεις.

Στη Γαλλία επίσης σχετική μελέτη έχει δείξει ότι οι πολύ νέοι μαθητές με τον αδιαπραγμάτευτο κομφορμισμό τους είναι περισσότερο άκαμπτοι στις απόψεις τους περί βιοηθικών θεμάτων σε σχέση με τους μαθητές του λυκείου. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η σωστή και τεκμηριωμένη ενημέρωση, η παράθεση ακριβών στοιχείων και η ανεπηρέαστη συζήτηση στο σχολείο, χωρίς εξωσχολικές παρεμβάσεις. Αναγκαία θεωρείται η σχετική συζήτηση και στο πανεπιστημιακό επίπεδο προκειμένου να γίνεται περισσότερο αντιληπτή η νέα κατάσταση με στόχο το χειροκρότημα του ανθρωπιστή και της προόδου και όχι του κερδοσκόπου και της εκμετάλλευσης· «οι μεν γαρ χρημάτων οι δε ανθρωπισμού δέονται» φωνάζει ακόμη ο Διογένης ο Λαέρτιος.

H αναγκαιότητα λοιπόν για τη διαλεύκανση της διαμορφούμενης επίκαιρης κατάστασης είναι επιτακτική καθώς σε αναπτυσσόμενες χώρες, όπως λ.χ. στην Ινδία και στην Ταϋλάνδη, πάνω από το 50% των συμμετεχόντων σε σχετικές μελέτες υποστήριξαν περισσότερο την ενίσχυση φυσικών χαρακτηριστικών, όπως της ευφυΐας λ.χ., παρά τη θεραπεία ασθενειών όπως ο καρκίνος ή ο διαβήτης. Το υπαρκτό αυτό γεγονός, που δεν περιορίζεται μόνο στις προαναφερθείσες χώρες, αντανακλά μια φτωχή αντίληψη των επιπτώσεων των σχετικών εφαρμογών των επιστημονοτεχνολογικών νεωτερισμών.

Σημαντική πάντως θεωρείται η διακήρυξη της UNESCO, σύμφωνα με την οποία τα κράτη πρέπει να προωθούν ειδικές διδασκαλίες και έρευνες σχετικές με την ηθική, κοινωνική και ανθρώπινη βάση των εφαρμογών της βιολογίας και της γενετικής (του ανθρώπου) και να ενθαρρύνουν ποικίλες μορφές έρευνας, διδασκαλίας και πληροφόρησης για να διαμορφωθεί η βιοηθική εκείνη στρατηγική που θα ευαισθητοποιήσει τις κοινωνίες και τα μέλη τους για την επένδυση της νέας γνώσης προς όφελος του συνόλου της ανθρωπότητας. Προς την κατεύθυνση αυτή χρειάζεται εντατικοποίηση της συζήτησης για τη Βιοηθική, σε τοπικό και διεθνές επίπεδο, με τη διασφάλιση της ελεύθερης έκφρασης και των κοινωνικοπολιτιστικών, θρησκευτικών και φιλοσοφικών απόψεων.

H βιοηθική προσέγγιση λοιπόν της συναρπαστικής εποχής μας είναι αναγκαία, με την εκπαίδευση και τη γενικότερη παιδεία να είναι οι βάσεις στήριξης των σχετικών αξιών και στάσεων. Γι' αυτό η πρωτοβουλιακή από τα σχολεία καθιέρωση ημέρας Βιοηθικής θα μπορούσε να κορυφώσει σχετικές συζητήσεις, να εμπλουτίσει τις σκέψεις και να επιφέρει τη ζητούμενη ευαισθητοποίηση της κοινωνίας απέναντι στην οποιαδήποτε πιθανή κακή εφαρμογή της νέας γνώσης. ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 21 Σεπτεμβρίου 2003
Reblog this post [with Zemanta]

Η αμφισβήτηση του βιβλίου

Books On FireImage via Wikipedia

του Θανάση Γιαλκέτση

Το ακόλουθο κείμενο είναι απόσπασμα ενός δοκιμίου του μεγάλου κριτικού Τζορτζ Στάινερ, που δημοσιεύτηκε στο γαλλικό περιοδικό «Esprit».

... Ακόμη και στη διάρκεια της χρυσής εποχής του βιβλίου -που περικλείεται με την ευρεία έννοια μεταξύ της εποχής που ο Ερασμος μπορούσε να σκιρτήσει από χαρά και ευγνωμοσύνη, επειδή βρήκε στο δρόμο το απόσπασμα ενός τυπωμένου κειμένου, και της καταστροφής των δύο παγκόσμων πολέμων- υπήρξαν μορφές αντίστασης, αμφισβήτησης απέναντι στο βιβλίο. Δεν ήσαν έτοιμοι όλοι οι ηθικολόγοι, οι κριτικοί και οι συγγραφείς να αναγνωρίσουν ότι τα βιβλία είναι «η ίδια η ζωή, το αίμα των μεγάλων πνευμάτων», για να επαναλάβουμε μια περίφημη φράση του Μίλτον.

Δύο από αυτά τα εν μέρει υπόγεια ρεύματα αντίστασης αξίζουν την προσοχή μας. Θα δώσω στο πρώτο το όνομα «ριζικός βουκολισμός», που χαρακτηρίζει την παιδαγωγική ουτοπία του «Αιμίλιου» του Ρουσό και το απόφθεγμα του Γκέτε σύμφωνα με το οποίο το δέντρο της σκέψης και της μελέτης παραμένει αιώνια γκρίζο, ενώ εκείνο της πραγματικής ζωής, της ζωής ως δύναμης και ως ζωτικής ορμής, είναι πράσινο. Ο ριζικός βουκολισμός εμψυχώνει τη σκέψη του Γουέρτζγουερθ, σύμφωνα με τον οποίο «ένα ανοιξιάτικο θρόισμα σε ένα δέντρο» αξίζει περισσότερο από όλη τη μόρφωση των βιβλίων. Οσο εύγλωττη ή διδακτική και αν είναι, η γνώση που προσφέρεται από τα βιβλία και την ανάγνωση έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Τα βιβλία μολύνουν την άμεση συνείδηση. Ολος ο ρομαντισμός διαπερνιέται από τη λατρεία της προσωπικής εμπειρίας, όπως έξαλλου και ο βιταλισμός του Εμερσον. Το να αφήνουμε τα βιβλία να επηρεάζουν τη ζωή μας ή ένα σημαντικό τμήμα της σημαίνει για μας ότι απαρνούμαστε τους κινδύνους και ταυτόχρονα την έκσταση που μας προσφέρονται από αυτήν την πρωταρχική θεμελιακή σχέση με τα πράγματα. Με δυο λόγια, η λογοτοχενία είναι ουσιαστικά κάτι το τεχνητό. Ο ριζικός βουκολισμός διεκδικεί μια πολιτική ανθεντικότητας, εννοεί τη γυμνότητα του εγώ (...).

Το δεύτερο ρεύμα αμφισβήτησης του βιβλίου παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με εκείνο του ριζικού βουκολισμού, κοιτάζει και αυτό προς το παρελθόν, αλλά προς τον εικονοκλαστικό ασκητισμό των πατέρων της ερήμου. Το ερώτημα που θέτει είναι το ακόλουθο: με ποιον τρόπο τα βιβλία μπορεί να είναι ωφέλιμα στην πάσχουσα ανθρωπότητα;

Πόσοι πεινασμένοι χόρτασαν; Αυτό το ερώτημα τέθηκε από ορισμένους μηδενιστές και αναρχικούς επαναστάτες προς τα τέλη του 19ου αιώνα κυρίως στην τσαρική Ρωσία. Μπροστά στις ανθρώπινες ανάγκες και στην ακραία εξαθλίωση, η αξία ενός σπάνιου χειρογράφου ή μιας πρώτης έκδοσης (αξίες που σήμερα έχουν φτάσει σε τρελά ύψη) είναι για τους μηδενιστές μια αληθινή ντροπή. Ο Πισάρεφ λέει βίαια: «Για τον άνθρωπο του λαού ένα ζευγάρι παπούτσια αξίζει χίλιες φορές περισσότερο από τα άπαντα του Σέξπιρ ή του Πούσκιν». Σε πιετίστικη παραλλαγή, το ίδιο ερώτημα θα βασανίσει τον γερο-Τολστόι. Ριζοσπαστικοποιώντας το ρουσοϊκό παράδοξο, ο Τολστόι θεωρεί ότι η μεγάλη κουλτούρα και ιδιαίτερα η μεγάλη λογοτεχνία έχουν ασκήσει μιαν εξαιρετικά βλαπτική επίδραση, που έφθειρε την ευαισθησία και τις ηθικές αρχές των ανθρώπων. Χρησίμεψαν ως στήριγμα στις έννοιες του ελιτισμού, της υπακοής στην κοσμική εξουσία και ευνόησαν ένα εκπαιδευτικό σύστημα που ψεύδεται καθώς και το ελάττωμα της επιπολαιότητας. Ολα όσα χρειάζεται ένα έντιμο πνεύμα -μαίνεται ο Τολστόι απορρίπτοντας το ίδιο το λογοτεχνικό του έργο -είναι μια απλοποιημένη εκδοχή των ευαγγελίων, μια σύνοψη που θα προσφέρει το ουσιώδες περιεχόμενο της μίμησης του παραδείγματος του Χριστού.

Για άλλη μια φορά στη Ρωσία οι φουτουριστές και λενινιστές ποιητές επικαλέστηκαν την καταστροφή με πυρά των βιβλιοθηκών, δεδομένου ότι η επίσημη γραμμή, για κάθε ενδεχόμενο, ήταν εκείνη του πιο φανατικού συντηρητισμού. Η ατέρμονη συσσώρευση βιβλίων, ένα είδος ναού των οποίων είναι οι μεγάλες βιβλιοθήκες, αντιπροσωπεύει όλο το βάρος του παρελθόντος, ενός νεκρού παρελθόντος, το δηλητήριο του οποίου ωστόσο είναι ακόμα σε θέση να μολύνει. Το παρελθόν σφίγγει με τις αλυσίδες του τη φαντασία και τη διάνοια του παρόντος. Περνώντας μπροστά από αυτές τις λαβυρινθώδεις σειρές ραφιών, η ψυχή μαραζώνει σε μιαν απελπιστική ασημαντότητα. Τι μπορούμε να προσθέσουμε ακόμα σε όλα αυτά; Με ποιον τρόπο ένας συγγραφέας θα μπορούσε να έχει την αξίωση να συναγωνιστεί με τα μαρμάρινα αγάλματα των καθιερωμένων κλασικών; Δεν έχουν ήδη φανταστεί, σκεφτεί και πει τα πάντα; (Ποιος θα μπορούσε ακόμα να γράψει πάνω σε μια λευκή σελίδα τη λέξη «τραγωδία», αναρωτιόταν με αγωνία ο Κιτς, όταν έχουν προηγηθεί ο «Αμλετ» ή ο «Βασιλιάς Λιρ»;)

Αν το βασικό καθήκον, έκφραση του οποίου είναι η επανάσταση, είναι εκείνο του ανοίγματος μιας νέας περιόδου, της ανανέωσης της ανθρώπινης συνείδησης, και αν ο στοχαστής, ο συγγραφέας έχει ως σκοπό του «να τα ξαναφτιάξει όλα από την αρχή» (σύμφωνα με την πολύ γνωστή στον Εζρα Πάουντ προσταγή) το ασφυκτικό διδακτικό βάρος του παρελθόντος πρέπει να απορριφθεί. Ας καταστραφεί λοιπόν η πελώρια σειρά όλων των διατριβών και ας καεί με μιαν απελευθερωτική πυρκαγιά το Ινστιτούτο της Αρχιτεκτονικής! (Βοζνεζένσκι). Ας γίνουν στάχτη οι εγκυκλοπαίδειες και τα άλλα άπαντα που γράφτηκαν σε νεκρές γλώσσες (...).

Το 1821, ο Χάινε, όταν του ζητήθηκε να εκφράσει τη γνώμη του, για την έκρηξη του εθνικισμού που είχε ρίξει στις φλόγες πολλά βιβλία, παρατήρησε: «Εκεί όπου σήμερα καίγονται βιβλία, αύριο θα καίνε ανθρώπους» (...). ΠΗΓΗ:εφημ.ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 07/08/2005
Reblog this post [with Zemanta]

Το λεξικό της κρίσης

του Θ. ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Ο σπουδαίος γερμανός ιστορικός Ράινχαρτ Κοσέλεκ (1923-2006) αφιέρωσε πολλά χρόνια ερευνών για να εξετάσει τη γέννηση και την εξέλιξη ορισμένων θεμελιακών εννοιών του πολιτικού λεξικού, όπως είναι, για παράδειγμα, οι έννοιες «κράτος», «πολίτης», «επανάσταση», «ιστορία», «πρόοδος» κ.ά. Μελετώντας την ιστορία αυτών των εννοιών και τις μεταβολές του νοήματός τους μέσα στο χρόνο κατόρθωσε να ρίξει νέο φως στην κίνηση των ιδεών που συνόδευε τα σημαντικότερα γεγονότα της ευρωπαϊκής ιστορίας. Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το λήμμα «κρίση», που περιέχεται στο βιβλίο του Κοσέλεκ «Il vocabolario della modernita» (ιταλική έκδοση: Il Mulino, 2009).

Οποιος ανοίγει σήμερα μιαν εφημερίδα πέφτει συχνά στη λέξη «κρίση». Αυτή η λέξη υποδηλώνει ανασφάλεια, βάσανα και αβεβαιότητα και υπαινίσσεται ένα άγνωστο μέλλον, του οποίου οι προϋποθέσεις δεν αποσαφηνίζονται αρκετά. Αυτά υποστήριζε ένα γαλλικό λεξικό του 1840. Σήμερα τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά.

Η πληθωριστική χρήση της λέξης κρίση έχει επεκταθεί σε όλα σχεδόν τα πεδία της ζωής: εσωτερική και εξωτερική πολιτική, κουλτούρα, οικονομία, εκκλησίες και θρησκείες, όλες οι επιστήμες του πνεύματος και οι κοινωνικές επιστήμες, ακόμα και οι επιστήμες της φύσης, η τεχνική και η βιομηχανία, στο μέτρο που αυτές θεωρούνται στοιχεία του κοινωνικού και πολιτικού μας συστήματος (...).

Η έννοια της κρίσης είναι μια από τις θεμελιώδεις, δηλαδή τις αναντικατάστατες, έννοιες της ελληνικής γλώσσας. Προερχόμενη από το ρήμα «κρίνω» (διαχωρίζω, επιλέγω, αποφασίζω, αξιολογώ) η «κρίσις» παρέπεμπε σε μιαν οριστική, αμετάκλητη απόφαση. Η έννοια υποδήλωνε ακραίες εναλλακτικές δυνατότητες, που δεν επιδέχονταν καμιά αναθεώρηση: επιτυχία ή αποτυχία, σωστό ή λάθος, ζωή ή θάνατος, σωτηρία ή καταδίκη. Στον Θουκυδίδη τα κριτικά γεγονότα της πάλης ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις είναι οι τέσσερις αποφασιστικές μάχες του μεγάλου πολέμου με τους Πέρσες.

Στη σχολή του Ιπποκράτη ο όρος «κρίσις» υποδηλώνει ακριβώς την «κριτική» φάση μιας ασθένειας, κατά την οποία φτάνει σε μια τελική έκβαση η πάλη ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Στο πεδίο της πολιτικής, για παράδειγμα στον Αριστοτέλη, αυτός ο όρος υποδήλωνε τη δημιουργία ή τη διατήρηση του δικαίου, με το οποίο όλοι οι πολίτες καλούνταν να συνεργαστούν, αλλά και τις πολιτικές αποφάσεις που όφειλαν όλες τους να αποδέχονται την αναγκαία και ορθή πολιτική κρίση.

Στο πεδίο της θεολογίας, με αφετηρία την Καινή Διαθήκη, οι έννοιες της κρίσης και του judicium, δανεισμένες και οι δυο τους από το νομικό λεξιλόγιο, αποκτούν ένα νέο νόημα που είναι κατά κάποιον τρόπο ανυπέρβλητο. Αυτές υποδηλώνουν πράγματι την κρίση του Θεού, είτε με τον όρο «κρίσις» εννοούν την Δευτέρα Παρουσία στο τέλος του χρόνου είτε αυτή η κρίση είναι παρούσα για όλους τους πιστούς ήδη στο χρόνο της ζωής τους, χάρη στον ερχομό του Χριστού και στο φως που αυτός έφερε σε αυτό τον κόσμο.

Επομένως, η έννοια περιέκλειε δυνητικά όλες τις καταστάσεις απόφασης της εσωτερικής και εξωτερικής ζωής, του μεμονωμένου προσώπου και της κοινότητάς του. Επρόκειτο πάντοτε για καθοριστικές εναλλακτικές επιλογές, για τις οποίες έπρεπε να παρθεί μια σωστή απόφαση.

Ηταν μια έννοια που συνεπαγόταν πάντα μια χρονική διάσταση, η οποία με τη σειρά της -για να εκφραστούμε με σύγχρονους όρους- προϋπέθετε μια θεωρία του χρόνου: είτε έπρεπε να προσδιοριστεί η ορθή στιγμή για να δράσουμε με επιτυχία, είτε να εδραιωθεί η τάξη της εξουσίας με τη δημιουργία ή τη διατήρηση του δικαίου, είτε η εκτίμηση του γιατρού (όπως υποστηρίζει ο Γαληνός) έπρεπε να διαγνώσει την ακριβή διάρκεια της εξέλιξης μιας ασθένειας, για να μπορέσει να αποτολμήσει μια πρόγνωση, είτε (εδώ βρισκόμαστε στο πεδίο της θεολογίας) να γίνει αποδεκτό το μήνυμα του Θεού, προκειμένου να αποφευχθεί, εδώ και τώρα, η καταδίκη (όπως διαβάζουμε στον Ιωάννη), παρ' όλο που δεν έχει φτάσει ακόμα η ώρα της Δευτέρας Παρουσίας, προς την οποία κινείται όλη η πλάση.

Ο όρος «κρίσις» αναφερόταν, με άλλα λόγια, στο χρόνο που πιέζει. Το νόημα της έννοιας ήταν ακριβώς το να κατανοήσουμε ότι ο χρόνος πιέζει.

Σε όλους σχεδόν τους λόγους για την κρίση ήταν παρούσες αναφορές στην αβεβαιότητα και στην αναγκαιότητα να προλάβουμε για να αποφύγουμε μια συμφορά ή για να σωθούμε. Ακόμα και η επιτάχυνση του σύγχρονου κόσμου, για το πραγματικό περιεχόμενο της οποίας δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, μπορεί να νοηθεί ως κρίση. Σαφώς χρειάζονται αποφάσεις οι οποίες, επιστημονικά ή όχι, ηθελημένα ή όχι, θα καθορίζουν το αν και το πώς είναι ή δεν είναι δυνατή η επιβίωση πάνω σε αυτό τον πλανήτη.

Η κοσμική σύντμηση του χρόνου, που στη μυθική γλώσσα έπρεπε να προηγηθεί της Δευτέρας Παρουσίας, σήμερα μπορεί να επαληθευτεί εμπειρικά ως συντόμευση των ιστορικών συνεπειών των γεγονότων. Με τα λόγια του Γιάκομπ Μπούρκχαρντ «η παγκόσμια διαδικασία υφίσταται ξαφνικά μια τρομερή επιτάχυνση.

Εξελίξεις που κάποτε απαιτούσαν αιώνες εξαντλούνται και τελειώνουν στο χρονικό διάστημα μηνών ή εβδομάδων, σαν να ήταν φευγαλέα φαντάσματα». Η έννοια που είναι κοινή στην αποκαλυψιακή συντόμευση του χρόνου, η οποία προηγείται της Δευτέρας Παρουσίας, και στην επιτάχυνση της Ιστορίας, είναι η έννοια της κρίσης.

Στο χριστιανικό και στο μη χριστιανικό της νόημα η κρίση υποδηλώνει σε κάθε περίπτωση μιαν αυξανόμενη χρονική πίεση, την οποία η ανθρωπότητα αυτού του πλανήτη δεν φαίνεται ότι μπορεί να αποφύγει (...).


ΠΗΓΗ:εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 15/03/2009
Reblog this post [with Zemanta]

Η διαδικτυακή πληροφορία είναι γνώση;

Preparing for Web Directions (untidy desk)Image by And all that Malarkey via Flickr

I found this fascinating quote today:


Συνηθίσαμε να λέμε ότι ζούμε στην εποχή της πληροφορίας και της γνώσης, ταυτίζοντάς τες όμως άκριτα, καθώς εκλαμβάνουμε συνήθως την πληροφορία ως γνώση. Συνδέονται όμως με δύο διαφορετικές εγκεφαλικές διεργασίες: η πρώτη κυρίως με τη μνήμη και η δεύτερη με ανώτερες νοητικές λειτουργίες, όπως είναι η ανάλυση και η σύνθεση διά της κριτικής και δημιουργικής σκέψης.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius
You should read the whole article.
Reblog this post [with Zemanta]

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Η αρμονία στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία

Aristotle portrayed in the 1493 Nuremberg Chro...Image via Wikipedia

I found this fascinating quote today:


Από τα πρώτα στάδια εξέλιξής του, ο ελληνικός στοχασμός ασχολήθηκε με τις αρχές της νόησης, αλλά και του ερμηνευτικού προσδιορισμού κοσμολογικών συμβάντων. Στην προσπάθειά του αυτή, πίστεψε στη λειτουργικότητα μιας αρμονικής διαμορφωτικής διεργασίας. Αυτή τη συνέλαβε, είτε ως παράγοντα με ακατάλυτη ορμή στο σύμπαν, είτε ως ενοποιητικό στοιχείο εν μέσω διανοητικών διαδικασιών, είτε ως συνισταμένη που προκύπτει από τη θεραπεία αξιών και αρετών, με ευεργετικά για τον άνθρωπο αποτελέσματα.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Nov 2009


You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More