Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Ο «καλτσοπεδιλούχος» και άλλα εφήμερα

του Μίμη Σουλιώτη, επίκουρου καθηγητή Λογοτεχνίας στην Παιδαγωγική Σχολή Φλώρινας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Τα ελληνικά θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως «λιγότερο ομιλούμενη γλώσσα» όχι μόνο συγκριτικά με τις άλλες, ευρωπαϊκές και μη, γλώσσες, παρά και αναλογικά προς τον βαθμό στον οποίο διαμορφώνουν και υπηρετούν τη σκέψη και την αίσθηση των Ελλήνων: από ελληνικά γίνονται ολοένα και περισσότερο ευρω-ελληνικά, και μετασχηματισμένα πλέον επηρεάζουν όχι μόνο το λεξιλόγιο και τον προσωδιακό πλούτο της γλώσσας παρά και την ίδια τη συντακτική δομή της σκέψης μας (ο τρέχων οικουμενικός πολιτισμός μάς απορροφά μαζί με τις λεκτικές, εθιμικές και άλλες ιδιαιτερότητές μας, που δεν είναι παρά εξαιρέσεις επιβεβαιωτικές του κανόνα). Ο παγκόσμιος τρόπος πρόσληψης των πραγμάτων δεν είναι ωστόσο ξένος προς την ελληνική γλώσσα και συνείδηση: η συντελούμενη μεταλλαγή των Ελλήνων σε ευρω-Ελληνες είναι επώδυνη, όχι όμως και οδυνηρή διαδικασία. 

H ελληνική δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί αναλλοίωτη, εξάλλου, γιατί τη διατηρούμε στη ζωή όλοι εμείς που διαιτώμεθα ως ορθόδοξοι Ελληνες καθολικώς παγκοσμιοποιημένοι (ονομαστική εορτή με ροκ μουσική, εξοχική Λαμπρή με λάτιν μουσική κ.ο.κ.). Ευλόγως λοιπόν η γλώσσα μας δεν θα μπορούσε να παραμείνει αμιγώς και αδιαταράκτως ελληνική (αν έχει διατελέσει ποτέ τέτοια...) όσο κι αν τη φροντίζουμε και κανοναρχούμε για τη μοίρα της. Βαδίζουμε στη λεωφόρο της Ευρώπης ως πολύ πιο (Αμερικανο-)Ευρωπαίοι απ' όσο το υποψιαζόμαστε, με μια γλώσσα που αναπλάθεται διαρκώς προκειμένου ν' ανταποκριθεί στις ποικίλες απαιτήσεις της πορείας. Κατά τα άλλα δεν πάψαμε ποτέ να «είμεθα ένα κράμα εδώ», για να θυμηθούμε τον K. Π. Καβάφη

Παρ' όλα αυτά και εξαιτίας αυτών η γλωσσοπλαστική μας έφεση έχει διανοίξει λαγούμι επιβίωσης στην ψηφιακή οικουμενικότητα με τις λεκτικές επινοήσεις των πλοηγών του Διαδικτύου, με τις οποίες ανακαινίζεται η μακραίωνη σκωπτική μας παράδοση. H δειγματοληψία που ακολουθεί μαρτυρεί για την παραγωγική, τη συνθετική και συντμητική ικανότητα καθώς και για την ορθή διαχείριση των προσφυμάτων, των θεμάτων και των καταλήξεων της γραμματικής έτσι όπως την (περι)παίζουν οι ψηφιακοί τεχνουργοί μας. H τεχνική της «λέξης-βαλίτσας» (mot-valise) αίφνης, με την οποία παράγεται μια αυθαίρετη λέξη από τμήματα δύο ή περισσοτέρων υπαρκτών, αξιοποιείται σε εφευρήματα όπως οι δεγράφυλοι (= οι τελειωμένοι στυλογράφοι που δεν τους πετούμε από τη μολυβοθήκη: κάθε φορά που θα χρειαστεί να σημειώσουμε κάτι δοκιμάζουμε τον δεγράφυλο και παρ' όλο που δεν γράφει τον ξαναβάζουμε στη θέση του) και το καψουροκτέλι ή κτελοντούρι (= τα καψουροτράγουδα που κρατούν ξύπνιο τον οδηγό των ΚΤΕΛ στην εθνική οδό). Λογο-παιδιάς απαύγασμα είναι και ο καλτσοπεδιλούχος (= ο τύπος της θερινής, ιδίως, υπόδησης που έχουν υιοθετήσει ξένοι και ημεδαποί συνταξιούχοι και περιηγητές) και οι ψυγγιές, δηλ. οι στριγκλιές του περιπτερά για να κλείσουμε την πόρτα του ψυγείου. 

Παρατρέχοντας απλούστερες ιδιολεξίες, όπως ο κινητάκιας (= αυτός που έχει εθισμό με το κινητό τηλέφωνό του, με υποπερίπτωσή του τον μηνυματάκια του γραπτού), το κυβερνοβάρεμα (= χαλάρωση στο Διαδίκτυο) και το ρήμα τελικιάζω (= γκαζώνω το αμάξι ως την τελική του ταχύτητα), ας κοντοσταθούμε στο σύνθετο μελλοχρήσιμο ή θαχρείαστο (= κάτι αχρείαστο, που δεν το πετούμε όμως γιατί προβλέπουμε πως θα χρησιμεύσει κάποτε) καθώς και στο παρασύνθετο παρηγούρι, δηλ. το γούρι με το οποίο παρηγορούμε κάποιον που μόλις αυτοπεριχύθηκε με το ποτό του: τα τρία τελευταία παραδείγματα έχουν κατασκευασθεί με την τεχνική του «ρηματικού κολάζ» (telescopage). 

Εύρημα συνιστούν επίσης οι περιπτεριές, οι βόλτες γύρω από το περίπτερο που οφείλονται σε μεταφυσικές ανησυχίες ή βοηθούν στην κατόπτευση του χώρου: «Εκοψα δυο περιπτεριές και μπούκαρα». Ποιητικής τάξης ακρίβεια διέπει το πουπήγιο ή πουχάθιο, δηλ. το απειροελάχιστο εξάρτημα που αφαιρώ από την ηλεκτρική συσκευή που επισκευάζω αλλά μου πέφτει και το ψάχνω ματαίως στο πάτωμα καταρώμενος τη μοίρα. Θα κλείσω τη δειγματοληψία με το σταθεράκι, δηλ. το χαρτονάκι με το οποίο σταθεροποιεί ο βοηθός σερβιτόρου το τραπεζάκι: «Φέρτε μας πρώτα μια καράφα νερό και βάλτε μας κι ένα σταθεράκι». Κι αν το νεόπλασμα κριθεί περιττό καθώς διαθέτουμε το «τακάκι», οι «περιπτεριές» και το «πουπήγιο» διεκδικούν το προνόμιο να ονοματίζουν πτυχές πραγματικότητας για πρώτη φορά, με αυθαίρετο αλλά εκφραστικό τρόπο. 

Από αυτά τα γλωσσικά εφήμερα ελάχιστα θ' αξιωθούν μια καταχώριση στο λεξικό της ομιλουμένης· δεν παύουν ωστόσο να μαρτυρούν για τη γλωσσοπλαστική ευεξία των ψηφιακών πλοηγών μας - αυτοί και οι παρέες τους δεν πλάθουν μόνον αυθαίρετα παρά έχουν ξαναμπάσει και τη λέξη «πώρωση» στην καθημερινή χρήση: ως λαός παραμένουμε λογοπαίγμονες όσο τουλάχιστον και άλλοτε.
Reblog this post [with Zemanta]

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

ΕΛΛΗΝΑΣ - ΓΡΑΙΚΟΣ

του Nίκου Βαρδιάμπαση
Το εθνικό μας «Γραικός» είναι πανάρχαιο. Στη Δωδώνη «... ώκουν γαρ οι Σελλοί -γράφει ο Αριστοτέλης- οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δ' Ελληνες» (Μετεωρολογικά 352α)...

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

Τα ετυμολογικά τού πολέμου

του Γ.Μπαμπινιώτη, καθηγητή Γλωσσολογίας



Αυτές τις μέρες που όλοι μιλούν για τον πόλεμο, που λέξεις τού «σημασιακού πεδίου» τού πολέμου, όπως πόλεμος, μάχη, εχθρός, αιχμάλωτος, ειρήνη, όπλα, στρατός, νίκη, ήττα, επίθεση, άμυνα κ.ά. ακούγονται και γράφονται ασταμάτητα, είναι, νομίζουμε, επίκαιρο να μιλήσουμε για τη «σημασιολογία τού πολέμου», να ανιχνεύσουμε δηλ. την προέλευση των «πολεμικών λέξεων» πόλεμος, μάχη, ειρήνη εχθρός. Η αρχική σημασία που προηγήθηκε τής σημερινής χρήσης τους μπορεί να εξηγήσει πώς αισθάνθηκαν και πώς εκφράστηκαν οι Ελληνες (και μερικοί άλλοι λαοί) απέναντι στη διαδικασία τής πολεμικής σύγκρουσης και τής δήλωσής της.

Οι δύο βασικές λέξεις τού πολεμικού σημασιακού πεδίου, οι λέξεις πόλεμος και μάχη, είναι πανάρχαιες· είναι ομηρικές. Αρχικά η λέξη πόλεμος χρησιμοποιείτο με αρνητική χροιά («κακόσημη λέξη»), ενώ η μάχη με θετική χροιά («εύσημη λέξη»). Ετσι μερικές από τις ιδιότητες που προσδίδει στον πόλεμο ο Ομηρος είναι αιματόεις, δακρυόεις, ολοός, πολύδακρυς, στυγερός, κακός,δυσηχής, οκρυόεις (ψυχρός, φρικτός), φθισήνωρ (ολέθριος, ανδροφονιάς), δήιος (φονικός, καταστρεπτικός), οϊζηρός (οδυνηρός, ελεεινός), δυσηλεγής (αποκρουστικός, αμείλικτος) κ.τ.ό., αντίθετα προς τη μάχη που «φέρει δόξα στους άνδρες», είναι κυδιάνειρα, είναι κρατίστη κ.τ.ό. Αργότερα ο πόλεμος παίρνει την έννοια τού όλου (πόλεμος είναι το σύνολο των συγκρούσεων, η καθόλου αναμέτρηση με τον εχθρό), ενώ η μάχη την έννοια τού μέρους (μάχη είναι η μεμονωμένη, συγκεκριμένη φάση αναμέτρησης με τον εχθρό). Ετσι το να χαθεί μια μάχη δεν σημαίνει, όπως λέμε, ότι χάθηκε και ο πόλεμος! Επίσης η μάχη παίρνει τη γενικότερη έννοια τής σύγκρουσης, πέρα τής «πολεμικής μάχης». Φθάνει δηλ. να σημαίνει ό,τι η λ. αγώνας.
 
Η λ. πόλεμος προέρχεται από το ομηρικό ρήμα πελεμίζω που σήμαινε «πολεμώ», με αρχική σημασία «φοβίζω τον εχθρό» (από υποθετικό τύπο πέλεμα «τρόμος, φόβος», πρβλ. γερμαν. felma «τρόμος») και μάλιστα «κραδαίνοντας τη λόγχη», αφού η λέξη είναι ομόρριζη τού πάλλω. Ας σημειωθεί ότι μια αρχαία γερμανική λέξη, η λ. werra «διαμάχη», έδωσε το αγγλ. war και το γαλλ. guerre, τις λέξεις που σημαίνουν τον πόλεμο στις αντίστοιχες γλώσσες. 

Αβέβαιη είναι η ετυμολογική προέλευση τού μάχομαι, απ' όπου η λ. μάχη. Από άλλους συνδέεται με το μάχ-αιρα και από άλλους με το μήχ-αρ, μηχ-ανή, οπότε αρχική σημασία τού μάχομαι θα ήταν αντιστοίχως «χτυπώ με μαχαίρι» ή «μηχανεύομαι (πώς θα επιβληθώ στον αντίπαλο)». Σημειώνεται ότι από το λατινικό battuere «χτυπώ, πλήττω» προήλθαν τόσο το γαλλ. battaille όσο και το αγγλ. battle, ενώ στην ίδια ρίζα ανάγονται το γαλλ. και αγγλ. combat, ακόμη και το περίφημο debate «η συζήτηση» (αρχική σημασία: «διαπληκτίζομαι, ανταλλάσσω χτυπήματα με τον αντίπαλο», που διαφέρει ριζικά από τα αντίστοιχα ελληνικά συν-ζήτηση και διά-λογος).
 
Το αντιστάθμισμα τού πολέμου, η ειρήνη, είναι μια εξίσου με τον πόλεμο αρχαία λέξη, είναι κι αυτή ομηρική. Ωστόσο, η προέλευση τής λέξης είναι άγνωστη (η σύνδεση με το είρω «συνδέω» δεν γίνεται ευρύτερα δεκτή), ενώ τύποι όπως Αθ-ήνη, Μυκ-ήνη δείχνουν μάλλον ότι πρόκειται για προελληνική (πελασγική) λέξη. Από τη ρίζα παγ/πακ- που σημαίνει «στερεώνω, συνδέω, ενώνω» και που έδωσε στην Ελληνική λέξεις όπως πήγ-νυμι, πήζω, πηκτός, άπαξ, πάγιος, πάγος, παγίς, παγετός, πάσσαλος κ.ά. προήλθαν το λατινικό pax (γεν. pacis), απ' όπου το γαλλ. paix και από αυτό το αγγλ. peace

Ο πόλεμος διενεργείται πάντοτε εναντίον εξωτερικών αντιπάλων που χαρακτηρίζονται με την ιδιότητα τού εχθρός. Η λέξη αυτή συνδέεται ετυμολογικά με δύο πηγές: με λέξεις που σημαίνουν «μίσος» (αρχαίο έχθος «μίσος», απ' όπου οι λέξεις απ-εχθής, ειδ-εχθής, απ-εχθ-άνομαι κ.ά.) και λέξεις από τη ρίζα *εχσ- που σημαίνουν «έξω, εκτός» (πρόθεση εξ/εκ, έξω, εξωτερικός, εκτός κ.ά.). Επομένως εχθ-ρός είναι «ο μισητός αντίπαλος, ο προερχόμενος απ' έξω», δηλ. «ο μισητός, εξωτερικός αντίπαλος». (Ας μην ξεχνάμε, ωστόσο, ότι ο ξένος, ο ακίνδυνος ιδιώτης-επισκέπτης, όχι μόνον ήταν ευπρόσδεκτος, αλλά συνιστούσε και ιερή έννοια για τους αρχαίους, δηλώνοντας τον «φιλοξενούμενο»). Με τη β' σειρά λέξεων (τη ρίζα *εχσ-) συνδέονται και λέξεις που δήλωσαν τον «ξένο» σε άλλες γλώσσες· πβ. γαλλ. ètranger, αγγλ. stranger και λατινικές λέξεις όπως ex, extra, extremus, exterior, απ' όπου προέρχονται πολλές συναφείς ξένες λέξεις. Από μια άλλη ευρωπαϊκή ρίζα (το ghost-) που σήμαινε «ξένος», προήλθαν το λατ. hostis που αρχικά σήμαινε «ξένος» και αργότερα «(δημόσιος) εχθρός». Η λέξη έχασε τη σημασία τού «εχθρός» και έδωσε λέξεις δηλωτικές τού «φιλοξενούμενος», «φιλοξενία» κ.λπ., όπως γαλλ. hôte (ξένος), αγγλ. guest, γερμ. Gast, γαλλ. hôtel (ξενοδοχείο), γαλλ. hôpital, αγγλ. hospital (νοσοκομείο) (από το hospitium «φιλοξενία» προήλθε το ελλην. οσπίτιον, δηλ. το σπίτι). Από το inimicus που δήλωνε τον «ατομικό εχθρό» προήλθαν στις γλώσσες αυτές οι λέξεις που δηλώνουν τον εχθρό, το γαλλ. ennemi, το αγγλ. enemy

Η πάλη των αντιθέσεων που οδήγησε τον Ηράκλειτο στη γνωστή ρήση «πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστι πάντων δε βασιλεύς, και τους μεν θεούς έδειξε τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε τους δε ελευθέρους», ξεπερνάει τη φιλοσοφική δράση και αντίδραση των αντιθέτων ουσιών και προσλαμβάνει μορφές προκλητικής αγριότητας και υποβάθμισης τής ανθρώπινης ζωής, όπως ο πόλεμος τού Ιράκ που ζούμε σήμερα, με αδιαφανείς σκοπούς εκ μέρους των επιτιθεμένων και ανεξέλεγκτες επιπτώσεις για όλον τον κόσμο.

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

Πίσω στις «πρώτες έννοιες» των λέξεων

του Γ.Μπαμπινιώτη, καθηγητή Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Από τις μικρές πνευματικές χαρές που βιώνει κάθε άνθρωπος είναι να ανακαλύπτει μόνος του, ξαφνικά, με κάποια ευκαιρία σκέψης ή επικοινωνίας την αρχική και συγχρόνως βασική σημασία μιας λέξης που χρησιμοποιεί. Να ανακαλύπτει, έτσι σαν έκλαμψη, την «πρώτη έννοια» μιας λέξης, την πρωταρχική σημασία της, δοκιμάζοντας τη χαρά τής έκπληξης από αυτή την ανακάλυψη. Πρόκειται για λέξεις που χρησιμοποιεί κανείς καθημερινώς χωρίς να έχει συνείδηση της πρώτης σημασίας τους.

Read more: http://spoudasterion.pblogs.gr/2010/01/565374.html
Under Creative Commons License: Attribution


Εδώ γράφουμε αυτά που θέλουμε να εμφανίζονται μετά το "Διαβάστε περισσότερα".

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Η καταγωγή της ελληνικής γλώσσας

Linear B tabletImage by Tet_Sy via Flickr

του Ιωάννη Κ. Προμπονά, καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Η ελληνική, μια από τις πέντε χιλιάδες περίπου γλώσσες που μιλιούνται σήμερα στον κόσμο, κατέχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό. Είναι η μόνη ζωντανή γλώσσα της οποίας μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την εξέλιξη επί τριανταεπτά αιώνες. Από την άποψη αυτή, η Ελληνική νικά την Αιγυπτιακή (η οποία γραπτώς μαρτυρείται για περισσότερο χρονικό διάστημα αλλά είναι γλωσσικά νεκρή) και την Κινεζική, που είναι και αυτή ζωντανή αλλά τα αρχαιότερά της κείμενα είναι κατά τι νεότερα από τον 16ο π.Χ. αιώνα. Η διαπίστωση ανήκει στους διαπρεπείς γλωσσολόγους Humbert, Risch, και Duhoux και είναι ορθή.


Το αρχαιότερο γραπτό μνημείο της ελληνικής γλώσσας είναι μια σχεδόν κυκλική κροκάλη που κυριολεκτικά μπορείς να την κρατήσεις μες στην παλάμη σου: οι διαστάσεις της είναι 4,9 εκ. επί 4,08 εκ., πάχους 1,62 εκ. και το βάρος της 48 γρ. Βρέθηκε από την αρχαιολόγο Πολυξένη Αραπογιάννη το 1994 στη θέση Αγριελίτσες της Κοινότητας Καυκανιάς, 7 χλμ προς Β. της Ολυμπίας, και δημοσιεύτηκε την επόμενη χρονιά στα Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 70, σσ. 251- 254 αλλά και αλλού (βλ. Αραπογιάννη 1995). Πάνω στο «βότσαλο της Καυκανιάς» διαβάζεται, μεταξύ άλλων, το ανθρωπωνύμιο Χάροy γραμμένο σε Γραμμική γραφή Β. Το όνομα μαρτυρείται και στην Ιλιάδα του Ομήρου και ετυμολογικά σημαίνει «αυτός που έχει χαρούμενη όψη».


clip_image002Τα υπόλοιπα κείμενα που είναι γραμμένα σε Γραμμική γραφή Β, στην πρώτη ελληνική γραφή, χρονολογούνται στον 15ο–13ο π.Χ. αιώνα, είναι χαραγμένα πάνω σε πήλινες πινακίδες ή ζωγραφισμένα πάνω σε αγγεία (αμφορείς) και βρέθηκαν στα μυκηναϊκά ανάκτορα της Κνωσού, της Πύλου, των Μυκηνών, της Τίρυνθας, των Θηβών και ακόμη στα Χανιά. Χάρη στην αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής γραφής Β, το 1952, από τον Άγγλο αρχιτέκτονα M.Ventris και τον συμπατριώτη του ελληνιστή J. Chadwick τα αρχαιότερα γραπτά μνημεία της ελληνικής γλώσσας δεν είναι πια τα ομηρικά έπη αλλά τα μυκηναϊκά κείμενα. Και μολονότι το περιεχόμενό τους είναι λογιστικό και διοικητικό, μας διδάσκουν πολλά, πρώτιστα για την ιστορία της γλώσσας μας. Από τη μελέτη των κειμένων αυτών συνάγεται με βεβαιότητα ότι στα μυκηναϊκά χρόνια η ελληνική γλώσσα είναι πλήρως διαμορφωμένη και πλουσιότατη: απαντούν σ’ αυτά πλείστοι τεχνικοί όροι (βλ. Σαλή-Αξιώτη) και η σύνταξη δεν είναι μόνο παρατακτική. Είναι χαρακτηριστική η ακόλουθη πρόταση: Fίδε Φύγεβρις, τε Fάναξ θκε ΑγFαν δαμοκόρον (= αυτό είδε ο Φύγεβρις, όταν ο ανώτατος άρχοντας τοποθέτησε τον Αυγεία φροντιστή του Δήμου). Καθώς τώρα η γλώσσα ανήκει στα πολιτιστικά φαινόμενα «μακράς διαρκείας», είναι αυτονόητο ότι η ελληνική δεν διαμορφώθηκε μέσα σε λίγους αιώνες. Διαμορφώθηκε πολλούς αιώνες πριν από τον 17ο π.Χ. αιώνα, στον οποίον χρονολογείται το «βότσαλο της Καυκανιάς».


clip_image004Εκείνο όμως που ενδιαφέρει περισσότερο είναι τούτο: στα μυκηναϊκά κείμενα απαντούν πλείστες λέξεις που επιβιώνουν στη σημερινή ελληνική (βλ. Probonas). Παραθέτω μερικά παραδείγματα ξεκινώντας από τα κύρια ονόματα, ανθρωπωνύμια και τοπωνύμια. Πρώτα πρώτα δυο γυναικεία ονόματα, που συμβαίνει μάλιστα να έχουν παγκόσμια διάδοση, τα λεξάνδρα και Θεοδώρα. Απαντούν σε μια πινακίδα των Μυκηνών. Το τοπωνύμιο Θβαι διαβάζεται σε πινακίδες των Μυκηνών και των Θηβών. Το όνομα έχει επιβιώσει ως τις μέρες μας μέσω της προφορικής παράδοσης με τον τύπο Φήβα (για την τροπή της συλλαβής –Θη σε –Φη πβ. φηκάρι από το θηκάρι, φηλιάζω από το θηλιάζω κλπ). Βλακωδώς, οι Νεοέλληνες λόγιοι το γνήσιο Φήβα της λαϊκής παράδοσης, που ξεκινάει χωρίς διακοπή από τα μυκηναϊκά, τουλάχιστον, χρόνια, αντικαταστήσαμε με το ψεύτικο Θήβα, που έχει λόγια προέλευση, δεν μαρτυρεί, επομένως, την συνέχεια της γλωσσικής και εθνικής μας παράδοσης. Το τοπωνύμιο Τύλισος διαβάζεται σε πινακίδες της Κνωσού. Το όνομα με τον ίδιο ακριβώς τύπο έχει επιβιώσει ως τις μέρες μας στην Κρήτη.


Μερικά παραδείγματα από τα προσηγορικά: γρός (η λέξη επιβιώνει ως τοπωνύμιο σε πολλούς τόπους), νεμος, ργυρος, δεσμός, δρα (ονομ. πληθ.), θεός, κύπελλα (ονομ. πληθ.), ξίφος, ρος (η λέξη επιβιώνει ως τοπωνύμιο σε πολλούς τόπους), πέδιλα (ονομ. πληθ.), κύμινον, μέλι, σέλινον, σκέλος, τέμενος (η λέξη έχει επιβιώσει ως τοπωνύμιο), φάρμακον, φεάλα (με τον τύπο φιάλα επιβιώνει η λέξη στην Μεσσηνία), χαλκός, χρυσός.


Μερικά παραδείγματα από τα επίθετα: ­λεύθερος, ρυθρός, ερός, γριος, κακός, λεπτός, λευκός, ξανθός, παλαιός, πολύς.


Μερικά παραδείγματα από τα ρήματα: δέχομαι, χω, καίω, λείπω, φείλω, φέρω.


Μυκηναϊκό είναι και το: νεκα


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιβίωση στη σημερινή Ελληνική όχι μόνο λεξιλογικών αλλά και μορφολογικών μυκηναϊκών στοιχείων. Ιδού μερικά παραδείγματα:

1) ονόματα θηλυκά σε -τρια, δηλωτικά επαγγέλματος, όπως σκήτρια, άπτρια κ.λ.π. Το άπτρια μάλιστα απαντά με συνίζηση, δηλαδή ως άπτρja. Πβ. νεοελληνικά νυφάντρα, θερίστρα, μαζώχτρα, μαθήτρια αλλά και μαθήτρα, πλουμίστρα, ράφτρα, τραγουδίστρια κλπ.


2) ονόματα ουδέτερα σε -τρον, δηλωτικά οργάνων, όπως πύραυστρον (=μασιά). Πβ. ελληνικό ζύμωτρον, ξύστρο, σήμαντρο, σκιάχτρο κλπ.


3) ονόματα σύνθετα σε -φόρος, όπως κλαFιφόρος (=κλειδούχος). Πβ. πληθώρα νεοελληνικών συνθέτων σε -φόρος, όπως νεροφόρος κλπ.

Επομένως, με βάση τις γραπτές μαρτυρίες, οι ρίζες της νέας Ελληνικής πηγαίνουν πίσω στα μυκηναϊκά χρόνια.


Από πού όμως κατάγεται η αρχαία ελληνική γλώσσα που γραπτώς μαρτυρείται από τον 17ο αιώνα ως σήμερα;


Η Ελληνική γλώσσα δεν είναι «ανάδελφη». Είναι μέλος της μεγάλης οικογένειας των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών.


Αυτό σημαίνει ότι παρουσιάζει φωνητικές, μορφολογικές, λεξιλογικές και συντακτικές αντιστοιχίες με πολλές άλλες γλώσσες που κατάγονται από την Ινδοευρωπαϊκή μητέρα γλώσσα. Οι γλώσσες αυτές είναι οι εξής: Ελληνική, Ιταλική, Γερμανική, Κελτική, Αλβανική, Θρακική, οι Βαλτοσλαβικές γλώσσες, Ινδοϊρανική, Χεττιτική, Αρμενική, και Τοχαρική. Δηλαδή, από την ινδοευρωπαϊκή μητέρα γλώσσα κατάγονται σχεδόν όλες οι γλώσσες της Ευρώπης (πλην της Βασκικής, Ουγγρικής, Φινλανδικής και Τουρκικής) και ακόμη μερικές της Ασίας, η Αρμενική, η Ιρανική, η Ινδική, η Χεττιτική και η Τοχαρική.


Πρέπει όμως να τονισθεί ότι η Ινδοευρωπαϊκή μητέρα γλώσσα δεν είναι γλώσσα μαρτυρημένη αλλά επανασυνθεμένη με βάση την συγκριτική μέθοδο. Η σύγκριση αυτή βασίζεται σε γλωσσικούς νόμους (π.χ. στην Ινδική, τα φωνήεντα α, ο, e συγχωνεύτηκαν σε α). Η θεωρία για την Ινδοευρωπαϊκή μητέρα γλώσσα ξεκίνησε το 1786 από τον Άγγλο δικαστή στις Ινδίες Sir William Jones και από τον Γερμανό γλωσσολόγο Franz Bopp (1791- 1867) και ενισχύθηκε στη συνέχεια από άλλους.
Ιδού μερικά παραδείγματα χαρακτηριστικά της συγγένειας των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών.


1) Οι αριθμοί 2,3,7,8,9 στην Ελληνική, Ινδική και Λατινική·

Ελληνική

Ινδική

Λατινική

Ιαπωνική

δύο

dνa

duo

futatsu

τρες

trayas

trēs

mittsu

πτ

sapta

septem

nanatsu

κτώ

asta

octo

yattsu

ννέα

nava

novem

kokonotsu




Οι αριθμοί 2,3,7,8,9 στην Ιαπωνική, η οποία δεν είναι Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, δηλώνονται με ε­ντελώς διαφορετικές λέξεις.


2) Η λέξη νομα στην Ελληνική, Ινδική, Λατινική, Γερμανική και Αρμενική είναι αντίστοιχα: νομα nama nomen namen anum


Οι ποικίλοι αυτοί τύποι επήγασαν από αρχικό ινδοευρωπαϊκό *nŏmn.


3) Η λέξη καρδιά στην Ελληνική, Λατινική, Λιθουανική, Σλαβική, Αγγλική, Γερμανική είναι αντίστοιχα:


καρδιά cor,cordis širdis srŭdice heart Herz


Οι ποικίλοι αυτοί τύποι επήγασαν από αρχικό ινδοευρωπαϊκό *krd.


4) To γ΄ ενικό του ρήματος εμί στη Ελληνική, Ινδική, Λατινική, Γερμανική, Ρωσσική είναι αντίστοιχα:


στί astί est ist jestĭ


Οι ποικίλοι αυτοί τύποι επήγασαν από αρχικό ινδοευρωπαϊκό *esti


Φυσικά, οι φωνητικές, μορφολογικές, συντακτικές και λεξιλογικές αντιστοιχίες ανάμεσα στην Ελληνική και σε άλλες Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες αφθονούν και είναι αυτές που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπήρξε μια αρχική μητέρα γλώσσα, η καλούμενη Ινδοευρωπαϊκή. Από αυτήν κατάγονται οι διάφορες Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες.


Ποια ήταν όμως η κοιτίδα των Ινδοευρωπαίων προτού διασπαρούν στον τεράστιο γεωγραφικό χώρο, που απλώνεται από την Ισλανδία ως την Ινδία (πεδιάδα του Γάγγη ποταμού), και για πόσο χρονικό διάστημα παρέμειναν ενωμένοι; Πότε αυτοί, που πολύ αργότερα ονομάστηκαν Έλληνες, αποσπάστηκαν από τον αρχικό ινδοευρωπαϊκό πυρήνα;


clip_image006Από εδώ και πέρα κινούμεθα στο αχανές βασίλειο των υποθέσεων.
Κατά κανόνα, η αρχική κοιτίδα των Ινδοευρωπαίων τοποθετείται στη Βόρεια Ευρώπη. Κατά τη γνώμη μου, όχι ο αφιλόξενος βορράς, αλλά ο χώρος εκατέρωθεν του Αιγαίου με το προνομιούχο κλίμα, όμοιο από το 8.000 π.Χ. (βλ. Θεοχάρη, ΙΕΕ τ. Α΄, σ. 44), και την ιδεώδη γεωμορφολογία θα ήταν ο πιο κατάλληλος να θεωρηθεί ως η αρχική κοιτίδα των Ινδοευρωπαίων. Φυσικά, μια τέτοια θεωρία χρειάζεται τεκμηρίωση γλωσσική, αρχαιολογική και ανθρωπολογική.


Ως προς την ηλικία της ελληνικής γλώσσας, θα αποτολμήσω μια υπόθεση βασιζόμενος κυρίως στη συγκριτική μελέτη της μυκηναϊκής Ελληνικής με τη νέα Ελληνική.


Οι γλωσσολόγοι έχουν διαπιστώσει ότι η Αρχαία Ελληνική συγγένευε προπάντων με την Ινδοϊρανική (16 ισόγλωσσες) και κατά δεύτερο λόγο με την Αρμενική (10 ισόγλωσσες). Για την Αρμενική αρχαίες γραπτές πηγές δεν έχουμε. Έχουμε όμως και για την Ελληνική και για την Ινδοϊρανική. Εάν τώρα συγκρίνουμε την μυκηναϊκή Ελληνική από τη μια με την νέα Ελληνική και από την άλλη με την Ινδοϊρανική, θα διαπιστώσουμε ότι η μυκηναϊκή Ελληνική είναι πολύ πιο κοντά στην νέα Ελληνική από την οποία απέχει περίπου τρεισήμισυ χιλιετίες. Ο παρατιθέμενος πίνακας είναι χαρακτηριστικός.

Μυκ. Ελληνική

Νέα ελληνική

Ινδικη

γρός

γρός

ajras

δεξιFός

δεξιός

dáksinah

ρυθρός

ρυθρός

rudhiráh

ζεγος

ζεγος

yoktá

ερός

ερός

isiram

λείπω

λείπω

rίnákti

λευκός

λευκός

rocáh

μήν

μήνας

mās

νέFος

νέος/νιός

návah

πατήρ

πατέρας

pitā

φέρω

φέρω/φέρνω

bhárāmί



Η μυκηναϊκή Ελληνική λοιπόν είναι πολύ πιο κοντά στην νέα Ελληνική από ό,τι στην Ινδοϊρανική. Η διαπίστωση αυτή υποδεικνύει ότι το χρονικό διάστημα που χωρίζει την αρχαία Ελληνική και την Ινδοϊρανική από την Ινδοευρωπαϊκή μητέρα γλώσσα θα είναι μεγαλύτερο από τρεισήμισυ χιλιετίες, από το διάστημα δηλαδή που χωρίζει τη μυκηναϊκή Ελληνική από την νέα Ελληνική. Οι σημαντικές διαφορές, που παρουσιάζουν η αρχαία Ελληνική και η Ινδοϊρανική ήδη τον 15ο π.Χ. αιώνα, προϋποθέτουν παρέλευση χιλιετιών από τη χρονική στιγμή της απόσπασής τους από την Ινδοευρωπαϊκή μητέρα γλώσσα. Εάν η Ελληνική και η Ινδοϊρανική είχαν αποσπασθεί από την Ινδοευρωπαϊκή μητέρα γλώσσα τρεισήμισυ περίπου χιλιετίες πριν από το 1500 π.Χ., οι δύο αυτές γλώσσες θα παρουσίαζαν συγγένεια ανάλογη με αυτήν που παρουσιάζει η μυκηναϊκή Ελληνική και η νέα Ελληνική, που απέχουν μεταξύ τους τρεισήμισυ χιλιετίες. Αυτό σημαίνει ότι Ελληνική και Ινδοϊρανική θα αποσπάσθηκαν από την Ινδοευρωπαϊκή μητέρα γλώσσα πολύ πριν από το 5.000 π.Χ. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και η συγκριτική μελέτη της Ελληνικής με την Χεττιτική, της οποίας τα γραπτά μνημεία χρονολογούνται στον 17ο-16ο αιώνα π.Χ.

Με βάση όλα τα παραπάνω, η γραπτή παράδοση της Ελληνικής γλώσσας αρχίζει από τον 17ο π.Χ. αιώνα και η προφορική της τουλάχιστον από το 6.000 π.Χ.
Το συμπέρασμα αυτό, που βασίζεται σε γλωσσικά δεδομένα, δεν απέχει πολύ από το συμπέρασμα του διακεκριμένου Άγγλου αρχαιολόγου και προϊστοριολόγου Colin Renfrew, ο οποίος πρόσφατα υπεστήριξε ότι η Ελληνική γλώσσα άρχισε να διαμορφώνεται στην ελληνική χερσόνησο γύρω στο 6.500 π.Χ. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η γνώμη του ίδιου σοφού ότι οι διαδοχικοί πολιτισμοί του ελληνικού χώρου είναι προϊόντα τοπικών ανελίξεων. Η κοινώς κρατούσα επιστημονική γνώμη ότι η ελληνική γλώσσα διαμορφώθηκε ανάμεσα στο 2100 με 1900 π.Χ. χρειάζεται αναθεώρηση.


Κοινή επίσης είναι η γνώμη ότι οι Ινδοευρωπαίοι που εγκαταστάθηκαν σ’ αυτήν εδώ τη γωνιά της γης με το προνομιούχο κλίμα, αυτοί που στα ιστορικά χρόνια ονομάζονται Έλληνες, συνάντησαν άλλους λαούς. Οι παλαιότεροι αυτοί κάτοικοι ονομάζονται «Προέλληνες» και η γλώσσα που μιλούσαν «Προελληνική». Τα τελευταία χρόνια οι «Προέλληνες» διακρίνονται σε «Προέλληνες Ινδοευρωπαίους» και σε «Προέλληνες μη Ινδοευρωπαίους». Δηλαδή γίνεται λόγος για «Προέλληνες» παλαιότερους και νεότερους.


Πρέπει όμως να παρατηρηθεί και να υπογραμμισθεί ότι λέξεις ή κατηγορίες λέξεων που μέχρι πριν λίγα χρόνια χαρακτηρίζονταν ως «προελληνικές» αποδείχτηκε στη συνέχεια ότι είναι γνήσιες ελληνικές. Π.χ. η συνηθέστατη αρχαία ελληνική κατάληξη –ευς (βασιλεύς κ.λπ) απέδειξε ο Perpillou ότι έχει ελληνική και όχι προελληνική καταγωγή. Το κύριο όνομα χιλ(λ)εύς έχει πειστικά αποδειχτεί ότι παράγεται από τις λέξεις χος (=λύπη, θλίψη) και λαός (=πολεμική ομάδα): έτσι ονομάστηκε ο πρωταγωνιστής της Ιλιάδας γιατί με την μνιν του (=τον θυμό του) προκάλεσε θλίψη στους άλλους πολεμιστές. Ελληνική και όχι προελληνική καταγωγή έχει και το θεωνύμιο πόλλων (που μαρτυρείται τώρα στα μηκηναϊκά κείμενα με τον τύπο πέλλων), όπως έδειξε ο Heubeck (βλ. Συντομογραφίες). Ελληνικό και όχι προελληνικό είναι και το μέγαρον (βλ. Ruijgh).

Κατά τη γνώμη μου, η θεωρία περί «Προελλήνων Ινδοευρωπαίων» αλλά, ενδεχομένως, και η θεωρία περί «Προελλήνων μη Ινδοευρωπαίων» χρειάζεται επανεξέταση και αναθεώρηση. Μήπως η καλούμενη «Προελληνική» δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πρωϊμότατη φάση της Ελληνικής; Την αφορμή για μια τέτοια σκέψη δίνει, σε μένα τουλάχιστον, η εξελικτική πορεία της ελληνικής γλώσσας με βάση την μακραίωνη γραπτή της παράδοση.


Όσο και αν εκ πρώτης όψεως φαίνεται παράδοξο, η νέα ελληνική διδάσκει πόσο πρέπει να αποφεύγουμε να χαρακτηρίζουμε ως «προελληνικές» λέξεις της αρχαίας ελληνικής των οποίων αγνοείται η ετυμολογία. Γιατί ενδέχεται οι λέξεις αυτές να είναι πανάρχαιες ελληνικές, τις οποίες αδυνατούμε να ετυμολογήσουμε, επειδή βυθίζονται σε μέγα βάθος χρόνου και έχουν πλήρως συσκοτισθεί, καθώς η σημασία των μορφολογικών στοιχείων από τα οποία απαρτίστηκαν έχει λησμονηθεί. Διδασκαλικό είναι, νομίζω, το ακόλουθο παράδειγμα. Στη νέα ελληνική (κυρίως στα νησιά του Αιγαίου) απαντά μια σειρά τοπωνυμίων που λήγουν σε -οντα, -ούντας π.χ. λιμοντα () στην Κάρπαθο και στη Χάλκη, μιθοντα () στη Χίο, Δαφνοντα () στην Άνδρο, λαιοντα () στη Χίο, ρεικοντα () στη Χίο, Κυπεροντα () στην Κύπρο, Μακοντα () στην Κύπρο, Μαλοντα () στην Κύπρο, Μαραθοντα () στην Κύπρο και στη Σύμη, Μερικοντα () στη Χίο, Πιπεροντα () στην Κύπρο, Πισπιλοντα () στη Χίο, Σαμακοντα () στη Ρόδο, Σκαμνιοντα () στη Λέσβο, Σπαρτοντα () στην Κέα, Σ(υ)κοντα () στη Λέσβο και στη Χίο, Σχινοντα () νησάκι κοντά στη Φωκίδα, Σκινούντας () στην Αστυπάλαια, Φαγοντα () στη Σύμη, Φτεροντα () στη Λέσβο κ.λπ. (βλ. Κίγκα 177-181). Εκτός από τα τοπωνύμια απαντά και το προσηγορικό παχοντα () στη Γαύδο και σημαίνει είδος φαγητού (βλ. Γ. Χατζηδάκις, Γλωσσ. Ερ. Α΄ 108-109 και Β΄ 484). Η κατάληξη -οντα, καθώς δεν είναι παραγωγική σήμερα, είναι εντελώς ακατανόητη στους μη ειδικούς. Οι ειδικοί βέβαια γνωρίζουν την προέλευσή της. Γιατί όμως; Γιατί τα προστάδιά της μαρτυρούνται γραπτώς στη μυκηναϊκή και ομηρική ελληνική: -Fεις, γενική -Fεντος> -όFεις, γενική -όFεντος > -όεις, γενική -όεντος > -ος, γενική -οντος με αιτιατική -οντα απόπου νέα ονομαστική -ούντας (αρσενικό) και -οντα (θηλυκό). Η σημερινή λοιπόν κατάληξη -οντα, -ούντας μας είναι κατανοητή, γιατί μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξελικτική της πορεία. Ας σημειωθεί ότι η κατάληξη –όεις στην κλασική εποχή είχε χάσει την παραγωγικότητά της. Ήδη στον Όμηρο ο πόλεμος χαρακτηρίζεται πολύδακρυς, υποκατάστατο του αρχαιπρεπέστερου δακρυόεις «γεμάτος δάκρυα».


Και από τα γνωστά μεταβαίνουμε τώρα στα άγνωστα. Το τοπωνύμιο Κόρινθος γίνεται κοινώς παραδεκτό ότι είναι προελληνικό. Είμαστε βέβαιοι ότι η κατάληξη –ινθος είναι προελληνική; Μήπως έχουμε να κάνουμε με ένα μορφολογικό απολίθωμα της Ελληνικής, του οποίου τη σημασία αδυνατούμε να ανιχνεύσουμε ελλείψει παλαιοτέρων γραπτών μαρτυριών; Έστω όμως ότι η άγνωστης προέλευσης κατάληξη –ινθος είναι προελληνική. Το τοπωνύμιο Κόρινθος είναι υποχρεωτικό να χαρακτηρισθεί προελληνικό; Και πάλι η νέα ελληνική μπορεί να μας βοηθήσει. Σ’ αυτήν απαντά πληθώρα λέξεων που έχουν σχηματισθεί με την κατάληξη –τζής π.χ. βιολιτζής, γανωτζής, καταφερτζής, παλιατζής, πλακατζής, ταξιτζής, ψιλικατζής κ.λπ κ.λπ. Η κατάληξη –τζης αναμφισβήτητα έχει τουρκική προέλευση (<-ci). Οι παραπάνω όμως λέξεις είναι τουρκικές; Τουρκική προέλευση έχει και η κατάληξη –λίκι (<-lικ). Οι λέξεις όμως αρχονταλίκι, βουλευτιλίκι και ακόμη αντριλίκι, αρχηγιλίκι, γοητιλίκι κ.λπ. είναι τουρκικές;


Επανερχόμαστε στο Κόρινθος. Ανεξάρτητα από την καταγωγή της κατάληξης –ινθος, το τοπωνύμιο είναι προελληνικό ή ελληνικό; Όποιος γνωρίζει ότι αρχικά Κόρινθος ονομαζόταν όχι η γνωστή πόλη αλλά ο τεράστιος πέτρινος στρογγυλός όγκος που δεσπόζει της περιοχής, δύσκολα θα αρνηθεί να σχετίσει το τοπωνύμιο με τις αρχαίες ελληνικές λέξεις κόρυς, -θος (ήδη στα μυκηναϊκά) «περικεφαλαία», κόρυδος, κορυδαλός (το γνωστό πτηνό με το χαρακτηριστικό λοφίο), κορόνη «ρόπαλο με σιδερένιο περίβλημα στο ένα άκρο», Κόρυμβος «κορυφή», κορυφή κλπ. Το τοπωνύμιο, λοιπόν, Κόρινθος δεν είναι προελληνικό αλλά παμπάλαιο ελληνικό, σχηματισμένο από τη ρίζα κορ- «στρογγυλός, αυτός που έχει στρογγυλή κορφή» και την άγνωστης σημασίας κατάληξη –ινθος. Της ίδιας ετυμολογικής αρχής είναι το τοπωνύμιο Τρικόρυθος () της περιοχής του Μαραθώνα, που συγκαταλέγεται στα «προελληνικά». Το Τρικόρυθος είναι σύνθετο με α΄ συνθετικό το τρία και β΄ το ουσιαστικό κόρυς, -υθος «περικεφαλαία». Η περιοχή ονομάστηκε από την ομοιότητα τριών λόφων με περικεφαλαίες.


Αυτά εν πάση συντομία και υπό μορφήν πρόδρομης ανακοίνωσης περί των καλουμένων «Προελλήνων» προσθέτοντας ότι συμμερίζομαι τη διαπίστωση του Χρ. Δάλκου (2001, σ. 6) ότι «η λεγόμενη ‘προ’ ελληνική είναι στην ουσία πρωτοελληνική».


Αυτονόητο είναι ότι η ελληνική γλώσσα περιέχει και λέξεις δάνεια από άλλους μη ινδοευρωπαϊκούς λαούς, με τους οποίους οι δαιμόνιοι Έλληνες ήρθαν σε επαφή και «έδωσαν κι επήραν».


Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η καταγωγή της ελληνικής γλώσσας, η καταγωγή της γλώσσας ενός λαού, ο οποίος τρεις φορές στη διάρκεια της ιστορίας του, στη μυκηναϊκή περίοδο, στα κλασικά χρόνια και στην εποχή της ακμής της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ανέλαβε, όπως παρατηρεί ο C. Blegen (βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τ. Α΄, σ. 9), την παγκόσμια πολιτιστική και πνευματική ηγεσία.

Συντομογραφίες

Αραπογιάννη: Πολυξένη Αραπογιάννη, Jörg Rambach, L. Godart, “Η μυκηναϊκή επιγραφή της Καυκανιάς”, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών 70, 1995, 251-254. Πβ. και των ίδιων, “L’ inscription en linéaire B de Kafkania – Olympie” (OL Zh 1 στο: FLOREANT STUDIA MYCENAEA. Akten des X. internationalen mykenologischen Colloqviums in Salzburg vom 1-5. Mai 1995, Band I, σσ. 39-43. Wien 1999).

Δάλκος 2001: Χρ. Δάλκος, ΚαλικάντζαροιΑθήνα 2001.

Duhoux: Yves Duhoux, “Les révélations des nouvelles tablettes en linéaire de Thèbes”, στο: Séminaires de Delphes (4-16 août 1997) σσ. 16-19.

Ηeubeck: A.Heubeck, “Noch einmal zum Namen des Apollon”, Glotta 65, 1987, 179-182.

Humbert: Jean Humbert, Histoire de la langue grecque. Paris 1972, σ. 6.

Κίγκα: Ελένη Κίγκα, Μορφολογία των νεοελληνικών περιεκτικών τοπωνυμίων, Ιωάννινα 1982.

Perpillou: J. - L. Perpillou, Les substantifs grecs en –εύς. Paris 1973.

Probonas: Ioannis Probonas, “Mots mycéniens survécus en grec moderne”, στο: Αtti del secondo congresso di Micenologia v.I 445/450. Roma-Napoli 1991.

Renfrew: Colin Renfrew, Archaeology and Language, London 1987.

Risch: Ernst Risch, Il miceneo nella storia della lingua greca, QUCC 23, 1976,9.

Ruijgh: C.J. Ruijgh, L’ étymologie de l’ adjectif αγαθός, στο: Palaeograeca et Mycenaea Antonino Bartonêk oblata.

Σαλή - Αξιώτη: Τέση Σαλή - Αξιώτη, Λεξικό μυκηναϊκών τεχνικών όρων, Αθήνα 1996.

ΠΗΓΗ: περιοδικό ΑΡΔΗΝ, τ.52

Reblog this post [with Zemanta]

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

"Το κουκί", Παραμύθι από την Μυτιλήνη

image

ΠΗΓΗ: Άπαντα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Νεοελληνική Γραμματική – Ιστορική Εισαγωγή, Θεσ/κη 1981

http://www.spoudasterion.pblogs.gr/

Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

ΣΥΧΝΑ ΛΑΘΗ ΣΤΗΝ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ

Συχνά λάθη στη χρήση της Ελληνικής (Common Mistakes in Modern Greek Usage) Συχνά λάθη στη χρήση της Ελληνικής (Common Mistakes in Modern Greek Usage) magnis

Κυριακή 26 Απριλίου 2009

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More