Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

Αμφίδρομη σχέση οικονομίας και περιβάλλοντος

του  Ευτύχιου Σαρτζετάκη,

Αναπληρωτή καθηγητή οικονομικών του περιβάλλοντος στο πανεπιστήμιο Μακεδονίας

image

Είναι πλέον πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι ακόμη και προβλήματα πολυσύνθετα όπως οι κλιματικές αλλαγές οφείλονται στην ανθρώπινη δραστηριότητα. Για πολλά χρόνια είχαμε την ψευδαίσθηση ότι η συνεχής μεγέθυνση της οικονομικής δραστηριότητας είναι δυνατή και ως εκ τούτου θέσαμε ως πρωταρχικό στόχο τη μεγέθυνση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος. Έχοντας απορροφηθεί από αυτή την προσπάθεια παραβλέψαμε δύο σημαντικούς περιορισμούς τους οποίους θέτει το οικοσύστημα: την περιορισμένη ποσότητα φυσικών πόρων που μπορεί να μας παρέχει και την επίσης περιορισμένη δυνατότητα αφομοίωσης των ρύπων που δημιουργούνται από την παραγωγική διαδικασία και την κατανάλωση. Για πολλά χρόνια οι περιορισμοί αυτοί δεν μας ανησυχούσαν με συστηματικό τρόπο, δεν ήταν δηλαδή δεσμευτικοί και έτσι δεν λαμβάνονταν υπόψη. Τις τελευταίες όμως δεκαετίες είναι εμφανέστατοι και επιβάλλουν επαναπροσδιορισμό των στόχων.

Το περιβάλλον έχει χαρακτηριστικά κοινόκτητου πόρου, δηλαδή κανείς δεν μπορεί να αποκλειστεί και η χρήση του ως αποδέκτη ρύπων είναι σωρευτική. Ενώ είναι γνωστό ότι η λελογισμένη χρήση των κοινόκτητων πόρων από τον καθένα μας μεγιστοποιεί τη συλλογική ωφέλεια, η έλλειψη συντονισμού και εμπιστοσύνης μεταξύ των ατόμων οδηγεί τον καθένα στην όσο το δυνατόν πιο εντατική χρήση του πόρου και έτσι συνολικά στην υπερεκμετάλλευση και στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Προσπαθώντας να μεγαλώσουμε το ατομικό μας μερίδιο μικραίνουμε τη συνολική πίτα και σταδιακά και το δικό μας κομμάτι. Έχουμε ήδη εξαφανίσει κάποιες «πίτες» (όπως συγκεκριμένα αλιεύματα, δασικούς πόρους κτλ.) και συνεχίζουμε να μικραίνουμε ταχύτατα αυτές που απομένουν (υδάτινα αποθέματα, καθαρός αέρας κτλ.).

Ενώ ως παραγωγοί και ως καταναλωτές απολαμβάνουμε τα οφέλη από την παραγωγή και την κατανάλωση των προϊόντων, δεν επωμιζόμαστε αντίστοιχα και το πλήρες κοινωνικό κόστος, παραβλέποντας ότι η παραγωγική διαδικασία και η κατανάλωση δημιουργούν ρύπους. Αυτό συμβαίνει γιατί οι αγορές δεν παρέχουν τα απαραίτητα κίνητρα για την ελαχιστοποίηση της ρύπανσης. Τουναντίον κάθε επιχείρηση έχει κίνητρο να ρυπαίνει στον μέγιστο δυνατό βαθμό ελαχιστοποιώντας το κόστος της και μετακυλίοντας το κόστος από τη ρύπανση και την προσπάθεια καθαρισμού στους άλλους και στις επόμενες γενιές. Αν η χρήση του νερού είναι ελεύθερη στη γεωργία, κανείς παραγωγός δεν έχει κίνητρα να επενδύσει σε μεθόδους άρδευσης που ελαχιστοποιούν την κατανάλωση ή να στραφεί σε καλλιέργειες και μεθόδους που απαιτούν μικρότερες ποσότητες νερού. Αντίθετα, θα επενδύει σε νέες γεωτρήσεις που αντλούν νερό από ολοένα και μεγαλύτερο βάθος. Η αδυναμία ενσωμάτωσης του περιβαλλοντικού κόστους και του κόστους διαχείρισης των κοινών πόρων (εξωτερικά κόστη) οδηγεί σε στρεβλές επιλογές στην παραγωγική διαδικασία. Τα εξωτερικά κόστη δημιουργούν στρεβλώσεις και στην κατανάλωση καθώς αγαθά που δημιουργούν σχετικά μεγάλες περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις εμφανίζονται με σχετικά χαμηλή τελική τιμή και επομένως έχουν μεγαλύτερη από την κοινωνικά άριστη ζήτηση. Επομένως δημιουργούνται στρεβλώσεις τόσο στην παραγωγική διαδικασία όσο και στην κατανάλωση.

Από τα παραπάνω προκύπτει η ανάγκη παρέμβασης του κράτους ώστε να αποτραπεί η τραγωδία των κοινόκτητων πόρων και να ενσωματωθούν τα εξωτερικά κόστη. Η θεωρία προτείνει, και στην πράξη έχουν εφαρμοστεί, μια πλειάδα εργαλείων κυβερνητικής παρέμβασης. Η πλέον διαδεδομένη μορφή παρέμβασης είναι οι άμεσες νομοθετικές ρυθμίσεις που θέτουν όρια στους ρύπους ή επιτάσσουν τη χρήση συγκεκριμένων τεχνολογιών. Τις τελευταίες δεκαετίες κερδίζουν έδαφος τα εργαλεία πολιτικής που δίνουν οικονομικά κίνητρα, όπως οι περιβαλλοντικοί φόροι, οι μεταβιβάσιμες άδειες, τα φορολογικά κίνητρα, τα συστήματα κατάθεσης- επανείσπραξης και εγγυοδοσίας. Επίσης σημαντικό ρόλο μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει η περιβαλλοντική ενημέρωση- ευαισθητοποίηση των καταναλωτών. Η περιβαλλοντικά φιλική καταναλωτική συμπεριφορά μπορεί να μειώσει σημαντικά τη ρύπανση στο στάδιο της κατανάλωσης αλλά και να στρέψει τις επιχειρήσεις προς πιο φιλικά προς το περιβάλλον προϊόντα και διαδικασίες παραγωγής χωρίς άμεση κρατική παρέμβαση. Το καθένα από τα παραπάνω εργαλεία περιβαλλοντικής πολιτικής έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα και κάθε κυβέρνηση καλείται να εξετάσει τα χαρακτηριστικά των επί μέρους προβλημάτων που αντιμετωπίζει και να επιλέξει το σωστό μείγμα πολιτικών.

Επομένως τα προβλήματα είναι υπαρκτά και τεράστια, τα αίτιά τους αναγνωρισμένα και μια ευρεία γκάμα πολιτικών είναι διαθέσιμη. Όπως και η εξελισσόμενη οικονομική κρίση, η περιβαλλοντική κρίση έχει δύο επίπεδα: το παγκόσμιο και το τοπικό. Και οι δύο κρίσεις, οικονομική και περιβαλλοντική, και στα δύο επίπεδα, παγκόσμιο και τοπικό, συνδέονται άμεσα και απαιτούν ηγεσίες οι οποίες θα δεσμευτούν αξιόπιστα σε ένα στρατηγικό σχέδιο εξόδου και θα συστρατεύσουν την ευρύτερη δυνατή κοινωνική πλειοψηφία για την εφαρμογή του. Σε παγκόσμιο επίπεδο διαμορφώνεται ήδη ένα νέο οικονομικό πλαίσιο με αιχμή τα θέματα προστασίας του περιβάλλοντος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει συγκεκριμένους δεσμευτικούς περιβαλλοντικούς στόχους για το 2020, η νέα ηγεσία των ΗΠΑ έχει κάνει ήδη σοβαρά βήματα, αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Κίνα προχωρούν σε σημαντικότατες επενδύσεις στο περιβάλλον, ενώ χώρες όπως η Δανία, η Γερμανία και η Πορτογαλία έχουν τοποθετηθεί στρατηγικά στον κρίσιμο τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η ανάγκη εξόδου από τις δύο παράλληλες κρίσεις διαμορφώνει ταχύτατα ένα νέο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον στο οποίο καλείται να τοποθετηθεί και η χώρα μας.

Η θέση της χώρας μας στο νέο αυτό περιβάλλον εξαρτάται από το πόσο γρήγορα θα αναπτύξει και θα εφαρμόσει ένα ολοκληρωμένο στρατηγικό σχέδιο που θα λαμβάνει υπόψη του τις περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές παραμέτρους. Όσον αφορά την περιβαλλοντική διάσταση, η επιλογή του κατάλληλου μείγματος πολιτικών θα πρέπει να βασιστεί στη συστηματική ανάλυση των επί μέρους προβλημάτων και στην ποσοτικοποίηση του κόστους και του οφέλους που προκύπτουν από την εφαρμογή των εναλλακτικών πολιτικών. Για να γίνει αυτό εφικτό θα πρέπει πρώτα να αποτιμηθεί συστηματικά ο φυσικός πλούτος της χώρας και στη συνέχεια να καταγράφονται οι μεταβολές του. Όπως παρακολουθούμε τις μεταβολές του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος και λαμβάνουμε πολιτικές αποφάσεις με βάση αυτά τα δεδομένα, το ίδιο θα πρέπει να γίνει και με τον φυσικό μας πλούτο. Αν, π.χ., δεν έχουμε καταγράψει πλήρως τα υδατικά αποθέματα της χώρας, δεν γνωρίζουμε πώς και από ποιους χρησιμοποιούνται και πώς μεταβάλλονται διαχρονικά, πώς είναι δυνατόν να αναπτύξουμε μια δίκαιη και αποδοτική τιμολόγηση του νερού στις διάφορες χρήσεις του (οικιακή, αγροτική, βιομηχανική);

Πέρα από την οικονομική αποδοτικότητα, μεγάλη σημασία έχει και η αποτελεσματικότητα των πολιτικών η οποία εξαρτάται από την ικανότητα του κράτους να σχεδιάσει και να εφαρμόσει τις πολιτικές και από τον βαθμό αποδοχής τους από τους κοινωνικούς εταίρους. Όσον αφορά το κράτος, απαιτείται άμεσα η σύσταση ενός υπουργείου Περιβάλλοντος, η ένταξη της περιβαλλοντικής παραμέτρου σε όλα τα υπουργεία και ο κεντρικός συντονισμός σε θέματα περιβάλλοντος. Όσον αφορά την αποδοχή των περιβαλλοντικών πολιτικών, αυτή απαιτεί την ενημέρωση των πολιτών για τα περιβαλλοντικά προβλήματα, το μέγεθος και τις επιπτώσεις τους και τη διαβούλευση με όλους τους κοινωνικούς εταίρους.

Οι δύο παράλληλα εξελισσόμενες παγκόσμιες κρίσεις χτυπούν την πόρτα μας και αλλάζουν τη μορφή του παγκόσμιου χωριού. Καλούμαστε να προστατεύσουμε το σπίτι μας ελαχιστοποιώντας τη ζημιά βραχυχρόνια και κάνοντας τις απαραίτητες προσαρμογές ώστε να βελτιώσουμε τη θέση μας στο παγκόσμιο χωριό μακροχρόνια. Η πολυπλοκότητα και των δύο κρίσεων αυξάνει τις απαιτήσεις σε επίπεδο στρατηγικού σχεδιασμού, επιλογής των εργαλείων πολιτικής παρέμβασης, αξιόπιστης δέσμευσης για την εφαρμογή των πολιτικών μηχανισμών συντονισμού και εφαρμογής των πολιτικών και επίτευξης ευρείας κοινωνικής συναίνεσης. Με βάση τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας, η επίτευξη του συνδυασμού των παραπάνω προϋποθέσεων φαντάζει μακρινό όνειρο. Αλλά είναι ένα όνειρο που πρέπει και μπορούμε να κάνουμε πραγματικότητα. Όπως όλες οι κρίσεις, έτσι και οι τωρινές δημιουργούν και τεράστιες ευκαιρίες. Αυτές τις ευκαιρίες πρέπει άμεσα να εκμεταλλευτούμε κινητοποιώντας το σύνολο του κεφαλαίου της χώρας μας (ανθρώπινου, φυσικού και χρηματικού) γύρω από ένα κοινό όραμα ανάδειξης των συγκριτικών μας πλεονεκτημάτων, κύριο των οποίων είναι το φυσικό περιβάλλον.

ΠΗΓΗ: image , Τεύχος 04/4/2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More