Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

Θανατική ποινή: Οι απέναντι και οι θέσεις τους (Οι θεωρίες υπέρ και κατά)

 

Του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Β. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

διδ. του Ποινικού Δικαίου και δικηγόρου

Ι. Ιστορία Ο θάνατος ήταν για αιώνες η αναγκαία ποινή για όλα τα μεγάλα εγκλήματα. Ο Βολτέρος πολύ επιγραμματικά είπε ότι «όλοι οι ποινικοί νόμοι εγράφησαν από το δήμο».
Στην αρχαία Ελλάδα, ο Ζάλευκος βασίζει την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στο «αντιπεπονθός», δηλαδή στην ανταπόδοση. Η εσχάτη ποινή, ο θάνατος, είναι η δίκαιη ποινή για τα περισσότερα αδικήματα. Στην αθηναϊκή νομοθεσία του Δράκοντος για όλα τα αδικήματα προβλεπόταν επίσης μια ποινή, ο θάνατος, της οποίας γινόταν άδικη και άφθονη χρήση. Ο Σόλων στη νέα γραπτή νομοθεσία του διατήρησε τους περί φονικών νόμους του Δράκοντος, ωστόσο είναι ο πρώτος που αντιλαμβάνεται την έννοια της νόμιμης άμυνας ως λόγο αποκλεισμού του άδικου χαρακτήρα της εγκληματικής πράξεως και αναγνωρίζει δικαίωμα φόνευσης του άδικα επιτιθέμενου.
Στην αρχαία Ρώμη, η νομοθεσία της Δωδεκαδέλτου, παρμένη από την αττική νομοθεσία και διαμορφωμένη σύμφωνα με το σκληρό χαρακτήρα του αριστοκρατικού στοιχείου της Ρώμης, διέπεται ως προς τις ποινικές διατάξεις της από την αρχή του «αντιπεπονθότος». Σ' αυτήν εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Ιστορία η αναγνώριση του εξιλασμού ως θρησκευτικού λόγου για τη δικαιολόγηση της θανατικής ποινής.
Στο Μεσαίωνα, η θανατική ποινή είναι το πιο συνηθισμένο μέσο τιμωρίας των ενόχων που επιβάλλεται μετά το 13ο αιώνα για κάθε είδους εγκλήματα. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι με σκοπό να δοθεί αγριότερη μορφή στη θανατική ποινή, επινοούντο διαρκώς διάφοροι τρόποι θανατώσεως καταπληκτικής αγριότητας, όπως ο ανασκολοπισμός σε δύο κομμάτια, η θανάτωση με τροχό, η εντοίχιση ή η ταφή του καταδίκου ζωντανού και η ρήψη στην πυρά.
Στα χρόνια που ακολούθησαν το Μεσαίωνα, ολόκληρη η Ευρώπη εξακολουθούσε να θεωρεί απόλυτα νόμιμες τις θανατικές ποινές και εκτελέσεις, στις οποίες όχλος ασθενών και αναπήρων συνέρρεαν όχι μόνο για να «διασκεδάσουν» με το θέαμα, αλλά και για να θεραπευτούν από ασθένειες, όπως π.χ. το μεγάλο κακό (επιληψία).


ΙΙ. Ο αγώνας για την κατάργηση της θανατικής ποινής.
Το 19ο αιώνα, πρώτος ο Ιταλός ανθρωπιστής Caesar Beccaria, έχοντας ως βάση το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» του Roussau, αμφισβήτησε τη χρησιμότητα και το θεμιτό της ποινής του θανάτου και πρότεινε την κατάργησή της. Η Αικατερίνη της Ρωσίας, ο Ιωσήφ Β' της Αυστρίας, ο Λεοπόλδος της Τοσκάνης επηρεάστηκαν από το διάσημο βιβλίο του Beccaria «Περί εγκλημάτων και ποινών» και πρώτοι καταργούν τη θανατική ποινή.
Στη συνέχεια, οι ιδέες του Beccaria έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από τους Εγκυγκλοπαιδιστές στη Γαλλία και, αφού πέρασαν τα στενά της Μάγχης, διαπότισαν τις σκέψεις ενός Bentham και ενός Romilly, για να μεταλαμπαδευτούν κατόπιν στο νέο κόσμο σαν πυρσοί του Franklin και του Livingston. Μετά τη μεγάλη κρίση που πέρασε η Επανάσταση και τη νίκη του πνεύματος της ανοχής, το ανθρωπιστικό και φιλελεύθερο κίνημα για την κατάργηση της θανατικής ποινής πήρε την οριστική μορφή του. Ο Ναπολεόντειος Κώδικας του 1804 διατήρησε μεν τη θανατική ποινή, αλλά περιόρισε δραστικά τις περιπτώσεις επιβολής της. Αργότερα, η φιλελεύθερη μεταρρύθμιση του 1832 περιόρισε σε εννέα τις περιπτώσεις θανατικής ποινής, έκανε την εκτέλεσή της ηπιότερη και αύξησε γενικά το ευεργέτημα των ελαφρυντικών.
Το 1848, το ρεύμα υπέρ της καταργήσεως της ποινής του θανάτου θριαμβεύει σε τρία γερμανικά κράτη, στην Ελβετία και στο καντόνι του Freibourg. Διαμορφώνεται στη φιλολογία ένα μεγάλο ρομαντικό ρεύμα εναντίον της ποινής του θανάτου και άνεμος ανθρωπισμού και αισιοδοξίας πνέει στην ποινική θεωρία. Είναι η εποχή του Victor Hugo, όπου η κατάργηση της θανατικής ποινής γίνεται «η καθολική ευχή των πεφωτισμένων διανοιών». Προτάσεις για την κατάργηση της θανατικής ποινής γίνονται σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, όπου όμως απορρίπτονται ύστερα από πολύ ζωηρές συζητήσεις.
Τον 20ό αιώνα, με εμπρηστικό σκηνικό δύο καταστροφικούς παγκόσμιους πολέμους, ήταν φυσικό να ανασταλεί η ζωογόνος κίνηση των ιδεών και κατ' επέκταση ο αγώνας για την κατάργηση της θανατικής ποινής. Μετά το τέλος των πολέμων, οι ευρωπαϊκές χώρες που δοκιμάστηκαν από τη βία πρώτες αναμορφώνουν την ποινική νομοθεσία τους και καταργούν την ποινή του θανάτου.
Σήμερα, ΗΠΑ (με φωτεινές εξαιρέσεις ελάχιστες Πολιτείες), Κίνα, Σαουδική Αραβία, Ιαπωνία, μεταξύ άλλων, διαθέτουν στο κοινωνικό τους οπλοστάσιο τη θανατική ποινή, ως το ισχυρότερο μέσο εξόντωσης και εξουσιαστικής επιβολής. Προσφεύγουν δε ευχερώς στη χρήση της με πεποίθηση νομιμότητας και αποτελεσματικότητας, χωρίς καμία αναστολή από σκέψεις ανθρωπισμού, δικαιοσύνης και οίκτου.
Πάντως η ιστορία του πολιτισμού και της προόδου είναι ανάλογη του περιορισμού χρήσεως της θανατικής ποινής.


ΙΙΙ. Δικαιολόγηση της θανατικής ποινής. Θέση-αντίθεση.


α. Η θεωρία της ανταποδόσεως.


Η αντίληψη ότι η ποινή του θανάτου είναι η μόνη δίκαιη ποινή για το φόνο έχει τις ρίζες της στην talio, δηλαδή στην ιδέα της ανταποδόσεως, η οποία βρίσκει στον Kant τη βασική αναγνώριση. Σύμφωνα με αυτόν, μόνο το δίκαιο της ανταποδόσεως (Jus talionis) μπορεί να δώσει θετικά την ποσότητα και την ποιότητα της ποινής, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η εξιλέωση. Με αδυσώπητη ακαμψία ο Kant δογματίζει ότι δεν υπάρχει υποκατάστατο της ποινής του θανάτου, ως της δίκαιης ποινής για τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας. Εδώ όμως βρίσκεται και το μειονέκτημα της θεωρίας αυτής, αφού στην ανταπόδοση, «αντιπεπονθός», ελλείπει η βεβαιότητα της αναλογίας και της συμμετρίας, αλλά και εξαλείφεται κάθε πιθανότητα μεταμέλειας-μετάνοιας του δράστη: «Εν τω Αδη ουκ έστι μετάνοια».


β. Η θεωρία της νόμιμης άμυνας του κράτους.


Στο χώρο της φιλοσοφίας του κράτους υποστηρίχτηκε ότι το έγκλημα συνιστά προσβολή της πολιτειακής εξουσίας και η τιμωρία τη νόμιμη άμυνα. Η θετική θεωρία για το κράτος δεν δέχεται καμία συζήτηση για την κατάργηση της θανατικής ποινής, αφού αυτή είναι αναγκαίο μέσο για τη νόμιμη άμυνα του κράτους. Το κύριο μειονέκτημα αυτής της θεωρίας είναι ότι νομικά στερείται ερείσματος και πολιτικά-πολιτειολογικά καταφάσκει το φασισμό, αφού ανάγει το κράτος, με αδολεσχία, σε ανώτερης υπόστασης οργανισμό.
Η ουσιαστική θεοποίηση του κράτους οδηγεί στον κρατικό δαιμονισμό (ναζισμό-φασισμό) και μόνο με την εκδοχή αυτή ερμηνεύεται η αξίωση απεριορίστου κρατικού δικαιώματος για επιβολή και εκτέλεση της θανατικής ποινής. Ο Del Vecchio είναι πειστικός στην επιχειρηματολογία του για το ασύμβατο κράτους δικαίου (κατά κυριολεξία κράτους-νυχτοφύλακα) και θανατικής ποινής.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι υφίσταται δικαίωμα άμυνας του κράτους, εκεί όπου σχηματίζεται ένα αντικράτος συντιθέμενο από αδυσώπητους κακούργους, αδίστακτους, αιμοδιψείς δολοφόνους, οργανωμένους σε συμμορίες με συνείδηση επαγγελματική, που σκορπούν αδιακρίτως το θάνατο με κίνητρο το κέρδος. Ετσι νομιμοποιείται ακριβώς και το δικαίωμα των οργάνων του κράτους, αστυνομικών κ.λπ., για οπλοφορία και χρήση των όπλων έναντι των δολοφόνων. Εκεί πάντως που δεν μπορεί να γίνει, καν, συζήτηση για το δικαίωμα της νόμιμης άμυνας, με την επιβολή της θανατικής ποινής, είναι η κατάσταση του πολέμου, στη διεξαγωγή του οποίου διακυβεύεται η ύπαρξη του κράτους και των πολιτών του. Ο ρίψασπις, ο κατάσκοπος, ο αυτομόλος, ο δολιοφθορέας και ο λιποτάκτης προσβάλλουν τη μαχόμενη πολιτεία (κράτος), νομιμοποιούμενη στην επιβολή και εκτέλεση της εσχάτης των ποινών.


γ. Η θεωρία της νόμιμης άμυνας της κοινωνίας.


Υποστηρίχτηκε ότι και η κοινωνία, αμυνόμενη, δικαιούται να επιβάλλει και το θάνατο ως ποινή. Τις απόψεις αυτές εκφράζεις κυρίως η Ιταλική Θετική Σχολή (Lombroso, Garοfalo, Feri) που αντιλαμβάνεται την ποινή ως όργανο φυσικής προστασίας της κοινωνίας από τους «έκφυλους, εκ γενετής εγκληματίες». Μέσα στο πλαίσιο αυτό, δικαιολογείται ακόμα και ο θάνατος του εγκληματία προκειμένου να δοθεί τελική λύση στο πρόβλημα της επικινδυνότητας!
Οι απόψεις αυτές βρίσκουν ερείσματα στην κοσμοθεωρητική εκείνη δοξασία, σύμφωνα με την οποία η η κοινωνική άμυνα ταυτίζεται με την απολυταρχική αφομοίωση του Ποινικού Δικαίου από το κράτος και την κοινωνία, όπως ακριβώς συνέβη και στη χιτλερική Γερμανία. Το Ποινικό Δίκαιο του εθνικοσοσιαλισμού της χιτλερικής Γερμανίας είχε αμυντική αποστολή και αγωνιστική σκοπιμότητα. Αφορούσε την απόλυτη διασφάλιση του λαού από οποιαδήποτε εγκληματική επίθεση εναντίον της φυλετικής υπόστασής του «και πριν εισέτι αύτη εκδηλωθή και εν είδει προφυλακής του αγώνος προς επικράτησιν των υγιών αρχών του κράτους».
Τη θεωρία της νόμιμης άμυνας της κοινωνίας που δικαιολογεί απόλυτα την άσκηση του κοινωνικού, χάριν αμυντικών σκοπών, δικαιώματος χρήσεως της θανατικής ποινής αποσαρθρώνει η Σχολή της Νέας Κοινωνικής Αμυνας (Marc Ancel), ενώ σε παράλληλη βάση, εξίσου πολέμια, είναι η θεωρία της Κοινωνικής Αμυνας του Grammatica. Αρνούνται αποδοχή απόψεων συμβατών κοινωνικής προστασίας και θανατικής ποινής. Αποσκοπούν στη θεωρητική τους θεμελίωση στην αποκατάσταση, την ένταξη και την κοινωνική εναπόκτηση του εγκληματία. Ενα λείψανο πρωτόγονου εξιλασμού, η θανατική ποινή, μολύνει το ζώντα κοινωνικό οργανισμό και διαφθείρει την ποινική δικαιοσύνη, που είναι πάντα ανοιχτή στην επανόρθωση της πλάνης.


δ. Η θεωρία της εκφοβίσεως.


Από τη σκοπιά της ειδικής προλήψεως, πραγματικό ζήτημα εκφοβιστικής λειτουργίας της θανατικής ποινής τίθεται στην περίπτωση απονομής χάριτος και εξόδου από τις φυλακές εκείνων που εξέτισαν ποινή στερητική της ελευθερίας, στην οποία είχε μετατραπεί η αρχική θανατική ποινή. Είναι γνωστό ότι ο κίνδυνος της υποτροπής είναι πολύ μικρότερος στους δολοφόνους απ' ό,τι στους ληστές, διαρρήκτες, οικονομικούς εγκληματίες για τους οποίους δεν υπάρχει θέμα θανατικής ποινής.
Οι εκ περιστάσεως ψυχικά υγιείς εγκληματίες δεν υποτροπιάζουν. Γι' αυτούς το έγκλημα είναι προϊόν «κακιάς στιγμής». Τα στατιστικά στοιχεία είναι πενιχρά και για εγκλήματα ανθρωποκτονίας που διαπράττονται μέσα στις φυλακές από φυλακισμένους εκτίοντες ποινή στερητική της ελευθερίας μετά τη μετατροπή της θανατικής ποινής. Αλλά και στην υπόθεση του ενδεχόμενου υποτροπής, η δυνατότητα πρόληψης και αποτροπής είναι άμεση και ευχερής, υπό την προϋπόθεση ότι το κράτος με επάρκεια χρησιμοποιεί τα νόμιμα μέσα (αστυνομικά, σωφρονιστικά κ.λπ.).
Από την πλευρά της γενικής προλήψεως, η εκφοβιστική λειτουργία της ποινής, ισχυρίζονται οι υποστηρικτές της, μεταξύ των οποίων ο sir James Fitzjames Stephen, δεν μπορεί σοβαρά να αμφισβητηθεί, υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει καμιά άλλη ποινή που να μπορεί να εκφοβίσει περισσότερο τον άνθρωπο και να τον αποτρέψει αποτελεσματικότερα από το έγκλημα. Η απειλή ενός άμεσου θανάτου είναι εκείνη στην οποία γινόταν πάντοτε προσφυγή, όταν υπήρχε απόλυτος ανάγκη αμέσου παραγωγής αποτρεπτικού αποτελέσματος!
Όμως η θανατική ποινή υστερεί πολύ από το να είναι μια σοβαρή απειλή θανάτου, αφού είναι βέβαιο, όπως πλούσια ευρωπαϊκή εμπειρία κατέδειξε, αλλά και η γνώση της ελληνικής πρακτικής, ότι σπάνια εκτελούντο οι θανατικές ποινές. Στατιστικά στοιχεία επιβεβαιώνουν την άποψη αυτή και απ' αυτά τροφοδοτείται η προσδοκία κάθε υποψηφίου δολοφόνου αποφυγής του μοιραίου. Ο φόβος του θανάτου αναιρείται από την εμπειρία και την κοινωνική γνώση του τρόπου εφαρμογής της θανατικής ποινής. Άλλωστε κανείς δεν γνωρίζει πόσοι άνθρωποι δεν διαπράττουν ανθρωποκτονίες εξαιτίας ακριβώς του φόβου της εκτελέσεως!
Παρά ταύτα, οι ανθρωποκτονίες εκ προμελέτης γίνονται παρά το γεγονός της υπάρξεως της ποινής του θανάτου: σ' αυτές ο δράστης πολύ συχνά υπολογίζει ότι θα διαφύγει την ανακάλυψη, τη σύλληψη και την τιμωρία. Τέλος, υπάρχουν και περιπτώσεις που ο δράστης όχι μόνο δεν φοβάται καθόλου το θάνατο, αντίθετα τον επιθυμεί και τον επιδιώκει. Είναι εκείνες οι περιπτώσεις που η απόφαση για το έγκλημα περιλαμβάνει και την απόφαση για τον τερματισμό της ίδιας της ζωής του δράστη.


ε. Θεολογική δικαιολόγηση.


Σύμφωνα με αυτήν, το κράτος είναι εξουσιοδοτημένο από το Θεό, είναι δηλαδή εντολοδόχος του, να προσφεύγει σε βίαια μέτρα, ακόμα και στη θανάτωση, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν ο Bruner και ο Barht, προκειμένου να εξασφαλίσει το νόμο και την τάξη. Εδώ όμως γεννιέται το ερώτημα, κατά πόσο το κράτος διαπερνά τα κοσμικά όρια και μεταλλάσσεται σε υπερφυσικό όργανο του Θεού, και ακόμη κατά πόσο η διαφύλαξη της ανθρώπινης ζωής επιτυγχάνεται με την καταστροφή μιας άλλης, στο όνομα μάλιστα ενός Θεού που διδάσκει τη μετάνοια και τη συγχώρεση.
Στον άλλο αντίποδα αυτής της άποψης, περί θεολογικού υποβάθρου της ποινής του θανάτου, βρίσκεται η θεωρία του χριστιανικού υπαρξισμού με εκπροσώπους το Δανό φιλόσοφο Joren Kierkegaard, τον Jaspers και τον Nic Berdyer. Ο χριστιανικός υπαρξισμός έδωσε μια παρόρμηση για δράση μπροστά στην κατάρρευση των πατροπαράδοτων αξιών και την επαναστατική ρευστότητα της ζωής του αιώνα μας, υποβοήθησε την άμεση αυτοκατανόηση χωρίς αξιώσεις ή χωρίς την παρέμβαση προστατευτικών παραλογισμών και οδήγησε στην κοινωνική αποκατάσταση του ανθρώπου, που ξεκινάει από τη βασική προϋπόθεση της διαφυλάξεως της ζωής με κάθε τρόπο.


IV. Αυτοτελείς λόγοι καταλυτικοί της ποινής του θανάτου.

α. Κοινωνική συνυπευθυνότητα.


Η κοινωνική συνυπευθυνότητα στη διαμόρφωση του εγκληματικού τύπου και ιδιαίτερα στη δημιουργία της αντικοινωνικής συμπεριφοράς συζητείται σήμερα σοβαρά στην επιστήμη της εγκληματολογίας. Ο Edwin Sutherland ισχυρίζεται σχετικά, ότι οι άνθρωποι αναζητούν εγκληματικά πρότυπα με τον ίδιο τρόπο που αναζητούν πρότυπα νόμιμης αγωγής και συμπεριφοράς.
Η κοινωνία, ως οργανωμένο σύνολο στο πλαίσιο της πολιτείας, δεν έχει το δικαίωμα αφαιρέσεως της ανθρώπινης ζωής, γιατί η ίδια είναι μία από τις σημαντικότερες γενεσιουργές αιτίες του εγκλήματος. Το έγκλημα είναι μεταδοτικό και μιμητικό γεγονός και μαζί στοιχείο μακάβριο της ιψενικής εκδοχής της ζωής, που θεμελιώνεται στη διαδρομή του κοινωνικού φαινομένου.


β. Ψυχοπνευματική υπόσταση του ατόμου.


Στην ψυχή των ατόμων που οδηγούνται στο έγκλημα κρύβονται περισσότερες ανεξέλεγκτες κοινωνικές-βιολογικές καταβολές και κληρονομικές προδιαθέσεις που «προδικάζουν» την εγκληματική προσωπικότητα ή παρεμποδίζουν τη συμμόρφωση προς τη νομιμότητα. Ο Γερμανός List αναζήτησε την αληθινή αιτία του εγκλήματος σε ανθρωπολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Σύμφωνα με το τελικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε, η εγκληματική προσωπικότητα δεν είναι παρά η συνισταμένη των βιολογικών και κοινωνιολογικών συνθηκών των ατόμων.
Σήμερα έχει αποδειχτεί η σημασία της κληρονομικότητας στην εκδήλωση εγκληματικών φαινομένων μέσα από έρευνες που καταδεικνύουν τη δύναμη της εγκληματικής προδιαθέσεως, από την οποία εξαρτάται ο συναισθηματικός βίος και η κοινωνική συμπεριφορά του ατόμου. Η διδασκαλία του Freud συνέβαλε στη συνειδητοποίηση της άγνωστης πλευράς που όλοι κρύβουμε (υποσυνείδητο) και υπογράμμισε την αδυναμία να απαντηθεί το θεμελιώδες φιλοσοφικό ερώτημα της ελευθερίας της βουλήσεως. Δεν πρέπει ακόμη να ξεχνάμε και τον Michel Foucault, που στο σύγχρονο Ποινικό Δίκαιο βρίσκει τη γοητεία που του ασκεί η ψυχιατρική.


γ. Το ενδεχόμενο της δικαστικής πλάνης.


Το ενδεχόμενο δικαστικής πλάνης δυστυχώς επαληθεύτηκε σε σωρεία υποθέσεων. Η ομολογία, η οποία στη δικαστηριακή πρακτική συχνά αποτελεί επιδίωξη, είναι το ανασφαλέστερο όλων των αποδεικτικών μέσων, ενώ η μαρτυρία προβληματίζει για την ποικιλότητα των κινήτρων που κρύβει, κίνητρα που πολλές φορές οδηγούν ηθελημένα ή μη στο ψεύδος και κατά συνέπεια στη συσκότιση του δικαστηρίου. Ο Karl Jung και ο ημέτερος Βορέας, με ακρίβεια μεθοδολογική συνδέουν τη μαρτυρία με την πλάνη, πειστικά δαιτεινόμενοι ότι η πεπλανημένη μαρτυρία είναι πηγή άφθονων δικαστικών λαθών.
Η ιστορία βρίθει δικαστικών πλανών. Στην αλλοδαπή ποινική βιβλιογραφία υφίστανται εκτενείς αναφορές σε σωρεία δικαστικών πλανών. Ο Sello π.χ. ανέλυσε 153 περιπτώσεις εσφαλμένων ετυμηγοριών και ο Borcahard στο κλασικό έργο του «Καταδικάζοντας τον Αθώο», καταγράφει διεξοδικά δικαστικές πλάνες αμερικανικών δικαστηρίων. Η ακρίβεια των ερευνών αυτών δεν αμφισβητήθηκε: έγινε δεκτή η αναγνώριση της καταδίκης και εκτέλεσης ανθρώπων για αδικήματα που ποτέ δεν διέπραξαν.


δ. Η ωμότητα της διαδικασίας εκτελέσεως.


Οι σκληρές ποινές επενεργούν με ωμότητα, προκαλώντας ηθική άμβλυνση και μοιρολατρικό εθισμό, χωρίς να συνιστούν και ελάχιστο αντεγκληματικό εμπόδιο. Τις διαπιστώσεις αυτές επιδεινώνουν οι οικτρές, ανέλεγκτες, ιδιαζόντως ειδεχθείς σκηνές της εκτέλεσής τους, κυριαρχικό σημείο των οποίων είναι ο στολισμένος με νομικό εξωραϊσμό σαδισμός της τελευταίας ώρας του καταδίκου. Σε όχι και πολύ παλιές εποχές η ωμότητα της θανατικής εκτελέσεως έβρισκε άμεσα αντίκτυπο στη μαινόμενη άβυσσο της ψυχικής διαφθοράς του πλήθους, που συνέρρεε για να απολαύσει τις εκτελέσεις.
Κυρίως όμως η όλη διαδικασία της εκτελέσεως θίγει άμεσα, βάναυσα, χυδαία και ιταμά κάθε έννοια ευνομίας, ευπρέπειας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σεβασμού στη ζωή. Ας θυμηθούμε τις ταινίες «Ι want to live», και την εντελώς πρόσφατη «Dancer in the dark» και τα άθλια ντοκιμαντέρ από τις αθρόες εκτελέσεις στις αμερικανικές φυλακές, που δεν στερήθηκαν βεβαίως αφειδών τηλεοπτικών προβολών. Ολη την κτηνώδη, βαθιά προσβλητική της ανθρώπινης υπόστασης χυδαιότητα της διαδικασίας εκτελέσεως της θανατικής ποινής εβίωσε ο «πρύτανης» των δημίων Pier Point (πέθανε πολέμιος της θανατικής ποινής μετά σταδιοδρομία 46 ετών στο Λονδίνο εν έτει 1992), ο οποίος το ημερολόγιο που έγραψε το 1974, το αφιέρωσε στους «ανθρώπους των οποίων τα μάτια κοίταξε τελευταίος».

ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, image , Τρίτη 12 - 06 - 2001

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More