Δευτέρα 24 Αυγούστου 2009

Ιερές μορφές της λογοτεχνίας

kafka 2Image by dev null via Flickr

Του ΖΑΝ ΣΤΑΡΟΜΠΙΝΣΚΙ
Χρειάζεται να θέσουμε εδώ ένα πρόβλημα επίδρασης; Ο Kafka αναμφίβολα είχε διαβάσει τον Dostoevsky, όπως είχε διαβάσει και τον Κίρκεγκορ. Και αν θα 'πρεπε να αναζητήσουμε μια πνευματική καταγωγή για τη «Δίκη», θα 'πρεπε να αναφέρουμε ταυτόχρονα το «Φόβος και τρόμος» και το «Εγκλημα και τιμωρία». Αλλά το έργο τού Κάφκα διεκδικεί την ανεξαρτησία του. Μπορεί να υπάρχει συγγένεια, αλλά δεν υπάρχει μίμηση. Τίποτε δεν είναι τόσο εκνευριστικό όσο εκείνη η κριτική που επικαλείται τις πηγές μόνο και μόνο για να απαλλαγεί από μιαν υπερβολικά επιβλητική πρωτοτυπία.
Ο Κάφκα και ο Ντοστογιέφσκι είναι συγγραφείς που οικοδομούν (ή καταστρέφουν) τον κόσμο μέσα από το προσωπικό βάσανο της ζωής τους. Αυτό το βάσανο συγκροτεί το πεπρωμένο τους. Δεν αρνήθηκαν τίποτε απ' αυτό, δεν θέλησαν να απωθήσουν τίποτε απ' αυτό.
Υπήρξαν πλήρεις πεπρωμένου. Σε όλη τη ζωή τους αντιμετώπιζαν δυσκολίες με κάποιο πράγμα (ή με κάποιον) και δεν ήσαν από εκείνους που θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν την πάλη με τη θέλησή τους. Μαχητές, όχι από τους επιδέξιους, αλλά από τους πεισματάρηδες. Που τους έλειπε πάντοτε κάτι: τους έλειπαν αποδείξεις, τους έλειπε πραγματικότητα, τους έλειπε Θεός. Που αναζητούσαν ένα στήριγμα για να παλέψουν και το αναζητούσαν ακόμη και στον αντίπαλό τους, που ήταν άλλοτε ο Θεός και άλλοτε η Αμαρτία. Στην ελληνική τραγωδία, ο άνθρωπος στον οποίο ξεσπάει με μανία η εκδίκηση των Θεών, αυτός που βρίσκεται «πιασμένος στα δίχτυα της μοίρας», είναι το αντικείμενο μιας μοναδικής λατρείας από μέρους όσων τον προσεγγίζουν. Οι Θεοί τον έχουν πλήξει και η οργή τους δρα ως εύνοιά του, προκαλεί το συγκλονισμό. Το θύμα γίνεται ιερό πρόσωπο. Ο Κάφκα και ο Ντοστογιέφσκι είναι στον απόλυτο βαθμό οι ιερές μορφές της σύγχρονης λογοτεχνίας.

* Η ομοιότητα ανάμεσά τους αρχίζει με αφετηρία το γεγονός ότι δεν μπορούν να δεχτούν έναν κοινό παρονομαστή. Η αληθινή ομοιότητά τους βρίσκεται στο μοναχικό θάρρος που τους καθιστά μοναδικούς, τον καθένα με το δικό του τρόπο. Δεν πρέπει επομένως να περιμένουμε επιφανειακές συμπτώσεις. Οι αναλογίες σε βαθύτερο επίπεδο δεν θα είναι άμεσες, αλλά μετατεθειμένες, όπως από μια τονικότητα σε μιαν άλλη πολύ απομακρυσμένη. Ταυτόσημα σύμβολα δεν θα εμφανιστούν με το ίδιο φως. Θα είναι τροποποιημένα από έναν ανεξάλειπτο συντελεστή προσωπικής πρωτοτυπίας. Αλλά αν εξετάζαμε με αρκετή προσοχή τη συγγένεια που συνδέει τα κύρια κατευθυντήρια θέματα του έργου τού Κάφκα και του μυθιστορηματικού σύμπαντος του Ντοστογιέφσκι, θα βρίσκαμε μοναδικές αποδείξεις υπέρ της οικουμενικότητας και της πανταχού παρουσίας των «αρχετύπων» της φαντασίας.

Θα διακρίναμε, στο επίπεδο της πιο μεγάλης μοναξιάς, μια δεκτικότητα ανοιχτή στην επίδραση των πνευματικών συνθηκών μιας εποχής ή μιας κατάστασης του πολιτισμού. Και αυτή η μεγάλη ευαισθησία απέναντι στο «συλλογικό ασυνείδητο» θα είναι ίσως τόσο πιο αξιοσημείωτη όσο θα έρχεται να αναπληρώνει την επικοινωνία που διακόπηκε στην επιφάνεια από μια συνείδηση που αναδιπλώνεται στη μοναξιά της.

* Δεν λείπουν, ωστόσο, και οι διαφορές και πρώτα απ' όλα, στην ίδια τη ζωή τους. Το κάτεργο, τα τυχερά παιχνίδια, ο γάμος: έχουμε εδώ ένα σύνολο εμπειριών και παθών, που ο Κάφκα δεν γνώρισε καθόλου, ένα σύνολο κινδύνων που δεν διέτρεξε. Παρέμεινε μακριά απ' αυτά. Το δικό του μερίδιο δοκιμασίας φαίνεται να υπήρξε μικρότερο. Αντί για το «σπίτι των πεθαμένων», αυτός δεν σύχναζε παρά στα μεγάλα κτίρια της διοίκησης. Αλλά αυτά τα κτίρια υπήρξαν γι' αυτόν το εξασθενημένο ισοδύναμο ενός «σπιτιού των πεθαμένων». Τα ένιωθε σαν κάτεργο. Το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα. Βλέπω τον Κάφκα παντού λιγότερο δεσμευμένο, λιγότερο στραμμένο προς τα πράγματα, λιγότερο βασανισμένο από την υλική αναγκαιότητα, αλλά υπερβολικά ευάλωτο και πληγωμένο σχεδόν από τα ίδια τραύματα με εκείνα του Ντοστογιέφσκι, στις πιο διαφορετικές καταστάσεις.

Αυτό που τους έφερνε κοντά πάνω απ' όλα είναι το πλήγμα της αρρώστιας, είναι το φυσικό κακό, που προσπάθησαν και ο ένας και ο άλλος να το νικήσουν μετατοπίζοντάς το στο επίπεδο της έκφρασης. Μπορούμε να δεχθούμε ότι η αρρώστια υπήρξε γι' αυτούς ένας παράγοντας ευαισθητοποίησης, που κατέστρεψε ορισμένες άμυνες ή ορισμένες αντιστάσεις, οι οποίες προφυλάσσουν το «φυσιολογικό» άνθρωπο από την υπερβολική αγωνία.

Αυτό που τους έφερνε κοντά επίσης είναι η σύγκρουση με τον πατέρα, με την οποία συνδέεται το κύριο βάσανο των χρόνων της νεότητάς τους και πάνω στο οποίο έρχεται να προστεθεί η δραματική σχέση με μιαν άλλη πατρική μορφή, εκείνη του Θεού.

* Στις απαρχές των δύο έργων τους υπάρχει μια κατάσταση εξορίας. Ο Κάφκα ανήκει σε έναν εξόριστο λαό, αλλά στο εσωτερικό της εξορίας του Ισραήλ είναι γι' ακόμη μια φορά εξόριστος. Η εξορία του Κάφκα είναι διπλή εξορία, είναι μια εξορία μέσα στην εξορία. Ο συμβολισμός του Κάφκα δεν είναι ένα λογοτεχνικό μέσο, αλλά είναι μια μορφή εξορίας. Για τον Ντοστογιέφσκι, ο ρωσικός λαός είναι ένας εξόριστος Μεσσίας, διαχωρισμένος ακόμα από τον εαυτό του εξαιτίας της αμαρτίας και διαχωρισμένος από το δυτικό κόσμο εξαιτίας ενός «ευρωπαϊκού πνεύματος» που δεν αναγνωρίζει πλέον τις μεταμορφωμένες θρησκευτικές αξίες. Εκτοπισμένος στο κάτεργο ο Ντοστογιέφσκι, υπήρξε επομένως και ο ίδιος ένας εξόριστος στους κόλπους ενός εξόριστου λαού.

* Για ένα μέρος του κοινού ο Κάφκα και ο Ντοστογιέφσκι μοιάζουν χάρη στην ταυτόσημη δυσθυμία που επιβάλλουν στον αναγνώστη τους. Οι έντιμοι άνθρωποι, αλαφιασμένοι, δεν έχουν πάψει να κραυγάζουν για το νοσηρό και να αποδίδουν στην «παθολογική διαστροφή» τα ανησυχητικά στοιχεία, των οποίων θα έπρεπε μάλλον να αμφισβητήσουμε την αλήθεια παρά να χάσουμε την ηρεμία του πνεύματός μας. Πώς επέρχεται αυτή η δυσθυμία; Σε ένα σύμπαν που φαίνεται να προσφέρει όλες τις εγγυήσεις ομοιότητας με το δικό μας, τα οικεία στοιχεία παύουν να εμφανίζουν καθησυχαστικά σημεία αναφοράς, δεν μας προστατεύουν πλέον, δεν μπορούμε πλέον να βασιζόμαστε σε αυτά. Στον κόσμο του Κάφκα και του Ντοστογιέφσκι η πιο μηχανική χειρονομία παράγει απρόβλεπτες συνέπειες, ενώ όλη η συνήθης ασφάλειά μας θεμελιώνεται στην υπόθεση ορισμένου αριθμού απλών ενεργειών, των οποίων πιστεύουμε ότι ελέγχουμε τις συνέπειες.

* Αυτή η δυσθυμία, στις έσχατες απηχήσεις της, δεν θέτει υπό αμφισβήτηση μόνον τη δομή της καθημερινής πραγματικότητας, αλλά και παροξύνει μέσα μας τα ερωτήματα που αγγίζουν το νόημα της ύπαρξης: το ερώτημα για την απουσία του Θεού, το ερώτημα για τη δικαιοσύνη. Η αναμενόμενη απάντηση, μέσα από την αφηγηματική εμπειρία, παραμένει σε εκκρεμότητα, τυλίγεται σε σιωπή, ενώ το ερώτημα βαραίνει και επιμένει με όλο του το βάρος. Αυτή η εκκρεμότητα καθορίζει την εσωτερική ένταση της αφήγησης. Σε αυτούς τους δύο μυθιστοριογράφους, που αποφεύγουν να γίνουν θεωρητικοί φιλόσοφοι, το μεταφυσικό πρόβλημα δεν έρχεται να προστεθεί στην αφήγηση, δεν χρησιμεύει για να φωτίσει την αφήγηση ούτε και η αφήγηση προορίζεται να φωτίσει το πρόβλημα. Αντιθέτως, βαθιά αναμεμιγμένα και περιπλεγμένα με έναν τρόπο πυκνό και θλιβερό, το αφηγηματικό υλικό και το πνευματικό νόημα της αφήγησης δέχονται το ένα από το άλλο ένα συμπλήρωμα αδιαφάνειας, που αντιστέκεται σε κάθε προσπάθεια συστηματικής ερμηνείας ή ορθολογικής μετάφρασης.

Βρισκόμαστε μπροστά σε συγκεκριμένα γεγονότα και προαισθανόμαστε ότι αυτά τα γεγονότα θέλουν να πουν περισσότερα από όσα φαίνεται να λένε. Είναι δύσκολο να γνωρίσουμε περισσότερα. Αδιαπέραστο, αλλά μυστικά υπαινικτικό, το ακατέργαστο γεγονός δεν μας επιτρέπει να το διαβάσουμε ούτε σαν ένα διαφανές σημείο ούτε σαν ένα αδρανές αντικειμενικό δεδομένο. Το σύμβολο είναι προφανές, αλλά είναι υπερβολικά υλικό για να είναι μόνο σύμβολο. Ο ρεαλισμός είναι έκδηλος, αλλά διαπερνιέται από πάρα πολλούς πνευματικούς υπαινιγμούς για να είναι μόνο ρεαλισμός.

* Από τα πρόσωπα του Ντοστογιέφσκι δεν υπάρχει σχεδόν κανένα που να μην προσπαθεί να φωτίσει τα αινίγματά του. Ολοι τους βιάζονται να τα διατυπώσουν και να τα εξηγήσουν στους εαυτούς τους. Στους μονολόγους ή στους διαλόγους τους αναζητούν πυρετωδώς τη συνδρομή του λόγου και της λογικής. Θέλουν να ρυθμίσουν τη ζωή τους με βάση κάποια «μεγάλη ιδέα». Τους βρίσκουμε να ασχολούνται με τα πιο ποικίλα θέματα: μεταφυσική, ηθική, θεολογία, κοινωνιολογία, ιστορία... Κατατρύχονται σχεδόν όλοι τους από τα προβλήματα της εποχής τους, στα οποία αναζητούν λύσεις με όλες τους τις δυνάμεις.

Τίποτε το παρόμοιο δεν υπάρχει στον Κάφκα. Η διανοητικότητα είναι μια διάσταση που λείπει εξ ολοκλήρου από το μυθιστορηματικό του σύμπαν. Μια «γνώση του εαυτού» είναι εδώ στην κυριολεξία αδιανόητη. Ποτέ δεν φτάνει κανείς να αμφισβητήσει τον εαυτό του με έναν τρόπο που θα επιτρέπει να ελπίζουμε σε κάποια αποφασιστική υπέρβαση. Αν είναι βέβαιο ότι ο Κάφκα προσπαθεί να γνωρίσει τον εαυτό του μέσα από τους ήρωές του, αυτοί οι τελευταίοι, αντιθέτως, δεν έχουν ποτέ τη δύναμη να αναρωτηθούν ουσιαστικά για τους εαυτούς τους. Αυτοί κατοικούν σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει ποτέ καμία εσωτερική δυνατότητα. Αυτοί βασίζονται στη μεταβολή των περιστάσεων και όχι στο δικό τους μετασχηματισμό. Δεν σκέφτονται να αλλάξουν τους εαυτούς τους. Αρκούνται στο να ελπίζουν συγκεχυμένα ότι «αυτό θα αλλάξει». Κανείς δεν μπορεί εδώ να ανατρέψει το μέλλον του, κανείς δεν μπορεί να σκέφτεται μια αποτελεσματική πρόοδο ή μιαν ηθική μεταστροφή. Αυτή θα μπορούσε να παραχθεί μόνον αν η συνείδηση κατόρθωνε να αναπαραστήσει τις δυνατότητές της. Απαιτείται η ενεργοποίηση μιας απεριόριστης ελευθερίας. Ομως, δεν είναι αυτή ακριβώς η κατάσταση των προσώπων του Κάφκα, τα οποία βρίσκονται πάντα σε μια κατάσταση περιορισμένης ελευθερίας. Ο ήρωας του Κάφκα δεν μπορεί να προσδοκά τίποτε από τον ηθικό στοχασμό για τον εαυτό του. Για τα πρόσωπα του Ντοστογιέφσκι, αντιθέτως, τα θεμελιώδη γεγονότα παράγονται μέσα από τις ανατροπές της συνείδησης...
ΠΗΓΗ:Ε-ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 14-6-2002


Reblog this post [with Zemanta]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More