Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

ΦΩΤΑ: Το ξανάνιωμα της φύσης


«Φεύγατε να φύγουμε!/ Ερχετ' ο ζουρλόπαπας/ με την αγιαστούρα του/ και με τη βρεχτούρα του!».

Με αυτό το τετράστιχο περιγράφει η λαϊκή μας παράδοση τον τρόμο των καλικάντζαρων από την έλευση των Θεοφανείων, την τελευταία γιορτή του Δωδεκαήμερου. Την παραμονή λοιπόν αυτής της μέρας, ο παπάς γύριζε από σπίτι σε σπίτι κι έκανε αγιασμό έτσι ώστε να φύγουν τα κακά πνεύματα και βέβαια τους καλικάντζαρους, ψάλλοντας το «Εν Ιορδάνη...». Αλλωστε, οι καλικάντζαροι ήταν αυτοί που σε όλη τη διάρκεια του Δωδεκαήμερου «μαγάριζαν» τα νερά και τα φαγητά των ανθρώπων, έτσι, για να κρυφτούν από την τρομερή αγιαστούρα του παπά, επέστρεφαν τρομαγμένοι από κει που ήρθαν: Από τον Κάτω Κόσμο. Από όπου, βέβαια, θα επέστρεφαν και πάλι στο τέλος της χρονιάς.

Η αγιαστούρα και... η μαγκούρα!

Μάλιστα στα Μέθανα, ο παπάς κυνηγούσε τα καλικαντζάρια ακόμη κι έξω από το χωριό, γιατί μια χρονιά βαρέθηκε να κάνει αγιασμό και όταν επέστρεψε στην εκκλησία ήταν μαζεμένα όλα τα καλικαντζάρια, ρίχτηκαν πάνω του και άρχισαν να τον χτυπούν. Τότε ο παπάς προτίμησε πιο αποτελεσματικά και... επίγεια «καθαρτήρια» μέσα, άφησε την αγιαστούρα, άρπαξε τη μαγκούρα του και... τους άλλαξε τα φώτα.

Αλλά επειδή ο λαός ήξερε πως τα κακά πνεύματα και τα καλικαντζάρια δε βρίσκονταν μόνο στα σπίτια του, αλλά και σε χαλάσματα, ρεματιές και ακατοίκητα σπίτια, «έδιναν» ένα χεράκι στον εκπρόσωπο του Θεού, δημιουργώντας τελετές, κατά τις οποίες οι φωνές και τα κουδούνια τρόμαζαν τους ανεπιθύμητους επισκέπτες από τον Κάτω Κόσμο, τους ανάγκαζαν να βγουν από τις κρυψώνες τους και να εξαφανιστούν. Την παραμονή των Φώτων, επίσης, ο κόσμος άδειαζε το παλιό νερό από τα δοχεία για να βάλει «αγιασμένο» την επόμενη, αφού πίστευαν ότι τα καλικαντζάρια είχαν κατουρήσει το παλιό, άρα δεν ήταν πόσιμο. Αν δεν ήθελε να «κορακιάσει» κάποιος από τη δίψα εκείνο το βράδυ, θα έπρεπε να πάει μέχρι τη βρύση του χωριού, γιατί στα σπίτια δεν υπήρχε ούτε σταγόνα...

Μάλιστα, ο λαός μας ήταν τόσο σίγουρος πως τα καλικαντζάρια εξαφανίζονταν εκείνη τη μέρα, που ετοιμάζονταν για τα Φώτα κάνοντας μπάνιο και πλένοντας τα ρούχα. Δραστηριότητες που επί δώδεκα μέρες απαγορεύονταν, αφού, όπως είπαμε, το νερό ήταν «μαγαρισμένο», άρα θα λέρωνε τον άνθρωπο αντί να τον καθαρίσει. Ακόμη και τα λουκάνικα άρχιζαν να τρώνε, αφού μέχρι να περάσει ο παπάς και να κάνει αγιασμό δεν τα αγγίζανε, επειδή τα είχαν κατουρήσει τα καλικαντζάρια! Ηταν οι εποχές που ακόμη και οι παπάδες περίμεναν εκείνη τη μέρα να τους προσφέρει ο κόσμος λουκάνικα και άλλα φαγώσιμα, γιατί οι ίδιοι ήταν άμισθοι. Εκτός των άλλων, ο κόσμος έδινε στους παπάδες και σιτάρι, το οποίο το ονόμαζαν «χρονιάτικο», επειδή το πρόσφεραν μια φορά το χρόνο, αλλά και «στεφανιάτικο» γιατί το υπολόγιζαν στα στεφανωμένα ζευγάρια κάθε σπιτιού.

Βέβαια, υπήρχαν και παπάδες που δεν έμεναν ευχαριστημένοι με αυτά που τους πρόσφερε ο λαός από το λιγοστό βιος του και ήθελαν κι άλλα. Σαν απάντηση, ο λαός τους «στόλιζε» με σατυρικά τραγούδια: «Φωτίζω, ραντίζω, τσέργες και βελέντζες/ σταφύλια κρεμασμένα, συτζιούκια αραδιασμένα/ δερμάτια φουσκωμένα, με τυριά γεμάτα. Δώ' μ' κι εμένα ένα»! `Η «φωτίζω, ραντίζω, σκόρδα, λάχανα, κρομμύδια/ συτζιούκια μουστωμένα, να 'χα να 'τρωγα κανένα»!

Η γιορτή της κάθαρσης


Να σημειωθεί ότι για τους ορθόδοξους τα Φώτα έρχονται πρώτα σε σημασία από τις γιορτές του Δωδεκαήμερου, γιατί «βαφτίζονται», καθαγιώνονται και «καθαρίζονται» από το κακό τα πάντα γύρω. Ανθρωποι, ζώα, πράγματα και όλη η φύση. Πίστευαν μάλιστα πως το βράδυ πριν τα Φώτα «ανοίγουν οι ουρανοί» και όποιος κατάφερνε να ζητήσει κάτι από τον Θεό εκείνη τη στιγμή, αυτό θα γινόταν. Το αποτέλεσμα ήταν να μην κοιμάται σχεδόν κανείς εκείνο το βράδυ. Πίστευαν επίσης πως εκτός από το νερό, «βαφτίζονται» και οι άνεμοι. Συνεπώς, όποιος αέρας φυσούσε τη μέρα των Φώτων, θα ήταν αυτός που θα κυριαρχούσε όλη την επόμενη χρονιά. Για τους ορθόδοξους, η γέννηση ενός παιδιού, αποτελεί μεν ένα χαρμόσυνο γεγονός, αλλά η βάπτιση είναι αυτή για την οποία προβλέπεται ολόκληρο τελετουργικό που γιορτάζεται με τη συμμετοχή πολλών γνωστών και συγγενών. Ετσι, η βάπτιση του Χριστού είχε περισσότερη σημασία από τη γέννησή του, σε αντίθεση με τους καθολικούς που ρίχνουν το περισσότερο βάρος στη γέννηση. Μάλιστα, τα πρωτοχριστιανικά χρόνια, μέχρι το τέλος του 4ου αιώνα, η βάπτιση και η γέννηση του Χριστού γιορτάζονταν μαζί. Για πολλούς αιώνες μετά, οι Μακεδόνες και οι Θεσσαλοί γιόρταζαν τα Φώτα σαν τη μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου.

Τα Φώτα ήταν και η εποχή που προτιμούσαν οι άνθρωποι να φτιάχνουν καινούρια ρούχα, έτσι ώστε να «φωτιστούν» κι αυτά. Το ρίξιμο του σταυρού στο νερό, σε συνδυασμό με το «ξανάνιωμα» των πάντων λόγω του καθαγιασμού τους, ήταν και μια καλή εποχή για να ξεκινούν τα ταξίδια τους οι έμποροι και οι ναυτικοί. Μέσα σε αυτά τα «πάντα» που «ξανανιώνουν» περιλαμβάνονται ακόμη και οι εικόνες της εκκλησίας, αφού, όπως πιστευόταν παλιά, αλλά και σήμερα, με την αλλαγή του χρόνου χάνουν την αρχική τους δύναμη όλα τα πράγματα, άρα πρέπει να καθαρίζονται για να την ξαναβρούν.

Το «μπάνιο» των θεών


Οσο κι αν μοιάζει «τραβηγμένο από τα μαλλιά», ακόμη κι αυτό το πλύσιμο των εικόνων αποτελεί επιβίωση αρχαίας τελετουργίας. Οι αρχαίοι αφιέρωναν ειδικές γιορτές και τελετουργίες, που ονόμαζαν «Πλυντήρια», στο πλύσιμο των αγαλμάτων των θεών. Μάλιστα, οι Αθηναίοι κατέβαζαν με πομπή το άγαλμα της Αθηνάς από την Αθήνα στο Φάληρο για να το πλύνουν με θαλασσινό νερό και με αυτό το τρόπο να ανανεωθούν οι δυνάμεις της θεάς. Το έθιμο παρέλαβαν οι βυζαντινοί και με αυτό τον τρόπο έφτασε μέχρι τις μέρες μας. Υπάρχουν και έθιμα των Φώτων που κρατούν ακόμη και από τη Μινωική εποχή. Σε ορισμένες περιοχές της πατρίδας μας, μετά το πλύσιμο των εικόνων επέστρεφαν με πομπή στην εκκλησία. Την πομπή οδηγούσε μια νιόπαντρη γυναίκα που είχε γίνει και μητέρα για πρώτη φορά. Στο κεφάλι της κρατούσε το δοχείο με τον αγιασμό. Κατά διαστήματα, η γυναίκα ράντιζε με αγιασμό το δρόμο, για να γίνει το καλαμπόκι. Ο συμβολισμός παραπέμπει στη μινωική λατρεία της «Μητέρας Θεάς». Η γυναίκα, γεμάτη γάλα, παραπέμπει στον καρπό του καλαμποκιού, που έπρεπε να είναι γεμάτος και πλούσιος όπως η κοπέλα. Με αγιασμό ράντιζαν επίσης τα βόδια και τα άλογα. Οταν η πομπή έφτανε στην εκκλησία, οι άντρες άρχιζαν το χορό.

Ετσι, τα Φώτα, ο λαός μας πλένει και καθαρίζει τις εικόνες της εκκλησίας και του σπιτιού. Οπου μάλιστα υπήρχε η δυνατότητα έπλεναν τις εικόνες με θαλασσινό νερό. Τέτοια δυνατότητα υπήρχε φυσικά στα νησιά. Ετσι, στη Λήμνο και την Ικαρία, όταν ο παπάς έριχνε το σταυρό στη θάλασσα και έπεφταν οι βουτηχτάδες να τον βρουν, οι νοικοκυρές έπαιρναν θαλασσινό νερό για να πλύνουν τις εικόνες. Το νερό το μάζευαν σε τενεκέδες ή νεροκολοκύθες κομμένες από πάνω και βέβαια δεν έπρεπε να μιλούν καθ' όλη τη διαδικασία, αφού το νερό έπρεπε να ήταν «αμίλητο».

Οπου η θάλασσα ήταν μακριά, οι εικόνες «βαφτίζονταν» στα ποτάμια και τις ρεματιές. Στα Γρεβενά έπλεναν ακόμη και τις ξύλινες αγιογραφίες του ιερού των εκκλησιών που της κουβαλούσαν μέχρι το ποτάμι. Μάλιστα, στα χωριά της Θεσσαλίας και της Δ. Μακεδονίας οι εικόνες γίνονταν αντικείμενο... «δημοπρασίας», για το ποιος θα τις πάρει και θα τις πλύνει. Ο παπάς, μετά τη λειτουργία, έβγαινε από το ιερό, κρατώντας την εικόνα της «Βάφτισης» και ρωτούσε ποιος θα την πάρει. Ο κόσμος άρχιζε τότε να τάζει από χρήματα, μέχρι λάδι και κατσίκια. Οποιος έδινε τα πιο πολλά, έπαιρνε και την εικόνα. Ανάλογη ήταν η διαδικασία και για τις άλλες εικόνες.

Τα κάλαντα της λευτεριάς


Αξίζει τελειώνοντας να πούμε πως στην πολυτάραχη ιστορία του, ο λαός μας, στις σκοτεινές εποχές, χρησιμοποιούσε τέτοιου είδους γιορτές για να εκφράσει - εμμέσως πλην σαφώς - την αντίστασή του. Ετσι, επί τουρκοκρατίας, στην Ηπειρο είχαν επινοήσει τα παρακάτω κάλαντα των Φώτων, έτσι ώστε να εκφράζουν μέσω συμβολισμών, άρα άφοβα, τον πόθο για λευτεριά:

«Σήμερα είν' τα Φώτα/ καρκαλιέται η κότα (δηλαδή ο υπόδουλος Ρωμιός)/ πίσω από την πόρτα/ τη φωνάζει ο πέτος (συμβολικά ο Τούρκος)/ δεν απολογιέται/ παίρνει ένα λιθάρι/ τσίγκι το ποδάρι/ Ωι λελέ το πόδι μου/ και το παραπόδι μου!/ Φέρτε μου τη σέλα/ να καβαλικέψω/ να πανώ στα Γιάννινα/ να φωνάζω ντριμιτζή (εδώ εννοείται ο επίσκοπος Τρίκκης και Σταγών Διονύσιος, πρωτεργάτης της επανάστασης των Ηπειρωτών το 1612)/ ντριμιτζή καλόγερε/ και ντραγκατζιοκέφαλε (με κεφάλι δράκου)/ τα παιδιά που βάφτισες/ στην κυρά την Παναγιά/ πο 'χει ανήλια και καντήλια/ και κλειδιά στα παραθύρια/ έσκασαν και πλάνταξαν».

Σ.Σ.: Τα στοιχεία είναι παρμένα από τα βιβλία του Κώστα Καραπατάκη «Παλιά χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα», (εκδόσεις Παπαδήμας) και της Γιάννας Σεργή «Να τα πούμε;» (εκδόσεις Φιλιππότη).

ΠΗΓΗ
:εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 6-1-2001

Reblog this post [with Zemanta]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More