Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

Πολιτισμός στο παγκόσμιο χωριό

Πολιτιστικές πολιτικές σε μια παγκόσμια εποχή - Αβεβαιότητα, αλληλεγγύη και καινοτομία

του ΣΤΕΛΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΑΔΗ

Η ανισορροπία που προέκυψε μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης, την άνοδο Κίνας, Ινδίας, Ρωσίας και χωρών της Νότιας Αμερικής και τώρα τη δομική οικονομική κρίση της Δύσης, διαταράσσει όχι μόνο τις μεταπολεμικές πολιτικές βεβαιότητες, αλλά και τις πολιτιστικές: επιστροφή στη θρησκεία, έξαρση ρατσισμού και εθνικισμού, αλλά και υπεράσπιση παραδόσεων, γλωσσών, συμβόλων και μνημείων, ταυτότητας, ανεξαρτησίας, πολυπολιτισμικότητας και βιοποικιλότητας.

Επίσης, προκαλεί αναζήτηση νέων μορφών έκφρασης και τροποποιεί ή αντιστρέφει τα μοντέλα της Δύσης.

Με τη συμβολή διανοουμένων απ' όλο τον κόσμο, οι Ντέιβιντ Χελντ και Ενριέτα Μουρ προσπαθούν να θίξουν και να ερμηνεύσουν πολλά διαφορετικά ζητήματα κουλτούρας που συνυπάρχουν στον σύγχρονο κόσμο, υποστηρίζοντας ότι «η κουλτούρα δεν διαχωρίζεται από την παγκοσμιοποίηση» . Στο βιβλίο «Πολιτιστικές πολιτικές σε μια παγκόσμια εποχή - Αβεβαιότητα, αλληλεγγύη και καινοτομία» (εκδόσεις «One world», Οξφόρδη) εξετάζονται μέσα από δεκάδες κείμενα οι θετικές και αρνητικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης υπό το πρίσμα του πολιτισμού σε πολλά επίπεδα, κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά, καλλιτεχνικά, οικολογικά, θρησκευτικά κ.λπ.

Καπιταλισμός και ΜΜΕ

* Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η σύγχρονη εποχή διαπνέεται ακόμα από αντιλήψεις που έρχονται από τον Μεσαίωνα. Για τη σχέση αναπτυγμένου και αναπτυσσόμενου κόσμου, ο Ούλριχ Μπεκ, καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και στο London School of Economics, διαπιστώνει ότι οι θέσεις του Σάμουελ Χάντινγκτον και του Φράνσις Φουκουγιάμα που προσδιόρισαν σε πολιτιστική βάση το υπόβαθρο της αμερικανικής πολιτικής έναντι του ισλαμικού κόσμου, είναι αντίστοιχες με τις απόψεις του φιλόσοφου ντε Σεπούλβεδα και του δομινικανού ιερέα Λας Κάζας πριν από πεντακόσια χρόνια: Ο πρώτος θεωρούσε τους Ινδιάνους κατώτερους, άρα έπρεπε να διαπαιδαγωγηθούν με υποταγή και εκμετάλλευση, και ο δεύτερος τους θεωρούσε «ίδιους» που έπρεπε όμως να αποκτήσουν την κουλτούρα των κατακτητών για να εξομοιωθούν πλήρως. Δύο επιφανειακά διαφορετικές προσεγγίσεις που είχαν το ίδιο αποτέλεσμα: γενοκτονία και αλλοτρίωση.

«Ο Λας Κάζας και ο Φουκουγιάμα αντιλαμβάνονται την εξαφάνιση της διαφορετικότητας ως διαδικασία εκπολιτισμού, στη μία περίπτωση μέσα από τον χριστιανισμό και στην άλλη μέσα από τις ανώτερες δυτικές αξίες», γράφει ο Μπεκ.

* Στο δικό του άρθρο, ο Τζον Τόμλινσον, καθηγητής Πολιτιστικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Τρεντ του Νότιγχαμ, επισημαίνει τις ποιοτικές αλλαγές στη φύση του καπιταλισμού. Οχι μόνο αλλάζουν οι τεχνικές παραγωγής και διακίνησης προϊόντων, αλλά και η μετακίνηση κεφαλαίων έχει αφηρημένη μορφή αποσυνδεμένη από την παραγωγική διαδικασία. Ενας καπιταλισμός γρήγορος, που εντείνει το άγχος αντί να κάνει τη ζωή πιο εύκολη και άνετη. Χωρίς να διανέμει τον πλούτο πιο ίσια, αυξάνει απεριόριστα την κατανάλωση, εντείνοντας την εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργασίας και του φυσικού περιβάλλοντος σε κάποια άλλη περιοχή του κόσμου.

Και τα ΜΜΕ συνηγορούν προβάλλοντας εικόνες μιας καλής ζωής που είναι δήθεν αποτέλεσμα της μεγάλης κατανάλωσης. Το πρόβλημα για τον συγγραφέα δεν είναι μόνο ιδεολογικό, αλλά και αποτέλεσμα της άμεσης και εύκολης πρόσβασης στην τηλεπικοινωνία που ενθαρρύνει μη ρεαλιστικές προσδοκίες ανεμπόδιστης αφθονίας στην καθημερινή ζωή.

* «Οι τεράστιες βιομηχανίες πολιτισμού βοηθούν να κατασκευάζουμε τις ιδέες μας», γράφει με τη σειρά του ο κριτικός Ντάγκλας Κέλνερ αναφορικά με τον ηγεμονικό πλέον ρόλο της τηλεόρασης, του τύπου, του διαδικτύου, του Χόλιγουντ κ.λπ. Και ο κινηματογραφιστής και δημοσιογράφος Ντάνι Σέκτερ περιγράφει την κυριαρχία των μίντια στην πολιτική κουλτούρα. Οι βιομηχανίες κουλτούρας με ψυχαγωγικά προγράμματα και ειδήσεις «διαδίδουν πληροφορίες, ιδεώδη και ιεδολογήματα με ένα τρόπο πολύ πιο ισχυρό και διεισδυτικό από τις αποφάσεις που λαμβάνουν οι πολιτικοί και τα κοινοβούλια. Με πολλούς τρόπους τα προϊόντα των ΜΜΕ αποπολιτικοποιούν την πολιτική, μετατρέποντας τους πολιτικούς αγώνες σε διαγωνισμούς προσωπικοτήτων και τα σημαντικά ζητήματα σε απλουστευμένα μηνύματα. Η δημοκρατία, η οποία στη θεωρία είναι υπόλογη στους ψηφοφόρους της έχει μετατραπεί σε μιντιοκρατία υπόλογη στην αγορά. Στην πράξη, όσο αυξάνεται η ισχύς τους, τα ΜΜΕ υπαγορεύουν την ατζέντα και θέτουν τους όρους του δημόσιου διαλόγου. Οταν ένα ζήτημα δεν προβάλλεται στην τηλεόραση, για τους περισσότερους ανθρώπους δεν υφίσταται.

»Οταν οι υπέρμαχοι κάποιας πολιτικής δεν ακούγονται στα ρεπορτάζ, ο αντίκτυπος των απόψεών τους είναι μηδαμινός. Κι όμως, πολλοί εξέχοντες πολιτικοί και ακτιβιστές δεν αναγνωρίζουν ότι το πρόβλημα με τα μίντια βρίσκεται στην καρδιά της πολιτικής κρίσης στην Αμερική. Γι' αυτό, το κόμμα της αποχής έχει γίνει η πιο σημαντική ομάδα στις δυτικές δημοκρατίες. Τα ΜΜΕ ενθαρρύνουν αυτή την αντιδημοκρατική τάση. Οι ειδήσεις αποστειρώνονται, οι δημοσιογράφοι λογοκρίνονται και οι σημαντικές υποθέσεις αποσιωπούνται».

Το μονοπώλιο των ειδήσεων

Ο μεγιστάνας Τεντ Τέρνερ, ιδρυτής του CNN, δηλώνει κατηγορηματικά: «Οι μεγάλες εταιρείες δεν έχουν ανταγωνισμό. Ελέγχουν μονοπωλιακά τα νέα και κερδίζουν δισ. από τις μεταξύ τους συναλλαγές». Από την άλλη, η News Corporation του Ρούπερτ Μέρντοχ ελέγχει το τηλεοπτικό Fox News και τις εφημερίδες «New York Post» και «Wall Street Journal» στις ΗΠΑ, 110 εφημερίδες στην Αυστραλία, τους «Times», τη «Sun» κ.ά. στην Αγγλία, το τηλεοπτικό Sky News, το διαδικτυακό My Space, εταιρείες δίσκων και κινηματογράφου κ.λπ. Η σχέση με τους πολιτικούς; Μαντέψτε! Ετσι, η «κατασκευή της συγκατάθεσης» διαποτίζει τα μίντια και το σύστημα εξακολουθεί να αυτοαποκαλείται «δημοκρατία».

Reblog this post [with Zemanta]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More