Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

Κ. Καρυωτάκης: Ο ελληνικός νεορομαντισμός μεταξύ του Spleen και του σαρκασμού. Και το κορυφαίο σημείο του


του Μ.Γ.Μερακλή

Οι ιστορικοί της νεοελληνικής λογοτεχνίας επισημαίνουν ότι η εποχή του Μεσοπολέμου υπήρξε μια εποχή ανανέωσης της ελληνικής ποίησης: καλλιεργήθηκε τότε μια «νέα ευαισθησία». Ειδικά στην Αθήνα υπάρχει μια ομάδα, που ονομάστηκε «αθηναϊκή σχολή του νεορομαντισμού και του νεοσυμβολισμού». Την αποτελούν, κυρίως, οι Ρώμος Φιλύρας (1888-1942), Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944), Κώστας Ουράνης (1890-1953), Κλέων Παράσχος (1896-1964), Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928), Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης (1899-1950), Τέλλος Άγρας (1899-1944), Μήτσος Παπανικολάου (1900-1943), Μαρία Πολυδούρη (1902-1930), Μίνως Ζώτος (1905-1932).



Όπως έχει παρατηρηθεί, πραγματοποιείται τότε «μια αλλαγή γλώσσας και κλίματος, που φέρνει τους τελευταίους τούτους ανανεωτές του παραδοσιακού στίχου σε αισθητή αντίθεση με το παλαιό παραδοσιακό πνεύμα. Η τέχνη τους εκφράζει μια γενική κόπωση και απαισιοδοξία, συνδυασμένη με την αίσθηση του ανικανοποίητου και του αδιέξοδου». Αυτά δεν είναι χωρίς ανταπόκριση προς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Αν υπάρχουν οι νικηφόροι για την Ελλάδα Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913) πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, υπάρχει εντούτοις και η ολέθρια Μικρασιατική Καταστροφή (1922) μετά τον πόλεμο, ένα ιστορικό γεγονός, που σφράγισε κοινωνικά όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου. Άλλωστε οι Βαλκανικοί Πόλεμοι είχαν έλθει και σαν ένα διάλειμμα σε μια ιστορική και κοινωνική καχεξία, που εκδηλωνόταν ήδη από τον προηγούμενο αιώνα (ήττα του 1897) και εξακολουθούσε να υφίσταται σε ολόκληρη την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας (1909: κίνημα των αστικών δυνάμεων και άνοδος του Βενιζέλου· 1910: εξέγερση αγροτών στη Θεσσαλία). Αν και αμέτοχος σε συλλογικότερες αγωνίες ο ενδοστρεφής μάλλον και πάντως ευκατάστατος Κώστας Ουράνης, εντούτοις εκφράζει κάτι από τις διαθέσεις της εποχής του, όταν δημοσιεύει το 1912 την ποιητική συλλογή του Spleen, που είναι και η πρωιμότερη της νεορομαντικής «σχολής», και η οποία μάλιστα ευστοχεί με τον τίτλο της ήδη, κατά μίαν ωραία σύμπτωση (που δεν πρέπει να είναι μόνο σύμπτωση), ως προς την προέλευση των τάσεων της σχολής αυτής. Αυτό το Spleen, που εγκαινιάζει τον ελληνικό νεορομαντισμό, είναι πράγματι εύστοχο, γιατί εκφράζει κάτι αμφίσημο η διφυές, που είναι και πραγματικό: η διάθεση του Spleen είναι και ένα φιλολογικό, εισαγόμενο προϊόν (ο Ουράνης, πολυταξιδεμένος και ευρωπαϊκά ενημερωμένος, μεταφέρει από εκεί τον όρο και ό,τι σημαίνει ο όρος), αλλά συγχρόνως και ένα εγχώριο, εθνικό προϊόν. Πέρα από τα μεγάλα γεγονότα, που ορίζουν αυτό το διφυές Spleen με τη διπλή προέλευση (την εσωτερική και την εξωτερική), μπορώ να χρησιμοποιήσω, για να το στηρίξω ακόμα, και μια περιπτωσιολογία σχετιζόμενη με τα πρόσωπα των ίδιων των ποιητών. Αν η φυματίωση, από την οποία προσβλήθηκε και ο Ουράνης (και θεραπεύτηκε, προσωρινά έστω, στο Νταβός), αλλά και άλλοι της γενιάς αυτής (που θεραπεύτηκαν -ή πέθαναν- στη «Σωτηρία»), δεν μπορεί να θεωρηθεί κάτι εισαγόμενο, αλλά ντόπιο, εντούτοις άλλες παθήσεις (ή απλώς πάθη), από τις όποιες δοκιμάστηκαν επίσης μέλη της ίδιας ομάδας, πρέπει να δεχθούμε ότι -τουλάχιστον για την εποχή εκείνη- ήλθαν απ’ έξω· λ.χ. η χρήση ναρκωτικών και άλλα συμπτώματα του δυτικοευρωπαϊκού αισθητισμού, που επηρέασε, καθώς γνωρίζουμε, λογοτέχνες της γενιάς εκείνης.

Οι νεορομαντικοί ποιητές είναι σύγχρονοι του Καβάφη (1862-1932). Και υποστηρίζεται πως αυτοί πρωτοανακάλυψαν τον Αλεξανδρινό ποιητή (προϋπήρξε βέβαια η μεμονωμένη φωνή του Ξενόπουλου, από το 1903). Είχαν, πράγματι, κοινά σημεία. Εν πρώτοις το αντιρητορικό και αντιηρωικό ύφος. Και πιο γενικά το απαισιόδοξο πνεύμα, που τους έφερνε στους αντίποδες του Κωστή Παλαμά (1859-1943), που μεσουρανούσε ως τότε, μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής παρουσίας και δράσης των δύο μεγάλων αστών ηγετών: του Χαρίλαου Τρικούπη και του Ελευθέριου Βενιζέλου. Εντούτοις ο ίδιος ο Καβάφης, μιλώντας για τους ποιητές της Αθήνας συλλήβδην (συμπεριελάμβανε και τον Παλαμά και τους νεορομαντικούς), δεν ήθελε να συσχετισθεί μαζί τους· έλεγε, με έκδηλη την κριτική του στάση: «Είναι ρομαντικοί! Ρομαντικοί! Ρομαντικοί!». Κάτι τέτοιο άλλωστε πιστεύεται γενικότερα: «Η Αθήνα υπήρξε ανέκαθεν ρομαντική (...). Ολόκληρη η αθηναϊκή ποιητική σχολή, από το 1830 και πέρα, έκτος από σπάνιες εξαιρέσεις, βρίσκεται μέσα στο κλίμα του ρομαντισμού και συνεχίζει τη ρομαντική παράδοση. Ο ρομαντισμός υποφώσκει λίγο ως πολύ σ’ όλες της τις εκδηλώσεις, μετασχηματισμένος ανάλογα με τις αλλαγές των καιρών και παρουσιασμένος σε διαδοχικά στάδια» (Κώστας Στεργιόπουλος). Αλλά και ο κριτικός αυτός, που θέλει ολόκληρη την Αθήνα ρομαντική, επισημαίνει ωστόσο τους ανάλογους «μετασχηματισμούς», όπως βλέπουμε. Ο ίδιος μιλάει για ρομαντική ακμή (στην πρώτη εμφάνιση του ρομαντισμού), για ρομαντική παρακμή (στην περίοδο του Μεσοπολέμου)· οι νεορομαντικοί «είταν, “χωρίς αστείαν αιδώ”, αυτόχειρες, εραστές της ηδονής και των τεχνητών παραδείσων, άλλοι παραδομένοι στο δαίμονα του άγχους και της φυγής και άλλοι στη διαλυτική γοητεία της αναπόλησης και της μνήμης. Οι παλαιότεροι είχαν διδαχτεί τους ποιητικούς τους τρόπους από τη Γαλλία του Ουγκό καί του Βερανζέρου, από τους μεγαλόστομους γάλλους ρομαντικούς. Οι νεότεροι από τη Γαλλία του Baudelaire και του Verlaine, από τους συμβολιστές και τους “poètes maudits”. Ο αισθητισμός από τη μια, ο γαλλικός κι ο γαλλόφωνος συμβολισμός από την άλλη, ήταν γι’ αυτούς ό,τι χρειαζόταν εκείνη την ώρα». Έτσι κι αλλιώς βρισκόμαστε, πάντα, στο κλίμα του Spleen. Ως μια κορυφαία περίπτωση μπορούμε (η οφείλουμε) να δούμε τον Καρυωτάκη. Η πρώτη συλλογή του επιγράφεται ήδη: Ο πόνος του ανθρώπου και των πραμάτων. Είναι ένα μικρό δεκαεξασέλιδο, που τυπώνεται το 1918. Ο Τέλλος Άγρας (που δεν είναι μόνο μέλος της ποιητικής συντροφιάς, αλλά και ο σημαντικότερος κριτικός που αυτή είχε) χαρακτηρίζει τα ποιήματα της συλλογής «τρυφερά, μουσικά, γνήσια συμβολιστικά». Το 1919 τυπώνεται η δεύτερη συλλογή· τα Νηπενθή. Και ύστερα από δέκα σχεδόν χρόνια (1927) η τρίτη και τελευταία: Ελεγεία και σάτιρες. Είναι το βιβλίο που κυρίως επηρέασε τους νέους ποιητές: «είναι, πραγματικώς, σχεδόν αδύνατο, ποιήματα νεοτέρων του να μην έχουν, από τότε, ζωηρήν ή ισχνή την επίδρασή του», γράφει ο Άγρας, ο οποίος βεβαιώνει επίσης ότι αυτό καταδεικνυόταν και στα χειρόγραφα που έπαιρνε (και δεν τα δημοσίευε, ως ανώριμα), ως υπεύθυνος συντάκτης της Νέας Εστίας.

Ο Άγρας αναζητεί τη βαθύτερη ουσία της ποίησης του Καρυωτάκη. Και κάνει τις εξής διαπιστώσεις: «Αυτό λοιπόν είναι που τον κατατρώγει· η απουσία των ωραίων πραγμάτων, η απουσία των σπάνιων πραγμάτων, η απουσία των μεγάλων πραγμάτων, η απουσία -έστω- των τραγικών. Η μονοτονία και η πεζότης της ζωής. Μ’ άλλους λόγους, είναι ρομαντικός. Εφαντάσθηκε την αλήθεια, την ομορφιά, την καθαυτό πραγματικότητα -έξω από τη ζωή. Πέρα από τη ζωή. Αφηρημένην». Με βάση αυτή τη ρομαντική καταβολή ο Άγρας εξηγεί (κάπως, θα έλεγα, ρομαντικά) την πορεία και την εξέλιξη του Καρυωτάκη προς τη σάτιρα. Μπορούσε, λέει, να πλάσει, απογοητευμένος από τα πραγματικά, την ψευδαίσθησή του: μιαν Εδέμ, ένα Ελντοράντο, μιαν Ουτοπία, τον ελεφάντινο πύργο του· αντ’ αυτού, έγινε ρεαλιστής. Μπορούσε να γίνει, όπως άλλοι ρομαντικοί, μελαγχολικός· αυτός έγινε τραγικός. Μπορούσε να φιλοσοφήσει, να γίνει φιλόσοφος· έγινε σατιρικός· έτσι, αντί να εξιδανικεύσει λ.χ. τη γυναίκα, ο Καρυωτάκης τη σαρκάζει. Ο Άγρας ρωτάει καταλήγοντας και απαντάει: «Ποιο συναίσθημα περιμένει τον άνθρωπο, αν εξακολουθήσει να ζει και δεν συντριβεί, ύστερ’ από την απογοήτευση την πλέον οριστική; Η σάτιρα». (Η σάτιρα αυτή, κατά τον Άγρα, ασκείται εκείνα τα χρόνια από το νέο τόπο του λογοτέχνη, που είναι υπάλληλος. Στο σημείο αυτό ο Άγρας κάνει μια πολύ σημαντική, όπως νομίζω, διαίρεση των περιόδων της νεοελληνικής λογοτεχνίας, με βάση μια τέτοια τυπολογία: σε μια πρώτη περίοδο ο λογοτέχνης είναι ευγενής, ευπατρίδης [επτανησιακή περίοδος]· σε μια δεύτερη [«την αθηναϊκή-κλασική και ρομαντική»] είναι λόγιος· σε μια τρίτη [την «προπολεμική»· εννοεί βέβαια τον πρώτο πόλεμο] δημοσιογράφος· και στην τελευταία [τη μετά τον πόλεμο] ο λογοτέχνης είναι υπάλληλος). Η σάτιρα του Καρυωτάκη, που ολοένα εντεινόμενη γίνεται σαρκασμός, ολοένα επίσης διευρύνεται: βγαίνει από τον περιορισμένο κύκλο ενός προσωπικού δράματος, γίνεται και πολιτική σάτιρα ή σαρκασμός: «“Στο άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο”, “Ο Μιχαλιός”, “Ωδή εις Ανδρέαν Κάλβον”, “Η πεδιάς και το νεκροταφείον”, -ιδού τέσσερα ποιήματα του Καρυωτάκη εμπνευσμένα από την πολιτική». Ο Άγρας, στον οποίον ανήκει η προηγούμενη φράση, δεν αγνοεί διόλου βέβαια τις φιλολογικές επιδράσεις που δέχθηκε ο Καρυωτάκης· μάλιστα δίπλα στον Μπωντλαίρ τοποθετεί, ειδικά ως προς τον Καρυωτάκη, και τον Laforgue. Εντούτοις επιμένει και στο προσωπικό πεπρωμένο του ποιητή, όπως το είχε ορίσει η οικογενειακή παράδοσή του και οι συνθήκες που επικρατούσαν στον τόπο. Αυτά συγκροτούν και την πολλαπλότητα των αιτίων που διαμόρφωσαν την ποιητική προσωπικότητα του Καρυωτάκη, αλλά και τη σάτιρά του. Για πολλούς κριτικούς του η σάτιρά του είναι μάλλον ένας σαρκασμός: χτυπάει ο ποιητής ό,τι θα χτυπούσε κι ένας σατιρικός, όμως όχι προγραμματικά, συστηματικά, αλλά ανάλογα με τις καθαρά υποκειμενικές παρορμήσεις του. Εντούτοις η ολοένα πιο πολύ εξακριβωμένη και ασφαλέστερα τεκμηριωμένη συνδικαλιστική δραστηριότητα του Καρυωτάκη κατά την αμέσως πριν από την αυτοκτονία του εποχή (όπως γνωρίζουμε πλέον, ηγήθηκε της πανελλήνιας ένωσης των δημόσιων υπαλλήλων) επιβάλλει, νομίζω, και κάποια τροποποίηση της ερμηνείας της σάτιράς του και του σαρκασμού του. Ειδικά τον Καρυωτάκη, κατ’ εξαίρεση από τους άλλους νεορομαντικούς, μπορούμε να τον τοποθετήσουμε στο μεταίχμιο του υποκειμενικού νεορομαντισμού και του προγενέστερου κοινωνικού ρομαντισμού (ο ελληνικός ρομαντισμός της πρώτης φάσης, αυτός που τον λένε, ίσως και γι’ αυτό, ρομαντισμό της ακμής, είναι έντονα “κοινωνικοποιημένος”, ενδιαφέρεται για τα κοινωνικά και εθνικά -προπάντων- προβλήματα). Αυτός ο ενδιάμεσος χώρος στη λογοτεχνία, τον οποίο καλύπτει, όπως λέω, ο Καρυωτάκης, πιστεύω πως είναι και ο χώρος, που αντιστοιχεί ακριβέστερα στην εποχή, στην πραγματικότητα της εποχής. Ας το δούμε πάλι λίγο αυτό. Οι δεκαετίες του ’20 και του ’30 είναι γεμάτες αντιφάσεις και αντιθέσεις. Κατακλύζουν την υπανάπτυκτη Ελλάδα 1.500.000 πρόσφυγες, ενώ η μεγάλη ύφεση της ευρωπαϊκής οικονομίας, ήδη στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, θα συντελέσει στην εισροή κεφαλαίων που έμεναν αργά στην Ευρώπη· πρόκειται για κεφάλαια είτε ξένα είτε Ελλήνων που ζουν στις παροικίες του ευρωπαϊκού χώρου. Αλλά τα κεφάλαια αυτά, στο δεδομένο κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο, πιο πολύ όξυναν τις αντιθέσεις και την κοινωνική αναταραχή, έστω κι αν έδιναν συγχρόνως, αναπόφευκτα, και μιαν αποφασιστική ώθηση για κάποια βιομηχανική ανάπτυξη. «Μεταξύ του 1924 και του 1928 μεσολάβησαν δέκα πρωθυπουργίες, τρεις γενικές εκλογές και έντεκα στρατιωτικά κινήματα ή τελεσίγραφα. Επιβλήθηκε μια στρατιωτική δικτατορία που κατόπιν την ανέτρεψε ένα στρατιωτικό κίνημα. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας επαύθη μια φορά και παραιτήθηκε δύο». Οι εργάτες, ως τάξη, γίνονται περισσότεροι και περισσότερο ανήσυχοι. Το 1917 έχει ήδη ιδρυθεί το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο θα τεθεί εκτός νόμου το 1929, και μάλιστα από τη φιλελεύθερη κυβέρνηση του Βενιζέλου. Πόσο αδιάφορο μπορούσαν ν’ αφήσουν όλα αυτά τον Καρυωτάκη; Εννοώ: έναν άνθρωπο, που δεν ήταν μόνο ποιητής, αλλά και δραστήριος συνδικαλιστικός παράγοντας; Τα εξωποιητικά κείμενά του είναι εντυπωσιακά πολιτικοποιημένα: κείμενα ενός μαχόμενου συνδικαλιστή, που γνωρίζει και χρησιμοποιεί σ’ αυτά την ανάλογη γλώσσα. Όσο κι αν θέλει, λοιπόν, υπό το κράτος μιας οπωσδήποτε χωρίζουσας αντίληψης για τη γλώσσα της ποίησης - την οποία πάντως συχνά αναιρεί, εισάγοντας στοιχεία από την καθημερινή, ιδιωτική και δημόσια ζωή- να μη συγχέει τη γλώσσα της συνδικαλιστικής και πολιτικής δράσης με τη γλώσσα της ποίησης, δεν ήταν εντούτοις δυνατό να μη λειτουργήσει διόλου ο νόμος της διαπίδυσης, να μην εισδύσει η μια γλώσσα στην άλλη -και προπάντων η πρώτη στη δεύτερη. Το ποίημά του π.χ. για την Αμερική μπορεί και σήμερα (περιέργως μάλιστα σήμερα ακόμα πιο πολύ) να διαβαστεί και να ακουστεί ως ένα καθαρά πολιτικό ποίημα. Από την άλλη βέβαια μεριά ο άνθρωπος αυτός κάνει κάτι που, καταρχήν, δεν θα έκανε ένας πολιτικός: αυτοκτονεί από αηδία. Άσχετο μ’ αυτό το τελευταίο δεν είναι το γεγονός ότι ο γνωστός τότε σοσιαλιστής Γιαννιός είχε επικρίνει όσους επαινούσαν τον Καρυωτάκη για τον ηρωισμό της αυτοχειρίας του. Την ωραιότερη ερμηνεία του θανάτου του Καρυωτάκη, γιατί συνδυάζει έξοχα το ατομικό και το κοινωνικό -και στηρίζει δυνατά τον ισχυρισμό μου για τη θέση μεταιχμίου ανάμεσα στους δύο ρομαντισμούς, που κατέχει ο ποιητής- έδωσε τελικά ο Τέλλος Άγρας, απαντώντας στις αιτιάσεις του Γιαννιού: «...όχι μόνον στην ποίηση, αλλά και σε κάθε εκδήλωση του ανθρώπινου πνεύματος, πώς ημπορεί κανείς να χάσει την υποκειμενικότητά του, εξαφανίζοντάς την μέσα στην αντικειμενικότητα; Ας παραδεχθούμε ότι η ποίηση πρέπει να κάνει τη ζωή αισιόδοξη, ότι το πνεύμα έχει την πρακτικήν ηθική του· ας παραδεχθούμε ότι η αρχαία ελληνική δημιουργία εσκόπευε συνειδητά να κάμει ευτυχισμένο τον άνθρωπο και ότι η σύγχρονη ατμόσφαιρα της ιστορικής εθνικής μας ήττας, της ασφυξίας και της μιζέριας όπου ζούμε, κυκλοφορεί ρεύματα αισιοδοξίας δημιουργικής. Θα μας μείνει όμως πάντοτε ο υποκειμενικός παράγων -οι προσωπικές συνθήκες του ποιητού [...]· Ο Καρυωτάκης δεν ήθελε να είναι ευτυχισμένος: ήθελε να ζει μια ζωή αντάξια του ανθρώπου, μια ζωή προσωπική. Πώς να την ζήσει όμως, όταν ήταν υπάλληλος; δηλαδή άνθρωπος νοικιασμένος από το πρωί ως το βράδυ, άνθρωπος υποχρεωμένος να υποκαταστήσει -για να ζήσει απλώς!- στη συνείδησή του, τη συνείδηση ενός μορίου της “κρατικής μηχανής”; Πώς να ζήσει προσωπικά; [...] Χίλιες φορές βέβαια εμίσησε ένα τέτοιο ψωμί -γιατί δεν πρόκειται, παρά απλώς για το ψωμί- και χίλιες φορές θέλησε να φτύσει, με αηδία και αγανάκτηση, απάνω σε παρόμοια ζωή που εζούσε [...]. Δεν φταίει ο ποιητής, αν αισθάνεται πολύ ζωηρότερα, παρά η ανώνυμη μάζα, την απόσπαση αυτή από τον ίδιον τον εαυτό του, το σκότωμα του εγώ του, τον ατομικό του θάνατο. Τι να γίνει! Οι “Καρυωτάκηδες νέοι”, όπως τους αποκαλεί ο κ. Γιαννιός, δεν ημπορούν να συμβιβασθούν εύκολα μ’ ένα φλερτ ή μ’ ένα κουστούμι...». Ομολογώ πως βρίσκω εδώ -άσχετα, από το πόσο συνειδητοποιούσε κάτι τέτοιο ο ίδιος ο Άγρας- μιαν από τις καλύτερες και αισθαντικότερες προσεγγίσεις της μαρξικής Entfremdung! Αν ο Καρυωτάκης αντιστάθηκε σ’ αυτή την αποξένωση και την αλλοτρίωση με την αυτοκτονία του, είναι επιτέλους αυτό μια αντίσταση, σε αντίθεση με την παθητικότητα του εργαζόμενου εκείνου, που είναι αποξενωμένο και αλλοτριωμένο προϊόν της εργασίας του.

ΠΗΓΗ: περ. Η Λέξη, τεύχος 79-80 , Νοέμ-Δεκ 1988

Γ.Βιζυηνού, Το αμάρτημα της μητρός μου


Κριτικές παρατηρήσεις από τον Απόστολο Σαχίνη

Διαβάστε το στο: http://www.spoudasterion.pblogs.gr

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

Κωστὴς Παλαμὰς - Κ.Π.Καβάφης: Διαφορετικοὶ ἀλλὰ πόσο;

Roilos-georgios-poets-parnassos-literary-clubImage via Wikipedia

τοῦ Νάσου Βαγενᾶ
Συμπληρώνονται εφέτος (2003) 60 χρόνια από τον θάνατο του Κωστή Παλαμά (1859-1943), 140 χρόνια από τη γέννηση και 70 από τον θάνατο του Κ. Π. Καβάφη (1863-1933). Διπλή λογοτεχνική επέτειος για δύο ποιητές που σφράγισαν με το έργο τους, ίσως περισσότερο απ' ό,τι κάθε άλλος ομότεχνος, τον ελληνικό 20ό αιώνα. Ποιητές της ίδιας γενιάς, όμως τεχνοτροπικά διαφορετικοί μεταξύ τους, τόσο ώστε ο πρώτος να θεωρείται το τέλος μιας ποιητικής εποχής και ο δεύτερος, παρά την ιδιοτυπία του, η αρχή μιας νέας, συναντιούνται ωστόσο σε ορισμένα κοινά σημεία, γεγονός που κάνει τις διαφορές τους ακόμη περισσότερο ενδιαφέρουσες. Με το αφιέρωμα αυτό οι «Νέες Εποχές» επιχειρούν να προσδιορίσουν τις σχέσεις ανάμεσα στους δύο μεγάλους ποιητές.

Είναι δύσκολο να υπάρξει περίπτωση δύο ποιητών της ίδιας γενιάς τόσο διαφορετικών μεταξύ τους όσο ο Παλαμάς και ο Καβάφης, που να τους συνδέουν τόσες ομοιότητες. Ο χαρακτηρισμός του Καβάφη ως ποιητή της γενιάς του 1880 θα πρέπει βέβαια να ξενίζει, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όσο διαρκεί συνήθως η διαμόρφωση των ποιητών μιας νέας γενιάς - στη συγκεκριμένη περίπτωση ως το τέλος του αιώνα - ο Καβάφης ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τους κοινούς ποιητικούς δρόμους των ομηλίκων του ποιητών. Ο ρομαντισμός, ο παρνασσισμός και ο συμβολισμός είναι οι πόλοι και της δικής του συνομιλίας με την ευρωπαϊκή ποίηση της εποχής, ενώ οι δυσκολίες της μετάβασης από την καθαρεύουσα στη δημοτική αποτελούν και γι' αυτόν, όπως αποτελούσαν ως το 1890 περίπου και για τους άλλους ποιητές της γενιάς, ένα εγχώριο πρόβλημα.

Γύρω στο 1900 οι δύο ποιητές έχουν τακτοποιήσει τους λογαριασμούς τους με τη γενιά τους. Ο Παλαμάς έχει αναδειχτεί σε ηγέτη της, ενώ ο Καβάφης θέτει εαυτόν εκτός γενεάς· αποσχίζεται από τις κοινές τάσεις του ελληνικού και του ευρωπαϊκού ρεύματος για να χαράξει έναν δικό του, μοναχικό δρόμο, που θα αποδειχτεί παράλληλος - αν και διαφορετικής κατασκευής - με εκείνον που θα ανοίξουν σε λίγο οι ποιητές του δυτικού μοντερνισμού.

* Ανόμοια εξέλιξη

Η πορεία των δύο ποιητών προς την κορύφωση της τέχνης τους είναι αντίστροφη. Ο Παλαμάς είναι ποιητής της ταχείας ωρίμανσης. Με τη «Φοινικιά», την οποία γράφει σε ηλικία 41 ετών (το 1900) και η οποία ακολουθεί έργα σπουδαία, όπως τα Ιαμβοι και ανάπαιστοι (1897) και Ο τάφος (1898), θα οδηγήσει την ελληνική ποίηση στο υψηλότερο, ως εκείνη την εποχή, μετασολωμικό επίτευγμά της. Από εκεί και πέρα, και καθώς θα αναλάβει ανάμεσα σε άλλα και τον ρόλο του εθνικού ποιητή, τα ποιήματά του - κρινόμενα με σημερινά κριτήρια - θα είναι τα ελάσσονα έργα ενός μεγάλου ποιητή. Ωστόσο στο ποιητικό προσκήνιο θα κυριαρχεί επί τρεις ακόμη δεκαετίες, παρά την αμφισβήτηση της ποιητικής του αξίας, που θα πυκνώνει από το 1920, και παρά την ισομεγέθη από τα μέσα της δεκαετίας του 1910 άνοδο του Σικελιανού και την επιβλητική - εις πείσμα της εκδοτικής του πρακτικής - ανάδυση, από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, του Καβάφη.

Ο Καβάφης είναι ο ποιητής της βραδείας - της βραδύτατης - ανακάλυψης (ακριβέστερα, κατάκτησης) μιας εκφραστικής ιδιοτυπίας. Ως τα 35 του δεν διαφέρει από τους ποιητές του σωρού, ενώ θα πρέπει να φτάσει στα 40 του για να αρχίσει να διακρίνεται εκείνο που στα επόμενα δέκα χρόνια, δηλαδή ως τα μέσα της δεκαετίας του 1910, θα ολοκληρωθεί ως το «μοναδικό και ανεπανάληπτο», όπως το χαρακτήρισε ο Βάρναλης, ποιητικό του πρόσωπο. Σε ό,τι αφορά την απήχησή του, θα γίνει ακόμη πιο επιβλητική μετά το 1935, έτος της συγκεντρωτικής έκδοσης - δηλαδή της δημόσιας κυκλοφόρησης σε ενιαίο σώμα - των ποιημάτων του, τα οποία, μαζί με την άνοδο της γενιάς του '30 στην ποιητική σκηνή, θα καταστήσουν την ποίηση του Παλαμά ποίηση μιας παλαιότερης εποχής.

Από την άποψη της εκφραστικής οικονομίας και της γλώσσας οι δύο ποιητές είναι διαφορετικοί. Ο Παλαμάς είναι ποιητής μιας ευρύτατης κλίμακας συναισθημάτων, που αναπτύσσονται - ενίοτε με μακρότατες συνθέσεις - σε ένα πολύτομο έργο, και μιας χυμώδους λυρικής γλώσσας που όχι λίγες φορές γίνεται ανοικονόμητη. Ο Καβάφης περιορίζεται σε ορισμένα βασικά συναισθήματα, που συμπυκνώνονται σε έναν μικρό αριθμό σύντομων ποιημάτων και σε μιαν ειρωνική γλώσσα, αντιλυρική και «ασυγκίνητη», που κάποτε γίνεται αντιποιητικά στεγνή.

* Τα κοινά στοιχεία

Οι μεγάλες ωστόσο διαφορές των δύο ποιητών δεν εμποδίζουν να αισθανθούμε τις ομοιότητές τους, που είναι, όπως είπαμε, όχι ασήμαντες. Μία από αυτές είναι άλλωστε φανερή. Αναφέρομαι στην περίοπτη θέση που κατέχει στο έργο τους ο ελληνισμός. Αποτελεί ωμή παρανάγνωση του Καβάφη, αποτέλεσμα της προσπάθειας εφαρμογής στους στίχους του σημερινών πεποιθήσεων περί ετερότητας, η ανακάλυψη σε αυτούς μιας μεταμοντέρνας διάστασης που υπερβαίνει τις αναζητήσεις της εθνικής ταυτότητας. Κι αυτό γιατί η έννοια της πρόσμειξης του ελληνικού στοιχείου με το ξένο εθνοτικό στοιχείο απορρέει στον Καβάφη όχι από την ανάγνωση σημερινών εγχειριδίων περί εθνογενέσεως αλλά από την αναγκαιότητα της «ποικίλης δράσεως των στοχαστικών προσαρμογών». Ο Καβάφης πιστεύει στην αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνισμού όχι λιγότερο απ' ό,τι ο Παλαμάς, και η πεποίθησή του αυτή μαζί με τη συχνότητα των ελληνικών θεμάτων στην ποίησή του τον κάνουν ποιητή εξίσου ελληνοκεντρικό με τον Παλαμά.

Ενα δεύτερο στοιχείο ομοιότητας, λιγότερο εμφανές, είναι οι πρωτοποριακές προσωδιακές τους αναζητήσεις. Σήμερα, καθώς διαβάζουμε τους στίχους του Παλαμά μέσα από την εμπειρία του ελεύθερου στίχου, δεν είναι εύκολο να αντιληφθούμε την τόλμη που απαιτούσαν στο τέλος του 19ου αιώνα τόσο η διατάραξη του παγιωμένου μετρικού βηματισμού σε ορισμένους δεκαπεντασύλλαβους, στους Ιάμβους και αναπαίστους και στον Τάφο, όσο και η αποδέσμευση των στίχων από την ισοσυλλαβία, την οποία πραγματοποιεί ο Παλαμάς σε όχι λίγα ποιήματά του εκείνης της εποχής. Η στιχουργική καινοτομία αυτών των έργων είναι αναλογικά (για τη δεκαετία κατά την οποία εμφανίζεται) όχι μικρότερη από την απελευθέρωση από το μέτρο, που θα επιχειρήσει αργότερα ο Καβάφης, για την οποία έχει προετοιμάσει το έδαφος ο Παλαμάς.

Ακόμη λιγότερο εμφανές είναι ένα άλλο κοινό στοιχείο του Παλαμά με τον Καβάφη, εκείνο της διαμεσολαβημένης έκφρασης του συναισθήματος. Οσο και αν ο Παλαμάς εκδηλώνεται ως ποιητής ενός σφύζοντος λυρισμού και μιας αισθησιακής γλώσσας, κατά βάθος είναι, όπως ο Καβάφης, «διανοητικός» ποιητής: «αισθάνεται» και αυτός «με τη σκέψη του». Ο ίδιος άλλωστε χαρακτηρίζει τον εαυτό του ποιητή της «λυρικής Σκέψης» (Η ποιητική μου, Δ'). Βέβαια με μια διαφορά ως προς τις διαθέσεις της αισθαντικότητας μέσα στο κράμα αισθήματος - σκέψης. Στον Παλαμά η αισθαντικότητα είναι εξωστρεφής, ενώ στον Καβάφη εσωστρεφής. Γι' αυτό στον πρώτο εκφράζεται με λυρική και στον δεύτερο με ειρωνική γλώσσα, που είναι μια μορφή «διανοητικής» γλώσσας.

* Η μεταθανάτια τύχη

Δύο ποιητές της ίδιας βιολογικής γενιάς που έχουν θεματοποιήσει την ποίηση στους στίχους τους αναλογικά περισσότερο από κάθε άλλον ποιητή της εποχής τους - αυτό είναι ένα ακόμη κοινό τους στοιχείο - και που αισθάνονται την τέχνη τους ως το μόνο υπολογίσιμο αντίβαρο στη φθορά του χρόνου, δεν θα μπορούσαν να μην ένιωθαν ανταγωνιστικά μεταξύ τους και να μην έκαναν σκέψεις για τη διάρκεια όχι μόνο της δικής τους ποίησης αλλά και της ποίησης του άλλου. Ολα τα στοιχεία δείχνουν ότι ο Καβάφης ήθελε να αναγνωριστεί ως ο κύριος ανταγωνιστής του Παλαμά. Αλλά και ο Παλαμάς από το 1920 και μετά θα έπρεπε στον Καβάφη να έβλεπε και όχι στον Σικελιανό το αντίπαλο ποιητικό δέος. Οπως και να έχει το πράγμα, ο λιγότερο ανήσυχος για την μετά θάνατον τύχη του έργου του θα πρέπει να ήταν ο Καβάφης. Βαθύτερος μελετητής της ανθρώπινης φθοράς, θα πρέπει να ένιωθε ότι ο ειρωνικός λόγος που με τόσο μόχθο κατόρθωσε να δημιουργήσει θα μετρούσε περισσότερο στην «τράπεζα του μέλλοντος» απ' ό,τι ο λυρικός λόγος του Παλαμά.
ΠΗΓΗ: ἐφημ. Τὸ Βῆμα,16 Μαρτίου 2003
Reblog this post [with Zemanta]

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

reBlog from spoudasterion.pblogs.gr: Ludus Literarius

A scene from Sergei Bondarchuk's production of...Image via Wikipedia

I found this fascinating quote today:

του Γεράσιμου Βώκου

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ

Γιατί οι άνθρωποι συγκρούονται μεταξύ τους; Κατά την εκδοχή του άγγλου φιλοσόφου Τόμας Χομπς εστίες σύγκρουσης αποτελούν ο ανταγωνισμός, η καχυποψία και η δόξα. Στην καντιανή προοπτική η ανθρωπότητα οφείλει να διανύσει τον αιματοβαμμένο δρόμο των πολέμων για να πετύχει μια ημέρα την ειρήνη. spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009

reBlog from spoudasterion.pblogs.gr: Ludus Literarius

NYC - AMNH: Spitzer Hall of Human Origins - Ho...Image by wallyg via Flickr

I found this fascinating quote today:


Νέες θεωρίες για την εξαφάνιση των Νεάντερταλ

Πριν από 28.000 χρόνια, στην περιοχή του Γιβραλτάρ, μια ομάδα ανθρώπων του Νεάντερταλ φυτοζωούσαν κατά μήκος της βραχώδους ακτής στην πλευρά της Μεσογείου. Πιθανότατα ήταν οι τελευταίοι του είδους τους. Αλλού στην Ευρώπη και στη δυτική Ασία, οι Νεάντερταλ είχαν εξαφανιστεί χιλιάδες χρόνια νωρίτερα, αφού παρέμειναν κυρίαρχοι επί 200.000 χρόνια. Η Ιβηρική χερσόνησος, με το σχετικά ήπιο κλίμα και την πλούσια ποικιλία (εκείνη την εποχή) ζώων και φυτών, φαίνεται ότι ήταν το τελευταίο τους οχυρό. Σύντομα κι ο μικρός πληθυσμός Νεάντερταλ του Γιβραλτάρ χάθηκε, αφήνοντας ως μόνη ανάμνηση της ύπαρξής τους τα πέτρινα εργαλεία και τα υπολείμματα από τις φωτιές που άναβαν μέσα στις σπηλιές.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Ο ρόλος της μόδας στην ψυχολογική διαμόρφωση του ατόμου (individual)

centreImage via Wikipedia

Από την Ντένη Βαχλιώτη

(Απόσπασμα από το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Le Monde». Το άρθρο προέκυψε και οφείλεται στην ιστορική αναφορά του Ανατόλ Φρανς σχετικά με τη μόδα και είναι αποτέλεσμα μικροσκοπικής μελέτης ενός και μόνο τεύχους της «VOGUE», 1984. Η «Βιβλιοθήκη-Καταφύγιο θηραμάτων» το καταχωρεί με την πρέπουσα τιμή.)

Λίγο καιρό πριν από τον θάνατό του ο Ανατόλ Φρανς είχε πει: «Αν ήταν δυνατόν -εκατό χρόνια μετά το θάνατο μου- να διαλέξω ένα βιβλίο, θα προτιμούσα να διάλεγα ένα περιοδικό μόδας- για να δω πώς ντύνονται οι γυναίκες. Γιατί αυτό ακριβώς το ντύσιμο των γυναικών θα μου πει περισσότερα πράγματα για την κοινωνία από όσα θα μου έλεγαν όλοι οι φιλόσοφοι και θεολόγοι».

* * *


Αυτό βέβαια μπορεί να μας φανεί εκκεντρικό, αλλά ο Ανατόλ Φρανς είχε δίκιο, γιατί στην έννοια ΚΟΣΤΟΥΜΙ υπονοείται ένα σύνολο που εμπεριέχει όχι μόνο το ρούχο, το χρώμα του, το STYLE (στιλ) του, αλλά και τα GESTES (χειρονομίες), το ύφος, τις εκφράσεις, τις συμπεριφορές και την ALLURE (σαγήνη) που το συνοδεύουν.

Το ΚΟΣΤΟΥΜΙ λοιπόν είναι η αισθητική πανοπλία μέσα από την οποία συντηρούνται και εξαπολύονται όλοι οι ηθικοί, κοινωνικοί, ιδεολογικοί κανόνες και προτάσεις.

Το κοστούμι είναι το τοτεμικό σύμβολο στο οποίο υπάρχει μια υπονοούμενη αναφορά στους θεσμούς, στα ήθη, στα πάθη, στις δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις, στις φαντασιώσεις και ενοράσεις, στις κατακτήσεις και πεποιθήσεις, στα αποφθέγματα, στις ιδιαιτερότητες, στην ηθική φύση, στην οικονομική δομή, στην πολιτική φυσιογνωμία ενός προσώπου, ενός λαού μιας χώρας, του κόσμου όλου, μιας ιστορικής στιγμής.

Το κοστούμι λοιπόν δεν είναι η γραφή μιας σύνθεσης συναρμολογημένων προϊόντων της τεχνολογίας, αλλά η επιλογή των προϊόντων της τεχνολογίας σκηνοθετημένα έτσι ώστε να αποτελούν μια κραυγή, ένα μήνυμα, ένα σήμα.

Δεν είναι η ρεαλιστική απεικόνιση μιας κατάστασης, είναι η ποιητική διάσταση μιας συγκεκριμένης REALITE (πραγματικότητας).

Ετσι το κοστούμι μπήκε στον κόσμο των συμβολισμών που επικρατούν στις θρησκείες, στα είδωλα, στη μαγεία.

Ετσι το κοστούμι έγινε μέρος της ιεροτελεστίας του θεάματος.

Το κοστούμι κι εγώ είμαστε κοινά συνδεδεμένοι, είμαστε COMPLICES (συνένοχοι) και θύματα σ' ένα κοινό μπαρκάρισμα μιας εξωτερικά αφηρημένης προπαγάνδας.

Το κοστούμι μου είναι η αποδεκτή λειτουργία της επιλογής μου μέσα από την οποία πραγματοποιείται η εκλογή μιας ορισμένης μορφής του κόσμου. Διαλέγοντας τον εαυτό μου, διαλέγω τον κόσμο, είπε ο Σαρτρ. Το κοστούμι είναι η επιλογή μου και η επιλογή μου είναι πολιτική πράξη.

Η μανία του μασκαρέματος -γιατί πρόκειται περί μανίας- και η DECORATION (διακόσμηση) με την έννοια της διάκρισης αλλά και της παρασημοφορίας δούλεψε πάντα σαν παραισθησιογόνο, σαν αυτοπαρασημοφορία, αλλά και σαν μέσο επιβολής. Ετσι, το κοστούμι αποτέλεσε μία από τις μορφές που πήρε η τεχνική της επιβολής.

Ο κόσμος είναι «ενδυματολογημένος» με τη θεατρική έννοια της φιλοτέχνησης. Το κοστούμι λειτούργησε «ενδυματολογικά» παραστασιακά με την έννοια της θεατρικής παράστασης. Ανταποκρίθηκε στην πόζα του ρόλου που ο άνθρωπος επέλεξε ή αναγκάστηκε να παίξει. Ανταποκρίθηκε στην παράσταση που ο άνθρωπος επιλέγει ή αναγκάζεται να δίνει.

Το όνειρο της ταυτότητας να είμαι κάποιος -η αγωνία της διάκρισης, τόσο στον κοινωνικό χώρο όσο και στον ερωτικό αγώνα- υπάρχει πίσω από κάθε έντεχνα χτισμένη, οικοδομημένη ανατομικά και ψυχολογικά, πρόταση της μόδας.

Αυτή λοιπόν η από καταβολής κόσμου αρχέγονη αγωνία του ανθρώπου και η ματαιοδοξία του δημιούργησαν μία από τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες ίσως βιομηχανίες του κόσμου.

Μετατρέποντας αυτές ακριβώς τις αρχέγονες αγωνίες του ανθρώπου σε «στολές», η μόδα έγινε ο μοχλός γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι ιδεολογικοί προσανατολισμοί, οι τονισμοί του κατεστημένου και της αγοράς.

Σ' αυτές τις «στολές» υπάρχει μια τεράστια πολιτιστική -συνειδητή και κατευθυνόμενη- επένδυση μέσα από τη μόδα.

Κάθε άνθρωπος, λίγο ή πολύ, υπόκειται στον κοινωνικό φόβο του «τι φοριέται». Το «τι φοριέται» είναι το ευαίσθητο βαρόμετρο του φόβου αυτού. Μέσα στο «τι φοριέται» υπάρχει μία φυγή στην ασφάλεια της πλειονότητας, στην ασφάλεια που μας δίνει το καπέλο της έγκρισης του κατεστημένου, στην κάλυψη κάτω από την εγγύηση του «καθιερωμένου», του «παραδεδεγμένου», της αυθεντίας.

Με τη λέξη MANNEQUIN (μανεκέν) δεν εννοούμε τον επαγγελματία αλλά τον πιστό που το φοράει, δεν έχουμε έναν παθητικό οργανισμό αλλά έναν άρρηκτα συνυφασμένο μεταβολισμό που οικοδομείται. Μπαίνοντας στο κοστούμι μου, στην πόζα του κοστουμιού μου, όπως ο ηθοποιός μπαίνει στον ρόλο, είναι ένα πρότυπο ζωής που του προτείνεται, ένα MENU (μενού) συμπεριφορών (ATTITUDES) που πρέπει να αφομοιωθεί και είναι αυτό που φοριέται συνειδητά ή ασυνείδητα. Ετσι θα δικαιωνόταν η λαϊκή σοφία: «Το ράσο κάνει τον παπά».

Η μόδα απευθύνεται σ' αυτόν που δεν διαφωνεί με την κοινωνική του ομήγυρη, σ' αυτόν που προσπαθεί να εισπράξει το MAXIMUM (μέγιστο) που προσφέρει αυτή. Δηλαδή, αποτείνεται σε όλους, εκτός του διανοούμενου, του αντίκοσμου των CLOCHARDS (κλοσάρ) και των εξεγερμένων.

Σ' αυτό τον κόσμο, σ' αυτό τον πολιτισμό τον δικό μας, όπου οι μύθοι και τα τυπικά συμβολίζουν μια αιτία, μια αξία, μια στάση πολιτιστική, η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν είναι μόνο του μοντέλου, αλλά και η ισχυροποίησή του, η εγκαθίδρυσή του.

Η μόδα εγκαθιδρύει είδη λατρείας

Μέσα από τις τελετές της σκηνοθετεί το LANGUAGE, τη γλώσσα των μύθων. Στο σχέδιο ενός κοστουμιού το μήνυμα αποκρυσταλλώνεται σύμφωνα με μια οφθαλμοφάνεια που δεν είναι λογική, αλλά με μια ένταση δραματική με τη θεατρική έννοια, η μόδα μας μπάζει στο δικό της σύμπαν (UNIVERS).

Είναι ένα UNIVERS (σύμπαν) που δεν μοιάζει με τίποτα. Η μόδα δοξολογεί την πρόταση. Η μόδα μετατρέπει την πρόταση σε γιορτή.

Η μόδα στρατεύτηκε. Ούτε καν έθεσε ποτέ το ερώτημα της Τέχνης, στρατευμένη ή όχι.

Η μόδα είναι στρατευμένη και συνυφαίνεται και αναπτύσσεται με μια καρδιά που χτυπάει στον ρυθμό όχι των γεγονότων αλλά των στάσεων που παίρνει ο άνθρωπος απέναντι στα γεγονότα.

Αδιάφορο ή ουδέτερο στη μόδα δεν υπάρχει. Σήμερα η μόδα εξελίχθηκε σε μια ROCK OPERA (ροκ όπερα) που εγκαθιστά είδη θεάτρου αλλά και ρόλους, σαν τα παιχνίδια που παίζονται στις συναναστροφές. Οι ήρωές της δεν ενδιαφέρονται να φτάσουν πουθενά. Μπαίνουν σε παροδικές συγκινήσεις χωρίς καμιά ιστορική σύνδεση.

Τα SERIALS (σίριαλ) εκτοξεύονται με δονήσεις, προβολές, με τα STARS, τα αστέρια τους, με τα MODELLES VEDETTES, μοντέλα βεντέτες της, με τις πρεμιέρες της, με τις γιορτές της, με τις παραστάσεις. Με παιάνες και δοξολογίες, με έναν κατακλυσμό από επίθετα και υπερθετικά, με μια ρητορική δοξολογική, εμφαντική και στομφώδη -με μια ποίηση που φτάνει στο ντελίριο- ανοίγει τις πόρτες του φανταστικού στο θάμπωμα, στον υπέροχο κόσμο της, στον κόσμο του θαύματος.

Ολος ο αγοραστικός κόσμος συντονίζεται με μια γρήγορη διαδικασία ομοιοποίησης προτύπων διαφόρων ομάδων. Σε κάθε τέτοιο πρότυπο που προτείνεται δημιουργείται μια συμπεριφορά αλλοτριωμένων τάξεων που υιοθετούν τη χειρονομία που προκάλεσε το MODELLO (μοντέλο) και εδώ επάνω δουλεύουν οι μαζικές πωλήσεις αλλά και οι μαζικοί υπνωτισμοί που το καταξιώνουν.

Ετσι η μόδα μπήκε στη χορεία των κρυφών δεσποτισμών.

Στηριζόμενη λοιπόν τόσο στις τρέχουσες αυτές πολιτιστικές θέσεις και απόψεις όσο και στους νόμους της κατανάλωσης και στη διάστασή μας του «τι φοριέται», η μόδα φτιάχνει τη δική της μυθολογία, τα δικά της SCENARIA (σενάρια).

Ο σχεδιαστής είναι η ψυχή της μόδας, είναι ο πρεσβευτής της φιλοσοφίας της, ο προπαγανδιστής της, ο στιχοπλόκος της, ο ποιητής της. Παίζει τον ρόλο του μύστη αλλά και του σκηνοθέτη. Είναι αυτός που κρατάει το μαγικό στοιχείο υπό έλεγχο.

Ο «MAITRE» (μετρ) θαυματοποιός συνθέτει, εξαπολύει και προβάλλει στα πέρατα του κόσμου τυποποιημένες εικόνες CLICHES (κλισέ) έτσι που εκατομμύρια άτομα βλέπουν τις ίδιες συμπεριφορές CLICHES (κλισέ) σαν να ήταν γραμματόσημα, με αποτέλεσμα διαφορετικοί άνθρωποι από διαφορετικούς κόσμους να μετατρέπονται σε πανομοιότυπα. Αυτή η τυποποίηση είναι που επιδρά στο άτομο. (Από δω ξεκινάει μία από τις βασικότερες παραμέτρους της παγκοσμιοποίησης).

Εβγαλε, λέει, ο YVES SAINT LAURANT (Υβ Σεν Λοράν) «συνθέσεις φολκλορικές, σαλβάρια, μπουφάνς ρώσικα: Εβγαλα γεύσεις εξωτισμού BARROQUE (μπαρόκ)».

«Μια νύχτα, λέει, νύχτα λάμψης ανατολίτικου σαράι με σαλβάρια κεντημένα με μαργαριτάρια φορεμένα από αληθινές σουλτάνες με το πρόσωπο σκεπασμένο πίσω από μάσκες, με φτερά εξωτικά και στοιβαγμένες πολύτιμες πέτρες».

Ο σχεδιαστής αυτός είχε επίγνωση του εορταστικού και του θεάματος!

Ντυνόμαστε λοιπόν γραμματόσημο modello (μοντέλο) χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι μπήκαμε ήδη στο έργο, ότι παίζουμε ήδη την παράσταση, ότι φερόμαστε σαν το μοντέλο του οποίου γινόμαστε το πρότυπο, στρατιώτης του αλλά και μαχητικό του στέλεχος συγχρόνως.

«Αν θέλουν τελικά οι γυναίκες να είναι αυτό που ο YVES SAINT LAURANT (Υβ Σεν Λοράν) τις ήθελε να είναι, είναι ότι το ξέρουν και εν γνώσει τους διαλέγουν να είναι αυτό που ο YVES (Υβ) ζητάει από αυτές».

«Εδώ στηρίζεται η δύναμη του σχεδιαστή» έλεγε η FRANCOISE SAGAN (Φρανσουάζ Σαγκάν).

Το μοντέλο τελικά θα αντιγραφεί και θα ενσωματωθεί σαν τύπος συμπεριφοράς όλου του πληθυσμού. Θα γίνουμε ο καθολικός λόγος της κοινωνικής μάσκας, του κοινωνικού ρόλου, από όπου οι επιθυμίες γίνονται πια κατευθυνόμενες.

Με αυτή την έννοια η μόδα γίνεται και είναι «σημαίνον ενός πολιτισμού» κατά τον ROLLAND BARTHES (Ρολάν Μπαρτ).

Αλλά πόσο το ξέρουμε ποιος το καθόρισε αυτό; Ομως εκείνο που ξέρουμε σίγουρα είναι ο κατακλυσμός των πωλήσεων αλλά και τα εκατομμύρια γυναικών - αντίτυπα όλων αυτών των εξωφρενικών προτάσεων.

Τώρα, τι προτείνουν οι «προσανατολιστές» της μόδας!

Κατ' αρχήν η μόδα τα προτείνει όλα και αμέσως, απορρίπτοντας τις μακροχρόνιες αλλαγές... Ομως γιατί τόση αναρχία -από το μίνι στο σαλβάρι και από το σαλβάρι στο unisex- γιατί τόση σύγχυση, γιατί αυτός ο χορός των μεταμφιεσμένων.

Στην εποχή μας ο άνθρωπος ο ίδιος είναι σε σύγχυση με τη νομική έννοια. Η μόδα όχι μόνο εκφράζει αυτή τη σύγχυση, αλλά και την τρέφει.

Είναι άχρηστο να σκεφτούμε ποιο σχήμα μας αντιπροσωπεύει χωρίς να σκεφτούμε πού στοχεύει ο άνθρωπος σήμερα - ηθικά, ιδεολογικά, ταξικο- οικονομικά. Δεν υπάρχουν καθορισμένα σχήματα έστω και προσωρινά όπως, π.χ. η POMPADOUR. Η Μαντάμ Πομπαντούρ ήταν η γυναίκα του ROCOCO (ροκοκό). Τέλεια ταύτιση μορφής και περιεχομένου. Τα σύνορα, τόσο τα γεωγραφικά όσο και τα ιδεολογικά, γίνονται όλο και πιο ρευστά καθημερινά. Οι εθνικισμοί τουριστικοποιούνται, οι πληθυσμοί πηγαινοέρχονται σε τέτοια έκταση, που κάθε μέρα γινόμαστε όλοι κάτι λίγο από όλα -χάνεται έτσι όλο και πιο πολύ κάτι από αυτό που ήμασταν.

Η γυναίκα, ας πούμε -ποια γυναίκα;- ψάχνει τον εαυτό της, μα δεν τον βρίσκει. Μεταξύ της ερεθίστριας ALLUMEUSE, ανάφτρα - είδος παρακμιακό και ανεπαρκές, της γόησσας που δεν τολμάει να τη διεκδικήσει ανοιχτά, της μοιραίας που αγγίζει την καρικατούρα, του φεμινισμού που την τρομάζει και την πλήττει, στην οικογένεια που δεν τη φτάνει πια, στον πολιτισμό που δεν είναι ακόμα εξοπλισμένη (δεν μιλάμε για την Curie) δεν έχει καθορισμένο σχήμα.

Ο άνδρας -μεταξύ machismo, μεταξύ πρότυπου εραστή, είδος υπό εξαφάνισην- μεταξύ της φιλοσοφίας της υπεροχής του πατριάρχη και της ποδιάς της κουζίνας αμερικανικής προελεύσεως τα 'χει χαμένα και καταποντίζεται από τη φεμινίστρια, την ανεξάρτητη, την απελευθερωμένη.

Οι νεολαίοι

Αυτοί που η εφηβεία τους έχει περάσει από τους καταυλισμούς της ROCK (ροκ), του παραισθησιογόνου, της ταχύτητας -που θέλουν να τονίσουν την παρουσία τους, αλλά και τη διαμαρτυρία τους- την επανάσταση που έμεινε στην εξέγερση. Αυτοί που ξεφαντώνουν με τρομακτικά χορευτικά, που τρέφονται με τη σεξουαλική τεχνολογία κόντρα στο free sex, που τραγουδάνε σαν τις γάτες, που χτενίζονται σαν αρνιά, που βάφουν τα μαλλιά τους καροτιά και κόκκινα σαν τον Εωσφόρο, που μιμούνται τα ζώα, που μακιγιάρονται τέρατα, που ντύθηκαν cartoons, που ντύνονται πτώματα, που ντύθηκαν έντομα, σκουλήκια, κάμπιες, που ντύνονται κατάδικοι, ευνούχοι, βασανιστές, κυρίαρχοι, ΝΑΖΙ (ναζί) που παραδίδονται στη γοητεία του θανάτου και σφαδάζουν σε σαδιστικο-μαζοχιστικές επιδεξιοτεχνίες (virtuositees). Γι' αυτούς η μόδα, η σύγχρονη μουσική και ο θόρυβος έγιναν οι κυριότεροι τροφοδότες της κουλτούρας τους.

Οι μικρομεσαίοι -το μεγαλύτερο αγοραστικό κοινό- είναι ο κόσμος του μαζικού pret a porter. Από το ρούχο της δουλειάς στο ρούχο των διακοπών - είναι ο κόσμος των διακοπών, των ταξιδιών των groups (γκρουπ) της τουριστικής ιδεολογίας των εθνικών φολκλορικών επιρροών.

Ολον αυτό τον κόσμο τον χαρακτηρίζει μια διάθεση φυγής -φυγής στο όνειρο, στη νοσταλγία, σε οτιδήποτε του δίνει την ευκαιρία να το σκάσει από την πραγματικότητα. Και εδώ ακριβώς η μόδα προσφέρει αριστοτεχνικά τα επιτρεπτά standards (στάνταρ) φυγής στο όνειρο, στο θάμπωμα - από το παρελθόν, αναπολήσεις χαμένων παραδείσων μέχρι διαστημικές εξορμήσεις προς εξεύρεση αγνώστων παραδείσων.

Σ' αυτά τα όνειρα, η μόδα αντιπαραθέτει μια δειγματογραφία «στολών» ολόκληρης της εξέλιξης του είδους από την εποχή που ήταν ανόργανη ύλη -νύμφη- μέχρι το ανθρωπάκι του διαστήματος, τον Ε.Τ. Προτείνει μορφές της εξέλιξης της βιολογίας πριν από την εμφάνιση της συνείδησης. Εδώ προβάλλει μια τεράστια γκάμα «στολών» από την εντομολογία σε ζουγκλοειδή ανθρωποειδή.

Προτείνει επιστροφή στις ρίζες - πίσω στους πρωτόγονους, τότε που ο άνθρωπος φόρτωνε την αγωνία του στους θεούς, στα είδωλα. Βιομηχανοποιούνται, τουριστικοποιούνται, εκλαϊκεύονται όλα τα ΤΟΤΕΜ και τα ΤΑΜΠΟΥ και τα σκιάχτρα όλων των θρησκειών και όλων των πανικών.

RETRO στο RETRO (ρετρό) -αναδρομή σε άλλες εποχές της ιστορίας από τη Γένεση και εντεύθεν- σε εποχές ασφάλειας και μεγαλοπρέπειας, glamour και κεφιού, έρωτα και ερώτων, ομορφιάς και κατανάλωσης.

ΜΙΝΙ στο ΜΙΝΙ της νοσταλγίας στην παιδική ασφάλεια και θαλπωρή της οικογενειακής φωτογραφίας που μας ετοίμαζε μια ζωή που θα τη διανύουμε κυνηγώντας πεταλούδες και παίζοντας τόπι.

Από το ΜΙΝΙ -στις στολές των φολκλορικών εθνικών εξωτισμών των γεωγραφικών ονείρων της τουριστικής ιδεολογίας των μικρομεσαίων- μέχρι τις σαδομαζοχιστικές εκκεντρικότητες της sophistication της ενοχής. Από καρφιά, χαλκάδες, φετίχ, μαστίγια, ματωμένα maquillage (μακιγιάζ) φυσικής αποσύνθεσης, νεκρικές μάσκες, μέχρι όλα τα σύμβολα πίστης σε αυτοβασανισμούς μέχρι εξοντώσεως.

Το αποτέλεσμα, εκατομμύρια αντίτυπα του πληθυσμού να υπηρετούν όλες αυτές τις εξωφρενικές συνθέσεις.

Τελικά, ο άνθρωπος μπήκε σ' έναν πανζουρλισμό μεταμφιέσεων αγκομαχώντας να φτάσει ένα ένα τα προτεινόμενα πρότυπα, έτσι ώστε να αποτελέσει ο ίδιος το πρότυπο αυτής της σύγχυσης και η μόδα, μαζί με τη διαφήμιση, να γίνει ο κυριότερος υποστηρικτής των φιλοσοφιών της λήθης, πιο ανακουφιστικές και πιο σκασιαρχικές σαν στάσεις ζωής.

Και εδώ προκύπτει αναπόφευκτα ένα βασικό ερώτημα ή μάλλον μια διαπίστωση:

Γιατί αυτές οι στολές μάς φαίνονται σαν μεταμφιέσεις αποκριάτικες;

Γιατί παρόλο που συνηθίζουμε στις εκκεντρικότητες της μόδας, όταν, π.χ., βλέπουμε στις collection (κολεξιόν) τις «σουλτάνες με τα σαλβάρια στοιβαγμένα με πέρλες και το πρόσωπο κρυμμένο με κάσκες και φτερά» μας φαίνεται ότι το mannequin, μανεκέν δεν είναι συντονισμένο με την εικόνα;

Γιατί μας φαίνεται ότι είναι έτοιμη για το καρναβάλι;

Γιατί υπάρχει απόλυτη ρήξη μορφής και περιεχομένου - γιατί η γυναίκα σήμερα με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να συμπεριφερθεί σαν γυναίκα που κυκλοφορεί με σκεπασμένο το πρόσωπο. Δηλαδή, η πολιτιστική επένδυση δεν είναι δυνατή παρά μόνον εφόσον η μορφή και το ιδεολογικο-ψυχολογικό περιεχόμενο δεν είναι σε ρήξη.

Κάθε κοστούμι, μα κάθε κοστούμι, έχει τη μυθολογία του.

Για να βρει κανείς τον συμβολισμό ενός ρούχου -για να το εξηγήσει, τη μυθολογία του- πρέπει να βρει τις πρωταρχικές ανάγκες που το δημιούργησαν. Δηλαδή, το σαλβάρι αναδύθηκε και ανταποκρίθηκε μέσα στις ανάγκες ενός ερωτικού κώδικα των χαρεμιών με άλλες πίστεις, με άλλα τελετουργικά που η γυναίκα που το φορούσε στον συγκεκριμένο χώρο ήταν προϊόν ψυχολογικό όλων αυτών. Υπήρχε μια απόλυτη ταύτιση συμπεριφοράς με τη λειτουργία του κοστουμιού.

Στην εποχή του ελεύθερου, αδέσμευτου, γρήγορου έρωτα και των αντισυλληπτικών, ένα σαλβάρι-σύμβολο μιας εθιμοτυπίας ερωτικών διεγέρσεων που στηριζόταν σε μια μακρόσυρτη λειτουργία εθιμοτυπικών διαδικασιών της πρόκλησης μεν αλλά της εις το απώτατο άκρο αναμονής σε μια ρυθμισμένη στιγμή παράδοσης -η πρόταση μοιάζει χωρατό- αλλά ένα χωρατό που φτάνει στην καρικατούρα.

Μια σημερινή δυτική γυναίκα τι σχέση μπορεί να έχει με αυτές τις μνήμες - που ούτε η σύγχρονη Τουρκάλα δεν έχει πια. Που μπορεί να το πάει το σαλβάρι σήμερα στην discoteque (ντισκοτέκ) να χορέψει μόνη ή το πολύ πολύ να προχωρήσει, αν δεν βαρεθεί, σε καμιά «επιτάχυνση του ερωτικού ξεπετάγματος του μίνι»1 του 1982. Ή θα παίξει την παράσταση την ερωτική της μυθολογίας του σαλβαριού στον σημερινό κόσμο τον τόσο κατακλυσμένο από τόσο πλαστικό. Οσο και το σαλβάρι να φορεθεί με πάθος και φανταστική ταύτιση στην καθημερινή ρουτίνα και σε τόση απομυθοποίηση, το όνειρο δεν φτάνει στην πίστη.

Οτι κάθε μοντέλο μπορεί να αποτελεί ένα υπέροχο έργο τέχνης δεν σημαίνει ότι εμείς δεν βρισκόμαστε σ' έναν χώρο που δεν αναγνωριζόμαστε, σ' έναν χώρο που δεν ταυτιζόμαστε μαζί του.

Και το πρετ-α-πορτέ των μικρομεσαίων με τους μεγάλους τυποποιητές του είναι το μεγάλο επίτευγμα του αιώνα στην ιστορία και τη φιλοσοφία της μόδας. Παρόλο που έφθασε τους τουριστικούς εξωτισμούς σε μαζική παραγωγή διεθνούς βεληνεκούς, κατάφερε να κρατήσει σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργικότητα του ρούχου με το ύφος της εποχής μας, με τις ταχύτητές μας, με τις ανάγκες μας. Το παντελόνι, το σακάκι, το πουκάμισο... Το PRET-Α-PORTER (πρετ-α-πορτέ) όλα αυτά είναι το μεγάλο επίτευγμα του αιώνα στην ιστορία της μόδας της εποχής μας -μας αντιπροσωπεύει, λειτουργεί μαζί μας με τις ταχύτητές μας, με τις ανάγκες μας.

Αντίθετα, η HAUTE COUTOURE (υψηλή ραπτική) όμως, με τους μεγάλους εξειδικευτές της μέσα από απόπειρες και τάσεις άστοχες, άναρχες και αυτοαναιρούμενες και άμεσα αντιφατικές, αυτοηδονιζόμενη με μια ρητορική εκκωφαντική που δεν έχει αλλάξει από το 1920, καταφεύγει σε θολές, νοσταλγικές, απελπισμένες προσπάθειες επιστροφής και συντήρησης της ιδεολογίας της μόδας της εποχής του POIRET (1910-20). Το παρανοϊκό σήμερα είναι ότι η μόδα και εμείς προσπαθούμε να ταυτιστούμε με εικόνες και μυθολογίες που ανταποκρίνονται σε συμβολισμούς που δεν λειτουργούν στην εποχή μας.

Είναι μέρος μιας παράστασης που την παίζουμε και δεν την πιστεύουμε.

Είναι μια πολιτική στην οποία είμαστε συνένοχοι, συμμέτοχοι, μέτοχοι και θύματα.

Ναι, και όσο παρανοϊκά να μοιάζουν όλα αυτά, η πολιτική αυτή της μόδας επιβιώνει περίτρανα μάλιστα παρ' όλα τα φεμινιστικά κηρύγματα, τις γυναικείες οργανώσεις, τις σοσιαλιστικές εξάρσεις, με την ευλογία του κράτους -των καλλιστείων- σαν θριαμβική επικύρωση του ηθικού δικαίου, της δημόσιας τάξης, και σαν μοντέλο που αντιπροσωπεύει τον κόσμο σήμερα.

Επιβιώνει δε τόσο περίτρανα ώστε: «Η μόδα αποτελεί τον παράγοντα-κλειδί του πλούτου του έθνους» λένε οι Αγγλοι.

Οσο για τους Γάλλους...

Η κυβέρνηση έδειξε εξαιρετική «κατανόηση» και «ευαισθησία» στην οικονομική και πολιτιστική σημασία της μόδας».

Επικυρώνοντας τη δόξα της, εγκαθιστώντας τα καλλιστεία της στους κήπους του Λούβρου.

Αυτό συνέβη για πρώτη φορά το 1984, όπου και υπό την αιγίδα της κυβέρνησης ανέδειξε ότι η μόδα ήταν η δεύτερη σε σειρά πηγή εθνικού εισοδήματος μετά τη βαριά βιομηχανία. Και υπό την αιγίδα της κυβέρνησης -με κοσμική φροντίδα δεξιώσεων και εκδηλώσεις κύρους και αίγλης βερσαλλιακών διαστάσεων, αποκαθηλώθηκε η μόδα στην «Ουράνια αψίδα της». Ανακηρύξανε το Παρίσι σε παγκόσμια πρωτεύουσα της μόδας και η μόδα καθιερώθηκε και παρασημοφορήθηκε σαν πολιτιστικό στοιχείο «εθνικού γοήτρου» - και η μόδα πήρε για πρώτη φορά στην ιστορία της την επίσημη κρατική αναγνώριση εθνικού γοήτρου. Περίτρανη απόδειξη επί των ημερών μας, η καθιέρωση και αποδοχή της κ. Κάρλα Μπρούνι, πρώην επιτυχημένου μοντέλου και σούπερ σταρ του χώρου της μόδας, ως πρώτης κυρίας της Γαλλίας.

Ο Jacques Lang επικυρώνει θριαμβικά το profile (προφίλ) της μόδας χαρακτηρίζοντάς τον σαν «μία εξόρμηση πολιτικο-πολιτιστική, η οποία προϋποθέτει την ενεργοποίηση της βιομηχανίας, της στρατηγικής, τη δωροθέτηση, την προπαγάνδα, τη διαφήμιση».

«Το γοητεύειν δεν είναι accesoire (αξεσουάρ)».

«Το γοητεύειν περνάει από τη γυναίκα».

«Ολα περνάνε από τη γυναίκα».

«Εμποροποιείστε, επενδύστε στη γυναίκα τη γοητεία».

Ετσι, μέσα από φεστιβάλ εξαιρετικής πολυτέλειας όπου αναιρείται ο παραδοσιακός ρόλος του άνδρα και της γυναίκας, μέσα από την παγκόσμια κατακραυγή κατά της πατροπαράδοτης θηλυκότητας που μετέτρεψε τη γυναίκα σε «σκεύος ηδονής» για να μεταχειριστούμε τον όρο των φεμινιστριών τώρα και από εδώ το Παρίσι με μια καταιγιστική παραληρηματική ρητορική το μανιφέστο της μόδας, πιστό στις επιταγές του τότε υπουργού Πολιτισμού, εκτόξευσε τη «θηλυκότητα», την παντοδύναμη και προφανώς αιώνια θηλυκότητα.

Και η γαλλική υψηλή ραπτική HAUTE COUTURE κραυγάζει τον θρίαμβο της «Γυναίκας-όνειρο» της «Γυναίκας-Σειρήνα», της Γυναίκας-«Γυναίκα», της Γυναίκας-«πολύ γυναίκα», της γυναίκας-«ολοκληρωτικά Γυναίκα».

«Η Γυναίκα του φθινοπώρου 1984 έρπει μέσα σε συννεφιασμένες ατμόσφαιρες θολές, τυλιγμένη μέσα σε παλτά μακριά, πολύ μακριά, κουκουλωμένη στις ZIBELENES (ζιμπελίνες), το βλέμμα σκοτεινό, οι RENARDS, ρενάρ αλεπούδες ανεμίζουν γύρω της... και όλα είναι μυστήριο»!

Ναι, ναι, ακριβώς έτσι περιγράφεται η φθινοπωρινή κυρία του 1984.

«Ζήστε τη θηλυκότητά σας μέσα στον θρίαμβο του υπέροχου».

«Αφομοιωθείτε στο μυστήριο και στο όνειρο».

«Ενσωματωθείτε στη θηλυκότητα που ανοίγει τις πόρτες του ονειρικού». «Ενσωματωθείτε στη θηλυκότητα της ερωτικής διέγερσης».

«Στην θηλυκότητα των χιλίων και μιας νύχτας».

«Στη θηλυκότητα που σας υπόσχεται ένα μέλλον».

«Ενσωματωθείτε στις ιδιαιτερότητες VEDETTE (βεντέτας)» του λαιμού κύκνου Κολ-ρουλέ, όμως -και αν ακόμα δεν είναι ρουλέ είναι οπωσδήποτε ένας λαιμός και μάλιστα κύκνου-... και του γόνατου(!!!), όπου επισημαίνεται πιθανώς η τροχαία μετατόπιση της ερωτογενούς ζώνης.

Ενσωματωθείτε:

«Στις παραμυθένιες φανταστικές και τρελές γούνες των αδελφών τάδε!

«Στη δαμασμένη GARCONNE, το δαμασμένο αγοροκόριτσο».

«Στις θηλυκές που παίζουν τους στρατιώτες».

Αυτό το FRIELEUSES, κρυοσιάρες κατά κυριολεξία, που επαναλαμβάνεται με τόση επιμονή, πρέπει να έχει να κάνει με μια πόζα ιδιαίτερα γοητευτική που μας δίνει η αίσθηση του ρίγους και που σίγουρα αυτή η πόζα είναι ένα κάλεσμα για αγκάλιασμα, για προστασία, για χουρχούλιασμα... και για γούνα βέβαια!

Και οι επιταγές συνεχίζονται πάντα στο ένα και ίδιο περιοδικό, VOGUE 1984.

Αφομοιωθείτε με τις:

«Αχαλίνωτες για LUXE (χλιδή)»,

με τις «μελαγχολικές γόησσες» με σκοτεινό βλέμμα,

τις «μυστηριώδεις» - ανατολίτικα και ξετρελαμένα βραδινές,

τις «μοιραίες» με φόρεμα που παντρεύεται το σώμα,

τις «αινιγματικές» σκοτεινές ΜΑ ΝΟΝ TROPPO,

τις «φιλήδονες» με πανταλόνι μαύρο FORTISSIMO,

τις «ερεθίστριες» με VLEU RELAXED ήρεμο - «Relaxed» και «ερεθίστρια»

συγχρόνως,

τις «σουλτάνες»,

τις «δυναμικές»,

τις «παραμυθένιες»,

τις «παραληρηματικές».

Και κείνο το βράδυ, το βράδυ «TRES SARAIL», τα MANNEQUNS ακουμπούν «ονειροπόλικα» στα κάγκελα της σκάλας - έπειτα κατεβαίνουν με κινήσεις αργές SLOW ΜΟΤΙΟΝ που μοιάζουν μ' ένα «ηδονικό βήμα χορού». Το «FUZITA» μια ατμόσφαιρα «βαριεστημένης ελκυστικότητας που σαγηνεύει το πνεύμα και το μάτι».

Και οι μετρ συνεχίζουν με δηλώσεις βροντερής ρητορικής:

«Ολα εξαρτώνται από τη γυναίκα».

«Αυτό που μ' ενδιαφέρει είναι το όνειρο».

«Η μόδα είναι δαρβινική».

«Για μένα το ενδιαφέρον είναι το σώμα»,

πρέπει να κρατηθεί το μυστήριο».

«Το ακαθόριστο -το περίπου- το σχεδόν».

«Το θεατρικό, προ παντός το θεατρικό».

«Στη μόδα μετράει το μεγάλο θέαμα».

«Ενα κλείσιμο ματιού στην παιδικότητα και τα νανουρίσματά της».

«Μια μεγάλη επιτήδευση για μεγάλες στιγμές».

«Το φόρεμα δεν το φοράς, το ακούς».

«Στις αισθησιακές ανατριχίλες ενός γυμνού ώμου».

«Χρώματα κουφά πνιγμένα».

«Καπέλα - περούκες».

«Μανίκια ακατανόητα».

«Ενα τόσο δα στρατιωτικό».

«Φουστάνια ρευστότητας».

«Φουστάνια μαχητικά».

«Φουστάνια-VALSE (βαλς) γοητευτικά και τρυφερά».

«Φουστάνια-TANGO, τάνγκο αισθησιακά και υπανιχτικά»

και για το τέλος της κολεξιόν...

«Ανατριχιάζουσα μέσα σε κατσαρωμένα κατακόκκινα τούλια η νύφη του 1984 κόκκινη, κατακόκκινη, με μάγουλα τονισμένα με μια υποψία διακριτικού BLUCH της CHANEL - μεν, αλλά το στόμα κόκκινο, κατακόκκινο, αιχμηρό κόκκινο, επιθετικό, καυτό-καυτό».

Ολα αυτά συνοδεύουν αλλά και καθορίζουν τη νύφη της μόδας.

Και τα «ρωσικά μπαλέτα».

Και το «μεγαλειώδες».

Και «ο λυρισμός».

Και «η νοσταλγία μιας εποχής».

Και «η νοσταλγία μιας γυναικείας κίνησης».

Και «νοσταλγία του τελετουργικού ενδύματος».

«Είμαι ερωτευμένη με την "Αρχαία Κίνα"».

«Αγαπώ το μυστικό των INCAS, Ινκας - της Βαβυλώνας - της Ατλαντίδας, αλλά είμαι αποφασισμένα μοντέρνος».

Και ο βομβαρδισμός συνεχίζεται:

«Δανδής υπέροχος»: (πρόκειται για κορίτσι), «GLAMOUR MARILYN, γκλάμουρ Μέριλιν», «ψευτο-αυστηρό»,

«εναλλασσόμενο επ' άπειρο»,

«βελουτέεε!»,

«SHOW-ΒΙΖ».

«Συγκεντροποιήστε το βλέμμα».

«Μοντερνοποιήστε τη φαντασία».

«Πνίξτε τις αντιθέσεις».

«Ξεχάστε το κλασικό».

«Σοκάρετε τις ανυποψίαστες».

«Ποντάρετε στην αιχμηρή θηλυκότητα».

«Φτάστε στο πρόσωπο στο «θείον» με επιθετικότητα» -και θείον και επιθετικό;

«Κραυγαλέο, πολύ κραυγαλέο, όχι κατ' ανάγκη ωραίο».

Και έτσι συνεχίζεται το λαχάνιασμα εντολών-επιταγών:

Δώστε Εύες στους άνδρες.

Δώστε κούκλες στους άνδρες.

Δώστε ξανθές στον πολιτισμό.

Δώστε τόπια στις ηλικιωμένες.

Δώστε μαστίγια στους νέους.

Και έτσι φορέσαμε:

-όλα τα κοστούμια της γύμνιας

-όλα τα κοστούμια της εφηβικής σεξουαλικότητας

-όλα τα κοστούμια των εξωγαμιαίων σχέσεων

-όλα τα κοστούμια των αντισυλληπτικών

-όλα τα κοστούμια της μαύρης μήτρας

-όλα τα ρούχα των δονήσεων, των συγκρούσεων, τα επιθετικά, τα κοιμιστικά, τα διεγερτικά.

Ολοι ξέρουμε ότι έτσι φοράμε καθημερινά και μάλιστα εν μέση οδώ όλον τον μέχρι πνιγμού πολύχρωμο βαρύ οπλισμό κάποιας πρωτόγονης λατρείας, όλα τα ουρί του παραδείσου, όλους τους χαλκάδες του δουλεμπορίου, όλους τους πολυελαίους της δύσης, όλους τους εξωτισμούς, όλα τα μεθυστικά, όλον τον ενδυματικό κατακλυσμό, όλον τον γυμνικό κατακλυσμό και ξέρουμε πως ντυθήκαμε όλες τις Εύες, όλες τις κούκλες, όλα τα σκιάχτρα και όλοι ξέρουμε πως φτάσαμε στο σημείο να λαλήσουμε - να λαλήσουμε...

Είμαι παραδείσιο, είμαι άνθος, είμαι νύχτα, είμαι σύννεφο, είμαι νύμφη, είμαι φίδι -είμαι φλόγα- σίγουρα είμαι φλόγα!

Πόσο όμως είμαι φλόγα!

«ΜΑΚΕ-UP (μέικ-απ) για τρέλα»

«CRAZY επιτυχημένο»

«Διαστημικά φανταστικό»

«Ριγωτές και μεταλλικές βλεφαρίδες» και τα λοιπά και τα λοιπά

«Μεταξύ της ριγωτής μεταλλικής βλεφαρίδας και της AEROBIC αερόμπικ κινησιολογίας και τη νοσταλγία... γενικώς, είναι σίγουρο ότι το σχήμα μας τού αύριο είναι όντως εικόνα SPIRAL (σπιράλ)».

Βασικό χαρακτηριστικό του SPIRAL (σπιράλ) είναι το ZIG-ZAG (ζιγκ ζαγκ) το οποίο βέβαια διαγράφει κατά μήκος, πλάτος και κατά επιφάνεια διάφορες σπαστικές κινήσεις.

Και έτσι φτάνουμε λαχανιασμένοι στη διαπίστωση ότι η μόδα λειτουργεί όπως λειτούργησαν ιστορικά η αρχιτεκτονική και η μαγειρική, δηλαδή έχασε σχεδόν τελείως την επαφή της με τις ανάγκες που τη δημιούργησαν.

Στον αγώνα της η μόδα να σταθεί στο ύψος των απαιτήσεων των νανουρισμάτων, εκτροχιάστηκε σε μια υστερία χωρίς προηγούμενο. Μ' ένα φρενιτικό παραλήρημα υπερβολής και υπερβολών μπήκε σ' έναν κατακλυσμό προτάσεων στολιδιών, στολισμάτων επί των στολιδιών, ρητορικών σχημάτων, ποιητικών εκκεντρικοτήτων, επιθέτων, υπερθετικών, υμνητικών εφάμιλλο μιας «Grande Bouffe» - σχεδόν grandquignolesque και που τελικά κατέληξε να αποτελέσει μια μορφή παραισθησιογόνου, με αποτέλεσμα το κασκέτο του Λένιν στις boutiques του King's Road να έχει τόση σχέση με τον προλετάριο και οι «frileuses» αυθάδικα decolletees με τη ζεστασιά - όση και το Duomo του Μιλάνου με την πίστη.

Ομως αυτή η πολιτική της μόδας έφτασε με την τρομακτική βουλιμία της στην πρωτοπορία της παγκοσμιοποίησης. Εγινε καθεστώς παγκόσμιο. Από το pret a porte στα διαφόρων μορφών σκασιαρχεία -στις τελετουργικές ανάγκες της υψηλής ραπτικής «HAUTE COUTURE», η μόδα έγινε παγκόσμια.

Και έτσι, παρόλο που η αρχιτεκτονική και η μαγειρική αρχίζουν να συνετίζονται και να συγχρονίζονται -σχετικά-, η μόδα γράφει το ένα μετά το άλλο τα επεισόδια ενός μακρόσυρτου σίριαλ, το οποίο αποτελεί την ιστορική γραφή της εποποιίας της βουλιμίας και της κατάχρησης.

Υπάρχει κάτι το ποιητικά grandquignolesque στη μόδα.

Υπάρχει κάτι το ποιητικά grandquignolesque στην κατάχρηση.

Αν λοιπόν ξύπναγε ο Ανατόλ Φρανς και άνοιγε το περιοδικό που άνοιξα εγώ, θα έβλεπε -μέσα από αυτό το defile, ντεφιλέ- τη γυναίκα να πορεύεται παραπαίοντας και παραπατώντας σε κατάσταση μεθυσμένης σύγχυσης, εγκλωβισμένη μέσα στα όρια μιας εποχής ταραγμένης, που γνώρισε αγωνία, ανασφάλεια, και εξίσου μεθυσμένης σύγχυσης - προπαντός σύγχυσης.

Οσο για τη μόδα, θα κατέληγε στη διαπίστωση ότι η ιδεολογία της, η κοσμοθεωρία της, έχοντας φτάσει ολοκληρωτικά στην παγκόσμια παγκοσμιοποίησή της, η μόδα είναι πάλι της μόδας...

Και καλά κρατεί!

1. Αυτή ήταν η φίρμα, ο χαρακτηρισμός του μίνι το 1982.
Reblog this post [with Zemanta]

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009

ΜΜΕ και Κοινωνία των Πολιτών

Livro ou TV?

του Παύλου Σούρλα, καθηγητή στο Παν/μιο Αθηνών

Η κοινωνία των πολιτών είναι η μόνη που μπορεί να αναλάβει τον έλεγχο της λειτουργίας των ηλεκτρονικών ΜΜΕ

Δύο σημαντικές αλλαγές που σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια στον τομέα των μέσων μαζικής ενημέρωσης (ΜΜΕ) μας αναγκάζουν να ξανασκεφθούμε ορισμένους βασικούς πολιτικούς θεσμούς μας που έχουν άμεση σχέση με το δημοκρατικό μας πολίτευμα. Η πρώτη ήταν η εξέλιξη της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, που επαύξησε σε ιλιγγιώδη βαθμό τη δυνατότητα και την ταχύτητα διάδοσης των πληροφοριών που είχαν ήδη πετύχει ο έντυπος λόγος και τα ερτζιανά κύματα. Η δεύτερη ήταν συνέπεια της πρώτης. Η συνεχής τεχνολογική εξέλιξη απαίτησε ανθρώπους ικανούς να την παρακολουθήσουν και να εκμεταλλευθούν τις εφαρμογές της αλλά και να εισφέρουν τα απαραίτητα κεφάλαια για την ανάπτυξη των υποδομών και τη δημιουργία των απαιτούμενων οργανωτικών σχημάτων, τομείς στους οποίους η ιδιωτική πρωτοβουλία αποδείχθηκε υπέρτερη της κρατικής προσαρμοστικής ικανότητας και επενδυτικής προθυμίας. Συνέπεια ήταν η λειτουργία ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών να περάσει κατά το μεγαλύτερο μέρος της από το κρατικό μονοπώλιο, όπου ανήκε ως τότε, στα χέρια ιδιωτών προσλαμβάνοντας μορφές οργάνωσης που έχουν ως βασικό τους σκοπό το οικονομικό κέρδος.
Η εξέλιξη αυτή είχε θετικές και αρνητικές επιπτώσεις. Για να τις αντιληφθούμε πρέπει πρώτα να σχηματίσουμε σαφή εικόνα της κοινωνικοπολιτικής λειτουργίας των ΜΜΕ, ιδίως των ηλεκτρονικών. Τα ΜΜΕ γενικά μας πληροφορούν για το τι συμβαίνει στον δημόσιο χώρο και στην κοινωνία, προσφέροντας μάλιστα, πέρα από τα ίδια τα γεγονότα, επεξηγηματικές αναλύσεις αλλά και αξιολογήσεις τους. Επιπροσθέτως προσφέρουν ψυχαγωγία και εκπαίδευση. Οι τρεις αυτές λειτουργίες είναι κατά κανόνα αλληλένδετες. Πέρα από την ψυχαγωγία και την εκπαίδευση, η γενικότερη αξία των οποίων είναι προφανής, η κυρίως ενημέρωση συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία των θεσμών και μάλιστα των δημοκρατικών. Δεν είναι μόνο ότι η δημοκρατία χρειάζεται ενεργούς και αυτό προϋποθέτει ενήμερους πολίτες. Είναι, ίσως ακόμη σημαντικότερο, ότι η δημοκρατία συνδέεται άρρηκτα όχι μόνο με τυπικές πλειοψηφικές διαδικασίες αλλά και με τον δημόσιο διάλογο, την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και την ανοιχτή διαβούλευση, δηλαδή την προσιτή σε όλους ανταλλαγή επιχειρημάτων με σκοπό την καλύτερη διαμόρφωση των συλλογικών αποφάσεων και τον κριτικό έλεγχο όσων έχουν ήδη ληφθεί. Η διαβούλευση αφορά το σύνολο των πολιτών και μελών της κοινωνίας και ανήκει σε έναν ξεχωριστό δημόσιο χώρο, ανοιχτό σε όλους, τον οποίο αποκαλούμε κοινωνία των πολιτών και στον οποίο
διαμορφώνεται η λεγόμενη κοινή γνώμη, καθώς και, σε μεγάλο βαθμό, οι ατομικές απόψεις και οι ηθικές και πολιτικές αξίες. Στον δημόσιο αλλά μη κρατικό και μη ευθέως θεσμικό αυτόν χώρο τα ΜΜΕ κατέχουν καίρια θέση. Τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ προσέθεσαν μάλιστα ένα στοιχείο αμεσότητας και δύναμης που δεν διέθετε ο έντυπος λόγος. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στην υποβλητικότητα της ζωντανής εικόνας αλλά και στη συνεχή παρουσία της, πολλές φορές χωρίς ενσυνείδητη επιλογή μας, στους ιδιωτικούς μας χώρους.
Πώς επέδρασαν λοιπόν οι αλλαγές που αναφέραμε εισαγωγικά στην ενημέρωση και στις θεσμικές προεκτάσεις της; Η πρώτη επίπτωση που πρέπει να τονιστεί είναι αναμφίβολα θετική: είναι η χειραφέτηση της ενημέρωσης από το κράτος. Επειδή οι εκάστοτε κατέχοντες την εξουσία ρέπουν πάντα προς κατάχρησή της, ισχύει γενικά ότι όσο λιγότερο κράτος στη ραδιοτηλεόραση τόσο λιγότεροι κίνδυνοι για την ελευθερία του λόγου και για την κοινωνία των πολιτών. Εδώ μάλιστα το Σύνταγμά μας παρέχει ελλιπή προστασία με το να εξαιρεί ρητά τη ραδιοτηλεόραση από τη διευρυμένη προστασία με την οποία περιβάλλει κατά τα λοιπά την ελευθερία του Τύπου. Ο περιορισμός αυτός θεσμικής προστασίας αφήνει ανοιχτή μια χαραμάδα κρατικής χειραγώγησης και δεν δικαιολογείται επ΄ ουδενί από τους κινδύνους που συνοδεύουν τα ιδιωτικά ηλεκτρονικά ΜΜΕ.
Οι κίνδυνοι αυτοί είναι βέβαια υπαρκτοί και η ιδιωτική ραδιοτηλεόραση έλυσε ασφαλώς προβλήματα κρατικής (κυβερνητικής) χειραγώγησης αλλά όχι και το σύνολο των προβλημάτων λειτουργίας της δημόσιας διαβούλευσης και της κοινωνίας των πολιτών, από τα οποία όξυνε μάλιστα ορισμένα. Ο βασικός λόγος είναι ότι το οικονομικό κέρδος και ο επιχειρηματικός ανταγωνισμός δεν αποτελούν την καλύτερη εγγύηση ορθής λειτουργίας του δημόσιου λόγου, στη θέση της οποίας μπαίνει η αύξηση της ακροαματικότητας και μέσω αυτής η αύξηση των εσόδων από τις διαφημίσεις. Τα πράγματα μπορούν να γίνουν ακόμη χειρότερα αν οι ιδιοκτήτες ραδιοτηλεοπτικών σταθμών αρχίσουν να διεκδικούν, σε άλλες δραστηριότητές τους, μερίδιο από τη (δυστυχώς στη χώρα μας δυσανάλογα διογκωμένη) κρατική διανομή του πλούτου, με συνέπεια να χρησιμοποιούν τα ΜΜΕ ως μοχλούς πολιτικής πίεσης δι΄ ίδιον όφελος. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, αν προσδιορισθούν επακριβώς από τον νόμο τα κριτήρια ορθής λειτουργίας και αν η τήρησή τους αφεθεί στο κράτος, επανέρχονται εμμέσως οι κίνδυνοι κρατικής χειραγώγησης, αυτή τη φορά μάλιστα ενισχυμένοι με κινδύνους αμφίπλευρης συμπαιγνίας σε βάρος της κοινωνίας των πολιτών.
Τέλειες λύσεις στα προβλήματα αυτά δεν υπάρχουν. Τα πράγματα θα ήσαν απλούστερα μόνο αν το επίπεδο της παιδείας και του πολιτικού πολιτισμού μας ήταν πραγματικά ψηλό. Τότε και οι πολίτες-αποδέκτες της ενημέρωσης θα ήσαν πιο απαιτητικοί και λιγότερο ευάλωτοι και οι πολιτικοί καλύτεροι και οι επιχειρηματίες πιο υπεύθυνοι. Αυτό που πάντως μπορούμε ευκολότερα να βελτιώσουμε είναι η ειδική παιδεία του τηλεθεατή, ίσως με εισαγωγή μαθημάτων τηλεθέασης στα σχολεία. Και βέβαια είναι απαραίτητο να ενισχύσουμε θεσμικά την κοινωνία των πολιτών.
Η κοινωνία των πολιτών είναι η μόνη που μπορεί να αναλάβει τον έλεγχο της λειτουργίας των ηλεκτρονικών ΜΜΕ. Αυτό γίνεται ήδη ως έναν βαθμό, αφού το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης είναι μια ανεξάρτητη αρχή που δεν εκπροσωπεί κανέναν άλλον παρά απευθείας τους πολίτες (κάτι που πρέπει και η ίδια να έχει συνεχώς κατά νου). Γι΄ αυτόν τον λόγο όμως πρέπει να γίνει πιο ανεξάρτητη από ό,τι είναι σήμερα. Ισως να πρέπει να αλλάξει κάπως ο τρόπος επιλογής των μελών της, με μεγαλύτερη συναίνεση των πολιτικών κομμάτων αλλά και με δυνατότητα ενός περιορισμένου βέτο των άλλων από τη λίστα που θα προτείνει το κάθε κόμμα. Ιδίως όμως πρέπει να μειωθεί δραστικά η εξάρτησή της από το κράτος. Εντελώς αναγκαία είναι η ανάθεση σε αυτήν της αποκλειστικής ευθύνης για την εκτέλεση των επιβαλλόμενων κυρώσεων (είσπραξη των προστίμων), κάτι που θα της εξασφαλίσει και τους πόρους λειτουργίας της, με πλήρη απεξάρτηση από τον κρατικό προϋπολογισμό.
ΠΗΓΗ:ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ, 3-10-2008
Reblog this post [with Zemanta]

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

reBlog from spoudasterion.pblogs.gr: Ludus Literarius

I found this fascinating quote today:

ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

του Δ.Τζιόβα

Οσο πιο καθημερινή γίνεται η κουλτούρα, τόσο χάνει το αξιακό της φορτίο καθώς προσδιορίζεται λιγότερο καλλιτεχνικά και περισσότερο πολιτικάspoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Sept 2009

You should read the whole article.

Οι αριθμοί είναι κατασκευή του ανθρώπινου μυαλού ή προϋπήρχαν;

Square root of x formula. Symbol of mathematics.Image via Wikipedia

της Λαλίνας Φαφούτη
Η διαμάχη αυτή είναι πολύ παλιά, ανάγεται στην αρχαιότητα και ίσως ακόμη πιο πέρα. Οι αριθμητικοί υπολογισμοί και τα Μαθηματικά έχουν μια ιστορία εκατοντάδων χιλιάδων ετών στον πολιτισμό μας και πρόσφατα οι νευροβιολόγοι απέδειξαν ότι η αίσθηση των αριθμών είναι έμφυτη, εγγεγραμμένη βαθιά στον εγκέφαλο όχι μόνο των ανθρώπων αλλά και πολλών ζώων. Τι ακριβώς είναι όμως αυτοί καθεαυτοί οι αριθμοί; Αποτελούν μια ανθρώπινη επινόηση ή ξεχωριστές υπαρκτές οντότητες, τις οποίες ο άνθρωπος απλώς ανακάλυψε;


Η απάντηση στο ερώτημα αυτό αγγίζει τη μεταφυσική και απασχολεί τους φιλοσόφους τουλάχιστον από την εποχή του Πυθαγόρα. Ο συρακούσιος μαθηματικός πίστευε ότι οι αριθμοί αποτελούν την έκφραση του Σύμπαντος και οι ιδέες του βρήκαν απήχηση στη φιλοσοφία του Πλάτωνα και του ιδεατού κόσμου του, στον οποίο τα μαθηματικά αντικείμενα συνιστούν ένα απολύτως συνεκτικό σύμπαν, το οποίο παραπέμπει σε μια τέλεια πραγματικότητα ανεξάρτητη από τον άνθρωπο. Από τις ιδέες του Πλάτωνα γεννήθηκε η σύγχρονη σχολή του μαθηματικού ρεαλισμού, η οποία πρεσβεύει ότι οι μαθηματικές οντότητες δεν πηγάζουν από το ανθρώπινο μυαλό, αλλά υπάρχουν ανεξάρτητα από αυτό.

Η θεωρία αυτή συμβαδίζει απόλυτα με την καθημερινή πρακτική των μαθηματικών: όσοι έχουν ασχοληθεί με αυτή την επιστήμη, προχωρώντας στο έργο τους έχουν πάντοτε την εντύπωση ότι ανακαλύπτουν αλήθειες οι οποίες προϋπήρχαν του συλλογισμού τους. Η εντύπωση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι τα μαθηματικά φαίνεται να διέπουν όλη τη λειτουργία του κόσμου. Ολα τα φυσικά φαινόμενα, από την απλή δύναμη της βαρύτητας ως τις κβαντικές αφαιρέσεις, τον ηλεκτρομαγνητισμό και τις κινήσεις των άστρων, υπακούουν σε μαθηματικούς νόμους.

Μία ακόμα διαπίστωση που συνηγορεί υπέρ του μαθηματικού ρεαλισμού είναι το γεγονός ότι τα μαθηματικά υπάρχουν, ίδια και αναλλοίωτα, σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης και σε όλους τους πολιτισμούς. Το «δύο συν δύο» ισούται με «τέσσερα» για όλους τους ανθρώπους και, ακόμα και όταν μιλούν διαφορετικές γλώσσες και δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους με λέξεις, μπορούν να καταλάβουν ο ένας τον άλλον μέσω των μαθηματικών.

Η «πλατωνική» σχολή του μαθηματικού ρεαλισμού συνάντησε ισχυρό αντίλογο στα τέλη του 19ου αιώνα με την εμφάνιση των μη Ευκλείδειων Γεωμετριών. Υπερβαίνοντας το Πέμπτο Θεώρημα του Ευκλείδη, οι μαθηματικοί ανακάλυψαν καινούργιους ιδεατούς κόσμους, οι οποίοι αν και δεν ανταποκρίνονταν στις ως τότε διαδεδομένες αντιλήψεις και έρχονταν σε αντίθεση με την αίσθηση που έχουμε για τα πράγματα, είχαν παρ' όλα αυτά νόημα και απόλυτη συνοχή. Αυτές οι νέες μαθηματικές οντότητες φαίνονταν να εξαρτώνται από αυθαίρετους κανόνες, οι οποίοι διατυπώνονται εκ των προτέρων. Αυτό, υποστήριξαν οι αντίπαλοι του μαθηματικού ρεαλισμού, σημαίνει ότι τα μαθηματικά δεν έχουν δική τους, ανεξάρτητη και αυθύπαρκτη υπόσταση, αλλά γεννιούνται από το ανθρώπινο μυαλό.

Η διαμάχη δεν λύθηκε φυσικά με αυτές τις ανακαλύψεις ενώ, προς χαρά των ρεαλιστών, σύντομα αποκαλύφθηκε ότι οι νέες, αφηρημένες μαθηματικές κατασκευές που αρχικά φαίνονταν να μην είναι τόσο πραγματικές, εκφράζονταν τελικά μέσα σε μια φυσική πραγματικότητα, αφού χρησιμοποιήθηκαν ως βάση για τη διατύπωση της Θεωρίας της Γενικής Σχετικότητας του Αϊνστάιν και την περιγραφή της δύναμης της βαρύτητας. Οι δύο πλευρές δεν εγκατέλειψαν ποτέ τον αγώνα, επιμένοντας η κάθε μία από τη δική της σκοπιά. Ο αρχικά «πλατωνικός» μαθηματικός ρεαλισμός εμπλουτίζεται διαρκώς ως σήμερα, βρίσκοντας νέους εκφραστές ακόμη και ως τις μέρες μας. Πριν από μερικά χρόνια ο κοσμολόγος Μαξ Τέγκμαρκ, καθηγητής στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ), έχει διατυπώσει την Υπόθεση του Μαθηματικού Σύμπαντος ή Θεωρία του Απόλυτου Συνόλου, σύμφωνα με την οποία όλες οι μαθηματικές δομές έχουν φυσική υπόσταση.

Στον αντίποδα, οι πρόσφατες θεωρίες των ενσώματων μαθηματικών, με πιο γνωστή αυτή των Τζορτζ Λάκοφ και Ραφαέλ Νούνιες, ξεκινούν από τις γνωσιακές επιστήμες για να υποστηρίξουν ότι τα μαθηματικά αποτελούν μια κατασκευή του ανθρώπινου μυαλού, το οποίο καθοδηγείται από το φυσικό Σύμπαν στη διατύπωση δομών οι οποίες μπορούν να το ερμηνεύσουν. Το ζήτημα τού αν οι αριθμοί είναι πραγματικοί ή απλώς μια επινόησή μας κάθε άλλο παρά έχει λυθεί. Σύμφωνα δε με πολλούς θεωρητικούς και μαθηματικούς, ίσως δεν βρει ποτέ την απάντησή του.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 24/08/2008
Reblog this post [with Zemanta]

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009

reBlog from spoudasterion.pblogs.gr: Ludus Literarius

I found this fascinating quote today:

Σε αντίθεση προς τους στοχαστές που οραματίστηκαν τη διαρκή ειρήνη και την επιβολή κανόνων δικαιοσύνης στις διεθνείς σχέσεις, υπάρχει και μια άλλη παράδοση σκέψης, εκείνη του πολιτικού ρεαλισμού, που ερμήνευε πάντοτε τις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη (όπως εξάλλου και τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους) υπό το πρίσμα της σύγκρουσης, της καχυποψίας, του φόβου και της αμοιβαίας εχθρότητας. ... ... ...spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Sept 2009



You should read the whole article.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009

Παν.Κονδύλης, Η Παγκοσμιοποίηση ως ιδεολογική κατασκευή

Panajotis Kondylis' only published picture.  D...Image via Wikipedia

Ο Π. Κονδύλης αναλύει γιατί η διχοτομία μεταξύ πολιτικής και οικονομίας είναι αβάσιμη από ιστορική και κοινωνιολογική άποψη

Κύκλοι με απτά υλικά συμφέροντα, αλλά και διάφοροι καλόπιστοι, οι οποίοι εξ ιδιοσυγκρασίας ενστερνίζονται τις ελπιδοφόρες προοπτικές, προπαγανδίζουν την άποψη ότι η προϊούσα παγκοσμιοποίηση θα επιφέρει όλο και μεγαλύτερη εξίσωση των συλλογικών συνθηκών ζωής και των συλλογικών σκοπών, δημιουργώντας έτσι κοινά σημεία μεταξύ των ανθρώπων και καθιστώντας περιττές τις αιματηρές συγκρούσεις· γιατί, όπως λέγεται, η παγκοσμιοποίηση θα εξασθενήσει ή ίσως και θα καταργήσει τις υποτιθέμενες αιτίες αυτών των συγκρούσεων, δηλαδή τα έθνη και τα κράτη. Η αντίληψη αυτή αναγορεύθηκε, προπαντός μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, σε αυταπόδεικτη αλήθεια και άρθρο πίστεως, έτσι ώστε δεν διερευνώνται επαρκώς οι προϋποθέσεις της και η λογική συνοχή της.

Ως φορέας της παγκοσμιοποίησης και της εξίσωσης των συνθηκών και των σκοπών (αξιών) δεν θεωρείται βέβαια οποιαδήποτε δραστηριότητα, π.χ. το κήρυγμα της αδελφοσύνης και της αγάπης, αλλά μια δραστηριότητα εντελώς συγκεκριμένη: η διευρυνόμενη και διαπλεκόμενη οικονομία. Μια πρώτη προϋπόθεση της παραπάνω αντίληψης είναι λοιπόν η πίστη στην πρωτοκαθεδρία της οικονομίας ­ και μάλιστα της οικονομίας στην αντίθεσή της προς την πολιτική, η οποία λίγο – πολύ ταυτίζεται με την «πολιτική της ισχύος» και αντιπαρατίθεται προς την υποτιθέμενη εγγενή ειρηνικότητα της οικονομίας. Αυτή όμως η διχοτομία μεταξύ πολιτικής και οικονομίας είναι δυνατή μόνο αν οι δύο αυτοί τομείς οριστούν τόσο στενά (αν δηλαδή η οικονομία περιοριστεί στην τεχνική διαδικασία της παραγωγής και η πολιτική περισταλεί στη διοίκηση και στη διαχείριση), ώστε χάνεται κάθε ουσιαστική σχέση με την κοινωνική πράξη και πραγματικότητα.

Το «ζωτικό συμφέρον»

Από ιστορική και κοινωνιολογική άποψη η διχοτομία είναι επίσης αβάσιμη· αποτελεί μια ιδεολογική κατασκευή και ένα ιδεολογικό όπλο που, καθώς είναι γνωστό, πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον ανερχόμενο αστικό φιλελευθερισμό εναντίον του απολυταρχικού κράτους, ενώ και σήμερα παραμένει προσφιλές επιχείρημα διαφόρων οικονομικών κύκλων, οι οποίοι βέβαια την ίδια στιγμή κάνουν ό,τι μπορούν προκειμένου να επιστρατεύσουν την πολιτική για δικούς τους σκοπούς και διόλου δεν περιφρονούν επικερδείς κρατικές παραγγελίες και πιστώσεις. Κατά τα λοιπά, η ιδεολογική αυτή κατασκευή συνδέθηκε ήδη από τον 17ο αιώνα με την κοσμοϊστορική πρόβλεψη ότι το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο. Τι έγινε έκτοτε, το γνωρίζουμε καλά.

Ο γενικός λόγος για τον οποίο πολιτική και οικονομία ­ με την οποιαδήποτε κοινωνικά βαρύνουσα έννοια των όρων ­ παραμένουν αδιαχώριστες είναι προφανής. Η οικονομία και η πολιτική αφορούν εξίσου τις συγκεκριμένες σχέσεις συγκεκριμένων ανθρώπων και κάθε οικονομική αλλαγή προκαλεί μια μετατόπιση του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος ορισμένων ανθρώπων και εις βάρος άλλων. Οι οικονομικοί σκοποί ούτε επιδιώκονται ούτε επιτυγχάνονται μέσα σε ένα κοινωνικό κενό, παρά μετριούνται με κριτήριο την απόδοση των ανταγωνιστών, και ανάλογα αξιολογούνται. Ο,τι όλοι μπορούν να παραγάγουν και ό,τι όλοι μπορούν να απολαύσουν δεν έχει ούτε οικονομική ούτε πολιτική αξία ­ γιατί αξία σημαίνει πάντα: ιδιαίτερη αξία. Γι’ αυτό τα απόλυτα κέρδη, δηλαδή όσα σημαίνουν βελτίωση σε σχέση με την προγενέστερη δική μας κατάσταση, φαίνονται πολύ λιγότερο σημαντικά από τα σχετικά κέρδη, δηλαδή εκείνα που επιτυγχάνονται σε σύγκριση με την τωρινή κατάσταση των ανταγωνιστών μας.

Αν μια πλευρά πιστεύει ότι τα σχετικά της μειονεκτήματα είναι αδύνατο να υπερκαλυφθούν στο προβλεπτό μέλλον με οποιαδήποτε προσπάθεια, τότε είναι αναγκασμένη να επιλέξει ανάμεσα στη συνθηκολόγηση μπροστά στη δύναμη της «αόρατης χειρός» (Α. Smith) και στην πολιτικοποίηση της οικονομικής σύγκρουσης. Γιατί από καταβολής κόσμου υπάρχουν μόνο δύο δυνατότητες για να αποκτήσει κανείς αγαθά: να τα παραγάγει ο ίδιος ή να τα πάρει από όποιον τα παράγει, αδιάφορο αν αυτό το κάνει με το ξίφος ή μέσω εμπορικών ποσοστώσεων. Η έννοια του «ζωτικού συμφέροντος» υπάρχει εξίσου στην οικονομία και στην πολιτική, και μάλιστα θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε ως τον μεγάλο κοινό τους παρονομαστή.

Η κατάσταση αυτή μπορεί να συγκεφαλαιωθεί ως εξής: η πολιτική διεισδύει στην οικονομία όχι τόσο μέσω των διαδικασιών της παραγωγής και της επικοινωνίας όσο μέσω του προβλήματος της κατανομής. Είναι άκρως χαρακτηριστικό ότι η συζήτηση για την παγκοσμιοποίηση στρέφεται γύρω από διαδικασίες και προτάσεις οι οποίες αφορούν τη διαπλοκή της παγκόσμιας βιομηχανίας και του παγκοσμίου εμπορίου καθώς και την πύκνωση των παγκοσμίων επικοινωνιακών δικτύων ­ το μυστικό μιας παγκόσμια αποδεκτής κατανομής των πόρων και του πλούτου δεν το έχει αποκαλύψει ως σήμερα κανείς. Η ειρήνη όμως μεταξύ πολιτικών μονάδων και ανθρώπων γενικά δεν μπαίνει τόσο σε κίνδυνο λόγω του τρόπου παραγωγής και επικοινωνίας όσο λόγω των όρων και των ανισοτήτων της κατανομής.

Η παγκοσμιοποίηση της παραγωγής και της οικονομίας θα οξύνει το πρόβλημα της κατανομής από δύο απόψεις. Στο εσωτερικό των ανερχομένων οικονομικών δυνάμεων θέτει σε κίνηση διαδικασίες οι οποίες γρηγορότερα μπορούν να πολλαπλασιάσουν παρά να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες για σχετικά κέρδη ­ και ως γνωστόν ο μισοχορτασμένος είναι πιο επιθετικός παρά ο μισοπεθαμένος από την πείνα. Ακόμη και η περιορισμένη ικανοποίηση τέτοιων προσδοκιών δημιουργεί πάντως, καθώς πίσω της στέκουν τεράστιες ανθρώπινες μάζες, έναν πλούτο σημαντικό, οπότε το σχετικό μερίδιο των ανεπτυγμένων χωρών στον παγκόσμιο πλούτο μειώνεται συνεχώς. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο αγώνας κατανομής μεταφέρεται και στο εσωτερικό των πλουσίων χωρών, οι οποίες αναγκάζονται να σφίξουν το ζωνάρι (τουλάχιστον ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων) προκειμένου να παραμείνουν ανταγωνιστικές.

Θεώρηση made in USA

Οποιος φαντάζεται ότι αυτό αποτελεί απλώς μια βραχυπρόθεσμη ή μεσοπρόθεσμη αναπροσαρμογή, η οποία οπωσδήποτε θα πετύχει αρκεί να επιδείξουμε κάποια υπομονή και επιδεξιότητα ­ όποιος το φαντάζεται αυτό, ασφαλώς δεν έχει κατανοήσει την έκταση της μεταβολής που επιτελείται σήμερα σε πλανητική κλίμακα. Η βιομηχανικά ανεπτυγμένη «Δύση» συνεχίζει να βλέπει τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης από την άτρομη και παραπλανητική σκοπιά του τμήματος εκείνου του πλανήτη το οποίο ακόμη κατέχει πάνω από τα τρία τέταρτα του παγκοσμίου πλούτου και της παγκόσμιας ενέργειας. Και πρέπει να προσθέσουμε ότι καθοριστική εδώ είναι η αμερικανική θεώρηση των πραγμάτων, η οποία βέβαια, παρά τις ιδεολογικές ομολογίες πίστεως προς την αυτοματική της οικονομίας, στηρίζεται πρωταρχικά στο σημερινό στρατιωτικό και διπλωματικό προβάδισμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Οποιος υπερέχει (προς το παρόν) τόσο πολύ έχει τη φυσική τάση να βλέπει την παγκοσμιοποίηση πρώτα – πρώτα ως διεύρυνση του δικού του πεδίου δράσεως και δεν μπορεί ή δεν θέλει να βάλει με τον νου του τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της αναστροφής του ρεύματος.

Ωστόσο, μέσα στην αυτοπεποίθηση της «Δύσης» έχει ήδη εμφιλοχωρήσει η πρώτη αμφιβολία, αλλά και το πρώτο ρίγος, προπαντός στην Ευρώπη, όπου συνειδητοποιείται όλο και εντονότερα ότι η βαθύτερη αιτία της μόνιμης κρίσης είναι η ένταση του παγκοσμίου ανταγωνισμού και η συνεχής πτώση του ειδικού ευρωπαϊκού βάρους μέσα στην παγκόσμια οικονομία. Οι αμφιβολίες και τα ρίγη θα επιταθούν κάτω από την πίεση εισαγομένων και ενδογενών δημογραφικών και οικολογικών παραγόντων. Τότε τα σύνορα, τα οποία έχει γκρεμίσει στο μεταξύ η παγκοσμιοποίηση, θα ανεγερθούν και πάλι εξαιτίας της όξυνσης των αγώνων κατανομής, μολονότι δεν γνωρίζουμε επακριβώς ποιος και πού θα τα χαράξει αυτή τη φορά.

Η όξυνση τούτη πρέπει να αναμένεται ακόμη περισσότερο επειδή η δεύτερη προϋπόθεση της αντίληψης που αναφέραμε στην αρχή, ότι δηλαδή η εξίσωση των συνθηκών και των σκοπών της ζωής θα αμβλύνει τις συγκρούσεις, απλούστατα είναι εσφαλμένη. Η κοινότητα των σκοπών γεννά φιλία μεταξύ δύο πλευρών όταν ο σκοπός πρόκειται να επιτευχθεί εναντίον ενός τρίτου· σπέρνει όμως την έχθρα όταν η επίτευξη του κοινού σκοπού από μέρους της μιας πλευράς είτε κάνει αδύνατη είτε καθιστά άνευ αξίας την επίτευξή του από μέρους της άλλης. Η φιλία λοιπόν δεν προκύπτει από τον κοινόν σκοπό καθ’ εαυτόν, αλλά από τη συμφωνία δύο πλευρών για το ποια σειρά θα κατέχει η καθεμιά τους κατά την επιδίωξη του κοινού σκοπού και ποια οφέλη θα αντλήσει από την επίτευξή του. Αν στο κρίσιμο αυτό σημείο δεν επιτευχθεί συμφωνία, τότε η σύγκρουση θα οξυνθεί ακριβώς επειδή ο σκοπός είναι κοινός ­ για τον ίδιο λόγο για τον οποίο ο χασάπης δεν εχθρεύεται τον μανάβη απέναντί του παρά τον χασάπη δίπλα του. Κοινότητα σκοπών σημαίνει αγώνα με τους ίδιους πόρους, τις ίδιες αγορές, τους ίδιους χώρους και τα ίδια έπαθλα. Και αν η κοινότητα των σκοπών επεκταθεί και στους σκοπούς της κατανάλωσης, τότε ο Ινδός και ο Κινέζος θα πρέπει να καταναλώσουν τόση ενέργεια και άλλες τόσες πρώτες ύλες όσες ο Βορειοαμερικανός. Ποιες θα είναι οι συνέπειες για τον πλανήτη;

Οι εμφύλιοι πόλεμοι

Η εξίσωση συνθηκών και σκοπών ζωής εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης θεωρείται και υπό μιαν άλλη έννοια ως πρόδρομος ειρηνικών εξελίξεων. Λέγεται ότι οι ψυχοπνευματικές συνέπειες θα συμβάλουν στην αποδυνάμωση των εθνικών πολιτισμών και επομένως των συγκρούσεων που οφείλονται σε εθνικές και πολιτισμικές αιτίες. Αν η οικουμενική εξίσωση του τρόπου ζωής των ανθρώπων θα διαμορφώσει αναγκαστικά έναν ενιαίο παγκόσμιο πολιτισμό, δεν χρειάζεται να το εξετάσουμε εδώ. Πάντως ο παγκόσμιος αυτός πολιτισμός θα αποτελούσε εγγύηση για την ειρήνη μονάχα αν στο παρελθόν οι αιματηρές συγκρούσεις είχαν γίνει αποκλειστικά μεταξύ εθνικά και πολιτισμικά διαφορετικών συλλογικών υποκειμένων.

Η Ιστορία όμως γνώρισε και πάμπολλους εμφυλίους πολέμους, και αυτοί συχνά ήσαν και οι χειρότεροι. Ωστε το μόνο που μπορεί να εγγυηθεί η οικονομική και πολιτισμική παγκοσμιοποίηση είναι η μετατροπή όλων των πολέμων σε εμφυλίους πολέμους.

Οποιος προσδοκά την παγκόσμια ειρήνη από την εξασθένηση ή τη διάλυση των εθνικών κρατών καθ’ εαυτήν λησμονεί ότι οι πόλεμοι είναι φαινόμενο πολύ παλαιότερο από τα εθνικά κράτη. Λησμονεί ότι το εθνικό κράτος διόλου δεν συνιστά το μόνο δυνατό κυρίαρχο πολιτικό υποκείμενο, επομένως η κατάργηση του εθνικού κράτους δεν συνεπάγεται αυτόματα την κατάργηση της έννοιας του κυρίαρχου κράτους και των κυριαρχικών δικαιωμάτων. Και τέλος λησμονεί ότι πολύ χειρότερος από κάθε σύγκρουση μεταξύ οργανωμένων πολιτικών μονάδων μπορεί να είναι ο άμεσος αγώνας ανθρώπου προς άνθρωπο υπό συνθήκες παγκόσμιας ανομίας.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ,16 Μαρτίου 1997.
Reblog this post [with Zemanta]

reBlog from spoudasterion.pblogs.gr: Ludus Literarius

MIAMI - MAY 20:  Alain Filiz shows off some of...

I found this fascinating quote today:

του Θανάση Γιαλκετσή

Η τωρινή πιστωτική κρίση δεν είναι αποτέλεσμα της αποτυχίας των τραπεζών. Αντίθετα, είναι ο εντελώς προβλέψιμος αν και συνολικά απρόσμενος καρπός της εξαιρετικής επιτυχίας τους· επιτυχίας στο να μετατρέψουν μια πελώρια πλειονότητα ανδρών και γυναικών, γέρων και νέων σε ένα συρφετό οφειλετών. Μόνιμων οφειλετών, επειδή τα πράγματα έγιναν έτσι ώστε η κατάσταση του οφειλέτη να αυτοδιαιωνίζεται και να συνεχίζουν να προσφέρουν νέα δάνεια ως μοναδικό ρεαλιστικό τρόπο για να σωθούν από αυτά που ήδη έχουν συνάψει. Και ακριβώς όπως η εξαφάνιση όσων βαδίζουν με γυμνά πόδια είναι μια συμφορά για τη βιομηχανία υποδημάτων, έτσι και η εξαφάνιση των προσώπων χωρίς χρέη είναι μια καταστροφή για τη βιομηχανία του δανεισμού.spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius, Aug Sept 2009

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

Κυριακή 30 Αυγούστου 2009

Σωκρατικά «παράδοξα»

NYC - Metropolitan Museum of Art - Death of So...

του Μάριου Πλωρίτη

Διόλου σπάνια, η θεωρία διαψεύδεται οικτρά από την πράξη όπως στην περίπτωση του Σωκράτη και μερικών «επιφανών» μαθητών του

ΣΤΟ «Βήμα» της 28.1.2001 (Νέες Εποχές), δημοσιεύθηκε ένα ενδιαφέρον άρθρο της καθηγήτριας της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κυρίας Μυρτώς Δραγώνα - Μονάχου, με τίτλο «Ο φιλόσοφος που ανακάλυψε την πολιτική» και με θέμα την διδασκαλία του Σωκράτη για τις σχέσεις πολιτικής και ηθικής.

Ας μου επιτραπεί μια παρέμβαση, όχι για το περιεχόμενο του άρθρου αλλά για την διόλου σπάνια διάψευση της θεωρίας (φιλοσοφικής, πολιτικής) από την πράξη.

ΟΠΩΣ παρατηρεί η αρθρογράφος, «κύριο μέλημα του Σωκράτη ήταν η ηθική θωράκιση και αναμόρφωση των πολιτών»... «η καλλιέργεια της ηθικής ακεραιότητάς τους». Και ο «σοφώτατος των Ελλήνων» υποστήριζε πως «δεν γνωρίζει κανέναν που να έχει σταθεί άξιος πολιτικός σ' αυτή την πόλη» («Ουδένα ημείς ίσμεν άνδρα αγαθόν γεγονότα τα πολιτικά εν τήδε τη πόλει»1. Μ' άλλα λόγια, χαρακτήριζε «ανάξιους πολιτικούς» τον Σόλωνα, τον Κλεισθένη, τον Θεμιστοκλή, τον Μιλτιάδη, τον Περικλή, τον Κίμωνα ­ τους θεμελιωτές της ελληνικής δημοκρατίας, ελευθερίας και δόξας. Και τούτο, επειδή εκείνοι δεν δίδαξαν τους πολίτες να γίνουν καλύτεροι, ηθικότεροι.

Ειδικά τον Περικλή τον κατηγορούσε πως «διέφθειρε» τους Αθηναίους, «τους έκανε φυγόπονους, δειλούς, φλύαρους, φιλοχρήματους, επειδή πρώτος καθιέρωσε την πληρωμή μισθών σε όσους πολίτες προσφέρουν υπηρεσίες στην πόλη»2.

Αντίθετα ­ διατεινόταν ­ πως «με λίγους Αθηναίους, για να μην πω μόνος εγώ, ασκώ την πραγματική πολιτική τέχνη, και μόνος από τους σημερινούς πολιτικούς πολιτεύομαι σωστά» («Οίμαι μετ' ολίγων Αθηναίων, ίνα μη είπω μόνος, επιχειρείν τή ως αληθώς πολιτική τέχνη και πράττειν τα πολιτικά μόνος των νυν»)3.

Ενώ, λοιπόν, όλοι οι παλαιότεροι και σύγχρονοί του πολιτικοί ήταν «ανίκανοι», μόνος «αγαθός» ήταν ο ίδιος που δίδασκε πώς οι πολίτες και οι πολιτικοί θα αρθούν στο δέον ηθικό ύψος.

ΤΟ δυστύχημα είναι πως οι θεωρίες κρίνονται από τα αποτελέσματά τους. Και, στην περίπτωση του Σωκράτη, μερικοί από τους γνωστότερους μαθητές του τον διαψεύσανε οικτρά. Οχι μόνο δεν προσέγγισαν το ηθικο-πολιτικό ιδεώδες που κήρυττε ο δάσκαλός τους, αλλά και έγιναν τύραννοι κι εγκληματίες και προδότες.

Πρώτος και χειρότερος, ο Κριτίας. Γόνος παλιάς «επιφανούς» οικογένειας ­ ο παππούς του ήταν ανιψιός του Σόλωνα και μια δική του ανιψιά ήταν μητέρα του Πλάτωνα ­ στάθηκε αβυσσαλέος εχθρός της δημοκρατίας, λάτρης της ολιγαρχίας (και της Σπάρτης), και περιφρονούσε βαθύτατα τον αθηναϊκό δήμο, τον «όχλο» (όπως κι ο δάσκαλός του, άλλωστε). Συνεργάστηκε με τους ολιγαρχικούς πραξικοπηματίες το 411 και, μετά την ήττα της πατρίδας του απ' τη Σπάρτη (404), εκλέχθηκε από τους ολιγαρχικούς, ένας απ' τους Τριάκοντα Τυράννους (που είχαν, φυσικά, την αμέριστη υποστήριξη των Σπαρτιατών) και αναδείχθηκε στον πιο αποτρόπαιο απ' όλους τους εν τυραννία ομολόγους του.

Διαδήλωνε πως «όποιος θέλει να κυριαρχεί, πρέπει να βγάζει απ' τη μέση όσους θα μπορούσαν να του σταθούν εμπόδιο» και πως «όπου γίνεται αλλαγή πολιτεύματος είναι αναγκαίο να γίνονται εκτελέσεις των αντιπάλων»4.

Και, συνεπής στις «αρχές» του, εξαπέλυσε κύμα φοβερής τρομοκρατίας και φρόντισε να θανατωθούν πολλοί δημοκρατικοί, αλλά και ο μετριοπαθής ολιγαρχικός Θηραμένης, που διαφωνούσε με τις μεθόδους του και που οι μπράβοι του Κριτία τον απόσπασαν απ' τον βωμό όπου είχε καταφύγει και τον σφαγίασαν. Πιστεύεται, επίσης, πως ο ίδιος οργάνωσε δολοφονία του φίλου του Αλκιβιάδη...

Ακόμα και ο ολιγαρχικός Ξενοφών αναφέρει πως ο Κριτίας ήταν «ο πιο αρπακτικός, ο πιο βίαιος και ο πιο φονικός από όλους τους ολιγαρχικούς» («πλεονεκτίστατός τε και βιαιότατος και φονικώτατος των εν τη ολιγαρχία πάντων»5. Και προσθέτει ­τι ειρωνεία! ­ πως άμα ο Κριτίας άρπαξε την αρχή, απαγόρευσε με νόμο στους φιλοσόφους να διδάσκουν την τέχνη του λόγου («λόγων τέχνην διδάσκειν») και, αυτό, για να εκδικηθεί τον άλλοτε δάσκαλό του Σωκράτη, που τον είχε κατηγορήσει για τον έρωτά του με τον Ευθύδημο6...

ΕΝΑΣ άλλος μαθητής του Σωκράτη, ο νεαρός, ωραιότατος Χαρμίδης ­ κι αυτός «ευπατρίδης», κι αυτός συγγενής του Πλάτωνα (αδερφός της μητέρας του) ­ «παρασύρθηκε» απ' τον Κριτία, συνεργάστηκε με τους Τριάκοντα κι έγινε ένας από τους δέκα «δοτούς» άρχοντες του Πειραιά.

Τελικά, οι «ευγενείς» τύραννοι κατατροπώθηκαν απ' τους δημοκρατικούς στη Μουνιχία (το σημερινό Μικρολίμανο και Καστέλλα), όπου σκοτώθηκαν ο Κριτίας, ο Χαρμίδης και ο Ιππόμαχος.

Αλλά οι αμετανόητοι οπαδοί τους έστησαν στον τάφο τους μνημείο, που εικόνιζε την Ολιγαρχία να βάζει με δαυλό φωτιά στη Δημοκρατία, και που είχε την επιγραφή:

«Μνήμα τόδ' εστ' ανδρών αγαθών, οί των κατάρατον δήμον Αθηναίων ολίγον χρόνο ύβριος έσχον»

«Αυτό εδώ είναι αφιέρωμα σε άνδρες αγαθούς, που έβαλαν, για λίγο, χαλινάρι στην αλαζονεία του καταραμένου λαού της Αθήνας»7...

ΚΙ όμως, σ' αυτούς τους «ηθικότατους» πολιτικούς, ο Πλάτων αφιέρωσε δυο διαλόγους του, που φέρουν το όνομά τους: ο «Χαρμίδης» εξαίρει τη σωφροσύνη του περικαλλούς νέου, ενώ στον «Κριτία», ο «φονικότατος» τύραννος επωμίζεται την περιγραφή του ιδανικού πολιτεύματος της μυθικής Ατλαντίδας!..

Μόνο στο τέλος της ζωής του, ο Πλάτων θα παραδεχθεί πως «οι άνθρωποι εκείνοι (οι Τριάκοντα Τύραννοι), μέσα σε λίγο καιρό, έκαναν να φανεί χρυσάφι το προηγούμενο πολίτευμα» (η δημοκρατία) («Εώρων δή που τους άνδρας, εν χρόνω ολίγω, χρυσήν αποδείξαντας την πρόσθεν πολιτείαν»8.

Αλλά ο Πλάτων διαψεύστηκε δραματικά και αλλού: όταν προσπάθησε να εφαρμόσει τη γνωστή θεωρία του πως «οι πολιτείες θα κυβερνηθούν άριστα μόνο αν βασιλεύσουν οι φιλόσοφοι ή αν οι βασιλείς φιλοσοφήσουν». Για το «πείραμά» του, διάλεξε τους τυράννους των Συρακουσών Διονύσιο Α' και Β'. Αλλά η απόπειρά του είχε οικτρό τέλος: όχι μόνο οι βασιλο-τύραννοι δεν φιλοσόφησαν, αλλά ο Πλάτων διώχτηκε απ' τον πρώτο και κινδύνεψε να πουληθεί δούλος, και φυλακίστηκε από τον δεύτερο...

Και για να συμπληρώσω τα περί ηθικοπολιτικής μαθητείας, θα θυμίσω πως δυο άλλοι σωκρατικοί, ο Αλκιβιάδης και ο Ξενοφών, ανάμεσα σε πολλά άλλα, δεν δίστασαν, να αυτομολήσουν στους εχθρούς της Αθήνας, Σπαρτιάτες...

Τοιούτοι έδοξαν τη σωκρατική ηθικοπολιτική ιερείς...

1. Πλάτων, Γοργίας, 517Α. ­
2. Οπου πριν, 515Ε και 516D. ­
3. Οπου πριν, 521D. ­
4. Ξενοφών, Ελληνικά, ΙΒ,γ,16. ­
5. Ξενοφών, Απομνημονεύματα, Α,β,12.
6. Οπου πριν, 31. ­
7. Diels-Kranz, Τα αποσπάσματα των προσωκρατικών, 88,13. ­
8. Εβδόμη επιστολή, 324D. Μετάφρ. Ηρώς Κορμπέτη, Στιγμή, 1997.

ΠΗΓΗ
:εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ,11 Φεβρουαρίου 2001

Reblog this post [with Zemanta]

reBlog from spoudasterion.pblogs.gr: Ludus Literarius

I found this fascinating quote today:

της ΜΑΡΙΑΣ ΘΕΡΜΟΥ

Ο καθηγητής κ. Νίκος Σταμπολίδης μιλάει για τον πρωτοφανή θησαυρό του 8ου αιώνα π.Χ. που ήρθε προ ημερών στο φως στην αρχαία Ελεύθερνα spoudasterion.pblogs.gr, Ludus Literarius

You should read the whole article.

Reblog this post [with Zemanta]

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More