Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

Διαβάζοντας το φιλοσοφικό «χάρτη» του 20ού αιώνα

 

του Φώτη Τερζάκη

image

Tο τέλος ενός αιώνα, που συμπίπτει μάλιστα με τη μετάβαση σε μια νέα χιλιετία, προκαλεί συνήθως ένα ανομολόγητο, ιερό δέος. Το δέος αυτό συνδεόταν ανέκαθεν μέσα στη συλλογική συνείδηση με το βαθύ και αναποκρυπτογράφητο μυστήριο του μέλλοντος. Ίσως ποτέ άλλοτε η αγωνία για το μέλλον δεν είχε προσλάβει τόσο παροξυστικό χαρακτήρα όσο στο τέλος αυτού του δύσκολου αιώνα, επειδή σε καμία άλλη στιγμή της ιστορίας της η ανθρωπότητα δεν ένιωθε πως είχε χάσει όλα τα χρησμοδοτικά της μέσα στο βαθμό που το νιώθει σήμερα. Για πρώτη φορά γυμνή, χωρίς τους μάντεις και τους ιερείς της, χωρίς τους ευανάγνωστους οιωνούς και την αλάνθαστη αλφαβήτα των άστρων, χωρίς τη μυθική εγγύηση ενός μέλλοντος που θα περιέχεται κατά μαγικό τρόπο μέσα στο παρελθόν, έχει στα χέρια της μόνο μια τεχνολογία που δεν ξέρει ακόμη αν είναι ευλογία ή κατάρα, και το σκοτεινό ιδεόγραμμα της τέχνης και του στοχασμού που η ίδια γέννησε, το οποίο πρέπει με κάθε τρόπο να αποκρυπτογραφήσει. Να διαβάσουμε το φιλοσοφικό χάρτη του εικοστού αιώνα σημαίνει, σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, να μετουσιώσουμε σε ερμηνευτικό έργο ένα μέρος της αγωνίας που συνεπάγεται το να βαδίζει κάποιος μέσα στο αδιαπέραστο σκοτάδι.
1. Για λόγους που θα φανούν από την ανάπτυξη που ακολουθεί, και υπό τον όρον ότι έχει πάντα στο νου του κάποιος τον λίγο-πολύ αυθαίρετο χαρακτήρα τέτοιων περιοδολογήσεων, μπορούμε να χωρίσουμε τον εικοστό αιώνα σε δύο μεγάλες περιόδους: την πρώτη, από τις αρχές μέχρι περίπου το 1960, θα ονομάσουμε μείζονα εικοστό αιώνα· τη δεύτερη, από τη δεκαετία του '60 μέχρι και το τέλος, θα ονομάσουμε ελάσσονα εικοστό αιώνα. Αν εδώ κάνουμε μια προσπάθεια να χαρτογραφήσουμε το τοπίο της σκέψης σε τούτες τις κρίσιμες ιστορικές περιόδους, πρέπει ακόμη να θυμόμαστε πως η λεγόμενη ιστορία των ιδεών είναι επίσης μια αφαίρεση: διότι η σκέψη ποτέ και πουθενά δεν φύεται «καθαρή», έξω από το πυκνά υφασμένο δίκτυο των ιστορικών πραγματικοτήτων που την περιβάλλουν και της προσφέρουν το αναφερόμενο και τα μέσα της άσκησής της. Αυτή η ευρύτερη, ανομοιογενής και πολυπρισματική ιστορία είναι πάντοτε το πεδίο στο οποίο προβάλλεται ο φιλοσοφικός στοχασμός, και αυτής την ανασύσταση έχει ως απώτατο στόχο κάθε προσπάθεια ιστορικής κατανόησης του τελευταίου.
Για τη φιλοσοφία, ο εικοστός αιώνας αρχίζει κατά μία έννοια βαθιά μέσα στην καρδιά του δεκάτου ενάτου, με τη διάλυση του μνημειώδους φιλοσοφικού συστήματος του Χέγκελ. Καθώς έπεσε και το τελευταίο μυθικό ανάχωμα της σκέψης, η ίδια η έννοια ενός απόλυτου Λόγου ως οικουμενικού θεμελίου, νέες δυνάμεις αναδύονται στο προσκήνιο και διεκδικούν ορμητικά το πρωτείο. Ο Μαρξ μας έμαθε να αναλύουμε προσεκτικά τις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις της κοινωνίας, και να βλέπουμε στις κατηγορίες της σκέψης το αντεστραμμένο είδωλο των τελευταίων. Ο Νίτσε έδειξε ακόμη πιο δραματικά το ζωικό υπόστρωμα που κρύβεται πίσω από την απατηλή επιφάνεια του στοχασμού, σε σχέση με το οποίο ο τελευταίος μπορεί να διαβαστεί σαν προκάλυμμα ή σαν σύμπτωμα· στην ίδια γραμμή εννοήσεων, ο Φρόιντ κατασκεύασε υπομονετικά μια ολόκληρη ερμηνευτική της επιθυμίας που ακολουθεί τις διαδικασίες του λόγου μέχρι τα σκοτεινά προ-λογικά τους ριζώματα. Ο Χούσερλ από τη μεριά του, παρ' ότι ξεκίνησε από έναν νεοκαντιανό τόπο ο οποίος σταδιακά θα γινόταν μήτρα ποικίλων μορφών θετικισμού, οδηγήθηκε -άθελά του σχεδόν- σε μια προβληματική του βιώματος που θα αδρανοποιούσε ριζικά τις επιστημονικές και τις λογικές κατηγορίες προετοιμάζοντας εκείνη την αγωνιώδη αναγέννηση της οντολογίας που στον εικοστό αιώνα πήρε το όνομα του «υπαρξισμού».
Ιδού λοιπόν ο εικοστός αιώνας πάνοπλος να ξεπροβάλλει από το σχισμένο κεφάλι του πατέρα του. Τρία μεγάλα ρεύματα της σκέψης αρδεύουν το τοπίο που ονομάσαμε μείζονα εικοστό αιώνα, και από τον προσδιορισμό της δυναμικής τους, και οπωσδήποτε των πολύπλοκων διασταυρώσεών τους, μπορούμε να ανασυνθέσουμε, έστω και σχηματικά, το χάρτη του. Ο μαρξισμός είναι το ένα από αυτά τα ευδιάκριτα ρεύματα. Συνδεδεμένος με τις μεγάλες περιπέτειες του επαναστατικού κινήματος, καθώς και με τις τραγικές του οπισθοχωρήσεις, κατά ένα σημαντικό μέρος του μεταμορφώθηκε σε στρατηγική ιδεολογία την οποία δεν υπάρχει κανένας λόγος να ακολουθήσει περαιτέρω το φιλοσοφικό μάτι· ένα άλλο μέρος του όμως, συνδεδεμένο με το δύσκολο έργο της αυτοκριτικής και του ιστορικού επαναπροσανατολισμού, γονιμοποίησε κατ' εξοχήν το φιλοσοφικό προβληματισμό κι έδωσε έργα που σφράγισαν την αυτοσυνειδησία του εικοστού αιώνα. Πολλοί ονόμασαν «ευρωπαϊκό μαρξισμό» αυτό τον ετερόδοξο φιλοσοφικό του κλάδο· δεν υπάρχει κανένας λόγος να αρνηθούμε αυτό το όνομα, υπό τον όρο ότι δεν μας διαφεύγει η τεράστια ποικιλομορφία των περιπτώσεων που περιλαμβάνει. Στο έργο ειδικά της Σχολής της Φρανκφούρτης, και πιο προσωποποιημένα ίσως, του Αντόρνο, θα μπορούσε κάποιος να υποδείξει την κορυφαία στιγμή αυτού του φιλοσοφικού δρόμου που ονομάστηκε διαλεκτική: τον αγώνα της σκέψης να διατηρήσει ένα αξιακό αίτημα που έρχεται από το ριζοσπαστικό διαφωτισμό και περιέχει ένα όραμα ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, χωρίς καμία στήριξη σε «αντικειμενικές» πρώτες αρχές· την ακούραστη άσκηση της σκέψης ως εμμενούς κριτικής του ιστορικού παρόντος, των κοινωνικών του σχηματισμών και των ιδεολογιών του, με μέτρο την ίδια την αναλήθεια αυτού του παρόντος και με το βλέμμα στραμμένο προς έναν άρρητο τόπο που εκτείνεται πέρα απ' όλους τους ιστορικούς ή εννοιολογικούς καθορισμούς. Η ενσωμάτωση της φροϊδικής ψυχανάλυσης και του εννοιολογικού της εξοπλισμού στην προοπτική μιας κριτικής θεωρίας της κοινωνίας μπορεί να θεωρηθεί ένα από τα σημαντικότερα θεωρητικά επιτεύγματα της σχολής της Φρανκφούρτης - και, στην πραγματικότητα, ολόκληρου του αιώνα.
Για κάποιον ο οποίος ανασυγκροτεί πολεμικά τη δυναμική των φιλοσοφικών ιδεών, ο κύριος αντίπαλος της διαλεκτικής στον εικοστό αιώνα θα θεωρηθεί αναμφίβολα ο θετικισμός -το δεύτερο από τα τρία μεγάλα ρεύματα που αρδεύουν το τοπίο. Γεννημένος σε νεοκαντιανό έδαφος που συρρικνώθηκε σταδιακά σε ιδεολογία των θετικών επιστημονικών κλάδων, ο θετικισμός στάθηκε η ευνοούμενη «φιλοσοφία» των κυρίαρχων ομάδων στον ανεπτυγμένο αστικό κόσμο, συνδεδεμένος καταστατικά με τα κατ' εξοχήν όργανα της θεσπισμένης ισχύος: το επιστημονικό ίδρυμα και την τεχνική. Το ενδιαφέρον με το θετικισμό είναι ότι, παρά την άκρα θεωρητική του αφέλεια, που εκλαμβάνει το αληθινό ως ταυτόσημο με το θεσμικά ισχύον, και παρά τη χονδροειδή του στήριξη από σχηματισμούς ισχύος όπως τα στρατιωτικοβιομηχανικά πλέγματα που υπαγορεύουν αυστηρά τους όρους άσκησης της επιστήμης, στο πρώτο ήμισυ του αιώνα τουλάχιστον συνήργησε μ' ένα ευρύτερο πολιτισμικό-αισθητικό ρεύμα, αυτό που ονομάστηκε «νεοκλασικισμός». Ένα πλήθος φαινόμενα που κυμαίνονται από τον αισθητισμό της καθαρής φόρμας έως τη μαθηματικοποίηση της σκέψης και το πρακτικό ενδιαφέρον για τα λειτουργικά μοντέλα και τις δομές, εντάσσονται αβίαστα σε τούτο το είδος ιδεολογίας που αντιπροσωπεύει τον καπιταλιστικό κόσμο στην ύστερη ανάπτυξή του: την εποχή της μονοπωλιακής υπερσυγκέντρωσης και του παρεμβατικού κράτους. Αυτή η κρυφή «αισθητική» ροπή του θετικισμού εξηγεί υβριδικές περιπτώσεις όπως εκείνη του Wittgenstein, του ευφυέστερου αναμφίβολα πνεύματος που παρήγαγε ο συγκεκριμένος θεωρητικός χώρος, για τον οποίον πολλοί από τους οπαδούς τού αρνούνται καν την κατηγορία του θετικιστή. Αν μπει κάποιος στον κόπο να διερευνήσει προσεκτικά τις αναλογίες και τους ισομορφισμούς, θα διαπιστώσει ότι το έργο του πρώιμου Wittgenstein βρίσκεται υπό τον αστερισμό του νεοκλασικισμού όσο ακριβώς και ο κεϊνσιανισμός και οι «νεοκλασικές» οικονομικές θεωρίες, ενώ το όψιμο έργο του ακολουθεί έναν εργαλειακού χαρακτήρα εμπειρισμό που προσιδιάζει περισσότερο στη νέα στροφή προς το φιλελευθερισμό της αγοράς - και από εδώ θα αναδυθεί, μετά τη δεκαετία του '60, ολόκληρο το ιδεολόγημα που ονομάστηκε «μεταμοντερνισμός».
Το τρίτο ρεύμα του εικοστού αιώνα περνάει μέσ' από τη χουσερλιανή φαινομενολογία, γονιμοποιεί έναν οντολογικό προβληματισμό που θα γίνει γνωστός με τους όρους περσοναλισμός και υπαρξισμός, κι εν συνεχεία απολήγει στο φιλοσοφικό ύφος το οποίο, ειδικά στη Γερμανία και τη Γαλλία, έλαβε το όνομα ερμηνευτική. Ακόμη και στις κατάφωρα συντηρητικές του όψεις, το ρεύμα αυτό κρύβει ένα τεράστιο δυναμικό καταγγελίας καθώς προβληματοποιεί τις πραγμοποιημένες, ποσοτικοποιημένες και αντικειμενοποιητικές όψεις της ανεπτυγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας (οι οποίες δυστυχώς έχουν διαποτίσει κι ένα μεγάλο κομμάτι του μαρξισμού)· έτσι, ο φαινομενικός αντιμοντερνισμός του γίνεται δραστική κριτική του υπάρχοντος κόσμου και τροφοδοτεί όλες τις μορφές βολονταριστικής διαμαρτυρίας και αντιπαράθεσης. Υπήρξαν οπωσδήποτε ευρύτατες γραμμές σύγκλισης ανάμεσα στο ρεύμα αυτό και το μαρξισμό (Μαρκούζε, Σαρτρ, Μερλό-Ποντί, κ.ά.), ωστόσο ο σημαντικότερος από τους εκπροσώπους του δεν ανήκει εδώ. Ο Martin Heidegger έχει βεβαίως κριθεί στο πολιτικό πεδίο όπως του άξιζε· παρ' όλα αυτά, πίσω από την πολιτική του αφέλεια και τη μεταφυσική ακαμψία του ύφους του, πρέπει ν' αναγνωρίσουμε μία από τις μεγαλύτερες φιλοσοφικές επαναστάσεις του εικοστού αιώνα: επανάσταση που επαναφέρει -με την ίδια κίνηση- την περιοχή του Λόγου στην άρρητη μήτρα της καταγωγής της, κι έναν γερασμένο δυτικό πολιτισμό στις χαμένες πολιτισμικές παραδόσεις πάνω στον εκτοπισμό και την απώθηση των οποίων έστησε το δικό του μονοσήμαντο οικοδόμημα - τις «άλλες» φιλοσοφίες μιας μη πλατωνικής γραμμής του ελληνικού στοχασμού, όσο και μιας οικείας-απόμακρης Ανατολής. Τούτος ο κλάδος της σκέψης στον εικοστό αιώνα μπορεί και πρέπει να διαβαστεί ως επάλληλος της αισθητικής κατηγορίας του «τραγικού»: σημάδι μιας δραματικής ρήξης με ένα απολιθωμένο κοινωνικό, προάγγελος ταυτόχρονα μιας δυνητικής πολιτισμικής ενοποίησης που πρέπει κατ' ανάγκη να περάσει μέσα από ένα οδυνηρό -και παρατεινόμενο- βίωμα θανάτου.
2. Το πέρασμα σε αυτό που ονομάσαμε «ελάσσονα εικοστό αιώνα» σημαδεύεται αφενός από τη σταδιακή κατάρρευση του σχεδίου γραφειοκρατικής αναδόμησης του καπιταλισμού (το λεγόμενο παρεμβατικό κράτος ή κράτος προνοίας, όσο και τις «σοσιαλιστικές» γραφειοκρατίες της Ανατολής) που θα οδηγήσει εκ νέου σε άκρως επιθετικές μορφές οικονομίας της αγοράς, αφετέρου από τις εκτεταμένες εφαρμογές της λεγόμενης τρίτης βιομηχανικής επανάστασης: της επανάστασης των επικοινωνιών, της κυβερνητικής και της πληροφορικής που αλλάζει ραγδαία την όψη του πλανήτη. Ενα μεγάλο μέρος της σκέψης ακολούθησε αδιαμεσολάβητα τις εξελίξεις, αναλαμβάνοντας το ρόλο της απλής ιδεολογίας αυτών των κοινωνικών κρυσταλλώσεων. Η εναλλαγή ανάμεσα σε λογικό θετικισμό κι εργαλειακό εμπειρισμό (ανάμεσα στη Σχολή της Βιέννης και τον Karl Popper, ανάμεσα στον πρώιμο και τον όψιμο Wittgenstein, ανάμεσα σε στρουκτουραλισμό και μεταμοντερνισμό ή αποδόμηση) δίνει το ρυθμό της κατ' εξοχήν καπιταλιστικής ιδεολογίας σε όλο το μήκος του αιώνα, που ακολουθεί κατά πόδας τις μεταβάσεις από το γραφειοκρατικό σχεδιασμό στον άγριο ανταγωνισμό της αγοράς. Η περίφημη «γλωσσική στροφή» της φιλοσοφίας δεν ήταν στο μεγαλύτερο μέρος της τίποτε άλλο από αδιαμεσολάβητη μεταφορά των μοντέλων της ψηφιακής τεχνολογίας των επικοινωνιών στη θεωρητική σκέψη - και πράγματι, ένα από τα πιο αξιοσημείωτα φαινόμενα αυτής της περιόδου που ακόμη διανύουμε είναι ο αργός, ασφυκτικός θάνατος κάθε σκέψης, τον οποίον είχε την τιμή να εξαγγείλει από νωρίς ο επιστημονικός θετικισμός.
Αν θα έπρεπε να συνοψίσουμε κάπως σχηματικά αυτή την περίοδο σε μια νέα φιλοσοφική τριάδα, θα επιλέγαμε τρεις στοχαστές οι οποίοι συνεχίζουν, αλλά και με πολλές έννοιες ανακατανέμουν, τις παραδόσεις που είδαμε να διασχίζουν το μεγαλύτερο κομμάτι του εικοστού αιώνα: Jurgen Habermas, Κορνήλιος Καστοριάδης, Jacques Derrida. Ο Jurgen Habermas θεωρείται γενικά συνεχιστής μιας ορισμένης μεταμαρξιστικής παράδοσης, και ειδικότερα της Σχολής της Φρανκφούρτης· στην πραγματικότητα, το χάσμα που χωρίζει τον Habermas από την παλαιότερη Σχολή είναι ιλιγγιώδες, και αρχίζει από τη στιγμή τουλάχιστον που ο τελευταίος στρέφει τα νώτα στο διαλεκτικό τρόπο του σκέπτεσθαι και αναζητεί ένα θετικό κανονιστικό θεμέλιο το οποίο βρίσκει στην επικοινωνιακή θεωρία της γλώσσας, και πιο ειδικά στον αμερικανικό πραγματισμό. Αν ο Habermas δικαιούται με οποιαδήποτε έννοια τον τίτλο του μαρξιστή, οπωσδήποτε εκφράζει τη στιγμή που ο μαρξισμός ενδίδει οριστικά στο θετικιστικό πνεύμα (πράγμα που είχε δοκιμαστεί λίγο νωρίτερα, στην εκδοχή του λεγόμενου στρουκτουραλιστικού μαρξισμού): κατάφορτη με κοινωνικές σημασίες αυτή η συνθηκολόγηση, υποσημαίνει ακριβώς την ιστορική στιγμή που το εργατικό κίνημα και οι «αριστερές» ηγεσίες ανακαλύπτουν τα θέλγητρα της συμμετοχής και της συνδιαχείρισης κι εγκαταλείπουν κάθε αξίωση αυτονομίας χάριν της αποτελεσματικής ενσωμάτωσης σε ένα «κοινωνικά» μεταρρυθμισμένο καπιταλιστικό σύστημα. Η φιλοσοφία του Habermas φωτογραφίζει, όπως λέμε, την οβιδιακή μεταμόρφωση της εργατικής Αριστεράς σε σοσιαλδημοκρατία.
Το ότι, πράγματι, μια δραματική στιγμή στα μέσα αυτού του αιώνα, ο δρόμος της Αριστεράς φάνηκε να οδηγεί είτε στη σοβιετικού τύπου γραφειοκρατία είτε στη συνθηκολόγηση με τους κανόνες της καπιταλιστικής αγοράς, οδήγησε ορισμένες δυνάμεις από το ριζοσπαστικό κίνημα στο εκβιαστικό δίλημμα: ή «μαρξιστής» ή επαναστάτης. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ερχόμενος από το χώρο του επαναστατικού τροτσκισμού, αποπειράθηκε κυρίως στις δεκαετίες του '60 και '70 να επαναδιατυπώσει την επαναστατική θεωρία ως θεωρία της ριζικής αυτονομίας, διαρρηγνύοντας κάθε σχέση με τον παραδοσιακό μαρξισμό. Οπως εκ των υστέρων είμαστε σε θέση να δούμε, η σκέψη του Καστοριάδη άντλησε υπόγεια από το υπαρξιακό-φαινομενολογικό ρεύμα (και οπωσδήποτε σε κάποιο βαθμό από την ψυχανάλυση, υπό μια υπαρξιακή σκοπιά όμως ερμηνευμένη) εκείνο το στοιχείο του βολονταρισμού και μιας τραγικά χρωματισμένης εναντίωσης στο πεπρωμένο που εσφράγισε το επαναστατικό βίωμα σε όλες σχεδόν τις κρίσιμες στιγμές αυτού του αιώνα. Ο ίδιος, δυστυχώς, δεν θέλησε ποτέ να αναγνωρίσει ρητά αυτή την επιρροή· παρ' όλ' αυτά, εάν κάποιος μπει στον κόπο να αφαιρέσει από τη σκέψη του κάποιες ρητορικές ακρότητες που θέλουν να δώσουν την επίφαση μιας παρθενογένεσης, θα διαπιστώσει πως ό,τι ζωντανό και γόνιμο διατηρείται μέσα της οφείλεται στη σύζευξη των καλύτερων όψεων του (φροϊδο)μαρξισμού με τις καλύτερες όψεις της υπαρξιακής-φαινομενολογικής παράδοσης - σε έναν δρόμο που έχει και από άλλους χαρτογραφηθεί, και ο οποίος δεν έχει ακόμη εξαντλήσει όλες του τις δυνατότητες.
Θα έλεγε κανείς ότι με τον Jacques Derrida τελειώνει το φιλοσοφικό τοπίο του εικοστού αιώνα. Αυτός ο παράδοξος -κι εν πολλοίς ζοφερός- στοχαστής αντλεί ταυτόχρονα από δύο ασύμβατες μεταξύ τους παραδόσεις, τις οποίες συνδέει ακριβώς αναστρέφοντας ριζικά και τις δύο. Ο Derrida έρχεται κατά βάσιν από το χώρο της φαινομενολογίας και της ερμηνευτικής, όμως η επιθυμία του είναι να βαδίσει ενάντια στον κλασικό δρόμο κάθε φαινομενολογικής ερμηνευτικής: όχι να ξαναβρεί τις συνεχείς διαδρομές του νοήματος κάτω από τη φαινομενική ασυνέχεια των σημείων, αλλά να δείξει τη ριζική αδυνατότητα κάθε νοήματος. Αυτό τον φέρνει αμέσως στο εσωτερικό της θετικιστικής παράδοσης, η οποία, ειδικά υπό τις γαλλικές της μορφές, τον στρουκτουραλισμό και μια φορμαλιστική σημειολογία, συνιστά ήδη ακριβώς ένα πραξικόπημα κατά της σημασίας εν γένει και του βιωματικού βάθους της γλώσσας, την οποία ανασυγκροτεί σαν ένα νεκρό μηχανισμό με βάση το παράδειγμα της τεχνητής γλώσσας των υπολογιστών. Όμως ο Derrida απεχθάνεται εξίσου την τεχνική αποτελεσματικότητα στο άρμα της οποίας είναι δεμένος κάθε είδους θετικισμός· έτσι αναστρέφει επίσης τη στρουκτουραλιστική πρόθεση δείχνοντας ότι -ορθά- αν η σημασία είναι απλή λειτουργία της δόμησης, της κατασκευής, τότε κάθε σημασία είναι απεριόριστα αποδομήσιμη, αποδιαρθρώσιμη - άρα, κυριολεκτικά μιλώντας, σημασία δεν υπάρχει. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε σε ποιο βαθμό είναι ο Derrida εξαρτημένος από αυτό που ανατρέπει, προκειμένου να εξαγάγει τις «υπαρξιακές» συνέπειες αυτού το οποίο στην πραγματικότητα οφείλεται στην ίδια την επικράτηση του θετικισμού (δηλαδή των «αντικειμενικών» μορφωμάτων της τεχνολογίας, του εμπορεύματος, της πολιτικής ετερονομίας, κ.ο.κ.) στο κοινωνικό πεδίο. Σε τελευταία ανάλυση, το έργο του ματαιώνεται φιλοσοφικά από την ίδια την εγγενώς σχιζοειδή του δομή· αυτή η ματαίωση όμως, αυτή η αθεράπευτη απώλεια του νοήματος και η διαρκής και αναποφάσιστη ταλάντευση του σκέπτεσθαι πάνω από την άβυσσο της τρέλας (και παρά τη μετέπειτα υποχώρηση του Derrida από τις ακραίες συνέπειες της σκέψης του) είναι ο πιο τραγικός καθρέφτης της κόψης στην οποία βρίσκεται παγιδευμένος ο στοχασμός στο τέλος του εικοστού αιώνα.

ΠΗΓΗ: image , Παρασκευή 19 - 01 - 2001

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More