Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Πρωτοχρονιάτικα έθιμα


Ο Αϊ - Βασίλης και ο «ρουγκατσιάρης»

Πανάρχαιες γιορτές για το νέο χρόνο

Η αισιοδοξία και η συγκίνηση της αναμονής του άγνωστου που εύχεσαι να είναι κάτι καλύτερο από το χρόνο που φεύγει, καθιστούν την Πρωτοχρονιά γιορτή - σταθμό του ανθρώπου μέσα στο χρόνο.

Για το λαό μας, όπως για όλους τους λαούς, όποτε κι αν γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά, η παραμονή της μέρας που καταλήγει τα μεσάνυχτα για ένα δευτερόλεπτο σε «πύλη» εξόδου και εισόδου συγχρόνως ήταν γεγονός ιδιαίτερης σημασίας και γιορταζόταν ανάλογα.


Τα «μαντέματα»

Κανείς δεν κοιμόταν το βράδυ της παραμονής, μέχρι να βεβαιωθεί για τα μελλούμενα και να κόψει τη βασιλόπιτα. Στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία γίνονταν τα μαντέματα για το πώς θα πάει η καινούρια χρονιά. Ολη η οικογένεια συγκεντρωνόταν το βράδυ στο σπίτι και ένα αγόρι έφερνε από το στάβλο σπυριά σιταριού. Ο πατέρας ή η μητέρα έδινε στο σπυρί ένα από τα ονόματα των μελών της οικογένειας και το έβαζε στην πλάκα του τζακιού. Οταν το σπυρί έσκαζε από τη θερμότητα όλοι παρακολουθούσαν την πορεία του. Αν πήγαινε προς τα πάνω, αυτό σήμαινε υγεία. Αν καιγόταν ακίνητο τότε σήμαινε αρρώστια. Αν πήγαινε μακριά, τότε αυτός που είχε δώσει το όνομά του στο σπυρί, θα ξενιτευόταν. Αν είχε βάλει το σπυρί κοπέλα και εκείνο πεταγόταν έξω σήμαινε πως θα παντρευόταν το νέο χρόνο. Κι αν το σπίτι είχε ξενιτεμένο και το σπυρί πηδούσε στο εσωτερικό του τζακιού, τότε ο ξενιτεμένος θα επέστρεφε γρήγορα.

Στα χωριά της Χαλκιδικής τη θέση του σταριού έπαιρνε η ελιά. Εβαζαν τρία φύλλα ελιάς κοντά στο τζάκι και όπως με το στάρι, αν καίγονταν ζωηρά ήταν καλό σημάδι, ενώ αν δεν είχε ζωηράδα, τότε θα έρχονταν αρρώστιες.

Η βαθιά ανάγκη όμως για αισιοδοξία δεν άφηνε τον άνθρωπο να αφεθεί μόνο στα «τερτίπια» της φύσης και έβρισκε τρόπους να «σπρώξει» κάπως την τύχη του. Ετσι, στο Βλαχόπουλο της Πυλίας, ανήμερα της Πρωτοχρονιάς πριν το ποδαρικό, κοιτούσαν από το παράθυρο στο δρόμο και αν περνούσε καλός άνθρωπος έτρεχε όλη η οικογένεια να τον δει για να πάει καλά η χρονιά, αν όμως όχι, ο «παρατηρητής» έφευγε σκυφτός και αμίλητος από το παράθυρο. Κάτι ανάλογο έκαναν και τα κορίτσια στην παλιά Αθήνα. Κάθονταν στο παράθυρο μετά τα μεσάνυχτα, μόλις που είχε ?γυρίσει? ο χρόνος και κοίταζαν έναν καθρέφτη μέχρι να ακουστεί κάποιο αντρικό όνομα στο δρόμο. Μόλις ακούγονταν έκαναν τον σταυρό τους τρεις φορές και έλεγαν «το όνομα που άκουσα/ να είναι το όνομά του/ του χρόνου να 'ναι κύρης μου/ κι εγώ να 'μαι κυρά του». Μετά άφηναν τον καθρέφτη στο παράθυρο και κοιμούνταν. Αν το πρωί ο καθρέφτης δεν ήταν θαμπός από την υγρασία τότε όλα θα πήγαιναν καλά τη νέα χρονιά.

Στα χωριά των Τρικάλων, πριν τα χαράματα, οι γυναίκες πήγαιναν «κατά μόνας» και έπαιρναν «αμίλητο νερό» από τη βρύση, αλείφοντάς τη με λίπος «για να τρέχει το βιο και το τυχερό σαν το νερό». Επιστρέφοντας, πριν μπουν στο σπίτι σταύρωναν την πόρτα με λίπος για τον ίδιο λόγο.

Το «ποδαρικό

Ο πρώτος επισκέπτης του σπιτιού την Πρωτοχρονιά έκανε το ποδαρικό. Περνούσε το κατώφλι με το δεξί και καθόταν σταυροπόδι «για να μην αφήσει η κλώσα τα αβγά και να μη φύγει έξω το τυχερό». Μετά έβαζαν μπροστά του ένα πιάτο με αλάτι και ένα δεκανίκι, εκείνος έριχνε αργά το αλάτι στη φωτιά και σκαλίζοντάς το με το δεκανίκι έλεγε: «Πώς σκάζ' τ' άλας, έτσ' να σκάζ'ν κι οι οχτροί κι να βγαίν' τα μάτια τ'ς, να σκάζ'ν τα καρυδίτσια του βαμπακιού κι να βγαιν' του βαμπάκ'». Το ίδιο εύχονταν για την αύξηση των προβάτων και για να βρεθούν γαμπροί και νύφες. Στην Αγιάσο της Λέσβου άφηναν το τραπέζι στρωμένο όλη τη νύχτα για να φάει ο Αϊ - Βασίλης.

Η βασιλόπιτα

Οι εκδοχές για την προέλευση της βασιλόπιτας είναι πολλές. Γεγονός όμως είναι πως αποτελεί αναντικατάστατο θεσμό της Πρωτοχρονιάς, όπως και το «φλουρί» που φέρνει καλοτυχία σ' όποιον το βρίσκει, ο οποίος παλιότερα έπαιρνε και το ρόλο του «αρχηγού» του γλεντιού που ακολουθούσε. Στα χωριά, έφτιαχναν πάνω στη βασιλόπιτα «μινιατούρες» από μικρά κλωνάρια που συμβόλιζαν μαντριά, ζώα, μελίσσια κλπ. Σε άλλα μέρη, αντί για φλουρί, έβαζαν ένα σταυρυδάκι που συμβόλιζε τον γαμπρό κι ένα δαχτυλίδι που συμβόλιζε τη νύφη. Για τους ανύπαντρους, αυτό σήμαινε γάμο μέσα στη χρονιά.

Τα «σούρβα»

Τα «σούρβα» ήταν πρωτοχρονιάτικη γιορτή και σύμφωνα με τον Κ. Καραπατάκη πήραν την ονομασία τους από τις κρανιές που στη Θράκη τις λένε «σούρβες». Τα αγόρια έκοβαν κλωνάρια από κρανιές και χτυπούσαν τους ανθρώπους στην πλάτη για να τους μεταδώσουν δύναμη, τραγουδώντας «Σούρβα σούρβα/ γερό κορμί/ γερό σταυρί/ σαν ασήμι». Τα σούρβα ήταν το «σύνθημα» για τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα. Οπως και στα χριστουγεννιάτικα κάλαντα, έτσι και στης Πρωτοχρονιάς, οι παραλλαγές προσαρμόζονταν στα χαρίσματα των νοικοκυραίων. Αν κάποιο σπίτι δεν άνοιγε την πόρτα για τα κάλαντα, τα παιδιά τραγουδούσαν «αφέντη μου στην κάπα σου εννιά χιλιάδες ψείρες/ Αλλες γεννούν κι άλλες κλωσούν/ κι άλλες αυγομαζώνουν/ κι άλλες τον Θιο παρακαλούν/ να μην τις ζεματίσουν». Τα σούρβα θα σβήσουν μέσα στα χρόνια της Κατοχής, χωρίς να ξανααναβιώσουν.

Η μορφή του Αϊ - Βασίλη με το «χαρτί και το καλαμάρι» είναι κυρίαρχη σε όλες τις παραλλαγές που απαντώνται στη χώρα. Ενίοτε, ο καλοσυνάτος άγιος κρατάει καλάθι όπως μας πληροφορούν κάλαντα της Μυκόνου: «Αγιος Βασίλης έρχεται από τις Κάτω Δήλες/ βαστά το καλαθάκι του γεμάτο πεταλίδες/ βαστά και την κοφίνα του γεμάτη με "μανίτες"(σ.σ. μανιτάρια)./ Αγιος Βασίλης έρχεται και στο ντουλάπι πάει/ να βρει τα ξεροτήγανα να κάτσει να τα φάει» Στα κάλαντα της Οίας κουβαλά κούτσουρα, ενώ στον νοικοκύρη εύχονται «αράβι από τη Μάλτα/ τσαι τσείνο πού 'χεις στο νησί/ να το τραβάς για βάρκα» Στην Σίφνο τα κάλαντα είχαν κι άλλους σκοπούς: «Παλικαρόπουλο κι εγώ/ έρχομαι και σας κυνηγώ/ μιαν ευχή να σας χαρίσω/ το πουγκί μου να γεμίσω./ Πού ξέρεις αν καμιά φορά/ με κάμ' η τύχη ταλαρά/ και την κόρη σου πλανέψω/ και για νύφη τη γυρέψω».
Τα «ρουγκατσιάρια»

Στη Μακεδονία, την Πρωτοχρονιά, γιορτάζονταν τα «ρουγκατσιάρια». Μια καθαρά διονυσιακή γιορτή, που κάποτε γιορταζόταν σ' όλη την Ελλάδα με παραστάσεις και οργιώδη λαϊκά γλέντια. Η γιορτή συμβόλιζε τη ζωή και το θάνατο, το ξύπνημα της φύσης και την εναλλαγή του χρόνου. Φαλλικά σύμβολα, μάσκες και κουδούνες, που φοριούνταν μόνο από άντρες περνούσαν μετά το μεσημεριάτικο κόψιμο της βασιλόπιτας για να διασκεδάσουν το κόσμο. Πίσω από τους μασκαράδες ακολουθούσαν αγόρια και άντρες τραγουδώντας «Αϊ Βασίλης έρχεται, Γενάρης ξημερώνει/ Βασίλη μ' πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;/ Από τα ξένα έρχομαι και στα δικά μου πάω/ Αν έρχεσ' απ' την ξενιτιά, πες μας ένα τραγούδι/ Εγώ τραγούδια μάθεσκνα, τραγούδια να σας λέω/ Στην πατερίτσ' ακούμπησε να πει ένα τραγούδι/ κι η πατερίτσα 'ταν χλωρή κι απόλυκε κλωνάρια/ κλωνάρια, χρυσοκλώναρα, χρυσά, μαλαματένια». Τα κύρια πρόσωπα στα «ρουγκατσιάρια» ήταν ο «ρουγκατσιάρης» που έπρεπε να είναι βαμμένος κατάμαυρος και να φοράει κουδούνες, η «Μπούλα», σύμβολο της βλάστησης που την παράσταινε ένα νέο αγόρι, οι «καπεταναίοι» με τις φουστανέλες και ο «γιατρός» με τα «γιατροσόφια» του. Για τους ανθρώπους των χωριών μας ήταν κάτι σαν τις Απόκριες, μια μοναδική ευκαιρία ξεγνοιασιάς και ελευθεριότητας.

Βιβλιογραφία: 1) Κώστα Καραπατάκη «Παλιά χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα (Το Δωδεκάμερο των Χριστουγέννων)», εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμας.

2) Γιάννα Β. Σέργη «Να τα πούμε; Παραδοσιακά κάλαντα», εκδόσεις «Φιλιππότη».

ΠΗΓΗ: εφημ. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 1-1-2000
Reblog this post [with Zemanta]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More