Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Από τον βιολογικό στον διαφοριστικό ρατσισμό

του Ανδρέα Πανταζόπουλου,

διδάσκοντος στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Οι επιστημονικές επεξεργασίες του Γάλλου φιλόσοφου, πολιτολόγου και ιστορικού των ιδεών Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ για το ζεύγος ρατσισμός /αντιρατσισμός συνιστούν μία από τις σημαντικότερες, και κοινά αναγνωρισμένες πλέον, συνεισφορές του στον χώρο της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας, της ιστορίας των ιδεών αλλά και της πολιτικής δράσης. Μαζί με το καινοτόμο θεωρητικό του μοντέλο για τον (ακροδεξιό) εθνικο-λαϊκισμό και τον ρηξικέλευθο στοχασμό του για τις σημερινές μεταποιήσεις του αντισημιτισμού (νέα εβραιοφοβία), χωρίς βέβαια να παραγνωρίζουμε τις ιδιαίτερα διεισδυτικές αναλύσεις του για τον εθνικισμό και τον ευγονισμό, τον πολυκοινοτισμό, τον ρεπουμπλικανισμό, τη βιοηθική και τη φύση της πολιτικής και του πολιτικού στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες, αυτός ο ασυμβίβαστος και πλούσιος ερευνητικός στοχασμός του τον εντάσσει επάξια στον κύκλο των κριτικών των σκοτεινών όψεων της νεωτερικότητας, στις ιδρυτικές αξίες της οποίας παραμένει πιστός. Ελεύθερο κριτικό πνεύμα, που δεν βολεύεται με μοδάτες στρατεύσεις στο «πολιτικά ορθό», αντι-ουτοπιστής διανοούμενος που αντιστρατεύεται την ιδεολογικοποίηση του πραγματικού, ρεαλιστής και δημοκράτης που εχθρεύεται όλους τους δογματισμούς, διαλύει, με το ερευνητικό του διάβημα και την πραγματικά απίστευτη ευρυμάθειά του, τις ψευδαισθήσεις όλων εκείνων που σκέφτονται και δρουν «καθώς πρέπει».


Ο νέος διαφοριστικός ρατσισμός
Σύμφωνα με τον Π.-Α Ταγκιέφ, ο ιδεότυπος του σημερινού νέου ρατσισμού, σε αντίθεση με τον παλιό βιολογικό/ανισωτικό ρατσισμό, μπορεί να αναλυθεί στα ακόλουθα τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά:
α) Στη μετατόπιση του ρατσιστικού λόγου από τη «φυλή» στην «κουλτούρα». Υποκατάσταση, δηλαδή, του «επιχειρήματος» για τη λεγόμενη φυλετική καθαρότητα από αυτό της υπεράσπισης μιας «αυθεντικής» πολιτισμικής ταυτότητας.
β) Στη μετατόπιση από την «ανισότητα» στη «διαφορά». Η παλιά υποτίμηση των «κατώτερων» («φυλών») δίνει σήμερα τη θέση της στη φοβία της ανάμειξης των πολιτισμών.
γ) Στην προσφυγή μάλλον σε «ετερόφιλες» φόρμουλες («δικαίωμα στη διαφορά»), παρά σε «ετερόφοβες».
δ) Το τελευταίο χαρακτηριστικό θα μπορούσε να αποδοθεί μέσα από τη διατύπωση του «έμμεσου» ή «συμβολικού ρατσισμού»: ο νεο-ρατσιστικός λόγος δύσκολα συλλαμβάνεται ως «ρατσιστικός» γιατί ρίχνει όλο του το βάρος στο άρρητο, στο υπονοούμενο. Οι αντισημίτες σήμερα παρουσιάζονται ως «αντισιονιστές», ο αντι-μεταναστευτικός λόγος υποστασιοποιεί, καθολικεύει και δαιμονοποιεί τους «ανεπιθύμητους» ξένους («οι Αραβες»). Ετσι, η αντιμεταναστευτική στάση παρουσιάζεται ως ομαλή αντίδραση μιας κοινωνίας η οποία θεωρεί ότι βρίσκεται σε κατάσταση νόμιμης άμυνας έναντι μιας «εισβολής»: η επίκληση της «εθνικής προτίμησης» («πρώτα οι εθνικοί πολίτες») αποτελεί τη «λογική» αποκορύφωση μιας έμμεσης αλλά πανίσχυρης πολιτικής αποκλεισμού από το εθνικό-κοινωνικό σώμα των «άλλων».
Στο επίκεντρο της νεο-ρατσιστικής σκέψης βρίσκεται το αξίωμα περί του «αναφομοίωτου» ορισμένων ομάδων: η διαφορά στην καταγωγή θεωρείται ανυπέρβλητη. Με την έννοια αυτή, η ρατσιστική κατηγοριοποίηση σήμερα θα μπορούσε κάλλιστα να προσδιορισθεί μέσα από το φαινομενικά και μόνο λιγότερο σκληρό δίπολο (σε σχέση με το παλιό βιολογικό/ανισωτικό ζεύγος) ανάμεσα στους αφομοιώσιμους και τους μη αφομοιώσιμους (π.χ. τους «Ευρωπαίους» στην καταγωγή και τους «άλλους»). Μέσα σε ένα τέτοιο ευέλικτο νεο-ρατσιστικό πλαίσιο, η ετεροφιλία διαδέχεται την ετεροφοβία, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη τη «σύλληψη» των ρατσιστικών συμπεριφορών. Οπως επισημαίνει ο Ταγκιέφ, υπάρχουν καθαρά ετερόφιλες μορφές ρατσισμού. Η αποστασιοποίηση που εμπερικλείει κάθε φυλετοποίηση (άρνηση επαφής, κοινωνική περιθωριοποίηση, έμμονη ιδέα της ανάμειξης, πανικός για τους «μεικτούς γάμους» κ.λπ.), μπορεί να μεταφράζεται τόσο σε μια ετερόφιλη γλώσσα («δικαίωμα στη διαφορά», «σεβασμός της ετερότητας»...) όσο και σε μια ετερόφοβη γλώσσα. Στον διαφοριστικό ρατσισμό μπορούν, έτσι, να συνυπάρχουν η εξύμνηση με την απόρριψη της «διαφοράς», χωρίς οι συνεπαγόμενες ετερόφιλες και ετερόφοβες εγκλήσεις να αλληλοακυρώνονται.
Γιατί ο εκθειασμός της διαφοράς λειτουργεί και ως εργαλείο αποτελεσματικότερης φυλετοποίησης του άλλου. Ο νεο-ρατσισμός εργαλειοποιεί το ηθικό αίτημα του «δικαιώματος στη διαφορά» (Λεβινάς), στρέφοντάς το ενάντια στους αντιπάλους του αγωνιστές του αντιρατσισμού. Ενας τέτοιος εκθειασμός της διαφοράς, από την πλευρά του νεο-ρατσισμού, προϋποθέτει ότι οι πολιτισμικές διαφορές είναι απόλυτες, και έτσι οφείλουν να παραμείνουν. Γι' αυτόν τον λόγο οι φορείς τους, άτομα και ομάδες, πρέπει να μην αναμειγνύονται. Αυτή η νεο-ρατσιστική αναγνώριση των διαφορών δεν ιεραρχεί απλώς ό,τι διαφέρει, αλλά ουσιαστικά απαιτεί τον διαχωρισμό ή τον αποκλεισμό αυτού που θεωρείται ότι διαφέρει απόλυτα. Η πολιτισμική διαφορά, η διαφορά στην κουλτούρα εκλαμβάνεται και πλασάρεται από τον νεο-ρατσισμό ως «φυσική διαφορά»: η έτσι κατανοούμενη απόλυτη πολιτισμική διαφορά γίνεται, για τους νεο-ρατσιστές, «δεύτερη φύση» ατόμων και ομάδων.
Τα ακόλουθα δύο αποσπάσματα εικονίζουν με παραδειγματικό τρόπο τη μετατόπιση της νεο-ρατσιστικής σκέψης από τη βιολογία στην κουλτούρα: «Η αλήθεια είναι ότι οι λαοί πρέπει να διατηρούν και να καλλιεργούν τις διαφορές τους. (...) Η μετανάστευση είναι καταδικαστέα, τόσο γιατί προσβάλλει την ταυτότητα της κουλτούρας υποδοχής όσο και την ταυτότητα των μεταναστών» (σύμφωνα με τον διανοούμενο της γαλλικής «νεο-Δεξιάς» Αλέν ντε Μπενουά, 1983). Και το δεύτερο απόσπασμα: «Οι λαοί δεν μπορούν να χαρακτηρίζονται με συνοπτικό τρόπο ανώτεροι ή κατώτεροι, και πρέπει να παίρνουμε υπόψη μας αυτές τις φυσικές ή πολιτισμικές διαφορές» (Λε Πεν, 1984). Οι θέσεις αυτές δείχνουν ότι η έννοια του όρου ρατσισμός δεν παραμένει σταθερή, απρόσβλητη από την ιστορική εξέλιξη. Η ρατσιστική επιχειρηματολογία μετασχηματίζεται ταχύτερα από την αντιρατσιστική, και μετατοπίζεται αλλού (στην «πολιτισμική διαφορά») από εκεί που την αναζητούν για να την καταπολεμήσουν οι αντιρατσιστές. Εχουμε κι εμείς το «δικαίωμα στη διαφορά», δήλωνε «αγανακτισμένος» ο ακροδεξιός Λε Πεν το 1982, έχουμε και εμείς το δικαίωμα να υπερασπίζουμε την «εθνική μας προσωπικότητα».
Διεκδικώντας έναν απόλυτο πολιτισμικό πλουραλισμό και κραδαίνοντας έναν ταυτοτικό αντι-οικουμενισμό ως το μοναδικό θεμέλιο της θετικής ανεκτικότητας, ο νέος ρατσισμός της πολιτισμικής διαφοράς μπορεί με αυτό τον τρόπο να πλασάρεται ως ένας «αυθεντικός αντιρατσισμός» που σέβεται όλες τις ταυτότητες. Μπροστά σε μια τέτοια μεταμόρφωση των ρατσιστικών αναπαραστάσεων, ο παραδοσιακός, ο αναμνηστικός αντιρατσισμός βρίσκεται σε τρομακτική υστέρηση, σκιαμαχεί: αρκείται στο να καταγγέλλει την «αναβίωση» του ναζισμού, να επικαλείται την «οικονομική κρίση», και να προσφεύγει στις επιστημονικές γνώμες των βιολόγων για να κατακεραυνώσουν την αντιεπιστημονική ρατσιστική προπαγάνδα. Με αυτόν όμως τον τρόπο παραμένει ξένος και αναποτελεσματικός ως προς τις αιτίες του ρατσισμού και ως προς τα σημερινά, εξελισσόμενα «επιχειρήματα» των νεο-ρατσιστών.


Μεταρρύθμιση του αντιρατσισμού
Οι αντιρατσιστές πρέπει να κατανοήσουν, σύμφωνα με τον Ταγκιέφ, ότι ο νεο-ρατσισμός μαζί με την υπέρβαση του βιολογικού/ανισωτικού επιχειρήματος, έχουν υιοθετήσει μια διαφοριστική θεματική, η οποία σε πολλά σημεία παραμένει κοινή με τη δική τους. Κατά έναν ορισμένο τρόπο, και από διαφορετικές βέβαια ηθικές αφετηρίες, οι νεο-ρατσιστές καθώς και πολλοί αντιρατσιστές συμπίπτουν σε μια κοινή κοινοτιστική προβληματική, υπερασπίζοντας το «δικαίωμα στη διαφορά», τις κλεισμένες στον εαυτό τους πολιτισμικές, εθνοτικές, θρησκευτικές κ.λπ. κοινότητες. Εκλαμβάνοντας την κοινωνικο-πολιτική ζωή μέσα σε μια εθνική κοινότητα ως το σύνολο των διαδράσεων ανάμεσα σε έτσι συγκροτημένες κοινότητες που ταυτίζουν τα άτομα με την καταγωγική τους κουλτούρα, δεν κάνουν άλλο από το να τα φυλακίζουν μέσα σε αυτή τη μη αναγώγιμη διαφορά τους. Το αποτέλεσμα στην αρνητική του εκδοχή, δηλαδή στη νεο-ρατσιστική επένδυση/παραφθορά της «διαφοράς», είναι ο έμμεσος και διαρκής στιγματισμός των θεωρούμενων αναφομοίωτων «άλλων».
Σχηματοποιώντας, θα μπορούσε κανείς να κατατάξει σε δύο βασικές κατηγορίες τις λογικές που διατρέχουν τον σημερινό αντιρατσιστικό λόγο:
1) Τη «δεξιά» λογική, σύμφωνα με την οποία ο ρατσισμός είναι μια στερεοτυπική αρνητική απάντηση στο πρόβλημα της παρουσίας στο εθνικό έδαφος ενός μεγάλου αριθμού ξένων που δεν «αφομοιώνονται». Αυτή η λογική προβάλλει ως λύση το μέτρο του λεγόμενου «ορίου ανεκτικότητας», δηλαδή του περισσότερο ή λιγότερο δραστικού περιορισμού της παρουσίας των ξένων. Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα με αυτή τη «λογική» είναι τούτο: ποιος αποφασίζει, και στη βάση ποιων κριτηρίων, για τη μη δυνατότητα αφομοίωσης των ξένων από μια εθνική κοινωνία;
2) Την «αριστερή» λογική, που εξηγεί τον ρατσισμό ως το αποτέλεσμα της «κοινωνικής κρίσης» ή μιας γενικευμένης και βαθύτατης «κοινωνικής δυσφορίας». Στη μαρξιστική της εκδοχή αυτή η λογική ανατρέχει στην ταξική πάλη, στην ανισωτική δομή κυρίαρχοι/κυριαρχούμενοι, που εξισώνεται βέβαια με το ζεύγος εκμεταλλευτές/εκμεταλλευόμενοι. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο ρατσισμός δεν είναι τίποτε άλλο από «τρόπος νομιμοποίησης μιας κοινωνικο-οικονομικής πρακτικής κυριαρχίας που εμπεριέχει ένα σύστημα εκμετάλλευσης. Συνεπάγεται ότι ο πραγματικός αγώνας κατά του ρατσισμού ταυτίζεται με τη στράτευση, μέσα στο πεδίο της ταξικής πάλης, στο πλευρό των κυριαρχούμενων και των εκμεταλλευόμενων». Αλλά μια τέτοια κατανόηση του ρατσισμού, μέσω της αναγωγής του στην πάλη των τάξεων που αποφασίζει για τα πάντα, «ο μετα-ρατσιστικός ορίζοντας δεν μπορεί να διακρίνεται από τον μετα-καπιταλιστικό ορίζοντα: η αντιρατσιστική πίστη συνίσταται στη δρώσα ελπίδα της έλευσης μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις, άρα χωρίς ρατσισμό». Αυτή η αναγωγιστική λογική αφαιρεί από τον ρατσισμό κάθε ιδιαιτερότητα. Στην ουσία, ο αντιρατσιστικός αγώνας χάνει το προσίδιο περιεχόμενό του, δεν μπορεί να οριστεί διακριτά από άλλες κοινωνικο-πολιτικές πρακτικές και, κυρίως, αποπολιτικοποιείται, αφού αδυνατεί να συλλάβει τις νέες ρατσιστικές αναπαραστάσεις που εκδηλώνονται μέσα στο πολιτικό πεδίο.
Ο αναγκαίος αντιρατσιστικός αγώνας, σύμφωνα με τον Ταγκιέφ, οφείλει να υποστεί σήμερα μια απολύτως απαραίτητη «ηθική και διανοητική μεταρρύθμιση». Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα των αιτίων που ωθούν προς την υιοθέτηση των νέων ρατσιστικών συμπεριφορών. Ο αντιρατσισμός δεν μπορεί να αντιπαρατάσσει το δικό του «δόγμα» στο δόγμα του ρατσισμού: η κατανόηση προηγείται, τρόπον τινά, της αντιρατσιστικής δράσης, η αναγκαία επιχειρηματολογική πειθώ που στηρίζεται σε ορθολογικά θεμέλια πρέπει πάντα να παίρνει υπόψη της τον «ανορθολογισμό» που δομεί κάθε ιδεολογία, επομένως και τη ρατσιστική. Δυστυχώς, ποτέ δεν θα μπορέσουμε να «ξεριζώσουμε» τον ρατσισμό, όλο το πρόβλημα για τους αντιρατσιστές αγωνιστές συνίσταται στο να κατανοήσουν τις μεταμορφώσεις του ρατσισμού, μακριά από κληρονομημένες βεβαιότητες που λειτουργούν ως ιδεολογικά ηρεμιστικά, προκειμένου να αντιμετωπίσουν με τη μεγαλύτερη δυνατή δραστικότητα τις ενίοτε και φονικές συνέπειές του.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 05/09/2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More