Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Η αμφισβήτηση του βιβλίου

Books On FireImage via Wikipedia

του Θανάση Γιαλκέτση

Το ακόλουθο κείμενο είναι απόσπασμα ενός δοκιμίου του μεγάλου κριτικού Τζορτζ Στάινερ, που δημοσιεύτηκε στο γαλλικό περιοδικό «Esprit».

... Ακόμη και στη διάρκεια της χρυσής εποχής του βιβλίου -που περικλείεται με την ευρεία έννοια μεταξύ της εποχής που ο Ερασμος μπορούσε να σκιρτήσει από χαρά και ευγνωμοσύνη, επειδή βρήκε στο δρόμο το απόσπασμα ενός τυπωμένου κειμένου, και της καταστροφής των δύο παγκόσμων πολέμων- υπήρξαν μορφές αντίστασης, αμφισβήτησης απέναντι στο βιβλίο. Δεν ήσαν έτοιμοι όλοι οι ηθικολόγοι, οι κριτικοί και οι συγγραφείς να αναγνωρίσουν ότι τα βιβλία είναι «η ίδια η ζωή, το αίμα των μεγάλων πνευμάτων», για να επαναλάβουμε μια περίφημη φράση του Μίλτον.

Δύο από αυτά τα εν μέρει υπόγεια ρεύματα αντίστασης αξίζουν την προσοχή μας. Θα δώσω στο πρώτο το όνομα «ριζικός βουκολισμός», που χαρακτηρίζει την παιδαγωγική ουτοπία του «Αιμίλιου» του Ρουσό και το απόφθεγμα του Γκέτε σύμφωνα με το οποίο το δέντρο της σκέψης και της μελέτης παραμένει αιώνια γκρίζο, ενώ εκείνο της πραγματικής ζωής, της ζωής ως δύναμης και ως ζωτικής ορμής, είναι πράσινο. Ο ριζικός βουκολισμός εμψυχώνει τη σκέψη του Γουέρτζγουερθ, σύμφωνα με τον οποίο «ένα ανοιξιάτικο θρόισμα σε ένα δέντρο» αξίζει περισσότερο από όλη τη μόρφωση των βιβλίων. Οσο εύγλωττη ή διδακτική και αν είναι, η γνώση που προσφέρεται από τα βιβλία και την ανάγνωση έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Τα βιβλία μολύνουν την άμεση συνείδηση. Ολος ο ρομαντισμός διαπερνιέται από τη λατρεία της προσωπικής εμπειρίας, όπως έξαλλου και ο βιταλισμός του Εμερσον. Το να αφήνουμε τα βιβλία να επηρεάζουν τη ζωή μας ή ένα σημαντικό τμήμα της σημαίνει για μας ότι απαρνούμαστε τους κινδύνους και ταυτόχρονα την έκσταση που μας προσφέρονται από αυτήν την πρωταρχική θεμελιακή σχέση με τα πράγματα. Με δυο λόγια, η λογοτοχενία είναι ουσιαστικά κάτι το τεχνητό. Ο ριζικός βουκολισμός διεκδικεί μια πολιτική ανθεντικότητας, εννοεί τη γυμνότητα του εγώ (...).

Το δεύτερο ρεύμα αμφισβήτησης του βιβλίου παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με εκείνο του ριζικού βουκολισμού, κοιτάζει και αυτό προς το παρελθόν, αλλά προς τον εικονοκλαστικό ασκητισμό των πατέρων της ερήμου. Το ερώτημα που θέτει είναι το ακόλουθο: με ποιον τρόπο τα βιβλία μπορεί να είναι ωφέλιμα στην πάσχουσα ανθρωπότητα;

Πόσοι πεινασμένοι χόρτασαν; Αυτό το ερώτημα τέθηκε από ορισμένους μηδενιστές και αναρχικούς επαναστάτες προς τα τέλη του 19ου αιώνα κυρίως στην τσαρική Ρωσία. Μπροστά στις ανθρώπινες ανάγκες και στην ακραία εξαθλίωση, η αξία ενός σπάνιου χειρογράφου ή μιας πρώτης έκδοσης (αξίες που σήμερα έχουν φτάσει σε τρελά ύψη) είναι για τους μηδενιστές μια αληθινή ντροπή. Ο Πισάρεφ λέει βίαια: «Για τον άνθρωπο του λαού ένα ζευγάρι παπούτσια αξίζει χίλιες φορές περισσότερο από τα άπαντα του Σέξπιρ ή του Πούσκιν». Σε πιετίστικη παραλλαγή, το ίδιο ερώτημα θα βασανίσει τον γερο-Τολστόι. Ριζοσπαστικοποιώντας το ρουσοϊκό παράδοξο, ο Τολστόι θεωρεί ότι η μεγάλη κουλτούρα και ιδιαίτερα η μεγάλη λογοτεχνία έχουν ασκήσει μιαν εξαιρετικά βλαπτική επίδραση, που έφθειρε την ευαισθησία και τις ηθικές αρχές των ανθρώπων. Χρησίμεψαν ως στήριγμα στις έννοιες του ελιτισμού, της υπακοής στην κοσμική εξουσία και ευνόησαν ένα εκπαιδευτικό σύστημα που ψεύδεται καθώς και το ελάττωμα της επιπολαιότητας. Ολα όσα χρειάζεται ένα έντιμο πνεύμα -μαίνεται ο Τολστόι απορρίπτοντας το ίδιο το λογοτεχνικό του έργο -είναι μια απλοποιημένη εκδοχή των ευαγγελίων, μια σύνοψη που θα προσφέρει το ουσιώδες περιεχόμενο της μίμησης του παραδείγματος του Χριστού.

Για άλλη μια φορά στη Ρωσία οι φουτουριστές και λενινιστές ποιητές επικαλέστηκαν την καταστροφή με πυρά των βιβλιοθηκών, δεδομένου ότι η επίσημη γραμμή, για κάθε ενδεχόμενο, ήταν εκείνη του πιο φανατικού συντηρητισμού. Η ατέρμονη συσσώρευση βιβλίων, ένα είδος ναού των οποίων είναι οι μεγάλες βιβλιοθήκες, αντιπροσωπεύει όλο το βάρος του παρελθόντος, ενός νεκρού παρελθόντος, το δηλητήριο του οποίου ωστόσο είναι ακόμα σε θέση να μολύνει. Το παρελθόν σφίγγει με τις αλυσίδες του τη φαντασία και τη διάνοια του παρόντος. Περνώντας μπροστά από αυτές τις λαβυρινθώδεις σειρές ραφιών, η ψυχή μαραζώνει σε μιαν απελπιστική ασημαντότητα. Τι μπορούμε να προσθέσουμε ακόμα σε όλα αυτά; Με ποιον τρόπο ένας συγγραφέας θα μπορούσε να έχει την αξίωση να συναγωνιστεί με τα μαρμάρινα αγάλματα των καθιερωμένων κλασικών; Δεν έχουν ήδη φανταστεί, σκεφτεί και πει τα πάντα; (Ποιος θα μπορούσε ακόμα να γράψει πάνω σε μια λευκή σελίδα τη λέξη «τραγωδία», αναρωτιόταν με αγωνία ο Κιτς, όταν έχουν προηγηθεί ο «Αμλετ» ή ο «Βασιλιάς Λιρ»;)

Αν το βασικό καθήκον, έκφραση του οποίου είναι η επανάσταση, είναι εκείνο του ανοίγματος μιας νέας περιόδου, της ανανέωσης της ανθρώπινης συνείδησης, και αν ο στοχαστής, ο συγγραφέας έχει ως σκοπό του «να τα ξαναφτιάξει όλα από την αρχή» (σύμφωνα με την πολύ γνωστή στον Εζρα Πάουντ προσταγή) το ασφυκτικό διδακτικό βάρος του παρελθόντος πρέπει να απορριφθεί. Ας καταστραφεί λοιπόν η πελώρια σειρά όλων των διατριβών και ας καεί με μιαν απελευθερωτική πυρκαγιά το Ινστιτούτο της Αρχιτεκτονικής! (Βοζνεζένσκι). Ας γίνουν στάχτη οι εγκυκλοπαίδειες και τα άλλα άπαντα που γράφτηκαν σε νεκρές γλώσσες (...).

Το 1821, ο Χάινε, όταν του ζητήθηκε να εκφράσει τη γνώμη του, για την έκρηξη του εθνικισμού που είχε ρίξει στις φλόγες πολλά βιβλία, παρατήρησε: «Εκεί όπου σήμερα καίγονται βιβλία, αύριο θα καίνε ανθρώπους» (...). ΠΗΓΗ:εφημ.ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 07/08/2005
Reblog this post [with Zemanta]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More