Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

Τα τέκνα του Θερσίτη

ΑΠΟΡΩ ΠΩΣ ΞΥΠΝΗΣΑΝ ΚΑΠΟΙΟΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑΝ ΠΩΣ Η ΣΑΤΙΡΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΣ ΚΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΕΠΙΛΗΨΙΜΟ, ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ΑΚΟΜΨΟ, ΑΥΘΑΙΡΕΤΟ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ, ΠΑΝΤΩΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟ. ΣΙΓΑ ΤΑ ΛΑΧΑΝΑ.

του Κώστα Γεωργουσόπουλου

Η πρώτη και πλέον βίαιη αμφισβήτηση της εξουσίας εμφανίζεται ήδη στο πρώτο γραπτό λογοτεχνικό κείμενο στην ιστορία του πολιτισμού. Στην «Ιλιάδα» ο σημαδεμένος Θερσίτης ψέλνει τα εξ αμάξης στους ηγέτες της δεκάχρονης εκστρατείας στην Τροία. Αν συγκεντρώσει κανείς τα «κοσμητικά» επίθετα με τα οποία ο θρασύτατος εκείνος στρατιώτης λούζει τον Αγαμέμνονα και τους συν αυτώ, έχω την εντύπωση πως μόνο λεκτικές παραλλαγές και πλατειασμούς θα εύρισκε στην ιστορία των παγκοσμίων ύβρεων. Στην «Ιλιάδα» έχουμε τη γέννηση και την πρώτη ανθολογία πολιτικής και αντιεξουσιαστικής σάτιρας. Γιατί ο θείος επικός δεν περιορίζεται σε χαρακτηρισμούς που έχουν να κάνουν μ΄ αυτό που ονομάζουμε «ατομική» σάτιρα, δηλαδή επίθεση στα προσωπικά ελαττώματα του ηγεμόνα, αλλά τα συνδέει με κοινωνικές και θεσμικές δομές είτε διότι τα ατομικά ελαττώματα ενός ηγέτη καθορίζουν και τον τρόπο που κυβερνά και συμπεριφέρεται, νομοθετεί και δικάζει είτε διότι η καρέκλα της εξουσίας πολλαπλασιάζει και παροξύνει τα προσωπικά χούγια του χαρακτήρα του ηγέτη.

Δεν θα αναφερθώ σε ανθολογήματα από σατιρικές κριτικές αιχμές στην τραγωδία, αλλά ο Αριστοφάνης (που πρόσφατα πάλι έγινε αντικείμενο αναφοράς σε σχέση με τη σύγχρονη σάτιρα και την ποιότητά της) έχει ήδη στις ένδεκα σωζόμενες κωμωδίες του εξαντλήσει όλα τα μοτίβα, τα λεκτικά ευρήματα και τα συντάγματα της επιθετικής αντιεξουσιαστικής σάτιρας. Π.χ., για να μείνω σε μια ακραία ενέργειά του, εν μέσω Πελοποννησιακού Πολέμου και ενώ η Αθήνα πολιορκείται και υφίσταται τις συνέπειες του αποκλεισμού και ενώ πριν από λίγους μήνες έχει ξεκληριστεί το ένα τρίτο του πληθυσμού από τον λοιμό, που δεν ήταν άλλο από κοιλιακός τύφος εξαιτίας του συνωστισμού ανθρώπων και ζώων στα δημόσια άλση, όπου και τα πηγάδια, τολμάει μιλώντας για το Μεγαρικό ψήφισμα, δηλαδή το εμπάργκο που είχε επιβάλει ο Περικλής στα σπαρτιατικά Μέγαρα, οργισμένος ο ποιητής το χαρακτηρίζει καβγά δύο νταβατζήδων για δύο πουτάνες! Ποιος θα εκμεταλλευτείποια! Τη στιγμή που γνώριζε πως οι Αθηναίοι είχαν όμορα χωράφια με τους Μεγαρίτες και η Αθήνα έκανε εισαγωγή κεραμικού χώματος από τα Μέγαρα και την εχθρική Κόρινθο, πρώτη ύλη της αγγειοπλαστικής της εξαγωγικής βιοτεχνίας!

Για να αντιληφθεί κανείς την τόλμη και το ρίσκο του Αριστοφάνη δεν έχει παρά να θυμηθεί (μιας και έγινε επίσημη από τον Άρειο Πάγο αναθεώρηση της δίκης των έξι) πως στήθηκαν πολιτικοί και στρατιωτικοί στον τοίχο, γιατί αντί για το σλόγκαν «Ελλάς των τριών θαλασσών και των δύο ηπείρων» αντέτασσαν το σλόγκαν «Μικρά και έντιμος Ελλάς».

Ας μη σταθώ στον αιρετικότατο Λουκιανό και στο ανατρεπτικό του χιούμορ. Ακόμη και στο βλοσυρό Βυζάντιο ο Θεόδωρος, Πτωχοπρόδρομος επονομαζόμενος, εκτός από τα «Γράμματα» αναθεματίζει και την Αυλή και τους άρχοντες και τους πλούσιους και τους επίορκους συναδέλφους του κρατικούς υπαλλήλους.

Η κρητική κωμωδία ακολουθώντας τα αναγεννησιακά ελευθεριάζοντα πρότυπα εξευτελίζει και τους δειλούς και ασελγείς στρατιωτικούς, τους παιδεραστές και ζήτουλες δασκάλους, τις προξενήτρες και τους κερδοσκόπους εμπόρους και λαμόγια. Οργιάζει δε όταν παραλαμβάνει τους παραλήδες γερομπαμπαλήδες που αγοράζουν ορφανές παρθένες τη συνδρομή των μητέρων τους!!

Στα Επτάνησα η κοινωνική και η πολιτική σάτιρα έδωσε έξοχα δείγματα και στην ποίηση και στην πεζογραφία και στο θέατρο. Ο «Χάσης» του Γουζέλη, οι «Ψευδογιατροί» (αλμπάνηδες) του Σουρμελή, οι ραδιούργοι και τραμπούκοι, οι μέθυσοι πορνόβιοι του «Βασιλικού» του Μάτεσι, η καταλυτική σάτιρα του Λασκαράτου, του Τσακασιάνου και μιας πλειάδας «ριζοσπαστών» ακτιβιστών είναι μεγάλη προίκα της νεοελληνικής σατιρικής λογοτεχνίας. Οι Φαναριώτες και οι Αθηναίοι λογοτέχνες αλλά και οι δημοσιογράφοι και γελοιογράφοι του 19ου αιώνα συγκροτούν μια ομάδα αξιοσημείωτων αντιεξουσιαστών σατιρικών. Ο Ραγκαβής, ο Νερουλός, οι Σούτσοι, ο Καρύδης και ο μέγας Μιλτιάδης Χουρμούζης, ο Βυζάντιος, ο Γεώργιος Σουρής ξετινάζουν τη βαυαροκρατία, την πρώτη δημοσιοϋπαλληλία, τους νεόπλουτους ομογενείς που αναζητούν τρυφερούδια ανάμεσα στις ανέστιες θυγατέρες των αρβανιτάδων της Αττικής, την ιδεολογία του τζόγου (όπου αλληλοκλέβονται πρέσβεις ξένων κρατών, νομάρχες, στρατηγοί, βουλευτές και... δεσποτάδες σε ιδιωτικές λέσχες. Σε μια κωμωδία του Χουρμούζη κάποιος χάνει το σπίτι του και τη γυναίκα του!), τον μαϊμουδισμό της μόδας, των νέων αχώνευτων ιδεών, το τσιμπούσι των εργολάβων δημοσίων έργων, τη ρεμούλα της δημόσιας περιουσίας, το ρουσφέτι, τις κουμπαριές και την αχαλίνωτη και βάρβαρη λογοκρισία Αστυνομίας και Εκκλησίας.

Ακόμη και το κωμειδύλλιο και το δραματικό ειδύλλιο μιλάνε για αρχαιοκάπηλους, για προικοθήρες, για ψεύτες πολιτικούς, για δωροδοκούμενους υπαλλήλους.

Η Ελλάδα στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα διαθέτει έναν σατιρικό συγγραφέα που δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τον Ιονάθαν Σουίφτ, τον Εμμανουήλ Ροΐδη και όχι μόνο για την «Πάπισσα Ιωάννα»- ένα άλλοθι των επιτηδείων για να θεωρήσουμε πως ο σατιρικός είχε στόχο τον καθολικισμό. Στο άλλο εξαίσιο έργο του ξετινάζει θεσμούς, ήθη, συμπεριφορές, νοοτροπίες, προλήψεις, προκαταλήψεις, ιδεοληψίες και ιδεολογήματα και όλη την ψευδή συνείδηση μιας ολόκληρης κοινωνίας διαταξικά.

«Γιούχα και πάλι γιούχα...»

Τα «Σατιρικά γυμνάσματα» του Κωστή Παλαμά δεν είναι απλώς μια κοινωνική, πολιτική σάτιρα, είναι ένας ανελέητος λίβελος εναντίον ηθών, στρεβλώσεων, ψευδαισθήσεων, φαντασιώσεων και απαιδευσίας μιας σάπιας κοινωνίας. Και μόνο δύο στίχους από δύο επικολυρικά του έργα να σημειώσω, προβάλλω έναν μέγιστο σατιρικό ποιητή και διδάσκαλο δημόσιου ήθους: «Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη χώρα» («Η Φλογέρα του βασιλιά») και «Γιούχα και πάλι γιούχα των πατρίδων» («Δωδεκάλογος του Γύφτου»).

Οι «Σάτιρες» του Καρυωτάκη (ο οποίος υπήρξε και συγγραφέας επιθεωρήσεων!) είναι πικρές, διεισδυτικές και απελπισμένες κραυγές ενός ανθρώπου που πρώτος στον μεσοπόλεμο διάβασε και προφήτευσε την μπόχα που έφερνε σαν τσουνάμι το «σύστημα».

Τα «Καραγκιόζικα» του Ρώτα και ο Μποστ είναι δύο ιδιότυπες αλλά καίριες σατιρικές μονήρεις σχολές που φτάνουν ώς την εποχή μας. Μεσολαβούν οι έξοχοι επιθεωρησιογράφοι και οι συγγραφείς των φαρσοκωμωδιών. Τι άλλο κάνουν από το να τραβούν το χαλί κάτω από τα πόδια της εξουσίας και των θεσμών που σαπίζουν ο Μελάς, ο Καγιάς, ο Ρούσσος, ο Ψαθάς, ο Σακελλάριος, ο Τσιφόρος, ο Πρετεντέρης, ο Γιαλαμάς, ο Κορρές, ο Λάκης Μιχαηλίδης, ο Γ. Λαζαρίδης, ο Καμπάνης και ώς τη ζώσα σήμερα όζουσα πραγματικότητα ο Φασουλής, η Παναγιωτοπούλου, ο Λαζόπουλος, ο Ξανθούλης, αλλά και ο Ποντίκας, ο Σκούρτης, ο Μουρσελάς, ο Μανιώτης, ο Μέντης, ο βιτριολικός Μάτεσις, ο Αρμένης, ο σατιρικός Σαββόπουλος και ο παραληρηματικός υπερρεαλιστής Τακόπουλος;

ΠΗΓΗ:εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 6-2-2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails

AddThis

| More